← Κύπρος

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. Eλπίδας Μιχαήλ Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3898/10, 31/8/2016

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) ν. Eλπίδας Μιχαήλ Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3898/10, 31/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3898/10 Μεταξύ: TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην ΜΑRFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD) Εναγόντων -και- Eλπίδας Μιχαήλ Ανδρέου

  1. Νίκου Μάριου Αγαπίου
  2. Λάμπρου Νίκου Γεωργίου Εναγομένων ........ 31.8.16 Για τους ενάγοντες: κ. Αλεξόπουλος για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 2: κα Ζαντήρα για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 2 είναι για το των €109.295,50 με τόκο 14% ετησίως επί του ποσού των 103,093,22 από 5.6.10 μέχρι εξοφλήσεως πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό. Η απαίτηση στηρίζεται στη συμφωνία εγγύησης των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες από τον εναγόμενο 2 την οποία ο εναγόμενος 2 σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και ή πιστωτικών διευκολύνσεων οποιασδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιασδήποτε φύσεως είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού και ή ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες οι οποίες δημιουργήθηκαν στη βάση συμφωνίας δανείου της εναγομένης 1 με τους ενάγοντες, υπέγραψε στις 18.12.
  3. Κατά ή περί στις 18.12.08 οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγόμενη 1 όπως της παραχωρήσουν δάνειο για το ποσό των €98.
  4. Στις 19.12.08 η εναγομένη 1 σε αντάλλαγμα της παροχής και ή της συνέχισης της παροχής από τους ενάγοντες δανείων σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και ή δανείων τακτής προθεσμίας και ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες, η εναγομένη 1 παραχώρησε προς τους ενάγοντες την υποθήκη με αρ. 13685/2008 επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 3728 τεμ. 94 στο χωριό Καμινάρια της Επαρχίας Λεμεσού. Η υποθήκη εξασφάλιζε το ποσό των €130.000 πλέον τόκους προς 9.25% ετησίως από 19.12.08 πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά στις λεπτομέρειες των όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 18.12.08 και ήταν μεταξύ άλλων, όρος ότι το δάνειο θα πληρώνετο με 300 μηνιαίες δόσεις από €747,95 η κάθε δόση από 15.2.
  5. Ήταν επίσης όρος της συμφωνίας ότι το δάνειο θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που κατά την ημερομηνία της υπογραφής της συμφωνίας ήταν 5,00000% προσαυξημένο κατά 3,00000% περιθώριο. Λόγω μη συμμόρφωσης της εναγομένης 1 με τον όρο πληρωμής, οι ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 16.11.09 προς τους εναγόμενους ζήτησαν την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών διαφορετικά το επιτόκιο θα μεταβαλλόταν σε 14%. Λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγομένων, οι ενάγοντες με επιστολή ημερ. 15.12.09 προς τους εναγομένους 1 και 2 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού με αρ. 067-12-013283 και κατέστησαν απαιτητό κάθε οφειλόμενο ποσό και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό πλέον τους τόκους. Παρά τις πιο πάνω επιστολές όπως και την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερομηνίας 9.6.10, οι εναγόμενοι δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό και ως εκ τούτου οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Στην δική του Έκθεση Υπεράσπισης, ο εναγόμενος 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και ελαττωματική καθότι δεν υπήρχε έγκυρος και/ή νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας. Παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18.12.08 μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 όπως και την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν υφίσταται και δεν είναι έγκυρη και ή νομικά δεσμευτική η εγγύηση την οποία υπέγραψε και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε εγγύηση δόθηκε εκ μέρους του, τερματίστηκε και έπαυσε να ισχύει και να παράγει έννομα αποτελέσματα καθότι οι ενάγοντες προσήλθαν σε νεότερη και ή μεταγενέστερη συμφωνία με την εναγομένη 1 εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα δικαιώματα του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εάν κριθεί ότι η συμφωνία εγγύησης ημερ. 18.12.08 είναι έγκυρη και νομικά δεσμευτική, είναι ακυρώσιμη αφού αυτή καταρτίστηκε δυνάμει δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των εναγόντων και ή υπαλλήλων και ή υπηρετών και ή αντιπροσώπων τους προς τον εναγόμενο
  6. Ο εναγόμενος 2 παραθέτει στην Έκθεση υπεράσπισης του λεπτομέρειες δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων των εναγόντων και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ανέφεραν στον εναγόμενο 2 ότι η εναγόμενη 1 συνήψε δάνειο για ποσό €98.000 για την αγορά χωραφιού ίδιας αξίας ενώ γνώριζαν ότι η αγοραία αξία του και ή η τιμή πώλησης του ήταν κατά πολύ μικρότερη, γεγονός που απέκρυψαν από αυτόν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες του απέκρυψαν ότι η συμφωνία δανείου μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 έγινε κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και ως συνέπεια αυτού ο ίδιος αναλάμβανε μεγαλύτερη ευθύνη και ή κινδύνους έναντι των εναγόντων. Αναφέρει περαιτέρω στις λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων ότι οι ενάγοντες δεν προσέφεραν και/ή δεν προέτρεψαν τον εναγόμενο 2 να αναζητήσει ανεξάρτητη νομική συμβουλή και/ή δεν διασφάλισαν ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Ισχυρίζεται ακόμη ο εναγόμενος 2 με λεπτομέρειες που παραθέτει στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης του ότι οι ενάγοντες χρηματοδότησαν με μεγαλύτερο ποσό από την αξία του ακινήτου την εναγομένη 1 και παρέλειψαν να την χρηματοδοτήσουν μόνο με το 60% του συνολικού ποσού. Αναφέρει επίσης ότι η συμφωνία ημερ. 18.12.08 μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 είναι ακυρώσιμη συνεπεία άσκησης ψυχικής πίεσης και ή αθέμιτης επιρροής προς την εναγομένη 1 και ως αποτέλεσμα ζητά την ακύρωση της συμφωνίας εγγύησης που αυτός συνήψε με τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 2 αρνείται επίσης ότι έλαβε οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού και ιδιαίτερα αρνείται ότι οφείλει τα ισχυριζόμενα ποσά και την υποχρέωση να πληρώνει τόκο 14% επί του οφειλομένου ποσού καθότι οι ενάγοντες καταστρατήγησαν τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, ο εναγόμενος 2 ανταπαιτεί από τους ενάγοντες: · Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης μεταξύ εναγομένου 2 - εναγόντων ημερομηνίας 18/12/2008 είναι ακυρώσιμη και/ή εξ υπαρχής άκυρη αφου καταρτίστηκε συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο 2, ως η παράγραφος 12 της Υπεράσπισης. · Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης μεταξύ εναγομένου 2 - εναγόντων ημερομηνίας 18/12/2008 είναι άκυρη λόγω παρανομίας ως η παράγραφος 13 της Υπεράσπισης. · Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία εγγύησης μεταξύ εναγομένου 2 - εναγόντων ημερομηνίας 18/12/2008 είναι εξ υπαρχής άκυρη, ως η παράγραφος 16 της Υπεράσπισης. Στην απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση του εναγομένου 2, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 2 δεν δικαιούται να απαιτεί οποιαδήποτε θεραπεία και ιδιαίτερα τη θεραπεία στην παράγραφο Δ της Ανταπαίτησης του αναφορικά με συμφωνία στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος 2 δεν είχε και δεν έχει καμία συμβατική σχέση. Περαιτέρω οι ενάγοντες αρνούνται ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν μικρότερη από ότι εκτιμήθηκε και ισχυρίζονται ότι βασίστηκαν σε έγγραφα τα οποία τους προσκόμισε και τους παρουσίασε η εναγομένη 1 αναφορικά με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου και αρνούνται τους ισχυρισμούς που ο εναγόμενος 2 προβάλλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του. Οι ενάγοντες αρνούνται ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε ψυχική πίεση και ή αθέμιτη επιρροή προς την εναγομένη 1 και αναφέρουν περαιτέρω ότι μετά από οδηγίες της εναγομένης 1 εξέδωσαν επιταγή για το ποσό των €30.000 πλέον μεταβιβαστικά και/ή υποθηκευτικά τέλη και αρνούνται ότι το ακίνητο αγοράστηκε για το ποσό αυτό. Οι όποιες μεταφορές χρημάτων έγιναν, αυτές έγιναν μετά από οδηγίες της εναγομένης
  7. Αρνούνται ότι η εναγομένη 1 ενήργησε δυνάμει οδηγιών του Χρίστου Χρίστου και αρνούνται επίσης ότι ο Στέλιος Λανίτης έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες προς την εναγομένη 1 όπως επίσης αρνούνται τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 για ψευδείς παραστάσεις του Στέλιου Λανίτη. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν τον Γρηγόρη Γρηγορίου (Μ.Ε.1) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης που έγινε Τεκμήριο Α, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Κατέθεσε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1-21 στο περιεχόμενο των οποίων επίσης θα αναφερθώ στη συνέχεια όπου κριθεί αναγκαίο. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι σε σχέση με τις εξασφαλίσεις των δανείων η τράπεζα προβαίνει σε εκτίμηση μέσω εγκεκριμένων εκτιμητών και αν το ποσό του δανείου καλύπτεται από την εκτίμηση του ακινήτου, τότε θεωρείται ικανοποιητική εξασφάλιση. Ανέφερε επίσης ότι την τράπεζα δεν την ενδιαφέρει πως θα διανεμηθεί το ποσό του δανείου και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πληρωμές έγιναν μετά από οδηγίες της εναγομένης
  8. Υπεβλήθηκε στο μάρτυρα ότι αξία του ακινήτου ήταν €30.000 και όχι €130.000, θέση με την οποία διαφώνησε και όπως περαιτέρω ανέφερε, η τράπεζα δεν έλαβε υπόψη το συμβόλαιο πώλησης του ακινήτου για να δώσει το δάνειο, αλλά έλαβε υπόψη τις εξασφαλίσεις του δανείου. Ανέφερε ακόμη σε σχέση με τις δομημένες καταστάσεις (Τεκμήριο 21) ότι ήταν δύο οι λόγοι για τους οποίους ετοίμασε αυτές τις καταστάσεις λογαριασμών πρώτο γιατί εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου εναντίον της εναγομένης 1 και το επιτόκιο συμφωνήθηκε από 14% σε 10% και για το λόγο αυτό η τράπεζα θεώρησε ότι είναι δίκαιο να γίνει το ίδιο και με τον εγγυητή και δεύτερο η καλή διάθεση της τράπεζας να μειώσει το επιτόκιο. Υπεβλήθηκε επίσης στον μάρτυρα ότι ο λόγος που οδήγησε τον εναγόμενο 2 να υπογράψει την επίδικη εγγύηση ήταν η διαβεβαίωση του Στέλιου Λανίτη που ήταν ο διευθυντής του καταστήματος όπου έγινε η διαδικασία σύναψης του δανείου, ότι ο σκοπός του δανείου ήταν η αγορά ακινήτου και η διαβεβαίωση του ότι η αξία του ακινήτου ήταν ίση με το ποσό του δανείου αποκρύβοντας από τον εναγόμενο 2 ότι η αξία του ακινήτου ήταν κατά πολύ μικρότερη από την δηλωθείσα αξία. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν αποδέχεται ότι έγινε κάτι τέτοιο και όπως είπε, στον εναγόμενο 2 εξηγήθηκε η έκταση της ευθύνης του γι' αυτό και στο έγγραφο εγγύησης αναγράφεται το ποσό και ο εναγόμενος 2 δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το τι ακριβώς υπέγραφε με τη συμφωνία εγγύησης. Υπεβλήθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι παρά το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμήρια 11 και 12), στον εναγόμενο 2 δημιουργήθηκε πλάνη από λειτουργό της τράπεζας για την πραγματική αξία του ακινήτου, θέσεις που επίσης ο μάρτυρας δεν αποδέχθηκε. Μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) και κάλεσε επίσης ως μάρτυρα (Μ.Υ.2) τον εκτιμητή ακινήτων Αδάμο Καραντώνη. Ο εναγόμενος 2 αναγνώρισε ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης (Τεκ.11) και όπως ανέφερε το 2008 προσεγγίστηκε από τον Λάμπρο Γεωργίου και του ζητήθηκε να υπογράψει ως εγγυητής γιατί όπως του ανέφερε θα αγόραζε ακίνητο ο Χρίστος Χρίστου που ήταν υπάλληλος της τράπεζας και θα το ενέγραφε επ' ονόματι της συντρόφου του που ήταν η εναγομένη
  9. Διευθυντής στο κατάστημα της τράπεζας ήταν ο Στέλιος Λανίτης ο οποίος του ανέφερε ότι υπήρχε εκτίμηση για το ακίνητο για ποσό €130.000 με καταναγκαστική πώληση €104.000 και τον διαβεβαίωσε ότι ήταν ένα υγιές δάνειο με εξασφαλίσεις. Δεν ζήτησε να πάρει νομική συμβουλή αφού έλαβε υπόψη του την αξία του ακινήτου όπως του ανέφερε ο Στέλιος Λανίτης και τη φερεγγυότητα της πρωτοφειλέτιδας. Όμως σύμφωνα με εκτίμηση δικού του εκτιμητή, η αξία του ακινήτου ήταν €30.000 και όχι €130.000 και το ποσό αυτό δηλώθηκε και στο Κτηματολόγιο, σύμφωνα με το Τεκμήριο 22, στο χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου στην εναγόμενη
  10. Ο Μ.Υ.2 Αδάμος Καραντώνης ανέφερε στη μαρτυρία του ότι είναι εκτιμητής ακινήτων και ετοίμασε μετά από οδηγίες του εναγομένου 2 εκτίμηση για το επίδικο ακίνητο την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  11. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της εκτίμησης του η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου ήταν κατά την 18.12.08 €23.000 και κατά την 3.8.10 €21.
  12. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι το 2008 τα ακίνητα ήταν στη ψηλότερη τους τιμή και υπήρχε την περίοδο εκείνη ενθουσιασμός και αύξηση των τιμών των ακινήτων. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις μέσα από τις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Α ο Μ.Ε.1 και είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο 2, στις 18.12.08 υπογράφηκε συμφωνία δανείου ύψους €98.000 (Τεκμήριο 6) η οποία θα διέπετο από τους γενικούς όρους και κανονισμούς της τράπεζας και παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες στην εναγόμενη 1 το δάνειο αυτό. Σκοπός της χορήγησης του επίδικου δανείου ήταν η αγορά χωραφιού και κατόπιν εντολής της εναγομένης 1 η τράπεζα προέβη στις πιο κάτω πράξεις για πληρωμή σε διάφορα πρόσωπα του ποσού των €98.
  13. α) Στις 17/12/2008 χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός δανείου με το ποσό των €1.000 ως έξοδα μελέτης και αξιολόγησης. β) Στις 17/12/2008 χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός δανείου με το ποσό των €353,96 που αφορούσε έξοδα χαρτοσήμανσης εγγράφων. γ) Στις 17/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου με το ποσό των €1.300,85 και εκδόθηκε τραπεζική επιταγή προς όφελος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού. δ) Στις 19/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου με το ποσό των €900 και εκδόθηκε τραπεζική εγγύηση προς όφελος του Επαρχιακού κτηματολογικού Λειτουργού. ε) Στις 17/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου με το ποσό των €30.000 και εκδόθηκε τραπεζική επιταγή προς όφελος του πωλητή, Ζήνωνα Ζήνωνος. ζ) Στις 17/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου με το ποσό των10.000 και εκδόθηκε τραπεζική επιταγή προς όφελος του μεσίτη, Αντρέα Γεωργίου. η) Στις 19/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου και ποσό €51.914,23 μεταφέρθηκε στο τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 067-11-008316 επ' ονόματι της εταιρείας CH. C. DIAGNOSTIC CAR CENTER LTD. θ) Στις 19/12/2008 χρεώθηκε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου και ποσό €2.500 μεταφέρθηκε στο τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 067-11-08359 επ' ονόματι της Εναγομένης
  14. Αναφέρει περαιτέρω στη γραπτή του δήλωση ο Μ.Ε.1 ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε 300 μηνιαίες δόσεις από €747,95 η κάθε μια από 15/02/2009 και οι υπόλοιπες δόσεις θα πληρώνονταν την 7η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι την εξόφληση. Το δάνειο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο. Το βασικό επιτόκιο κατά την ημέρα υπογραφής του δανείου ήταν 5,00000%. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο τόκος υπερημερίας με τον οποίο θα χρεώνεται το δάνειο της συμφωνίας δανείου θα ήταν κατά 10,00000 εκατοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος από το συμβατικό επιτόκιο του λογαριασμού όπως θα ίσχυε κατά τη χρονική στιγμή της υπερημερίας. Τη συμφωνία αυτή εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2 με συμφωνία εγγύησης ημερ. 18.12.08 (Τεκμήριο 11) και όπως περαιτέρω αναφέρει ο μάρτυρας, οι ενάγοντες παρέδωσαν στον εναγόμενο 2 επιστολή με την οποία του γνωστοποιούσαν την απόφαση τους και λεπτομέρειες για τη χορήγηση του δανείου στην εναγομένη
  15. Ο εναγόμενος 2 δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να λάβει νομική συμβουλή αναφορικά με τη συμφωνία εγγύησης που υπέγραψε (Τεκμήριο 12). Για εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που της παραχωρήθηκαν, η εναγόμενη 1 παραχώρησε προς τους ενάγοντες την Υποθήκη με αρ. 13685/08 για το ποσό των €130.000 με τόκους με 9.25% ετησίως. Η έγκριση των τραπεζικών διευκολύνσεων προς την εναγομένη 1 στηρίχθηκε στην έκθεση εκτίμησης της αγοραίας αξίας του ακινήτου (Τεκμήριο 14) όπως επίσης και σε πωλητήριο έγγραφο που συνάφθηκε μεταξύ της εναγομένης 1 και κάποιου Ζήνωνα Ζήνωνος (Τεκμήριο 15) τα οποία προσκόμισε στους ενάγοντες η εναγόμενη
  16. Λόγω της παράλειψης της εναγομένης 1 να συμμορφωθεί με τους όρους πληρωμής των συμφωνηθέντων δόσεων του δανείου, οι ενάγοντες με επιστολή ημερ. 16.11.09 προς τους εναγομένους 1 και 2 (Τεκμήριο 16) οι οποίες ταχυδρομήθηκαν με το σύνηθες ταχυδρομείο στη τελευταία γνωστή διεύθυνση τους, τους κάλεσαν όπως πληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις. Οι επιστολές ουδέποτε επεστράφησαν στους εναγόμενους αλλά ούτε και οι εναγόμενοι συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο τους. Ως αποτέλεσμα οι ενάγοντες με επιστολή ημερ. 15.12.09 (Τεκμήριο 17) τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Ο μάρτυρας αναφέρει περαιτέρω στη δήλωση του ότι λόγω της υπηρεσίας του στους ενάγοντες, γνωρίζει ότι οι ενάγοντες τηρούν τραπεζικό βιβλίο με ηλεκτρονική μορφή στο οποίο φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς όλων των πελατών συμπεριλαμβανομένων και των λογαριασμών της εναγομένης
  17. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείτο από τη Λαϊκή Τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος περί της πώλησης ορισμένων εργασιών της Λαϊκής ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Λαϊκής και όλες οι καταχωρήσεις συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας. Σε αυτό καταχωρούνταν όλες οι πράξεις που γίνονταν από το άνοιγμα του λογαριασμού κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της τράπεζας και από αυτό παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή όλες οι καταστάσεις του λογαριασμού δανείου οι οποίες αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι καταστάσεις συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Ετοίμασε πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο στο οποίο είναι επισυνημμένες οι καταστάσεις του λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι τις 30.6.15 και όπως ο ίδιος διαπίστωσε, από την 1.7.15 μέχρι την ημερομηνία που ετοίμασε τη γραπτή του δήλωση δεν έγινε καμία πίστωση στους επίδικους λογαριασμούς (Τεκμήριο 19). Το επιτόκιο με το οποίο χρεώνετο ο επίδικος λογαριασμός δανείου ήταν από 18.12.08 μέχρι και τις 14.12.09 το βασικό επιτόκιο 5% και το περιθώριο 3% σύνολο επιτοκίου 8% και από 15.12.09 το επιτόκιο ήταν 14%. Ο λογαριασμός χρεώνετο με τόκο υπερημερίας 10% επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων. Στις αναδομημένες καταστάσεις του λογαριασμού δανείου (Τεκμήριο 21) το επιτόκιο περιορίζεται όπως ανέφερε ο μάρτυρας στην προφορική του μαρτυρία από 14% σε 10% επειδή αυτό ήταν το επιτόκιο που συμφωνήθηκε με την εναγόμενη 1 όταν αυτή δέχθηκε απόφαση στην παρούσα υπόθεση. Σε σχέση με τα όσα ο Μ.Ε.1 ανέφερε για το υπόλοιπο του λογαριασμού, υπεβλήθηκε από την κα Ζαντήρα ότι το ποσοστό 14% του επιτοκίου δεν αναφέρεται στις πρόνοιες του νόμου περί υπερημερίας. Η Υπεράσπιση του εναγομένου 2 τόνισε ιδιαίτερα τη θέση του εναγομένου 2 ότι ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης γιατί έλαβε θετική διαβεβαίωση από τον Στέλιο Λανίτη ότι σκοπός του δανείου ήταν η αγορά του ακινήτου και η αξία του ακινήτου κάλυπτε το ποσό του δανείου και η διαβεβαίωση αυτή του δημιούργησε την ψευδή παράσταση ότι εγγυήθηκε ένα υγιές δάνειο. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγομένη 1 διατηρούσε δεσμό με κάποιον Χρίστο Χρίστου και λόγω οικονομικών δυσχερειών του έπεισε την εναγομένη 1 να ζητήσει το επίδικο δάνειο για εξυπηρέτηση δικών του σκοπών και ο Χρίστος Χρίστου μέσω κάποιου Ανδρέα Γεωργίου ο οποίος εμφανιζόταν ως μεσίτης έπεισε την εναγομένη 1 να αγοράσει το επίδικο ακίνητο αλλά και οι αναφορές του εναγομένου 2 για τις διαβεβαιώσεις του Χρίστου Χρίστου προς την εναγομένη 1, εκτός από το ότι δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, παραμένουν μετέωροι αφού καμιά μαρτυρία δόθηκε για το θέμα αυτό. Η περαιτέρω αναφορά του εναγομένου 2 ότι υπέγραψε την επίδικη συμφωνία εγγύησης επειδή βασίστηκε στην διαβεβαίωση του Στέλιου Λανίτη, Λειτουργού των εναγόντων, ότι η αξία του ακινήτου κάλυπτε το ποσό του δανείου ενώ γνώριζε ο Στέλιος Λανίτης ότι η αγοραία αξία του ακινήτου δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα, επίσης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο αφού αποτελεί εξωγενή μαρτυρία για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η συμφωνία εγγύησης. Όπως αναφέρει ο Lord Wilberforce στην απόφαση Prenn v. Simmonds

(1971)3 All E.R. 237 σε ελεύθερη μετάφραση από τη σελίδα 241, η μαρτυρία αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις ή τις προθέσεις των μερών δεν θα πρέπει να γίνεται δεκτή και η μαρτυρία θα πρέπει να περιορίζεται σε μαρτυρία αναφορικά με το πραγματικό πλαίσιο. Περαιτέρω όμως δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου 2 τον οποίο θεωρώ εκ των υστέρων σκέψεις και για το λόγο όπως ο ίδιος ανέφερε, ότι υπέγραψε τη συμφωνία αφού έλαβε υπόψη του και τη φερεγγυότητα της εναγομένης 1 αλλά επίσης και γιατί δεν έπραξε οτιδήποτε και ούτε αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο μετά την επίδοση σ' αυτόν του τεκμηρίου
  1. Ο εναγόμενος 2 έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του για ψευδείς παραστάσεις και όφειλε να παρουσιάσει μαρτυρία. Παρά τα όσα ο εναγόμενος 2 καταλογίζει στον Χρίστο Χρίστου και στον Στέλιο Παφίτη, κανένα από τα πρόσωπα αυτά δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και δεν θα συμφωνήσω με τη θέση της κας Ζαντήρα ότι αυτή ήταν υποχρέωση των εναγόντων. Η υποχρέωση ήταν του εναγόμενου 2 αφού είναι εκ μέρους του που προβάλλονται ισχυρισμοί για τη δική τους εμπλοκή σε βαθμό μάλιστα δόλου και απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Ο Στέλιος Λανίτης και αν ακόμη για σκοπούς συζήτησης δεχθώ τον ισχυρισμό του εναγομένου 2, ότι τον διαβεβαίωσε ότι η αξία του ακινήτου κάλυπτε το ποσό του δανείου, δεν είπε κάτι διαφορετικό στον εναγόμενο 2 από ότι καταδεικνύει η εκτίμηση (Τεκμήριο 14) και αυτό από μόνο του δεν καταδεικνύει ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του Στέλιου Λανίτη. Αμφισβητείται έντονα από την Υπεράσπιση το περιεχόμενο της έκθεσης εκτίμησης (Τεκμήριο 14) και είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι οι ενάγοντες γνώριζαν ότι το περιεχόμενο της και η αξία του ακινήτου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όπως φαίνεται στην ίδια την έκθεση εκτίμησης, τις οδηγίες για την ετοιμασία της τις έδωσε η εναγομένη 1 και όχι οι ενάγοντες και όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 την έκθεση εκτίμησης την παρέδωσε στους ενάγοντες η εναγομένη 1 και οι ενάγοντες την αποδέχθηκαν γιατί είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με τον συγκεκριμένο εκτιμητή και η αναφορά αυτή του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε. Οι ενάγοντες είχαν ενώπιον τους έκθεση εκτίμησης από εγκεκριμένο εκτιμητή ακινήτων την οποία και αποδέχθηκαν. Σύμφωνα με την εκτίμηση το ποσό της εκτιμημένης αξίας κάλυπτε το ποσό του δανείου και κατά συνέπεια με βάση τη δική τους τακτική μπορούσαν να παραχωρήσουν το δάνειο προς την εναγομένη
  2. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 15 που αποτελεί το πωλητήριο έγγραφο το οποίο επίσης παρέδωσε η εναγομένη 1 στους ενάγοντες, η τιμή πώλησης συμφωνήθηκε στις €140.000 δόθηκε προκαταβολή €40.000 και η χρηματοδότηση από την τράπεζα θα ήταν για το ποσό των €98.
  3. Κατά συνέπεια δεν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι δόθηκε χρηματοδότηση μεγαλύτερη από το 60% αλλά ούτε και είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2 ότι οι ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να ελέγξουν την αλήθεια του περιεχομένου της έκθεσης εκτίμησης. Με βάση τα πιο πάνω, γεννιέται το εύλογο ερώτημα γιατί να καταλογίζει ο εναγόμενος 2 στους ενάγοντες οποιαδήποτε συμπεριφορά η οποία μάλιστα να συνίσταται σε δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις αφού τα έγγραφα τα οποία έλαβαν υπόψη οι ενάγοντες προσκομίστηκαν από την εναγομένη 1 την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε φερέγγυα. Περαιτέρω όπως ο εναγόμενος 2 ανέφερε, η προσέγγιση του για να υπογράψει ως εγγυητής έγινε από τον Λάμπρο Γεωργίου ο οποίος επίσης υπέγραψε ως εγγυητής και δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι το πρόσωπο αυτό συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με τους ενάγοντες. Η αναφορά τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης όσο και στην αγόρευση της κας Ζαντήρα ότι ο εναγόμενος 2 προσεγγίστηκε από τον Χρίστο Χρίστου, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του εναγομένου
  4. Δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή η θέση της Υπεράσπισης ότι παρά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, «τα πράγματα δεν είναι έτσι». Στο Τεκμήριο 12 ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι δεν επιθυμούσε να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή για την υπογραφή της εγγύησης προς την εναγομένη 1 και δεν μπορεί να καταλογίζει στους ενάγοντες ότι δεν του έδωσαν την ευκαιρία να πάρει ανεξάρτητη συμβουλή. Το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 22 που είναι η δήλωση μεταβίβασης ακινήτου, υπάρχει σημείωση ότι η τιμή πώλησης συμπίπτει με την αγοραία αξία του ακινήτου και καθορίζεται ως τίμημα πώλησης το ποσό των €30.000, δεν μπορεί να καταλογίζεται στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 2 κάλεσε τον Μ.Υ.2 για να αποδείξει ότι πραγματικά η αξία του ακινήτου δεν ήταν στον ουσιαστικό χρόνο €130.000 και ο Μ.Υ.2 με την εκτίμηση του καθορίζει στον ουσιαστικό χρόνο ακόμη χαμηλότερη την τιμή του ακινήτου. Απάντηση σε όποιο πιθανό ερώτημα προκύπτει από τη διαφορά αυτή, θα μπορούσαν να δώσουν οι εμπλεκόμενοι στη σύναψη της συμφωνίας πώλησης. Κανένας όμως δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν μπορεί ο εναγόμενος 2 να ζητά από τους ενάγοντες εξηγήσεις για το θέμα αυτό. Κατά συνέπεια είναι η κρίση μου ότι οι όποιες αναφορές του εναγομένου 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης του για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων δεν μπορεί να κριθούν βάσιμες και να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Μετέωροι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί του εναγομένου 2 για άσκηση ψυχικής πίεσης για υπογραφή της συμφωνίας δανείου προς την εναγόμενη
  5. Η εναγομένη 1 όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αλλά όπως φαίνεται τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 όσο και από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, η εναγομένη 1 δέχθηκε απόφαση για το επίδικο δάνειο. Τα πιο πάνω συνδέονται άμεσα με την αξιοπιστία του εναγομένου 2 αφού οι μετέωροι και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος 2 προβάλλει εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει την υποχρέωση του όπως αυτή προκύπτει από την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Οι ενάγοντες ενέκριναν δάνειο προς την εναγομένη 1 ύψους €98.000 μετά από αίτημα της και αφού παρουσίασε εκτίμηση της αξίας του ακινήτου η οποία κάλυπτε το ποσό του δανείου και στο οποίο ενεγράφη η υποθήκη. Με οδηγίες της εναγομένης 1 όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε, το ποσό του δανείου διανεμήθηκε σε διάφορα τρίτα πρόσωπα μεταξύ των οποίων και ο πωλητής του ακινήτου. Εάν από την κατανομή του ποσού του δανείου προκύπτουν ερωτηματικά, αυτά είναι η κρίση μου ότι δεν αφορούν τους ενάγοντες όπως ανέφερε ο Μ.Ε.1 αλλά την εναγομένη 1 και τη δική της ειλικρίνεια προς τον εναγόμενο
  6. Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε με την συμφωνία εγγύησης (Τεκμήριο 11) τη συμφωνία της εναγομένης 1 με τους ενάγοντες ημερ. 18.12.08 για το ποσό των €98.000 όπως φαίνεται στο ίδιο το τεκμήριο. Υπέγραψε τη συμφωνία αφού του το ζήτησε ο Λάμπρος Γεωργίου και αφού έλαβε υπόψη και τη φερεγγυότητα της εναγομένης
  7. Δήλωσε μάλιστα ότι δεν επιθυμούσε να λάβει νομική συμβουλή. Κατά συνέπεια είναι η κρίση μου ότι υπέγραψε τη συμφωνία με ελεύθερη βούληση και όχι μετά από οποιαδήποτε πίεση ή ψευδείς παραστάσεις των εναγόντων ή υπαλλήλων τους. Αβάσιμο θεωρώ και τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω ότι η συμφωνία δανείου έγινε κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και παραχωρήθηκε στην εναγομένη 1 μεγαλύτερο ποσό δανείου απ' ότι οι κανονισμοί επιτρέπουν και παρέμεινε επίσης μετέωρος ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι θα πρέπει η συμφωνία εγγύησης να τερματιστεί γιατί οι ενάγοντες προσήλθαν σε νεότερη και/ή μεταγενέστερη συμφωνία με την εναγόμενη 1 με αποτέλεσμα να επηρεαστούν τα δικαιώματα του. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, το ερώτημα που παραμένει να απαντηθεί είναι αν οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι εύλογα τερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και απέστειλαν για το σκοπό αυτό επιστολές τερματισμού στους εναγομένους 1 και 2 και αν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό είναι πραγματικά αυτό που διεκδικούν οι ενάγοντες. Δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του εναγομένου 2 η μη πληρωμή των δόσεων εκ μέρους της εναγομένης 1 και η ανάγκη τερματισμού της συμφωνίας. Ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε επιστολή τερματισμού. Όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 16 και 17, οι σχετικές επιστολές στις οποίες αναφέρθηκε ο Μ.Ε.1 στάληκαν σε σχέση με τον εναγόμενο 2 στη διεύθυνση Ορθοδοξίας 2Α 4003 Μέσα Γειτονιά. Η διεύθυνση αυτή όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 11 που είναι η συμφωνία εγγύησης δόθηκε από τον εναγόμενο 2 στους ενάγοντες. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 2 άλλαξε διεύθυνση διαμονής και ειδοποίησε τους ενάγοντες για αλλαγή στη διεύθυνση του. Περαιτέρω όπως φαίνεται στο τεκμήριο 18 στην ίδια διεύθυνση επιδόθηκε νόμιμα στον εναγόμενο 2 η επιστολή ημερομηνίας 9/6/10 η οποία επιβεβαιώνει το χρεωστικό υπόλοιπο και τον τερματισμό του λογαριασμού. Σύμφωνα με τους γενικούς όρους και κανονισμούς (Τεκμήριο 8) η τράπεζα επικοινωνεί με τον πελάτη στην τελευταία του γνωστή διεύθυνση και οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές στη μόνη διεύθυνση που είχαν για τον εναγόμενο 2 και νόμιμα τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό. Σύμφωνα επίσης με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν υπάρχει επιστροφή των επιστολών στο φάκελο και αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ως σαφή και αξιόπιστη, κρίνω ότι οι ενάγοντες απέστειλαν τις επιστολές τερματισμού σύμφωνα με την υποχρέωση τους και νόμιμα προχώρησαν στον τερματισμό της συμφωνίας. Στην Έκθεση Υπεράσπισης ο εναγόμενος 2 αρνείται ότι οφείλει τα ισχυριζόμενα ποσά και αρνείται ότι οφείλει να πληρώνει τόκο 14% επί του τυχόν οφειλόμενου ποσού. Αρνείται επίσης ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να χρεώνουν τόκους πέραν των αρχικών συμφωνηθέντων και ή να καθορίσουν τα ποσοστά τόκου σε ποσοστό 14%. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2, η επιβολή του τόκου όπως αναφέρουν οι ενάγοντες είναι παράνομος, παράτυπος και αδικαιολόγητος και οι ενάγοντες καταστρατήγησαν τις πρόνοιες του περί Τόκου Νόμου. Υπεβλήθηκε στον Μ.Ε.1 ότι οι ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να χρεώσουν τόκο 14%. Ο Μ.Ε.1 αναφέρει τόσο στη γραπτή του δήλωση, όσο και στην προφορική του μαρτυρία ότι περιορίζει τον τόκο σε ποσοστό 10% λέγοντας ότι είναι δίκαιο για τον εναγόμενο 2 αυτό αφού αυτό το ποσοστό τόκου καθορίστηκε και όταν εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης
  8. Η θέση αυτή των εναγόντων όπως εκφράστηκε από τον Μ.Ε.1 μπορεί να είναι δίκαιη όμως από τη στιγμή που το ποσοστό του τόκου αμφισβητείται, οι ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποδείξουν ότι δικαιούνται οποιαδήποτε χρέωση τόκου πέραν από τα όσα έχουν αρχικά συμφωνηθεί. Στη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 6) το ποσοστό τόκου ανέρχεται σε 8% και αφορά 5% βασικό και 3% περιθώριο. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε επίσης ότι οι ενάγοντες χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό και με ποσοστό τόκου υπερημερίας. Σύμφωνα με τον όρο 17 των γενικών όρων και κανονισμών (Τεκμήριο 8) καθυστέρηση καταβολής οποιασδήποτε δόσης δίδει το δικαίωμα στην τράπεζα να χρεώνει τόκο υπερημερίας επί του καθυστερημένου ποσού από την ημέρα της καθυστέρησης του μέχρι την εξόφληση του. Σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 74
(1): "Aν στη σύμβαση περιλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής η ποινική ρήτρα σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλομένους ο άλλος δικαιούται και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο ή ανάλογα με την περίπτωση την ποινική ρήτρα. Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα." Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμιά εξήγηση πως οι ενάγοντες διαφοροποίησαν τον τόκο από 8% σε ποσοστό 14% και τι ακριβώς αντιπροσωπεύει το ποσοστό 14%. Οι ενάγοντες ενημέρωσαν τους εναγόμενους με την επιστολή (Τεκμήριο 16) ότι λόγω της παράβασης των συμβατικών τους υποχρεώσεων ο τόκος μεταβάλλεται σε 14%. Εφόσον αμφισβητήθηκε το δικαίωμα αυτό των εναγόντων, είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν με σαφή μαρτυρία πως κατέληξαν σ' αυτό. Είναι σαφές μέσα από τα τεκμήρια και την μαρτυρία του Μ.Ε.1 και γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο τόκος που έχει συμφωνηθεί με την αρχική συμφωνία ανέρχεται σε ποσοστό 8%. Οτιδήποτε περαιτέρω θεωρώ ότι δεν έχει τεκμηριωθεί και επεξηγηθεί και η οποιαδήποτε περαιτέρω χρέωση εκ μέρους των εναγόντων ερμηνεύεται ως ποινική ρήτρα η οποία και αγνοείται. Οι ενάγοντες δεν έδωσαν οποιαδήποτε μαρτυρία ότι υπέστησαν ζημιά από την καθυστέρηση στην πληρωμή των δόσεων ώστε να δικαιούνται αποζημίωση λόγω της παράβασης των όρων πληρωμής. Οι ενάγοντες απέτυχαν να συσχετίσουν το ποσοστό του τόκου υπερημερίας που απαιτούν με την έκταση πραγματικής ζημιάς που υπέστηκαν και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Stasis Estates
(1991)1 A.A.Δ. 418 το ποσοστό εξομοιώνεται με ποινική ρήτρα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 την οποία αποδέχομαι και ιδιαίτερα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 19 κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 που αναφέρεται στα τραπεζικά βιβλία και κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό με επιφύλαξη μόνο στο θέμα του επιτοκίου όπως αναφέρω πιο πάνω. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2 για το ποσό των €109.295,50 με τόκο 8% επί του ποσού των €103.093,22 από 5.6.10 μέχρι την εξόφληση πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό την 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου κάθε χρόνου μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ο εναγόμενος 2 θα καταβάλει επίσης τα έξοδα της αγωγής στους ενάγοντες όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Tελική απόφαση - Απαίτηση για υπόλοιπο λογαριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.