ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΣΙΑΝΝΙΟΣ, Αρ. Αγωγής: 4937 / 2009, 26/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4937 / 2009 Μεταξύ: ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ Ενάγουσας Και ΜΑΡΙΟΣ ΣΙΑΝΝΙΟΣ Εναγομένου ---------------------------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.08.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα: κ. Σ. Ιγνατίου μαζί με κα Μαργώνη για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κ. Κ. Κουντούρης για Χαραλάμπους Κουντούρης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Τα Δικόγραφα Η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο ποσό €15.035,69.- (Λ.Κ.8.800) πλέον τόκο 9% επί του εν λόγω ποσού από 15/07/95 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα κατά ή περί τις 12/07/1994 δάνεισε στον εναγόμενο ποσό €15.035,69.- (Λ.Κ.8.800) και συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι ο εναγόμενος θα αποπλήρωνε το ποσό αυτό στις 15/07/1995 ή εις πρώτη απαίτηση της ενάγουσας. Ο εναγόμενος κατά ή περί την 15/07/1994, έναντι νομίμου ανταλλάγματος υπέγραψε και εξέδωσε στην ενάγουσα γραμμάτιο συνήθους τύπου και ή γραμματίου σε διαταγή και ή γραμματίου κοινού τύπου και ή ομόλογο οφειλής χρέους και ή χρεωστικού ομολόγου και ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους και ή υπόσχεσης πληρωμής και ή ανάληψης υποχρέωσης και ή άλλως με το οποίο αναγνώριζε ότι όφειλε να πληρώσει το ποσό των €15.035,69.- στις 15/07/
- Ήταν δε ρητός όρος ότι αν το ποσό δεν καταβαλλόταν κατά την εν λόγω ημερομηνία ο εναγόμενος θα πλήρωνε τόκο 9% επί του ποσού μέχρι εξόφλησης. Επίσης ο εναγόμενος με βάση αυτό οφείλει σε περίπτωση αγωγής να καταβάλει όλα τα δικηγορικά, δικαστικά και ή άλλα έξοδα. Ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό με τους σχετικούς τόκους και παραλείπει και ή αρνείται και ή αμελεί μέχρι σήμερα να το πράξει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας καθώς και την επιστολή των δικηγόρων της ημερ.05/10/
- Ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και προβάλλει τα εξής: (α) Έχει εκπνεύσει ο χρόνος μέσα στον οποίο η ενάγουσα θα μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή στη βάση που επικαλείται (προδικαστική ένσταση). (β) i. Η ενάγουσα, η οποία είναι 2η ξαδέλφη του πατέρα του, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 1994 και για ένα περίπου τρίμηνο ήταν φιλοξενούμενη στο σπίτι της μητέρας του. Την περίοδο αυτή ο εναγόμενος προσπαθούσε να βρει χρηματοδότηση και η ενάγουσα προσφέρθηκε να του δώσει κάποια χρήματα. Κατά ή περί τις 12/07/1994 του έδωσε το ποσό των Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-) λέγοντας ότι πρόκειται για δώρο. ii. Επειδή ο εναγόμενος δεν ένοιωθε άνετα, με δική του πρωτοβουλία και με δικές του πιέσεις, υπέγραψε γραμμάτιο προς την ενάγουσα γιατί δεν ήθελε να νομίζει η ενάγουσα ότι προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί ή να την αφήσει ακάλυπτη. Το γραμμάτιο υπογράφτηκε κατά ή περί τις 15/07/1997 και ήταν άνευ ανταλλάγματος κατά την υπογραφή του. Δεν υπόγραψε επίσης κανένα πρόσωπο επί του γραμματίου ως μάρτυρας. Συνεπώς το γραμμάτιο είναι άκυρο εξ' αρχής. iii. Μετά από αρκετά χρόνια η πλευρά της ενάγουσας έδειξε φωτοτυπία του γραμματίου στον εναγόμενο και φαίνονταν να έχουν υπογράψει επ' αυτού ως μάρτυρες πρόσωπα άγνωστα για τον εναγόμενο. Θέση του εναγόμενου είναι ότι οι υπογραφές των μαρτύρων προστέθηκαν αργότερα. (γ) Όταν έφτασε η στιγμή η ενάγουσα να επιστρέψει στην Αυστραλία το 1994 δήλωσε στον εναγόμενο προφορικά ότι δεν ήθελε να της πληρώσει πίσω τα χρήματα που του είχε δώσει. Με τη δήλωση της αυτή και με την συμπεριφορά της στα χρόνια που ακολούθησαν η ενάγουσα εμποδίζεται (is estopped) να εγείρει την παρούσα αγωγή. Η ενάγουσα γνώριζε από τις 15/07/1995 την κατ' ισχυρισμό παράβαση των υποχρεώσεων του εναγόμενου και δεν τον όχλησε ποτέ να πληρώσει παρά μόνον με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ.05/10/2009, 14 χρόνια μετά. Η ενάγουσα γνωρίζει τον εναγόμενο και είχε όλο το χρονικό περιθώριο να κινηθεί έγκαιρα εναντίον του και το παρέλειψε. (δ) Η ενάγουσα εμποδίζεται να βασίζει την αγωγή της και να επικαλείται οποιαδήποτε άλλη αιτιολογία αφού στην επιστολή του δικηγόρου της ημερ.05/10/2009 αναφέρεται σαν μοναδική αιτία της αξίωσης η οφειλή δυνάμει γραμματίου. (ε) Οι τόκοι που αξιώνει η ενάγουσα είναι παράνομοι και ή περισσότερο από ότι προβλέπει ο Νόμος και ή η κατ' ισχυρισμό συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου. (στ) Ο εναγόμενος απάντησε στην επιστολή της ενάγουσας με δική του επιστολή ημερ. 13/11/2009 στην οποία ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει το χρέος του προς την ενάγουσα. Όλες οι πράξεις ή μη πράξεις της ενάγουσας δείχνουν ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να εισπράξει χρήματα από τον εναγόμενο γιατί ακριβώς του τα είχε δωρίσει. Εν όψει των ανωτέρω ζητά την απόρριψη της αγωγής. Παραδεκτά Γεγονότα Με βάση τα δικόγραφα αλλά και την μαρτυρία προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα στις 12/07/1994 έδωσε στον εναγόμενο ποσό Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-). Η μαρτυρία: Για την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες και πιο συγκεκριμένα η ενάγουσα (ΜΕ1) και ο Κωνσταντίνος Κακογιάννης (ΜΕ2). Για την πλευρά του εναγομένου κατέθεσε ο ίδιος. ΜΕ1 Ανδρονίκη Κακογιάννη (Ενάγουσα): Στην κυρίως εξέταση της (βλ. κατάθεση τεκμήριο 1) ανέφερε κατ' αρχήν ότι στις 12/07/1994 παρέδωσε στον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-) υπό μορφή δανείου και συμφώνησαν ότι θα την αποπλήρωνε στις 15/07/1995 ή σε πρώτη απαίτηση της μεταγενέστερα. Το ποσό έκανε ανάληψη από τραπεζικό της λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου (βλ. τεκμήριο 2). Προκειμένου να την πείσει ότι θα πάρει πίσω τα χρήματα της ο εναγόμενος την καθησύχασε ότι θα της υπογράψει γραμμάτιο και μάλιστα την παρότρυνε να πάνε στο δικηγόρο του για να υπογράψει μπροστά της το γραμμάτιο. Έτσι λοιπόν ο εναγόμενος στις 12/07/1994, έναντι νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε και της εξέδωσε γραμμάτιο με το οποίο αναγνώρισε πως οφείλει να της πληρώσει στις 15/07/1995 το ρηθέν ποσό. Δεν έχει στην κατοχή της το πρωτότυπο του εν λόγω γραμματίου αφού δεν μπόρεσε να το βρει και πιστεύει πως το έχασε. Έχει όμως στην κατοχή της αντίγραφο, το οποίο κατέθεσε με επισυνημμένη ένορκη δήλωση αναφορικά με την απώλεια του πρωτοτύπου (βλ. τεκμ. 3). Ο εναγόμενος παρέλειψε να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό και τους ανάλογους τόκους και γι' αυτό έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να στείλουν στον εναγόμενο της επιστολή ημερ. 05/10/
- Η επιστολή επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 31/10/2009 (βλ. τεκμ.4). Περαιτέρω ανέφερε πως έχει προβεί σε πάρα πολλές ενέργειες από το 1995 μέχρι και το 2009 με σκοπό να ανακτήσει το οφειλόμενο ποσό τόσο προσωπικά όσο και μέσω ατόμων του προσωπικού της περιβάλλοντος όπως του γιού της Ντίνου Κακογιάννη. Συγκεκριμένα τηλεφωνούσε κατά διαστήματα στον εναγόμενο και τον παρακαλούσε να της επιστρέψει τα χρήματα και της υποσχόταν ότι ήταν πολύ κοντά στο να πωλήσει την φάρμα που είχε και με τα λεφτά που θα έπαιρνε θα την εξοφλούσε, της ζητούσε δε να κάνει υπομονή. Διευκρίνισε δε ότι ένας από τους λόγους που δάνεισε τα χρήματα στον εναγόμενο ήταν επειδή είναι γιός του πρώτου της ξαδέλφου. Ανέφερε ότι έχει μεγάλη ανάγκη τα χρήματα και εξήγησε ότι ο λόγος που δεν προχώρησε σε καταχώρηση αγωγής την περίοδο από το 1995 μέχρι και το 2009 ήταν διότι καταρχήν ο εναγόμενος είναι συγγενικό της πρόσωπο και δεν ήθελε να ταράξει την οικογενειακή σχέση που είχε με τους γονείς του και κατά δεύτερον ήταν και είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και ήθελε ως πρώτο βήμα να εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες να την εξοφλήσει προσπαθώντας τηλεφωνικώς να τον πείσει ότι έπρεπε να τηρήσει την υπόσχεση του. Όταν τον τελευταίο καιρό λίγο πριν έρθει στην Κύπρο το 2009 του τηλεφωνούσε για να δει πότε θα την εξοφλούσε, πολλές φορές ο εναγόμενος δεν της απαντούσε το τηλέφωνο ενώ άλλες φορές απαντούσε η γυναίκα του η οποία ή έβρισκε κάποια δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να της μιλήσει ή της έλεγε ότι βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και της ζητούσε να δείξει κατανόηση και να κάνει υπομονή. Τότε το 2009 ήρθαν με τον γιό της στην Κύπρο και συναντήθηκαν με τον εναγόμενο ο οποίος τους έλεγε δικαιολογίες ότι δεν είχε χρήματα και είναι σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, και περαιτέρω ότι δεν θα τους επιστρέψει τα χρήματα. Τότε ήταν που αποφάσισαν να πάνε σε δικηγόρο. Ο εναγόμενος της οφείλει μέχρι σήμερα και γι' αυτό αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-) πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 15/07/1995 μέχρι εξόφλησης. Αξιώνει επίσης τα έξοδα που έκανε για να ταξιδέψει στην Κύπρο για την υπόθεση, όπως επίσης τα δικηγορικά έξοδα της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το 1994 όταν ήρθε έμεινε μερικές φορές στον ξάδελφο της δηλαδή τον πατέρα του εναγόμενου. Έδωσε τα χρήματα στον εναγόμενο γιατί ήθελε να φτιάξει τη φάρμα του αλλά είχε σκοπό να της τα δώσει σε έναν χρόνο. Και αυτός της είπε να της πληρώσει τόκο 9%. Δεν θυμάται πότε ακριβώς έδωσε τα χρήματα του εναγόμενου, αν ήταν δηλαδή 12 ή 15 Ιουλίου γιατί έχουν περάσει τόσα χρόνια. Την πήρε στο δικηγόρο που βρήκε ο ίδιος και του έδωσε τα χρήματα και έγραψαν και έβαλαν μάρτυρες. Επίσης δεν θυμάται αν το γραμμάτιο υπογράφηκε 12/07 που γράφει πάνω ή στις 15/07 που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Υπάρχει στο έγγραφο η ημερομηνία. Η ίδια είπε να υπογραφτεί γραμμάτιο και να πάνε σε δικηγόρο αφού ήθελε να του δανείσει. Σε ερώτηση δε για το ποιος είπε τελικά να πάνε σε δικηγόρο, με δεδομένη προηγούμενη θέση της ότι είναι ο εναγόμενος που εισηγήθηκε να υπογραφτεί γραμμάτιο για να νιώσει ασφαλισμένη, ανέφερε ότι είπε στον εναγόμενο ότι δεν του δίνει έτσι τα λεφτά και πρέπει να του τα δώσει μέσω δικηγόρου για να κρατεί ένα χαρτί ότι θα της τα δώσει σε ένα χρόνο όπως της είπε. Το γραμμάτιο το έκανε ο δικηγόρος που την πήρε ο εναγόμενος. Δεν ξέρει τον δικηγόρο. Δεν ξέρει ακριβώς που ήταν. Θα ήταν στη Λεμεσό. Την πήρε, την έβαλε στο αυτοκίνητο και την πήρε. Σε υποβολή ότι το έγγραφο αυτό μπορούσε να αγοραστεί από βιβλιοπωλείο και δεν το έκανε δικηγόρος, απάντησε ότι δεν συμφωνεί. Όταν πήγαν στο δικηγόρο έκανε εκείνο το γράμμα ότι θα έδινε τόσα λεφτά και υπόγραψε το τσέκκι. Δεν θυμάται αν ήταν πρωί ή απόγευμα που πήγαν στο δικηγόρο. Μπορεί να ήταν και μεσημέρι. Όταν υπεγράφη το γραμμάτιο στο δικηγόρο είχε και άλλα άτομα εκεί. Δεν ξέρει εκείνους που υπόγραψαν, είδε όμως που υπόγραψαν οι μάρτυρες. Ήταν 2 κοπέλες που δεν γνωρίζει τα ονόματα τους ή ποιες ήταν. Μπορεί να ήταν υπάλληλοι στο γραφείο. Μετά την υπογραφή του γραμματίου κρατούσε το πρωτότυπο. Ο εναγόμενος δεν της πλήρωσε τα λεφτά που του δάνεισε στις 15/07/
- Του τηλεφωνούσε και της είπε να πάρει υπομονή να πουλήσει τη φάρμα και να της τα δώσει. Από το 1994 ως το 2009 που ήρθε στην Κύπρο μόνο προφορικά ζήτησε από τον εναγόμενο τα χρήματα της. Ήταν συγγενής και δεν ήθελε να τον καταδικάσει αφού της είπε να πάρει υπομονή και θα της τα δώσει. Για πρώτη φορά τηλεφώνησε στον εναγόμενο για να ζητήσει τα χρήματα το 1995 που τελείωνε το γραμμάτιο και μετά του ξανατηλεφώνησε πολλές φορές. Κάθε φορά της ζητούσε να κάνει υπομονή και θα της τα δώσει. Δεν κίνησε αγωγή για 15 χρόνια γιατί είναι συγγενής της και είπε να μην πάνε στα Δικαστήρια. Όμως αφού είδε ότι δεν γίνεται τίποτε είπε να πάει Δικαστήριο. Όταν έφευγε το 1994 από την Κύπρο δεν είπε του εναγόμενου ότι του χαρίζει τα χρήματα αυτά και ότι αυτά είναι δώρο και όχι δάνειο. Είχε 9 παιδιά και δεν του τα χάρισε. Τέλος, σε διάφορες υποβολές που της έγιναν επανέλαβε τις θέσεις της. ΜΕ2 Κωνσταντίνος Κακογιάννης Η ενάγουσα είπε είναι η μητέρα του. Ερωτώμενος δε για τις ενέργειες που έκανε για είσπραξη του ποσού που δάνεισε η μητέρα του στον εναγόμενο, ανέφερε κατ' αρχήν ότι η μητέρα του τηλεφωνούσε στον εναγόμενο και της έλεγε συνέχεια ότι θα της επιστρέψει τα χρήματα αλλά έχει δυσκολίες. Μετά προσπαθούσαν μέσω συγγενικών τους προσώπων να τον προσεγγίσουν για να δουν τι θα γίνει και όταν τον προσέγγισαν τους είπε να σταματήσουν τα τον ρωτούν γιατί είναι προσωπική υπόθεση του με την ενάγουσα. Μετά ξεκίνησε να έχει τακτική επικοινωνία με τον εναγόμενο και ο τελευταίος ζητούσε χρόνο για να βρει τα λεφτά και να τα δώσει. Δεν έγινε τίποτε και μετά άρχισε να του λέει ότι θα κλείσει τη φάρμα. Μετά σε άλλο τηλεφώνημα του είπε θα προσπαθήσει να πωλήσει τη φάρμα και μόλις πάρει τα λεφτά θα τους τα δώσει. Μετά δε έλεγε ότι έκλεισε τη φάρμα και τώρα έχει μόνον τη γη και μόλις την πωλήσει θα δώσει τα λεφτά. Σε μεταγενέστερα τηλεφωνήματα του έλεγε ότι τα πήρε όλα η τράπεζα και δεν έχει τίποτε και δεν έχει ούτε δουλειά. Μετά σε άλλο τηλεφώνημα του είπε ότι βρήκε κάποια δουλειά στη Λευκωσία και παίρνει μόνον Λ.Κ.500.- και του ζήτησε να δώσει και λεφτά στη μητέρα του. Σε άλλη επικοινωνία (ο εναγόμενος) του είπε ότι τώρα είναι σε πτώχευση και δεν έχει τίποτε. Του ζήτησε ένα γράμμα από δικηγόρο που να λέει ότι θα αναγνωρίσει την υποχρέωση προς την μητέρα του και ότι έχει σκοπό να την αποπληρώσει. Του έλεγε (ο εναγόμενος) ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα και θα το πράξει αλλά τον κορόιδευε. Μετά όποτε τηλεφωνούσε απέφευγε το τηλεφώνημα του. Όταν του απαντούσε του το έκλεινε και την τελευταία φορά που επικοινώνησε μαζί του είπε ότι θα έρθουν στην Κύπρο το
- Το 2009 ήρθε με τον πατέρα του και τη μητέρα του στην Κύπρο για το σκοπό αυτό και υπήρχαν μεγάλες δυσκολίες για να τον εντοπίσουν αφού δεν τους έδωσε στοιχεία. Όταν τελικά έμαθαν που έμενε τον επισκέφθηκαν αλλά σπίτι ήταν η σύζυγος του. Μίλησαν με τον εναγόμενο τηλεφωνικά και τον περίμεναν σπίτι αλλά επικοινώνησε μαζί του και του είπε δεν μπορεί να φύγει από τη δουλειά και να πάει σπίτι. Τελικά συναντήθηκαν στο σπίτι των γονιών του εναγόμενου. Παρόντες ήταν η μητέρα και ο πατέρας του εναγόμενου, η αδελφή και ο αδελφός του, ο γαμπρός και τα παιδιά τους και μίλησαν για την υπόθεση. Τους είπαν ότι ο εναγόμενος τώρα δεν έχει τίποτε. Αυτός τους είπε ότι πρέπει να την αποπληρώσει, να κάνει δάνειο γιατί η μητέρα του έχει μεγάλη ανάγκη και αυτό δημιουργεί όλα αυτά τα χρόνια μεγάλο άγχος και στεναχώρια στη μητέρα του. Μετά από τη συνάντηση αυτή και εφόσον η διάθεση τους δεν ήταν καλή τους ανέφεραν ότι δεν έχουν άλλη ευκαιρία και θα δώσουν την υπόθεση σε δικηγόρο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν υπογράφτηκε το γραμμάτιο, και ότι από το 1995 που εξέπνευσε το γραμμάτιο μέχρι το 2009 δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από την ενάγουσα εκτός από τηλεφωνήματα και όσα ο ίδιος ανέφερε. Δεν έλαβαν μέτρα για 14 χρόνια γιατί δεν ήταν σε οικονομική θέση με 9 παιδιά στην Αυστραλία, άλλα παιδιά σε δημοτικά και άλλα σε γυμνάσια, δεν ήταν σε οικονομική κατάσταση να τακτοποιήσουν μια τέτοια υπόθεση από την Αυστραλία. Η μητέρα του με 9 παιδιά και τον άντρα της δεν μπορούσε να αφήσει την οικογένεια της και τις δουλειές της και να ταξιδέψει στην Κύπρο για αυτή την υπόθεση. ΜΥ1 Μάριος Σιάννιος (εναγόμενος): Στην κυρίως εξέταση του (βλ. κατάθεση τεκμήριο 5) ανέφερε ότι η ενάγουσα είναι συγγενής με τον πατέρα του και συγκεκριμένα εξαδέλφη του, και το καλοκαίρι του 1994 επισκέφθηκε την Κύπρο από την Αυστραλία και διέμενε στο σπίτι των γονιών του, κάποτε και στο δικό του. Την εποχή εκείνη ασχολείτο επαγγελματικά με τη διατήρηση φάρμας κοτόπουλων μέσω της εταιρείας KORFI CHICKEN FARM LTD (στο εξής η Εταιρεία). Η Εταιρεία τότε βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση και η ενάγουσα που ζούσε μαζί τους και άκουγε τις συζητήσεις που είχε με τους γονείς του προσφέρθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά. Αρχικά αρνήθηκε αφού δεν ήθελε να μπει σε αυτή τη διαδικασία λόγω της συγγένειας τους με την ενάγουσα. Επειδή όμως η ενάγουσα επέμενε τελικά δέχτηκε. Η ενάγουσα του έδωσε Λ.Κ.8.800.-, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δάνειο και χωρίς να υπογραφεί οποιοδήποτε έγγραφο ή γραμμάτιο. Ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι τα χρήματα δίνονταν ως δώρο και όχι δάνειο. Επειδή η ενάγουσα ήταν συγγενής και δεν ένοιωθε άνετα γιατί πρόθεση του ήταν εάν και όταν τα πράγματα βελτιώνονταν να επέστρεφε τα χρήματα, της εισηγήθηκε να υπογράψουν ένα χαρτί ώστε να την κάνει να νιώθει καλά. Σε περίπτωση που επρόκειτο τα χρήματα να αποτελούσαν δάνειο τότε το χαρτί που θα ετοίμαζαν θα είχε πάνω το όνομα της εταιρείας του αφού το δάνειο θα αφορούσε τις δικές της υποχρεώσεις. Παρόλα αυτά ζήτησε από τον δικηγόρο του να ετοιμάσει ένα έγγραφο, όχι όμως σύμβαση δανείου γιατί δεν επρόκειτο για δάνειο. Ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι ετοίμασε ένα έγγραφο γραμματίου και ότι συμπλήρωσε τα τυπικά. Πήρε την ενάγουσα στο γραφείο του δικηγόρου του και ο ίδιος υπόγραψε το έγγραφο του γραμματίου. Τα χρήματα του τα είχε δώσει προηγουμένως και επομένως το γραμμάτιο ήταν χωρίς αντάλλαγμα. Όταν υπέγραψε έδωσε το έγγραφο στην ενάγουσα. Ο δικηγόρος τους εξήγησε ότι για να είναι έγκυρο θα πρέπει να φέρει την υπογραφή 2 μαρτύρων. Η ενάγουσα ανέφερε ότι δεν ήταν αναγκαίο. Αμφισβητεί τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι υπόγραψαν και δύο μάρτυρες, οι οποίες ήταν γυναίκες. Ο δικηγόρος του κ.Αντώνης Βασιλείου την εποχή εκείνη και για πολλά χρόνια μετά είχε μόνο μια γυναίκα υπάλληλο. Πέραν αυτών, είχε στην κατοχή του αντίγραφο του εγγράφου που είχε ετοιμάσει ο δικηγόρος του (βλ. τεκμ.6) και αν είχε πρόθεση να υπογράψει έγκυρο γραμμάτιο θα ήταν πιο εύκολο και πιο απλό να υπογράψει στο σπίτι των γονιών του όπου διέμενε η ενάγουσα και μάλιστα να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες τους γονείς του ή τη σύζυγο του. Το γραμμάτιο δεν υπογράφηκε την ίδια μέρα που δόθηκαν τα χρήματα αλλά 2-3 μέρες αργότερα όταν αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να δώσει κάποιο χαρτί στην ενάγουσα. Όταν πλησίαζε η μέρα που η ενάγουσα θα έφευγε για Αυστραλία του επιβεβαίωσε ότι δεν ήθελε τα χρήματα και ότι του τα έδωσε ως δώρο. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς ότι μετά το 1995 τον έψαχναν και δεν τον έβρισκαν. Όταν δέχτηκε κάποια τηλεφωνήματα το διάστημα 1995-2009 απάντησε σε όλα, αναφέροντας ότι δεν θα συζητούσε θέμα επιστροφής των χρημάτων γιατί αυτά δόθηκαν ως δώρο. Δεν απάντησε σε 2-3 μόνο τηλεφωνήματα που έγιναν πολύ πρωινές ώρες Κύπρου που κοιμόταν, προφανώς λόγω διαφοράς ώρας με την Αυστραλία. Θεωρεί ότι η ενάγουσα δεν είχε πρόθεση να ζητήσει τα χρήματα. Πιστεύει ότι η όλη υπόθεση ξεκίνησε μετά από πίεση των παιδιών της όταν βρήκαν το γραμμάτιο. Το πότε υπόγραψαν οι μάρτυρες και ποιοι είναι δεν γνωρίζει, γνωρίζει όμως ότι δεν υπόγραψαν ταυτόχρονα με τον ίδιο. Η όλη στάση της ενάγουσας δείχνει ότι του είχε δώσει ως δώρο τα χρήματα αφού για 14 χρόνια δεν τα είχε ζητήσει ποτέ επισήμως και γραπτώς. Όταν το έκανε, απάντησε με δική του επιστολή ημερ.13/11/2009 ότι δεν αναγνωρίζει το χρέος (τεκμ.7). Επίσης ανέφερε, τέλος, ότι ουδέποτε συζήτησε θέμα αποπληρωμής μέσω πώλησης της φάρμας. Η εταιρεία του βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση και 1-2 χρόνια μετά το καλοκαίρι του 1994 η τράπεζα προχώρησε σε διαδικασία διάλυσης της λόγω οφειλών και όλη η περιουσία της, δηλαδή η φάρμα, παραλήφθηκε από τον εκκαθαριστή για να λογιστεί έναντι των χρεών. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πριν το 1994 πότε ήρθε ξανά στην Κύπρο η ενάγουσα και αν απουσίασε από την Κύπρο 20 χρόνια δηλαδή από το 1975 μέχρι το
- Ο ίδιος όμως τα 20 αυτά χρόνια δεν είχε επικοινωνία μαζί της και δεν ξέρει αν είχε ο πατέρας της. Σε υποβολή ότι η ενάγουσα είχε 9 παιδιά και με δεδομένο ότι δεν την είχε δει για 20 χρόνια δεν μπορεί να λέει ότι του δώρισε το ποσό, απάντησε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια που έμεινε μαζί τους έγινε μέλος της οικογένειας και βλέποντας η ενάγουσα όλες τις καταστάσεις που περνούσε προσφέρθηκε να βοηθήσει με κάποιο ποσό. Του είχε πει η ενάγουσα ανέφερε 1-2 φορές να του δώσει λεφτά και αρνήθηκε, και μετά η ενάγουσα του ζήτησε να την πάρει στην Τράπεζα Κύπρου, κατάστημα λιμανιού, για να ελέγξει τι λεφτά είχε ακριβώς. Μετά τον έλεγχο προσφέρθηκε να του δώσει περισσότερα αλλά αρνήθηκε. Την τρίτη φορά που πήγαν για να ελέγξει τα λεφτά που είχε, του έδωσε μια επιταγή Λ.Κ.8.800.-. Υπήρχαν και άλλα λεφτά στο λογαριασμό της και προσφέρθηκε να του τα δώσει μπροστά στον banker για να τον βοηθήσει. Η επιταγή ήταν της τράπεζας (banker's draft), όχι δική της. Επανέλαβε δε ότι ήθελε να υπογραφτεί γραμμάτιο για να την κάνει να νοιώσει πιο καλά και να πήγαιναν καλύτερα τα πράγματα με τη φάρμα θα της έδινε πίσω τα λεφτά. Το γραμμάτιο ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του Αντώνη Βασιλείου. Του είπε να ετοιμάσει ένα χαρτί, ουσιαστικά αυτό που έχουμε μπροστά μας και πήγε με την ενάγουσα. Του είπε να ετοιμάσει κάτι το οποίο να φαίνεται ότι έχει πάρει αυτά τα λεφτά. Και όπως του ανέφερε ο δικηγόρος έπρεπε να υπογράψουν 2 μάρτυρες στην παρουσία τους. Δεν υπόγραψαν όμως αυτοί που έχει παρουσιάσει η ενάγουσα, τους οποίους δεν γνωρίζει. Ίσως να είναι πλαστές οι υπογραφές αυτές. Και αυτό ενισχύει τις υποψίες του διότι δεν έχουν παρουσιάσει το πρωτότυπο με τη δικαιολογία ότι το έχουν απολέσει. Σε ερώτηση γιατί δεν έκανε καταγγελία αφού μιλά για πλαστές υπογραφές, απάντησε ότι γι' αυτό θα ερχόταν σε συνεννόηση με τον δικηγόρο του και αυτό προτίθεται να κάνει σε τελευταία ανάλυση. Το τελευταίο δεκαήμερο είχαν πληροφορηθεί ότι υπήρχαν αυτοί οι μάρτυρες πάνω. Σε υποβολή ότι ο δικηγόρος του ζήτησε και έλαβε από προηγουμένως το έγγραφο και άρα ήταν εις γνώση του από προηγουμένως, απάντησε ότι ο ίδιος το πληροφορήθηκε τις τελευταίες μέρες. Δεν έκανε τίποτε τις 10 αυτές μέρες γιατί έπρεπε να πάρουν τον χρόνο τους και αναφερόμενος σε διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τα τελευταία 10 χρόνια είπε ότι δεν είναι το πιο εύκολο να δρα αστραπιαία γι' αυτά τα θέματα. Εξ' ου και δεν έχουν περάσει παρά μόνον 10 μέρες. Το έγγραφο που παρουσίασε (τεκμ.6) δεν είναι δείγμα. Είναι ακριβώς το ίδιο και αυτό μπορεί να ελεγχθεί. Διότι στον Αντώνη Βασιλείου (δικηγόρο) μια φορά είχε πάει, πήρε το copy και η ενάγουσα το άλλο. Η διαφορά του γραμματίου που κατέθεσε με το αντίγραφο του πρωτοτύπου είναι ότι, αν είχαμε μπροστά μας αυτό που κατέθεσε ως τεκμήριο θα φαινόταν, χωρίς να είναι ειδικός, ότι το μελάνι θα είχε διαφορά από την υπογραφή του με την υπογραφή των μαρτύρων που ίσως είχαν υπογράψει μετά από μια δεκαετία. Γι' αυτό φαίνεται ότι οι μάρτυρες δεν είχαν υπογράψει στην παρουσία και των δύο τους. Η διαφορά στα 2 έγγραφα είναι ότι δεν υπήρχαν οι μάρτυρες. Σε υποβολή ότι ο λόγος που ονόμασε το έγγραφο που πήρε η ενάγουσα δηλ. το τεκμήριο 3 ως πρωτότυπο είναι επειδή στο έγγραφο αυτό υπήρχαν υπογραφές μαρτύρων, απάντησε στον συνήγορο ότι δεν ήταν μπροστά και πως μόνον τα παρόντα πρόσωπα δηλ. ο ίδιος, η ενάγουσα, ο δικηγόρος Αντώνης Βασιλείου και η ιδιαιτέρα του τελευταίου, μπορούν να πιστοποιήσουν τα περί της αλήθειας όπως λέγει. Σε υποβολή ότι ο λόγος που η ενάγουσα δεν ήθελε το γραμμάτιο να είναι πάνω στην εταιρεία αλλά στο δικό του όνομα ήταν επειδή γνώριζε την άσχημη οικονομική κατάσταση της εταιρείας, απάντησε ότι είναι λάθος. Σε περαιτέρω υποβολή ότι η ενάγουσα ήθελε να είναι εξασφαλισμένη ότι θα πάρει πίσω τα λεφτά της, διερωτήθηκε γιατί δεν επέμενε τότε η ενάγουσα να υπογράψουν εκείνη τη στιγμή οι μάρτυρες και να ζητήσει να μπουν και 2 εγγυητές για να εξασφαλίσει το λαβείν της. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι είναι για τούτο το λόγο που επέμενε η ενάγουσα να πάνε σε δικηγόρο, επανέλαβε ότι αυτός πήρε την ενάγουσα (στον δικηγόρο). Του υποβλήθηκε ακόμη ότι αν ήθελε το έγγραφο αυτό να γίνει τυπικά θα γινόταν σπίτι μεταξύ των δύο και δεν θα πήγαιναν σε δικηγόρο. Απάντησε ότι στον δικηγόρο που είχε πάει ήθελε να πάει να πάρει τα έντυπα συμπληρωμένα, εξ' ου και η τυπικότητα της αξίας του εγγράφου. Και επέμενε ότι δεν υπήρχαν ούτε μάρτυρες ούτε εγγυητές. Σε υποβολή ότι ο λόγος που πήγε στο δικηγόρο ήταν για να πείσει την ενάγουσα να του δώσει τα λεφτά απάντησε ότι αυτό είναι λάθος. Τα λεφτά τα πήρε μέρες πριν από τη σύναψη αυτού του εγγράφου. Με δεδομένα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8 της Υπεράσπισης αλλά και όσα σχετικά ανέφερε στο Δικαστήριο, ερωτήθηκε αν τελικά πρόθεση του ήταν να εξασφαλίσει την ενάγουσα ή να την ξεγελάσει. Απάντησε ότι δεν αποδέχεται την εκδοχή ότι πρόθεση του ήταν να ξεγελάσει την ενάγουσα. Στη συνέχεια ερωτήθηκε πως ήθελε να εξασφαλίσει την ενάγουσα εφόσον το έγγραφο ήταν εν γνώσει του άκυρο και απάντησε ότι κάτι έπρεπε να έχει αυτή η γυναίκα που του πρόσφερε τη βοήθεια της. Όταν του υποβλήθηκε δε ότι αυτό το κάτι ουσιαστικά σύμφωνα με τον ίδιο δεν είχε καμία νομική ισχύ, συμφώνησε. Περαιτέρω, αφού ο εναγόμενος επανέλαβε τη θέση ότι σκοπός της ενάγουσας όταν του έδωσε τα λεφτά ήταν για να τον βοηθήσει, του υποβλήθηκε ότι η ενάγουσα πήγε μετανάστρια στο εξωτερικό από το 1975, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και είχε 9 παιδιά και σε καμία περίπτωση η έγνοια της δεν ήταν να του δωρίσει Λ.Κ.8.800.-. Προς απάντηση επανέλαβε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πήρε τα χρήματα και την επιμονή της ενάγουσας, και πρόσθεσε ότι την είχε ρωτήσει τι γνώμη έχουν τα παιδιά της για τούτο και του είχε απαντήσει ότι προτιμούσε να βοηθήσει αυτόν τώρα που έχει ανάγκη, παρά όταν πεθάνει να έρθουν τα παιδιά της και να ενεργούνται πάνω στο μνήμα της. Δεν ξέρει όμως τι σχέση είχε με τα παιδιά της. Μετά την υπογραφή του γραμματίου και την επιστροφή της ενάγουσας στην Αυστραλία ανέφερε πως είχαν επικοινωνία 2 φορές αν δεν απατάται με τον γιό της τον Κωνσταντίνο. Δεν θυμάται αν είχε επικοινωνία με την ενάγουσα. Αν είχε με τον πατέρα του δεν γνωρίζει, αλλά προφανώς θα είχε. Σε υποβολή ότι απόφευγε να έχει επικοινωνία με την ενάγουσα γιατί όταν τον καλούσε απόφευγε να της μιλήσει γιατί δεν είχε να της επιστρέψει τα χρήματα, διερωτήθηκε πως θα είχε όρεξη να κάνει κοινωνικές σχέσεις, να παίρνει τηλέφωνα και να πει κάτι όταν διαλύθηκε η εταιρεία του, με το σπίτι της γυναίκας του υποθήκη και αυτός ήταν στους δρόμους χωρίς δουλειά με 4 παιδιά, εκ των οποίων το ένα ηλικίας 28 χρόνων με ειδικές ανάγκες, και το μόνο περιουσιακό στοιχείο είναι η 1η κατοικία και κινδυνεύει προς πώληση. Είπε όμως ότι 2-3 τηλέφωνα έγιναν κατά τη διάρκεια αυτή. Του υποβλήθηκε ακόμη ότι ο λόγος που η ενάγουσα δεν ήθελε να τον φέρει Δικαστήριο ήταν επειδή ήθελε να είναι ελαστική μαζί του και να του δώσει κάθε ευκαιρία να μαζέψει τα χρήματα και γι' αυτό δεχόταν κάθε του δικαιολογία. Και απάντησε ότι επέλεξε να τον φέρει τώρα που όλα άλλαξαν και ειδικά με τα προβλήματα υγείας που έχει. Επίσης του ετέθη ότι δεν κινήθηκε η ενάγουσα γιατί δεν ήθελε να διαταράξει τη σχέση της με τον πατέρα του και η απάντηση του ήταν ότι δεν γνωρίζει την επικοινωνία που υπήρχε με τον πατέρα του, αλλά μαζί δεν είχαν τόσο δεμένη σχέση για να έχουν τόσο συχνή επαφή. Τέλος είπε ότι πιστεύει ότι τώρα η ενάγουσα ζητά τα χρήματα γιατί επηρεάστηκε από τα παιδιά της πηγαίνοντας πίσω στην Αυστραλία. Στην επανεξέταση του διευκρίνισε ότι η οικονομική του κατάσταση ήταν το ίδιο κακή με αυτή της εταιρείας του όταν πήρε τα λεφτά. Σε όποιο δάνειο έγινε από οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα προς όφελος της εταιρείας ήταν και ο ίδιος πάντοτε εγγυητής. Και ανέφερε τέλος ότι η ενάγουσα πριν του δώσει τα χρήματα δεν του ζήτησε να της προσκομίσει στοιχεία για τα περιουσιακά του στοιχεία. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: ΜΕ1 Ανδρονίκη Κακογιάννη (Ενάγουσα): Έχω παρακολουθήσει με προσοχή την μάρτυρα ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και τις απαντήσεις της. Σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Aπάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν άμεσα και χωρίς υπεκφυγές και όπου δεν θυμόταν το είπε, ενώ η μαρτυρία της σε συνδυασμό με τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί έχει συνοχή και λογική. Βεβαίως οφείλω να πω εδώ ότι η μάρτυρας διαφάνηκε ότι δεν θυμόταν με λεπτομέρεια τα γεγονότα, ημερομηνίες κλπ, ενώ περαιτέρω δεν είχε καθαρότητα λόγου. Αυτά μπορούν σημειώνω να διαπιστωθούν εύκολα και μέσα από την μελέτη της μαρτυρίας της. Όμως τα στοιχεία αυτά κρίνω πως δεν είναι ικανά να πλήξουν την αξιοπιστία της. Σχετίζονται περισσότερο θεωρώ με το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα (με βάση τα επισυνημμένα έγγραφα στην αίτηση ημερ. 30/11/15 για αναβολή ακρόασης γεννήθηκε στις 27/04/1930, συνεπώς είναι 86 ετών), με μέτριο προς χαμηλό μορφωτικό επίπεδο όπως είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχουν παρέλθει από την χρονική στιγμή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης μέχρι τη στιγμή που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου περισσότερο από 21 χρόνια. Είναι απόλυτα λογικό με αυτά τα δεδομένα η μνήμη να μην βοηθά την ενάγουσα όσο θα έπρεπε. Επίσης σημειώνεται ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου το γεγονός ότι στην κυρίως εξέταση της (βλ. τεκμ.1) ανέφερε πως παρέδωσε τα λεφτά στον εναγόμενο και προφανώς αργότερα την ίδια μέρα, για τους λόγους που εξηγεί, ο εναγόμενος υπέγραψε το γραμμάτιο, ενώ στην αντεξέταση της ανέφερε ότι είπε στον εναγόμενο ότι δεν του δίνει έτσι τα λεφτά και πρέπει να του τα δώσει μέσω δικηγόρου για να κρατεί ένα χαρτί ότι θα της τα δώσει σε ένα χρόνο όπως της είπε. Και ουσιαστικά είπε ότι του υπέγραψε το τσέκκι στο δικηγόρο όταν υπεγράφη το γραμμάτιο. Ευθέως όμως αναφέρω ότι αυτή η αντίφαση στην μαρτυρία της δεν κρίνεται σοβαρή ώστε να ανατρέπει την εικόνα που έχει αποκομίσει το Δικαστήριο για τη μάρτυρα ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Διότι εκτός των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, η ουσία του πράγματος, δηλαδή ότι η ενάγουσα έδωσε τα λεφτά στον εναγόμενο και υπεγράφη σχετικά το έγγραφο τεκμήριο 3, είτε έτσι είτε αλλιώς δεν αλλάζει. Γενικότερη διαπίστωση όμως του Δικαστηρίου και σημαντικό να λεχθεί είναι ότι ο κορμός της μαρτυρίας της, ακόμη και με τις αδυναμίες που αναφέρθηκαν, παρέμεινε αναλλοίωτος. Και επίσης ότι το Δικαστήριο έχει πεισθεί ότι η εκδοχή της είναι αληθινή. ΜΕ2 Κωνσταντίνος Κακογιάννης Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου διαπίστωσα μέσα από τις απαντήσεις του ότι κατέθεσε όσα ο ίδιος γνώριζε με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο. Κατά την κρίση μου δε η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε από την αντεξέταση του, ενώ θα έλεγα περαιτέρω έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία του πως όσα ανέφερε παρέμειναν αναντίλεκτα. Εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και είπε την αλήθεια. ΜΥ1 Μάριος Σιάννιος (εναγόμενος): Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τον συγκεκριμένο μάρτυρα με μεγάλη προσοχή ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο δεν είναι καλή. Μου έδωσε εξαρχής την εντύπωση ανθρώπου που δεν είναι ειλικρινής και αυτή η εντύπωση παρέμεινε μέχρι το τέλος έχοντας υπόψη όλη την εικόνα που παρουσίασε και τις απαντήσεις του. Από εκεί και πέρα η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται κατά την κρίση μου από μη λογικές θέσεις, γενικές και αόριστες αναφορές, αντιφάσεις αλλά και προσπάθεια απόκρυψης της αλήθειας. Πιο συγκεκριμένα:
- Ήταν κατ' αρχήν βασική του θέση ότι η ενάγουσα δεν του δάνεισε αλλά του δώρισε το ποσό των Λ.Κ.8.800.- και αυτό ήταν ξεκάθαρο από την αρχή. Όμως το ίδιο το έγγραφο που ο ίδιος έδωσε οδηγίες σε δικηγόρο να το ετοιμάσει, παρέχοντας προφανώς στον τελευταίο όλες τις σχετικές πληροφορίες και λεπτομέρειες, και ακολούθως το υπέγραψε, αναφέρει ρητά ότι το ποσό αυτό «προέρχεται από δάνειο». Παρεμβάλλω εδώ ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί με την μαρτυρία του ότι το πρωτότυπο έγγραφο που υπέγραψε είχε το περιεχόμενο του τεκμ.
- Εξάλλου η κατάθεση του τεκμηρίου 6 από πλευράς του, το οποίο όπως ανέφερε είναι το ίδιο με αυτό που υπεγράφη, δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης ως προς το ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψε ήταν ακριβώς αυτό. Περαιτέρω όμως και η μη αμφισβήτηση της υπογραφής του επί του τεκμηρίου 3, αποδεικνύει ότι το έγγραφο που υπέγραψε ήταν ακριβώς αυτό. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητεί είναι τις υπογραφές των μαρτύρων. Συνεπώς πως είναι δυνατόν να ισχυρίζεται τώρα ότι η ενάγουσα δεν του έδωσε δάνειο; Το έγγραφο που έδωσε οδηγίες να ετοιμαστεί μιλά για δάνειο και δεν είπε ποτέ ότι για παράδειγμα ο δικηγόρος έκανε λάθος και εν πάση περιπτώσει δεν έδωσε ποτέ κάποια λογική εξήγηση γιατί στο έγγραφο γίνεται αναφορά σε δάνειο ενώ ο ίδιος μιλά για δώρο. Και προχωρώ λέγοντας ότι το έγγραφο που ετοιμάστηκε προνοεί επιπρόσθετα συγκεκριμένη ημέρα πληρωμής και τόκο 9%.
- Περαιτέρω όμως αναφέρω και το εξής. Η όλη εκδοχή του εναγόμενου εκτός του ότι δεν έχει λογική, είναι επιπλέον και αντιφατική. Προέβαλε την θέση ότι η ενάγουσα του έδωσε τα λεφτά ως δώρο, αλλά επειδή ο ίδιος δεν ένιωθε άνετα και επειδή ήταν πρόθεση του εάν και όταν τα πράγματα βελτιώνονταν να της επιστρέψει τα λεφτά, με δική του πρωτοβουλία και πιέσεις προχώρησε στην υπογραφή του γραμματίου. Για την ετοιμασία του γραμματίου έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να το ετοιμάσει. Ήθελε να κρατά κάτι η ενάγουσα που τον βοήθησε είπε, ενώ σημειώνεται και η θέση στην υπεράσπιση του (βλ. παράγραφο 7) ότι υπόγραψε το γραμμάτιο γιατί δεν ήθελε η ενάγουσα να νομίζει ότι προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί ή να την αφήσει ακάλυπτη. Όμως δεν υπάρχει καμία λογική να του δίνει η ενάγουσα χρήματα ως δώρο, αυτό κατά τον ίδιο να είναι ξεκάθαρο από την αρχή, και παρά ταύτα να νοιώθει την ανάγκη όπως η ενάγουσα κρατά «κάτι» ούτως ώστε να μην νιώθει ότι την εκμεταλλεύεται ή θέλει να την αφήσει ακάλυπτη. Επίσης εάν ήθελε η ενάγουσα να κρατά απλά κάτι, όπως το έθεσε, θα μπορούσε κάλλιστα να της ετοιμάσει ο ίδιος ένα χειρόγραφο έγγραφο ή ένα έγγραφο με άλλο τρόπο, όπως για παράδειγμα έκανε με το τεκμήριο 7, το οποίο να λέει πολύ απλά ότι του έδωσε το ποσό ως δώρο και θα το επιστρέψει εάν και όταν μπορέσει και δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να δώσει οδηγίες σε δικηγόρο για την ετοιμασία του εγγράφου και να μπει σε αυτήν τη διαδικασία. Το οποίο έγγραφο επαναλαμβάνεται και εδώ μιλούσε για δάνειο, για συγκεκριμένη ημέρα αποπληρωμής και για συγκεκριμένο τόκο. Και βεβαίως πέραν των ανωτέρω προκύπτει και το εξής αντιφατικό. Εφόσον αυτό το κάτι που ήθελε να κρατά η ενάγουσα ή και το οποίο ένοιωσε την ανάγκη να της δώσει για να μην νιώσει ότι την εκμεταλλεύεται ή ότι την αφήνει ακάλυπτη, εμμένει ότι δεν είχαν πρόθεση εξ' αρχής να έχει κάποια νομική ισχύ, πως είναι δυνατόν να αναμένει να γίνει πιστευτός. Αν αυτό που ουσιαστικά θα έδινε στην ενάγουσα ήταν ένα χαρτί χωρίς αντίκρισμα, με ποιο ακριβώς τρόπο την κάλυπτε δεν είναι αντιληπτό.
- Επίσης ανέφερε ότι η ενάγουσα φεύγοντας για Αυστραλία μετά την υπογραφή του γραμματίου του επιβεβαίωσε ότι τα χρήματα που του έδωσε ήταν δώρο και όχι δάνειο. Όμως εδώ ο εναγόμενος με αυτή του τη γενική και αόριστη αναφορά δεν έπεισε το Δικαστήριο. Αφενός διότι δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες του εδόθη η εν λόγω επιβεβαίωση. Όμως το σημαντικό είναι πως με δεδομένη την θέση του ότι ήταν ξεκάθαρο από την αρχή ότι επρόκειτο περί δώρου και όχι δανείου και πως πρόθεση τους ήταν το έγγραφο που υπεγράφη να μην έχει καμία νομική ισχύ, δεν υπήρχε ούτε κανένας λόγος να του επιβεβαιώσει αυτό το πράγμα. Αφού ήταν ξεκάθαρο.
- Ανέφερε ότι αν ήθελε να υπογράψει έγκυρο γραμμάτιο θα ήταν πιο εύκολο και πιο απλό να το υπογράψει σπίτι των γονιών του όπου διέμενε η ενάγουσα και μάλιστα να χρησιμοποιήσει ως μάρτυρες τους γονείς του ή τη σύζυγο του. Σε άλλο σημείο δε ανέφερε ότι πήγε στο δικηγόρο για να πάρει τα έντυπα συμπληρωμένα, εξ' ου και η τυπικότητα της αξίας του εγγράφου. Οι θέσεις όμως του εναγόμενου κατά την κρίση μου δεν συνάδουν με τη λογική. Διότι κάθε άλλο παρά τυπικότητα δείχνουν οι οδηγίες σε δικηγόρο για ετοιμασία του εγγράφου όπως επίσης η επίσκεψη του εναγόμενου μαζί με την ενάγουσα στο δικηγορικό γραφείο για σκοπούς υπογραφής του. Όμως εδώ τα πράγματα θεωρώ είναι ξεκάθαρα. Ο εναγόμενος με την επίσκεψη σε δικηγόρο και την υπογραφή του εγγράφου αυτού ακριβώς ήθελε να δείξει στην ενάγουσα με τον πιο επίσημο τρόπο ότι αναγνωρίζει την οφειλή του και την υποχρέωση του να την ξεπληρώσει.
- Ο δικηγόρος τους εξήγησε είπε ότι για να είναι έγκυρο το έγγραφο που ετοίμασε πρέπει να φέρει την υπογραφή 2 μαρτύρων. Ο δικηγόρος συνεπώς ήταν ξεκάθαρο τι έγγραφο έλαβε οδηγίες να ετοιμάσει δηλαδή γραμμάτιο και τους είπε ότι για να είναι έγκυρο πρέπει να υπογράψουν 2 μάρτυρες. Πως αυτό λοιπόν συνάδει με την θέση του εναγόμενου ότι πρόθεση τους ήταν να ετοιμαστεί ένα έγγραφο χωρίς καμία νομική ισχύ;
- Ο εναγόμενος μίλησε για ενδεχόμενη πλαστότητα των υπογραφών των μαρτύρων που φαίνονται στο τεκμήριο 3 και ερωτήθηκε επί τούτου γιατί δεν έκανε σχετική καταγγελία. Απάντησε αρχικά ότι γι' αυτό θα ερχόταν σε συνεννόηση με τον δικηγόρο του και αυτό προτίθεται να κάνει σε τελευταία ανάλυση. Το τελευταίο δεκαήμερο είπε πληροφορήθηκαν ότι υπήρχαν μάρτυρες πάνω στο έγγραφο. Όμως εδώ είναι προφανές ότι ο εναγόμενος έλεγε ψέματα. Διότι αφενός όταν του υποβλήθηκε ότι το έγγραφο ζητήθηκε από το δικηγόρο του προηγουμένως και άρα ήταν εν γνώσει του από προηγουμένως, φάνηκε να σκέφτεται και αμέσως σε μια προσπάθεια προφανώς να αναδιπλωθεί απάντησε ότι ο ίδιος το έμαθε πριν 10 μέρες. Δεν έπεισε όμως το Δικαστήριο ότι το έμαθε τις τελευταίες 10 μέρες και φάνηκε ξεκάθαρα ότι ήταν εν γνώσει του από προηγουμένως. Εξάλλου το ψεύδος του εναγόμενου προκύπτει και μέσα από μελέτη της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης, η οποία σημειωτέον καταχωρήθηκε στις 11/03/2010, όπου εκεί είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος είδε ότι το γραμμάτιο είχε μάρτυρες. Όμως εδώ τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Ο εναγόμενος σε μια προσπάθεια να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε καταγγελία όπως θα έκανε λογικά ένας άνθρωπος κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ο οποίος σημειωτέον κινδυνεύει να πληρώσει Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-) με τόκο 9% από το 1995 χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση όπως ισχυρίζεται εδώ ο εναγόμενος, είπε ψέματα ότι έμαθε για την ύπαρξη μαρτύρων στο γραμμάτιο 10 μέρες πριν καταθέσει στο Δικαστήριο. Επίσης πέραν των ανωτέρω, εντοπίζονται επιπλέον στοιχεία, τα οποία προβάλλουν ως πολύ ουσιαστικά και συνηγορούν στο ότι η υπεράσπιση γενικότερα στην προκειμένη περίπτωση είναι αναξιόπιστη. (α) Αναντιστοιχία μαρτυρίας εναγόμενου με θέσεις που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της ενάγουσας Ο συνήγορος του εναγομένου υπέβαλε στην ενάγουσα ότι το έγγραφο τεκμήριο 3 ουσιαστικά αγοράστηκε από βιβλιοπωλείο και δεν το ετοίμασε δικηγόρος. Ο ίδιος ο εναγόμενος όμως ανέφερε ότι το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε από τον δικηγόρο του κατόπιν δικών του οδηγιών. (β) Παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιαστικών ζητημάτων. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία διαπιστώνεται ότι η πλευρά του εναγομένου παρέλειψε να αντεξετάσει την ενάγουσα επί συγκεκριμένων ουσιαστικών ζητημάτων και της θέσει τα ζητήματα αυτά για σχολιασμό, τα οποία στη συνέχεια εκ του ασφαλούς έθεσε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος. Πιο συγκεκριμένα : (α) Ο εναγόμενος ανέφερε πως όταν υπεγράφη το γραμμάτιο ο δικηγόρος τους εξήγησε ότι για να είναι έγκυρο θα πρέπει να φέρει την υπογραφή 2 μαρτύρων, και η ενάγουσα απάντησε ότι δεν ήταν αναγκαίο. Όμως αυτό το πολύ ουσιαστικό σημείο και η ισχυριζόμενη άρνηση της δεν ετέθη ποτέ στην ενάγουσα για σχολιασμό. Της ετέθη μόνον ότι δεν υπέγραψαν μάρτυρες. (β) Στην ενάγουσα δεν υποβλήθηκε ποτέ ότι ο δικηγόρος που ετοίμασε το έγγραφο με βάση οδηγίες του εναγόμενου ήταν ο Αντώνης Βασιλείου, αλλά ούτε και ότι ο εν λόγω δικηγόρος κατά τον χρόνο υπογραφής του εγγράφου είχε μόνον μια υπάλληλο. Το τελευταίο είναι βέβαια σημαντικό διότι ο εναγόμενος με δεδομένη την θέση της ενάγουσας ότι στο έγγραφο υπέγραψαν ως μάρτυρες δύο κοπέλες, προσπάθησε με αυτό τον τρόπο να το διαψεύσει. Γενικότερα όμως εδώ θα έλεγα ότι με αυτή την παράλειψη φαίνεται πως η πλευρά του εναγομένου δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία στην ενάγουσα να κλητεύσει τον εν λόγω δικηγόρο για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. (γ) Ο εναγόμενος για πρώτη φορά στην αντεξέταση του ανέφερε πως όταν η ενάγουσα επέμενε να του δώσει τα λεφτά, την ρώτησε τι γνώμη έχουν τα παιδιά της για τούτο και πως η ενάγουσα απάντησε ότι προτιμούσε να βοηθήσει τον ίδιο τώρα που έχει ανάγκη, παρά όταν πεθάνει να έρθουν τα παιδιά της και να ενεργούνται πάνω στο μνήμα της. Η ενάγουσα εδώ θα μπορούσε εφόσον ερωτάτο να ξεκαθαρίσει τα πράγματα ως αναφορά τη σχέση της με τα παιδιά της για να μπορεί το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα. (δ) Ανέφερε ότι την περίοδο μεταξύ 1995 και 2009 απάντησε σε όλα τα τηλεφωνήματα που του έγιναν. Αυτό όμως ουδέποτε υποβλήθηκε στην ενάγουσα, ενώ να υπενθυμίσω εδώ ότι η μαρτυρία σχετικά του ΜΕ2 παρέμεινε αναντίλεκτη. (ε) Ο εναγόμενος αναφέρει στην παράγραφο 24 της κατάθεσης του (τεκμ. 5) ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να είχε συμφωνήσει να του δώσει Λ.Κ.8.800.- διότι στις 15/06/94 είχε υπόλοιπο όπως φαίνεται στο τεκμ. 2 ποσό Λ.Κ.8.552,04.- και ποσό Λ.Κ.281,27.- προστέθηκε ως τόκος την ημέρα που του δώρισε τα χρήματα. Δεν μπορούσε συνεπώς να του δώσει χρήματα που δεν είχε. Ουδέποτε όμως υποβλήθηκαν αυτά τα πράγματα στην ενάγουσα προκειμένου να πει τη θέση της, αν και εδώ για όποια σημασία έχει αναφέρεται πως σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος από μόνος του έχει αναιρέσει τα πιο πάνω λέγοντας σε άλλο σημείο στην αντεξέταση του ότι η ενάγουσα του ζήτησε να την πάρει στην Τράπεζα Κύπρου για να ελέγξει τι λεφτά είχε ακριβώς και έκανε έλεγχο. Συνεπώς γνώριζε η ενάγουσα το ακριβές ποσό που είχε ή και που θα είχε συμπεριλαμβανομένων και των τόκων. Καταλήγοντας επί των ανωτέρω, αναφέρεται ότι μόνον εφόσον υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις και των δύο πλευρών το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Συνεπώς εκτός του ότι θεωρώ πως η μαρτυρία του εναγόμενου εν σχέση με τα σημεία αυτά δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 720-722), κάτι που σαφώς έχει μεγάλη σημασία, περαιτέρω αναφέρω ότι ως εκ της παράλειψης αυτής του εναγομένου προκύπτει σαφώς αναξιοπιστία για την πλευρά του. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
- Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι τα σημεία αυτά και η εκ των υστέρων προβολή των ζητημάτων αυτών ως ανωτέρω αναφέρεται είναι σε κάθε περίπτωση ένα επιπλέον σημείο που αφενός δεν δείχνει καθαρές θέσεις ενώ περαιτέρω πλήττει την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του εναγομένου. Εν κατακλείδι όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν, η μαρτυρία του εναγομένου δεν θα μπορούσε κάτω από οιεσδήποτε προϋποθέσεις να γίνει αποδεκτή. Ευρήματα: Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω και όσα αναφέρθηκαν το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα ευρήματα:
- Η ενάγουσα συμφώνησε να δανείσει στον εναγόμενο ποσό Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69) και στις 12/07/1994 η ενάγουσα παρέδωσε στον εναγόμενο δια τραπεζικής επιταγής το εν λόγω ποσό. Συμφωνήθηκε ότι το ποσό αυτό ο εναγόμενος θα το αποπλήρωνε στις 15/07/1995 και ότι θα έφερε τόκο 9%.
- Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 12/07/1994, ο εναγόμενος υπέγραψε το έγγραφο τεκμήριο
- Το εν λόγω έγγραφο ετοίμασε ο δικηγόρος του και υπεγράφη ενώπιον του δικηγόρου, της ενάγουσας και 2 γυναικών που ήταν παρούσες στο γραφείο του δικηγόρου και που υπέγραψαν στη θέση των μαρτύρων. Με βάση το έγγραφο αυτό ακριβώς ο εναγόμενος αναγνωρίζει πως οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69) που προέρχεται από δάνειο στις 15/07/1995 και υποχρεούται να πληρώσει συμφωνηθέντα τόκο 9% κατ' έτος και όλα τα δικαστικά, δικηγορικά και άλλα έξοδα σε περίπτωση αγωγής.
- Ο εναγόμενος στις 15/07/1995 δεν πλήρωσε στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό. Δεν το πλήρωσε ούτε μεταγενέστερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας και του υιού της ΜΕ2 προς τον εναγόμενο και τις πολλές υποσχέσεις του τελευταίου, αλλά και την επιστολή του δικηγόρου της ενάγουσας ημερ.05/10/
- Ο εναγόμενος μέχρι σήμερα δεν κατέβαλε κανένα ποσό στην ενάγουσα έναντι της οφειλής του. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα: Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω προκύπτει σαφώς ότι η ενάγουσα στις 12/07/1994 παραχώρησε προς τον εναγόμενο δάνειο ποσού Λ.Κ.8.800.- (€15.035,69.-), με συμφωνία όπως αυτό πληρωθεί μέχρι τις 15/07/
- Ο τόκος συμφωνήθηκε σε 9% κατ' έτος. Περαιτέρω προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση πληρωμής που ανέλαβε με βάση το έγγραφο τεκμήριο
- Ερχόμενος τώρα ακριβώς στο έγγραφο αυτό δηλαδή στο τεκμήριο 3 αναφέρονται τα εξής. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προνοεί ότι : "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής". Το Δικαστήριο έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά το τεκμήριο 3 που υπέγραψε ο εναγόμενος σε συνάρτηση με το άρθρο 78 πιο πάνω διαπιστώνει ότι ακριβώς το τεκμήριο 3 αποτελεί αναμφίβολα γραμμάτιο συνήθους τύπου. Διότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θέλει ο Νόμος. Παρεμβάλλω εδώ ότι το γεγονός ότι το πρωτότυπο έγγραφο έχει απολεστεί και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο του πρωτότυπου δεν επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της ενάγουσας. Υπήρχε δικαιολογία ενώπιον του Δικαστηρίου για την μη παρουσίαση του πρωτοτύπου δηλ. της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας και θεωρώ πως υπήρχε το υπόβαθρο για να κατατεθεί από πλευράς ενάγουσας δευτερογενής μαρτυρία (βλ. Χριστόπουλος v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1713). Εξάλλου ας σημειωθεί ότι το γεγονός της απώλειας δεν αμφισβητήθηκε αφού στην ενάγουσα δεν έγινε καμία ερώτηση προς το σκοπό αμφισβήτησης της θέσης της ότι το πρωτότυπο έγγραφο απωλέσθηκε ή που να αμφισβητεί εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας που επισυνάπτεται στο τεκμήριο
- Περαιτέρω εδώ θα υπενθυμίσω αυτό που αναφέρθηκε σε άλλο σημείο της απόφασης ανωτέρω ότι δηλαδή το περιεχόμενο του τεκμηρίου 3, καθώς και ότι αυτό φέρει την υπογραφή του εναγόμενου, ήταν παραδεκτά από την Υπεράσπιση. Το μόνον που αμφισβήτησε ουσιαστικά η υπεράσπιση, χωρίς επιτυχία όπως γίνεται αντιληπτό με την απόρριψη της μαρτυρίας του εναγόμενου, ήταν οι υπογραφές των μαρτύρων στο γραμμάτιο. Ως εκ των ανωτέρω με σεβασμό λέω ότι διαφωνώ με την σχετική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου στην γραπτή αγόρευση του και βεβαίως με την εισήγηση του να μην γίνει αποδεκτό το τεκμήριο 3 (βλ. σελ.3-4 της αγόρευσης). Με αυτά υπόψη σημειώνω επίσης εδώ ότι με βάση το άρθρο 80 του Κεφ.149 : Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό: Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Συνεπώς αναφέρεται ότι το περιεχόμενο του γραμματίου, με δεδομένο μάλιστα ότι ο εναγόμενος στην προκειμένη περίπτωση δεν απέδειξε κάποια εκ των υπερασπίσεων που προνοεί ο Νόμος ή εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε αποδεκτή υπεράσπιση, αποτελεί αρκετή μαρτυρία εν σχέση με το γεγονός της παραχώρησης του δανείου με συμφωνηθέντα τόκο 9% και υποχρέωση πληρωμής του την 15η/07/
- Ως εκ των ανωτέρω είναι προφανές κατά την άποψη μου ότι η ενάγουσα έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης που βρισκόταν στους ώμους της. Κατ' επέκταση αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του εναγομένου. Ολοκληρώνοντας αναφέρω επίσης ότι δεν έχω εντοπίσει στην Υπεράσπιση οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην απόρριψη της υπόθεσης. Και εξηγώ : (α) i. Το θέμα της εκπνοής του χρόνου μέσα στον οποίο θα μπορούσε η ενάγουσα να εγείρει την αγωγή, όπως θέτει ο εναγόμενος το θέμα στην προδικαστική του ένσταση (βλ. παράγραφο 2 της Υπεράσπισης), δεν αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου. Γίνεται μόνον μια πολύ γενική αναφορά στην 1η παράγραφο της 1ης σελίδας της αγόρευσης και μάλιστα αναφέρεται ότι ουσιαστικά θέμα παραγραφής τίθεται μόνον σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι η βάση της αγωγής είναι άλλη από το γραμμάτιο. Το θέμα της παραγραφής θα έπρεπε θεωρώ να δικογραφηθεί με λεπτομέρεια. Αυτό όμως δεν έγινε και σε συνδυασμό με την γενική αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου, ενδεχομένως να είναι κατάλληλη περίπτωση για να μην ασχοληθεί το Δικαστήριο καθόλου με το θέμα. Όμως ανεξάρτητα τούτου αναφέρονται τα εξής. Θα μπορούσε να λεχθεί κατ' αρχήν, χωρίς να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση, ότι όπως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου είναι αποδεκτό από την πλευρά του εναγομένου ότι δεν τίθεται θέμα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος εν σχέση με το γραμμάτιο. Και ορθά κατά την άποψη μου. Με βάση το αρ. 3
(1)(α) του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15, καθορίζεται περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου τα 15 χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποίαν προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα. Οπότε εδώ που το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε στις 15/07/1995, χωρίς να λάβουμε καν υπόψη τους Νόμους που μεσολάβησαν και με τους οποίους ανεστάλησαν οι πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας, με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/11/2009, συνεπάγεται ότι δεν είχαν συμπληρωθεί σε κάθε περίπτωση τα 15 χρόνια που προνοούνται για την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος. Όμως μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής ούτε και για οποιαδήποτε άλλη βάση αγωγής, όπως π.χ. αυτή του δανείου, έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής. Δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64 αναστάληκαν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας (Κεφ.15). Η αναστολή (της παραγραφής) καταργήθηκε το 2002 δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 110(I)/2002, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01/06/2005. Ακολούθως με τον Ν.28
(1)/2008 (δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 06/06/08), η Νομοθεσία πιο πάνω για την παραγραφή ανεστάλη μέχρι την 31/03/2009, ενώ ο Ν.34
(1)/2008 (δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 13/06/08) έκανε πρόνοια ότι η ισχύς του ρηθέντος Ν.28
(1)/2008 θεωρείται ότι άρχισε από την 30/05/2008. Τέλος, με τον Ν.16
(1)/2009 η εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου ανεστάλη μέχρι 31/03/2010. Συνεπώς από τη συνδυασμένη μελέτη των πιο πάνω και με δεδομένο ότι στο Κεφ.15 η μικρότερη περίοδος παραγραφής που προνοείται είναι αυτή των 3 χρόνων, προκύπτει ότι από την 01/06/05 μέχρι και την 30/05/2008 δεν είχαν συμπληρωθεί 3 χρόνια. Ακολούθως δηλ. μετά την 30/05/2008 η περίοδος αναστολής δεν έτρεχε και έτσι στις 20/11/2009 που καταχωρήθηκε η αγωγή δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής για οποιαδήποτε βάση αγωγής. ii. Από εκεί και πέρα προβάλλεται με τον ίδιο γενικό τρόπο η θέση περί μη έγκαιρης λήψης μέτρων (βλ. παράγραφο 13 της Υπεράσπισης). Ούτε και επί τούτου του σημείου παρέχονται σημειώνω επαρκείς λεπτομέρειες στην Υπεράσπιση, ενώ παρατηρώ ότι ο συνήγορος του εναγόμενου στην αγόρευση του αναφέρεται στο θέμα (βλ. σελ.7) χωρίς να κάνει κάποια συγκεκριμένη εισήγηση, πλην του ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής δεν θα πρέπει να επιδικαστεί τόκος για την περίοδο 15/07/1998-20/11/1998, ή παραπομπή σε κάποια αρχή ή Νομολογία κατά τρόπο ώστε το θέμα να μπορεί να συζητηθεί ως κάτι ουσιαστικό. Στην υπόθεση ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ v. ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΦΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: " Καταρχήν το ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση μιας αγωγής, ως λόγος υπεράσπισης, θα πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια. Θα πρέπει δηλαδή, στην έκθεση υπεράσπισης, να εγείρεται αυτή η συγκεκριμένη υπεράσπιση του δικαίου της επιείκειας, δηλαδή θα πρέπει να αναφέρονται επαρκή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, από τα οποία πηγάζει το αγώγιμο του δικαίωμα, καθυστέρησε την καταχώριση της αγωγής του με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο (Δέστε: Bullen and Leake and Jacob' s, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1154). " Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω όμως ότι ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που παρέχονταν επαρκείς λεπτομέρειες για το θέμα, και πάλιν το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εξετάσει θέμα καθυστέρησης. Στην αναφερθείσα υπόθεση ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ, η οποία να σημειωθεί αφορούσε οφειλή δυνάμει υπολοίπου γραμματίου συνήθους τύπου, λέχθηκε ότι : " ... Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. Το δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος αλλά το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641). Η υπεράσπιση όμως της καθυστέρησης (laches) επιτρέπεται μόνον εκεί όπου δεν προνοείται παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος, από το Νόμο. Αν προνοείται, από το Νόμο, παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος μετά από την παρέλευση κάποιου συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος τότε ο ενάγοντας δικαιούται στην πλήρη χρονική περίοδο, την οποίαν προβλέπει ο Νόμος, πριν καταστεί η αξίωση του μη προωθήσιμη (unenforceable) (Δέστε: Halsbury's, ανωτέρω, παράγραφος 1181, σελ. 641). Στην προκείμενη περίπτωση καθορίζεται περίοδος παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που βασίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου τα 15 χρόνια από την ημερομηνία κατά την οποίαν προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε: Άρθρον 3
(1)(α) του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ.15). Επίσης δυνάμει του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64 αναστάληκαν οι πρόνοιες της προαναφερόμενης νομοθεσίας. Η αναστολή (της παραγραφής) καταργήθηκε το 2002 δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου 110(I)/
- Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έστω και αν η δικογράφηση της υπεράσπισης της καθυστέρησης και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται, ήταν επαρκής, πράγμα που στην προκείμενη περίπτωση δεν συμβαίνει, (διότι στην προαναφερόμενη παράγραφο 9 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης της εναγόμενης 2-εφεσείουσας δεν εγείρεται τέτοιο ζήτημα επαρκώς), και πάλι η υπεράσπιση αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει, εφόσον η ενάγουσα-εφεσίβλητη είχε δικαίωμα να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά της, που πηγάζει από το προαναφερόμενο γραμμάτιο, μέσα σε 15 χρόνια από την γέννησή του, δηλαδή από την 1.8.1988, και αυτό χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πρόνοιες των προαναφερόμενων νόμων του 1964 και
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.10.2000 και επομένως, εν πάση περιπτώσει, από την 1.8.1988 δεν είχαν συμπληρωθεί τα 15 χρόνια τα οποία προνοούνται για την εκπνοή του αγώγιμου δικαιώματος της αποβιώσασας. Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος έφεσης μπορεί να επιτύχει. " Συνεπώς εφόσον όπως αναφέρθηκε σε άλλο σημείο ανωτέρω προνοείται παραγραφή από τον Νόμο εν σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση της υπεράσπισης της καθυστέρησης (laches). Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται ότι εφόσον η μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας έγινε αποδεκτή και μέσα από αυτήν προκύπτει ξεκάθαρα ότι ουδόλως η ενάγουσα έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα της, ενώ από την άλλη ο εναγόμενος δεν απέδειξε δυσμενή επηρεασμό του, η υπεράσπιση αυτή δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να επιτύχει. (β) Το γεγονός ότι στην επιστολή τεκμ.4 αναφέρεται ότι το ποσό αξιώνεται δυνάμει γραμματίου δεν σημαίνει ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να βασίζει την αγωγή της σε άλλη αιτία όπως π.χ. σε αυτή του δανείου (βλ. παράγραφο 14 της υπεράσπισης). Είναι στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται που προσδιορίζονται τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση / αξίωση και το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση κατέληξε ότι έχουν αποδειχθεί. Εν πάση περίπτωση σημειώνεται επίσης ότι το επίδικο γραμμάτιο ουσιαστικά επιβεβαιώνει την σύναψη του δανείου. (γ) Ο τόκος που συμφωνήθηκε και σημειώθηκε στο γραμμάτιο τεκμήριο 3 ήταν 9%, ποσοστό που επέτρεπε ο Νόμος (βλ. άρθρο 78 του Κεφ. 149) και απορρίπτεται η θέση περί δήθεν αξίωσης παράνομων τόκων (βλ. παράγραφο 15 της υπεράσπισης). Κατάληξη Εκδίδω συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου ως η απαίτηση και συγκεκριμένα για ποσό €15.035,69.- πλέον τόκο 9% επί του εν λόγω ποσού από 15/07/1995 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/ Other Actions/Final Αναφορά: Γραμμάτιο συνήθους τύπου / Συμφωνία δανείου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο