← Κύπρος

Irina Rudenskaya ν. Zanio (Overseas) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2009/2016, 11/8/2016

Irina Rudenskaya ν. Zanio (Overseas) Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 2009/2016, 11/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A364 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2009/2016 Μεταξύ: Irina Rudenskaya, εξ Ισπανίας Ενάγουσας και

  1. Zanio (Overseas) Limited, εκ Λεμεσού
  2. Αχιλλέας Αιμιλιανού, εκ Λεμεσού
  3. Κρις Γεωργιάδης, εκ Λεμεσού
  4. Cypropublico Limited, εκ Λεμεσού
  5. Ροδούλα Μαληκίδου, εκ Λεμεσού
  6. Ναταλία Κωσταρά, εκ Λεμεσού
  7. Α.B.C. Grandeservus Limited, εκ Λεμεσού
  8. Yury Gromushkin, εκ Ρωσικής Ομοσπονδίας Εναγόμενων ........... Αίτηση έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ημερ. 4.7.2016 11 Αυγούστου,
  9. Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: κ. Κώστας Βελάρης και Χαρίλαος Βελάρης για Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγομένους 3, 4 και 5 -καθ' ων η αίτηση 3, 4 και 5: κα Αγγελική Χαραλαμπίδου για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους 1, 6 και 7 -καθ' ων η αίτηση 1, 6 και 7: κα Κάτια Κακουλλή για Chrysses Demetriades & Co L.L.C. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Παράλληλα με την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Διαταγής 2, Θ.1, η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) καταχώρησε την παρούσα μονομερή Αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως πληροφορήσουν καθ'οιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, τον Εναγόμενο 8 σχετικά με την έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέχρι την τελική αποπεράτωση της παρούσας αίτησης. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο ήθελε εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, η απαγόρευση να εκτείνεται μέχρι και 10 εργάσιμες ημέρες μετά τη συμμόρφωση των Εναγομένων με τα εκδοθέντα διατάγματα και την παράδοση στην Ενάγουσα όλων των σχετικών εγγράφων. Β. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 3 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του σχετικού διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των Εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων που είναι ή/και υπήρξε ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) των μετοχών των Εναγομένων 1 από τις 29.09.2006 μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης, καθώς και το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων από τα οποία λαμβάνουν ή/και λάμβαναν οδηγίες σχετικά με τις εργασίες και/ή συναλλαγές των Εναγομένων
  10. Γ. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 3 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του σχετικού διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των Εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων που έδωσαν οδηγίες για τον καταρτισμό και την υπογραφή των συμφωνιών δανείου μεταξύ των Εναγομένων 1 και 8 ημερ. 29.09.2006 και 12.09.
  11. Δ. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 3 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του σχετικού διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των Εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, πλήρεις λεπτομέρειες σχετικά με οποιοδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο δόθηκε από τους Εναγομένους 1 στον Εναγόμενο 8 συνωδά των συμφωνιών δανείου ημερ. 29.09.2006 και 12.09.2008 μεταξύ Εναγομένων 1 και
  12. Ε. Παρεμπίπτον διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 7 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του σχετικού διατάγματος, παραδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που θα αναφέρονται ή/και θα αποκαλύπτονται, κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, στην ένορκο δήλωση που αυτοί θα ορκιστούν, καταθέσουν και παραδώσουν σύμφωνα με τις παραγράφους (Β), (Γ) και (Δ) ανωτέρω. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στα άρθρα 21, 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9), στις Δ.9, ΘΘ.4, 5 και 10, Δ.28, Θ.1 και Δ.48, ΘΘ.1, 2, 3, 4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές της επιείκειας, στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and others v. Commissioners of Customs and Excise

(1972)2 All E.R. 943 και/ή της υπόθεσης Bankers Trust ν. Shapira
(1980)1 WLR 1274 όπως αυτή αναπτύχθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. To πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης, συναντάται στην ένορκη δήλωση του Σωτήρη Κυριάκου, ο οποίος είναι δικηγόρος/συνεργάτης των δικηγόρων της αιτήτριας. Από την ένορκη αυτή δήλωση, προκύπτουν κατ' αρχάς οι ιδιότητες των εναγομένων. Η εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό. Οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν οι διευθυντές της εναγόμενης 1 μέχρι τις 24.6.2010, οπότε και αντικαταστάθηκαν από την εναγόμενη
  1. Η εναγόμενη 4 ήταν η μοναδική μέτοχος της εναγόμενης 1 μέχρι τις 15.3.2006 και αφού στο μεσοδιάστημα μέτοχος ήταν κάποια ξένη εταιρεία, από 11.11.2014, μοναδικός μέτοχος είναι η εναγόμενη
  2. Η εναγόμενη 5 ήταν η γραμματέας της εναγόμενης 1 μέχρι τις 24.4.2010, όποτε και αντικαταστάθηκε από την εναγόμενη
  3. Τέλος, ο εναγόμενος 8 είναι πρώην σύζυγος της αιτήτριας. Σε ότι αφορά την ουσία της διαφοράς, φαίνεται να είναι μεταξύ αιτήτριας και εναγομένου 8, οι οποίοι, υπήρξαν σύζυγοι από το 2001-
  4. Ο γάμος τους λύθηκε με απόφαση ρωσικού Δικαστηρίου στις 30.11.
  5. Παράλληλα, κινήθηκαν διαδικασίες για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών - οι οποίες, όπως προκύπτει, είναι σημαντικές αφού αφορούν μεγάλης αξίας περιουσιακά στοιχεία τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό. Στο πλαίσιο των πιο πάνω διαφορών και συγκεκριμένα στις 2.12.2015, ο εναγόμενος 8, για πρώτη φορά, προέβαλε ενώπιον Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό, ότι, δήθεν, όφειλαν με την αιτήτρια, ένα ποσό της τάξεως των €18.000.000 στην εναγόμενη 1 και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να γίνει οποιοσδήποτε διαμοιρασμός της περιουσίας, προτού ικανοποιηθεί η απαίτηση της εναγόμενης
  6. Ο ισχυρισμός - προς το παρόν - δεν έχει γίνει δεκτός από το ρωσικό Δικαστήριο, αλλά, οι διαδικασίες είναι ακόμα σε εξέλιξη και δεν αποκλείεται, ο εναγόμενος 8, να επαναφέρει το θέμα και στη συνέχεια. Επισημαίνεται επί τούτου από τον ενόρκως δηλούντα, ότι, ποτέ, προηγουμένως δεν είχε γίνει αναφορά από τον εναγόμενο 8 σε ένα τέτοιο χρέος ούτε και η αιτήτρια γνώριζε οτιδήποτε σχετικό. Ως εκ τούτου, είναι η έντονη πεποίθηση της αιτήτριας, ότι, πρόκειται για τέχνασμα/επινόηση του εναγομένου 8, με τη συνέργεια προφανώς και άλλων προσώπων, για να την καταδολιεύσουν και να της αποστερηθούν τα όσα νομίμως δικαιούται από την κοινή περιουσία του ζεύγους. Σ' αυτό το κατ' ισχυρισμό πλαίσιο εξαπάτησης, η εναγόμενη 1, σε άλλο ρωσικό Δικαστήριο - βολικό για τις επιδιώξεις του εναγομένου 8 - έχει κινήσει αγωγή, τόσο εναντίον του όσο και εναντίον της αιτήτριας. Η αγωγή αυτή είναι σε εκκρεμότητα. Οι συμφωνίες δανείου, επί των οποίων, στηρίζεται η απαίτηση της εναγόμενης 1 (τα τεκμήρια 5, 8 και 11) είναι πλαστές, προχρονολογημένες και δολίως καταρτισθείσες. Τούτο είναι πρόδηλο από το γεγονός, ότι, οι συμφωνίες δεν είναι συντεταγμένες με εμπορικούς όρους, οι εξασφαλίσεις που παρέχονται είναι έκδηλα ανεπαρκείς και υπάρχουν σοβαρά συντακτικά λάθη που παραπέμπουν σαφώς σε πλημμελή και πρόχειρη ετοιμασία. Παράλληλα, τα παραχωρηθέντα ποσά είναι εντελώς ασύμβατα με τα εισοδήματα και την οικονομική ευρωστία των εναγομένων 1 και
  7. Σημειώνεται, ότι, η εναγόμενη 1 ουδέποτε υπέβαλε οικονομικές καταστάσεις συμφώνως του Νόμου και στις 20.6.2007 (εννέα μόλις μήνες μετά την υποτιθέμενη ημερομηνία συνομολόγησης του τεκμήριο 1, ήτοι, η 29.9.2006), ζητήθηκε η διαγραφή της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, ως αδρανής (το αίτημα διαγραφής ανακλήθηκε στις 18.5.2009). Αν οι συμφωνίες δανείου ήταν αυθεντικές, τότε, κατά τις 20.6.2007, η εναγόμενη 1, βάσει του τεκμηρίου 1, θα είχε να λαμβάνει ένα ποσό της τάξεως των €9.000.
  8. Για τους λόγους αυτούς, η αιτήτρια ζητά την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με σκοπό την ταυτοποίηση των λοιπών αδικοπραγησάντων - για να προστεθούν στην αγωγή - και για να αποκαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο διαπράχθηκε η αδικοπραξία σε βάρος της. Μονομερώς, εκδόθηκε το διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) υπό στοιχείο (Α) ανωτέρω. Σε σχέση με τα διατάγματα υπό στοιχεία (Β) - (Ε) ανωτέρω, διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης στους καθ' ων η αίτηση 1-
  9. Μετά την επίδοση, υπήρξε αντίδραση από όλους τους εναγομένους, πλην του εναγομένου
  10. Καταχωρήθηκαν δύο ξεχωριστές ενστάσεις. Μια εκ μέρους των εναγομένων 1, 6 και 7 (εφεξής οι καθ' ων η αίτηση 1, 6 και 7) ημερ. 14.7.2015 και μια εκ μέρους των εναγομένων 3-5 (εφεξής οι καθ' ων η αίτηση 3-5) ημερ. 15.7.
  11. Στην Ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1, 6 και 7 εγείρονται οι εξής συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης: «
  12. Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη αφού δεν ικανοποιούνται και/ή δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 και της σχετικής νομολογίας, ούτε οι αναγκαίες προϋποθέσεις του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  13. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλή συζητήσιμη υπόθεση ούτε πιθανότητες επιτυχίας της υπόθεσης της.
  14. Η αίτηση δεν παρέχει επαρκές και/ή το απαιτούμενο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων τύπου και/ή φύσης Norwich Pharmacal και/ή αποκάλυψης, όπως έχουν καθιερωθεί από την σχετική νομολογία, συμπεριλαμβανομένων, των πιο κάτω: 3.
  15. δεν αποκαλύπτεται ανάγκη έκδοσης του διατάγματος για να καταστεί δυνατή η λήψη νομικών μέτρων εναντίον αδικοπραγήσαντα και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα στοιχεία δεν είναι απαραίτητα/αναγκαία. 3.
  16. δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε ανάμιξη ή επαρκής ανάμιξη των Καθ' ων η Αίτηση 1, 6 και 7 στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία και καμία εκ μέρους υποβοήθηση ή επαρκής υποβοήθηση στην τέλεση της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας. 3.
  17. οι αδικοπραξίες που κατ' ισχυρισμό αποτελούν τη βάση των αιτημάτων της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετούνται καθόλου ή επαρκώς και/ή δεν στοιχειοθετούνται οι απαραίτητες αδικοπραξίες ώστε να επιτρέπεται η διαταγή αποκάλυψης πληροφοριών εν όλω ή εν μέρει. 3.
  18. οι σκοποί για τους οποίους ζητούνται οι πληροφορίες και τα έγγραφα δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων υπό τις περιστάσεις. 3.
  19. Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση κατέχουν πληροφορίες σχετικές με τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες και/ή αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου
  20. 3.
  21. Η Αιτήτρια γνωρίζει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να κινηθεί εναντίον του Εναγόμενου 8 καθιστώντας την παρούσα αίτηση αβάσιμη και/ή αχρείαστη και/ή καταχρηστική. 3.
  22. Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας και/ή πληροφοριών για αλλότριους σκοπούς (fishing expedition).
  23. Οι θεραπείες που ζητούνται προωθούνται καταχρηστικά και/ή προκαλούν αδικία και/ή καταπίεση στους Καθ' ων η αίτηση καθώς είναι ασαφείς, αχρείαστες, εκτείνονται πέρα από τις θεραπείες που δίνονται σε τέτοιου είδους διατάγματα και/ή δικαιολογούνται από τα γεγονότα, αποσκοπούν σε ψάρεμα μαρτυρίας (fishing expedition) και/ή σε λήψη μαρτυρίας προς υποβοήθηση και/ή απόδειξη δικαστικών διαδικασιών και/ή αγωγών και/ή απαιτήσεων σε άλλο κράτος και/ή ποινικών διαδικασιών.
  24. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεσμεύονται με βάση την αρχή της εμπιστευτικότητας να μην αποκαλύψουν τις αιτούμενες πληροφορίες και/ή έγγραφα γιατί οτιδήποτε ζητείται από την Αιτήτρια περιήλθε σε κατοχή ή γνώση τους υπό την ιδιότητα τους ως επαγγελματιών παροχέων υπηρεσιών και/ή αξιωματούχων εταιρειών και/ή εμπεριέχουν έγγραφα και επικοινωνίες.» Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση
  25. Η ενόρκως δηλούσα, χωρίς να σχολιάζει οτιδήποτε επί της ουσίας των ισχυρισμών της αιτήτριας, αναφέρει, ότι, η καθ' ης η αίτηση 7 - στην οποία η ίδια είναι υπάλληλος - είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών σε εταιρείες, όπως η καθ' ης η αίτηση
  26. Σ' αυτό το πλαίσιο, η ίδια είναι Διευθύντρια της καθ' ης η αίτηση 1 και η καθ' ης η αίτηση 7, Γραμματέας της, χωρίς όμως να έχουν ενεργό συμμετοχή στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Επί της ουσίας των αιτουμένων διαταγμάτων, προκύπτει από την εν λόγω ένορκη δήλωση, ότι, η καθ' ης η αίτηση 6 θεωρεί, ότι, έχουν νομικό, επαγγελματικό και συμβατικό καθήκον να μην προχωρήσουν στην αποκάλυψη των ζητηθέντων πληροφοριών και εγγράφων και τούτο για λόγους που άπτονται του περί Προσωπικών Δεδομένων Νόμου και των κανόνων εμπιστευτικότητας και διαφύλαξης του απορρήτου. Στο πλαίσιο τούτο, προβάλλει όχι μόνο την δεοντολογική αλλά και την εμπορική πτυχή του ζητήματος. Ενδεικτικές είναι οι παράγραφοι 11 και 23 της Ε.Δ τις οποίες παραθέτω αυτούσιες:- «
  27. Το ζήτημα δεν είναι μόνο δεοντολογικό αλλά και εμπορικό: η διαφύλαξη του απορρήτου στο μέγιστο δυνατό βαθμό είναι βασικό στοιχείο που φέρνει δουλειές από το εξωτερικό στην Κύπρο. Δέχομαι ότι πρέπει να υπάρξει μία ισορροπία δικαιωμάτων σε αυτό το ζήτημα, αλλά τέτοια ισορροπία δεν μπορεί να επιτευχθεί εκτός και αν οι κάτοχοι των εγγράφων ελέγχουν και δοκιμάζουν τυχόν αιτήσεις για αποκάλυψη μέσω της δικαστικής οδού. .................
  28. Τρίτο, οποιαδήποτε χαλάρωση του σεβασμού της εμπιστευτικότητας από το δικαστήριο έχει επιπτώσεις στην αγορά παροχής υπηρεσιών γενικότερα. Είναι ευρέως γνωστό ένας από τους λόγους που έρχεται τόση δουλειά και κεφάλαιο στην Κύπρο από το εξωτερικό, προς όφελος πολλών Κύπριων, είναι ακριβώς ο επαγγελματισμός και ο σεβασμός του απορρήτου των πληροφοριών. Αν δεν γίνεται σεβαστό αυτό το απόρρητο, τότε ενδέχεται να υπάρξουν επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον, στην αγορά και κατ' επέκταση στους Καθ' ων η Αίτηση.» Στην Ένσταση των καθ' ων 3-5 εγείρονται οι ακόλουθοι ειδικοί λόγοι ένστασης: «
(1)Οι αιτούμενες θεραπείες παραβιάζουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα σεβασμού και διασφάλισης του απορρήτου της αλληλογραφίας και κάθε άλλης επικοινωνίας, χωρίς η περίπτωση να εμπίπτει σε οποιαδήποτε των συνταγματικά προβλεπόμενων εξαιρέσεων.
(2)Οι Καθ' ων η Αίτηση 3, 4 και 5 δεν μπορούν να τοποθετηθούν επί των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα που υποστηρίζει την αίτηση καθ' ότι δεν είναι γνώστες των σχετικών γεγονότων και το Σεβαστό Δικαστήριο καλείται να εκδώσει τελική απόφαση χωρίς να ακούσει και τις δυο εμπλεκόμενες στη διαφορά πλευρές.
(3)Οι αιτούμενες θεραπείες συγκρούονται με τη θεμελιώδη και πρωταρχική υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου του δικηγόρου το οποίο ισχύει χωρίς χρονικό περιορισμό.
(4)Η παροχή των αιτούμενων εγγράφων και πληροφοριών είναι αδύνατη επειδή με εντολή του πελάτη και/ή του προσώπου από το οποίο λάμβανε οδηγίες η Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co. LLC («η Chrysses Demetriades») ο φάκελος που τηρούσε το Τμήμα Εταιρειών της Chrysses Demetriades παραδόθηκε στο νέο παροχέα υπηρεσιών της προτίμησης του πελάτη στις 24.6.2010 και στη συνέχεια η Chrysses Demetriades κατέστρεψε το δικό της αντίγραφο φακέλου.» Η Ένσταση αυτή συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου - καθ' ης η αίτηση
  1. Στην ένορκη αυτή δήλωση, επίσης δεν σχολιάζεται η ουσία των ισχυρισμών της αιτήτριας και προβάλλονται παρόμοια ζητήματα, όπως εκείνα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση
  2. Επιπλέον όμως, προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι, στις 24.6.2010, ο φάκελος της καθ' ης η αίτηση 1 δόθηκε στον νέο παροχέα υπηρεσιών και τον Σεπτέμβριο του 2011, με οδηγίες συνεταίρου του δικηγορικού γραφείου, το δικό τους αντίγραφο του φακέλου, καταστράφηκε. Αυτού λεχθέντος, μετά την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, έψαξαν και βρήκαν στο γραφείο, ένα «Box File», διάφορα έγγραφα και αλληλογραφία που αφορούν την καθ' ης η αίτηση 1, αλλά αυτά δεν έχουν σχέση με τα όσα ζητούνται στο (Γ) και (Δ) της Αίτησης ούτε και με το μεγαλύτερο μέρος των όσων ζητούνται στο (Β) της Αίτησης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης και δοθέντος του γεγονότος, ότι, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, δόθηκε απευθείας ο λόγος στους συνηγόρους να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, κ. Βελάρης υιοθέτησε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 3-5, κα Κακουλλή, υιοθέτησε την Ένσταση τους και ανάπτυξε, εν συντομία, κάποια ζητήματα που εγείρονται, παραδίδοντας παράλληλα στο Δικαστήριο δύο αποφάσεις. Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση 1, 6 και 7 περιορίστηκε στο να υιοθετήσει την Ένσταση τους. Τέλος, δόθηκε ο λόγος στον κ. Βελάρη και υποστήριξε περαιτέρω την Αίτηση, απαντώντας συνάμα σε κάποια ζητήματα που ήγειρε η κα Κακουλλή. Άκουσα και μελέτησα με μεγάλη προσοχή, όλα όσα τέθηκαν υπόψη μου, τα οποία, ομολογώ, ήταν διαφωτιστικά και υποβοηθητικά ως προς την διαμόρφωση τελικής κρίσης επί της ανακύπτουσας διαφοράς. Προτού καταπιαστώ ευθέως με τα ζητήματα της παρούσας Αίτησης, αξίζει, πιστεύω, να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση των νομικών αρχών που τυγχάνουν εφαρμογής. Στο επίκεντρο - όπως σε κάθε αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος - είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.6 (βλ. Demades Overseas Ltd v. STUDIO MUST LTD
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Από την πλούσια, ερμηνευτική επί του θέματος, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει, ότι, οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Η προϋπόθεση αυτή, ικανοποιείται με απλή αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
  2. Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης, ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν παλαιότερα η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος.
  3. Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί, με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Πέραν των γενικών αρχών που εφαρμόζονται, η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης, τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί από τις αγγλικές υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise [1973] 2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira [1980] 1 W.L.R. 1274. Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης (βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403). Στην υπόθεση αυτή, παρατίθενται με λεπτομέρεια οι εφαρμοστέες νομικές αρχές. Ανάμεσα σε άλλα, επισημαίνεται, ότι: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). ....... Οι πρϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: ........ Σε μετάφραση: «(
  1. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  2. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Στην Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., Πολ.Εφ 182 και 183/12, ημερ. 18.1.2016, λέχθηκε ότι: «Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners & Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943, Αvila Management Services Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ.976-978).» Στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης, αβίαστα, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, βρισκόμαστε ενώπιον μιας κλασσικής υπόθεσης (τύπου Norwich) όπου δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η δικογραφία, ως πλαισιώνεται από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την Αίτηση σαφώς αποκαλύπτει την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης, του είδους και της φύσης που επικαλείται η αιτήτρια. Αν δε οι ισχυρισμοί της - οι οποίοι, δεν είναι αυθαίρετοι αλλά στηρίζονται σε σημαντικές μαρτυρικές ενδείξεις - μετά την αποκάλυψη, μετουσιωθούν σε συνάδουσα και ταυτοποιημένη πλέον μαρτυρία, τότε, ασφαλέστατα, η παρούσα ή και άλλη αγωγή, η οποία, δυνατόν να εγερθεί, θα έχει πιθανότητα επιτυχίας. Αν από την άλλη, δεν εκδοθούν τα διατάγματα, η αιτήτρια, δεν θα μπορέσει να μάθει την ταυτότητα των καθ' υποψία συνεργών του εναγομένου 8 ούτε και θα μπορέσει να ιχνηλατήσει την απάτη που φέρεται να δρομολογείται σε βάρος της. Συνεπώς ολοκληρώνεται η εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Σαφώς υπέρ της έκδοσης κλίνει και η πλάστιγγα της προσφοροδότητας (balance of convenience) αφού η ζημιά της αιτήτριας, σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων, θα είναι πολύ μεγάλη, ίσως και ολοκληρωτική σε ότι αφορά τη διεκδίκηση των νόμιμων της δικαιωμάτων ενώ αντίστοιχη ζημιά για τους καθ' ων η αίτηση 2-7 σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων, δεν υπάρχει. Καμία απολύτως βλάβη ή ζημιά δεν θα υποστούν - τουλάχιστον για τους πλείστους, ειδικά δε, αν, ως ισχυρίζονται, δεν είχαν καμία ουσιαστική συμμετοχή στις εμπορικές δραστηριότητες της καθ' ης η αίτηση
  2. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ, ότι, η αιτήτρια, από πλευράς της, έπραξε ό,τι ήταν δυνατό προς ανακάλυψη της αλήθειας. Προέβη σε έρευνες προς κάθε κατεύθυνση και δεν απομένει άλλος διαθέσιμος τρόπος για αποκάλυψη των όσων ζητά παρά μόνο με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ομοίως το αίτημα της κρίνεται γνήσιο - υπό την έννοια, ότι, την ενδιαφέρει η προστασία των νόμιμων της δικαιωμάτων και όχι η ικανοποίηση κάποιας περιέργειας ή ευρύτερης ανάγκης για πληροφόρηση. Το αίτημα κρίνεται επίσης σοβαρό και μάλιστα πολύ σοβαρό υπό την έννοια, ότι, άπτεται ενός πολύπλοκου και πολυδιάστατου σχεδίου εξαπάτησης, με ενδεχόμενο να εμπλέκονται αρκετά πρόσωπα, νομικά και φυσικά, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό. Επί τούτου, θα πρέπει να σημειώσω, ότι το καθήκον διαφύλαξης του απορρήτου που απορρέει είτε από τη σχέση παροχέα εταιρικών υπηρεσιών - πελάτη είτε από οποιαδήποτε άλλη ανάλογη σχέση εμπιστοσύνης, υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη καταστολής δόλιων και παράνομων πράξεων και συμπεριφορών. Στην Penderhill v. Κλουκίνα Πολ. Έφ. 319-20/2011, ημερ. 13.01.2014 αναφέρθηκαν σχετικά, τα εξής: «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε και στην I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες. Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar
(1995)1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες». Τα ίδια βέβαια θα μπορούσαν να λεχθούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ως απάντηση σε επιχειρήματα όπως αυτά των καθ' ων η αίτηση 1, 6 και 7, που θέλουν τα Δικαστήρια, να διαφυλάξουν το όνομα της Κύπρου, ως κέντρο παροχής υψηλού επιπέδου υπηρεσιών με εμπιστευτικότητα και σεβασμό του απορρήτου. Επί της ουσίας, δεν διαφωνώ με τη θέση αυτή, αλλά θα πρέπει να προσθέσω, ότι, το (καλό) όνομα της Κύπρου, διασφαλίζεται με την παροχή εχεγγύων διαφάνειας είτε με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης όπως τα παρόντα είτε με νομοθετική θεσμοθέτηση - τομέα, στον οποίο, όπως ορθά έχει επισημανθεί και από τον κ. Βελάρη - σύντομα αναμένονται εξελίξεις, ως εκ της υποχρέωσης για εναρμόνιση με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Συναφώς, στον βαθμό που διατάγματα, όπως τα ζητούμενα, τείνουν να παραβιάσουν το άρθρο 15 του Συντάγματος - γεγονός εξαιρετικά αμφίβολο - η διαταχθείσα αποκάλυψη, εμπίπτει σαφώς στις εξαιρέσεις του εδαφίου 2 του εν λόγω άρθρου, που αφορά μεταξύ άλλων, στο συμφέρον της πολιτείας για διατήρηση της δημόσιας τάξεως ή προστασίας των δικαιωμάτων άλλων προσώπων που προστατεύονται από το Σύνταγμα (βλ.EDRINOTIO Ltd
(2012)1(B) Α.Α.Δ. 1900). Οι καθ' ων η αίτηση 2-7 ως εκ των διαφόρων θέσεων που κατά καιρούς κατείχαν στην καθ' ης η αίτηση 1 - ασχέτως βαθμού συμμετοχής - δεν είναι δυνατόν να προβάλλουν πλήρη ουδετερότητα και άγνοια (βλ. Αθανασίου κ.α. v. Οντόνι, Πολ. Έφεση Ε103/2014, ημερ. 2.12.2014). Είναι τα κατάλληλα πρόσωπα για να παράσχουν τις αιτούμενες πληροφορίες. Ούτε και θέσεις - όπως αυτή των καθ' ων η αίτηση 3-5 - για καταστροφή του φακέλου είναι δυνατόν να προβάλλονται. Η αποκάλυψη - με την ανάλογη ανάληψη ευθύνης βέβαια - αφορά στα στοιχεία και τις πληροφορίες που ο ενόρκως δηλών κατέχει ή γνωρίζει και όχι αυτά που δεν κατέχει ή δεν γνωρίζει. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω, ότι, πληρούνται και οι προϋποθέσεις, όπως τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui (ανωτέρω). Παρενθετικά, μιας και το ζήτημα τέθηκε από την κα Κακουλλή, να επισημάνω, ότι, δεν θεωρώ, ότι παραβιάζονται τα νόμιμα δικαιώματα του οποιουδήποτε μη συμμετέχοντα και ειδικά του εναγομένου 8 από την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Τα εδώ διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς και χωρίς να οριστούν επιστρεπτέα, όπως συνέβη στην υπόθεση στην οποία με παρέπεμψε (Αίτηση του Victor Korovol κ.α. για έκδοση Διατάγματος Certiorari
(2007)1 Α.Α.Δ. 1221). Θα εκδοθούν μετά από πλήρη ακροαματική διαδικασία, με ειδοποίηση όλων και ουσιαστική συμμετοχή σχεδόν όλων, εναντίον των οποίων, στρέφονται και δεσμεύουν. Τέλος, δεν θεωρώ, ότι, θα πρέπει να γίνει κάποια ειδική μνεία ως προς τα έξοδα που δυνατόν να προκληθούν συνεπεία της αποκάλυψης, ως εισηγούνται οι καθ' ων η αίτηση 1, 6 και
  1. Πέραν της ιδιότητας και σχέσης των καθ' ων η αίτηση 2-7 με την καθ' ης η αίτηση 1, δεν είναι βέβαιο στο παρόν στάδιο, ότι, πρόκειται για αθώα, αμέτοχα πρόσωπα, ώστε να είναι δίκαιο, να αποζημιωθούν εν είδει διαταγής για καταβολή των εξόδων που θα προκύψουν συνεπεία της αποκάλυψης. Επί τούτου αρκεί να υπενθυμίσω, ότι, γίνεται λόγος για πλαστές, προχρονολογημένες συμφωνίες δανείου, οι οποίες φέρονται να έχουν υπογραφεί εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 από άλλους καθ' ων η αίτηση. Εν όψει λοιπόν όλων των πιο πάνω, η Αίτηση εγκρίνεται. Θα εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, με καθορισμό ελαφρώς μεγαλύτερου χρονικού περιθωρίου για συμμόρφωση - ως αντανάκλαση της θερινής περιόδου που διανύουμε. Συγκεκριμένα, το διάταγμα υπό στοιχείο (Α) ανωτέρω, καθίσταται απόλυτο και επιπλέον εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Β. Διάταγμα διατάσσον τους εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 10 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων που είναι ή/και υπήρξε ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) των μετοχών των εναγομένων 1 από τις 29.09.2006 μέχρι την ημέρα καταχώρησης της ένορκης δήλωσης, καθώς και το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων από τα οποία λαμβάνουν ή/και λάμβαναν οδηγίες σχετικά με τις εργασίες και/ή συναλλαγές των εναγομένων
  2. Γ. Διάταγμα διατάσσον τους εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 10 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, το πλήρες όνομα ή ονόματα και την πλήρη διεύθυνση ή διευθύνσεις του φυσικού προσώπου ή των φυσικών προσώπων που έδωσαν οδηγίες για τον καταρτισμό και την υπογραφή των συμφωνιών δανείου μεταξύ των εναγομένων 1 και 8 ημερ. 29.09.2006 και 12.09.
  3. Δ. Διάταγμα διατάσσον τους εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 10 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του σχετικού διατάγματος, ετοιμάσουν, ορκιστούν (στην περίπτωση των Εναγομένων 1, 4 και 7 μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας), καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους της ενάγουσας ένορκο δήλωση στην οποία να αποκαλύπτουν ή/και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, πλήρεις λεπτομέρειες σχετικά με οποιοδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο δόθηκε από τους εναγομένους 1 στον Εναγόμενο 8 συνωδά των συμφωνιών δανείου ημερ. 29.09.2006 και 12.09.2008 μεταξύ εναγομένων 1 και
  4. Ε. Διάταγμα διατάσσον τους εναγομένους 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπως, εντός 20 ημερών από την επίδοση σε αυτούς του διατάγματος, παραδώσουν στους δικηγόρους της ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που θα αναφέρονται ή/και θα αποκαλύπτονται, κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, στην ένορκο δήλωση που αυτοί θα ορκιστούν, καταθέσουν και παραδώσουν σύμφωνα με τις παραγράφους (Β), (Γ) και (Δ) ανωτέρω. Σε ότι αφορά τα έξοδα, σεβόμενος και κατανοώντας τη θέση των καθ' ων η αίτηση περί της επαγγελματικής υποχρέωσης που αισθάνθηκαν ώστε να υποβάλλουν ένσταση, θέση που δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας, φρονώ, υπό τις περιστάσεις, ότι, δεν θα πρέπει να καταδικαστούν στα έξοδα. Έτσι, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια στο πλαίσιο αυτό, δεν εκδίδω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.