← Κύπρος

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/2008, 1/8/2016

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/2008, 1/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A350 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4498/2008 ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρέα Δημητριάδη Ενάγοντα και

  1. Ρίκκου Ερωτοκρίτου
  2. Ρίκκου Ερωτοκρίτου & Σία Εναγόμενων ---------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 01 Αυγούστου 2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα : εμφανίζεται αυτοπροσώπως (για να ακούσει απόφαση η κα Μ. Δαμιανού) Για τους Εναγόμενους 1 & 2: κ. Α. Κυπρίζογλου για Π. Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα Χρ. Ματσεντίδου) ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Τα δικόγραφα Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας συνομολόγησε κατά ή περί την 7η Ιανουαρίου 2007 συμφωνία με τους εναγόμενους 1 και 2, δικηγόρου και δικηγορικού οίκου αντίστοιχα, αναφορικά με την εκπροσώπηση του ιδίου και δύο άλλων προσώπων, ενός φυσικού (Αδούλας Κούντουρου) και ενός νομικού (Apak Agro Industries Ltd, στο εξής ΑΠΑΚ), στις συνενωμένες αγωγές με αρ. 1201/92 και 2087/93 του Ε.Δ.Πάφου, καθώς και στις συνενωμένες Εφέσεις με αρ. 11698 και
  3. Ο ενάγοντας είχε αναλάβει ευθύνη έναντι των εναγομένων 1 και ή 2, όπως επίσης έναντι του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας APAK και της Αδούλας Κούντουρου, να αποπληρώσει όλα τα δικαστικά και ή δικηγορικά έξοδα που θα προέκυπταν από την προώθηση των εν λόγω υποθέσεων. Σύμφωνα δε με τον ενάγοντα καταβλήθηκαν στους εναγόμενους συγκεκριμένα ποσά με βάση τη συμφωνία (Λ.Κ.10.000.- στις 08/01/07, Λ.Κ.500.- στις 22/01/07 και Λ.Κ.10.500.- στις 28/02/07), πλην όμως οι εναγόμενοι παρέβηκαν την συμφωνία τους, ως εκ της μη έγκαιρης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στις υποθέσεις από πλευράς τους, της μη παρουσίας του εναγομένου 1 σε συγκεκριμένες εμφανίσεις και της εμφάνισης άλλου δικηγόρου στο Δικαστήριο κατά παράβαση της συμφωνίας ότι τις υποθέσεις θα χειριζόταν προσωπικά ο εναγόμενος 1 και εν τέλει με την δήλωση των εναγομένων στις 13/03/07 ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να χειριστεί τις υποθέσεις και την πρόταση για χειρισμό της υπόθεσης από άλλο νεαρότερο και λιγότερο έμπειρο δικηγόρο, αλλά και την απόσυρση τους από τις υποθέσεις αμέσως μετά. Είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι η καταβολή των εν λόγω ποσών έγινε υπό περιστάσεις που συνιστούσαν δόλο και ή απάτη και ή εξυπακουόμενου και ή αδικαιολόγητου πλουτισμού σε βάρος του ενάγοντα και οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται οιασδήποτε αμοιβής και ή η αντιπαροχή της συμφωνίας εξέπεσε και ή απέτυχε. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν κατά ή περί τις 14/03/07 στο Ε. Δ. Πάφου και ζήτησαν άδεια να αποσυρθούν από δικηγόροι του ενάγοντα και των υπόλοιπων διαδίκων που αντιπροσώπευαν, και το Δικαστήριο κατά ή περί τις 16/03/07 έδωσε την αιτούμενη άδεια. Ο ενάγοντας δε ισχυρίζεται πως οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι θα επέστρεφαν τα χρήματα που έλαβαν από τον ενάγοντα. Περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών των Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών. Ο ενάγοντας στη βάση των πιο πάνω κάλεσε τους εναγόμενους να του επιστρέψουν τα χρήματα που τους κατέβαλε αλλά αυτοί αρνήθηκαν και ή αμέλησαν. Επιπλέον συνεπεία των ενεργειών και ή παραλείψεων των εναγομένων ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως υπέστη ζημιές και απώλειες. Ως εκ των ανωτέρω ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι τελευταίοι δεν δικαιούνται οποιασδήποτε αμοιβής καθώς επίσης τόσο τα ποσά που κατέβαλε στους εναγόμενους όσο και τα ποσά που αφορούν οι ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Αξιώνει περαιτέρω γενικές αποζημιώσεις καθώς και τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι 1 και 2 με την Υπεράσπιση που καταχώρησαν παραδέχονται σημειώνεται εξ' αρχής τόσο την συνομολόγηση της ρηθείσας συμφωνίας με τον ενάγοντα, όσο και την καταβολή σε αυτούς των ποσών που ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Όπως επίσης παραδέχονται πως ζήτησαν άδεια και αποσύρθηκαν από δικηγόροι στις υποθέσεις ως αναφέρεται πιο πάνω. Αρνούνται όμως ότι παρέβησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο την μεταξύ τους συμφωνία και αντίθετα ισχυρίζονται ότι είναι ο ενάγοντας που παρέβη τους όρους της συμφωνίας και ή την τερμάτισε. Η παράβαση συνίστατο στο ότι ο ενάγοντας δεν ετοίμασε ως είχε υποσχεθεί μέχρι τις 14/03/07 δηλώσεις οι οποίες θα υπογράφονταν από τον ίδιο και τους μάρτυρες οι οποίοι θα κατέθεταν υπέρ του ενάγοντα στις επίδικες υποθέσεις, στην ακροαματική διαδικασία ως μέρος της κυρίως εξέτασης τους με βάση το άρθρο 25 του Κεφ.9 ή και στην άρνηση του να γίνουν τέτοιες δηλώσεις. Επίσης αρνούνται ότι δήλωσαν κατά την απόσυρση τους από τις υποθέσεις πως θα επιστρέψουν στον ενάγοντα τα χρήματα του. Τέλος, αναφέρουν ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε επιστροφή χρημάτων ή σε αποζημιώσεις και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής. Στην Απάντηση του ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους και επαναλαμβάνει ως αληθή τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης του. Προβάλλει δε περαιτέρω τη θέση ότι ουσιαστικά οι εναγόμενοι υπόσχονταν προσωπική εμφάνιση του εναγομένου 1 και προώθηση των υποθέσεων μέχρι την ολοκλήρωση τους, ως ότου κατάφεραν να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό της πάγιας συμφωνημένης αμοιβής και επιπλέον ποσό και όταν πέτυχαν το στόχο τους με διάφορες προφάσεις αποσύρθηκαν από την υπόθεση. Περαιτέρω κωλυσιεργούσαν την Ακρόαση των υποθέσεων μέχρι που εισέπραξαν το ποσό της συμφωνίας και αποσύρθηκαν. Σε ότι αφορά επίσης τον ισχυρισμό ότι ανέλαβε να ετοιμάσει δηλώσεις, αναφέρει ότι αυτό παραβιάζει τον Περί Δικηγόρων Νόμο και ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε του γνωστοποίησαν εγγράφως με οποιοδήποτε τρόπο ότι είχε καθήκον να ετοιμάσει δηλώσεις και ότι παρέβηκε τέτοιο όρο και ή ότι τέτοιος όρος ήταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας και ή ότι οι εναγόμενοι τερμάτισαν τη συμφωνία ως αποτέλεσμα παράβασης ουσιαστικού όρου. Παραδεκτά γεγονότα Στη βάση ειδοποίησης για παραδοχή γεγονότων του ενάγοντα προς τους εναγόμενους ημερ.18/09/15, οι εναγόμενοι ανταποκρίθηκαν και καταχώρησαν στις 22/09/15 σχετική ειδοποίηση με την οποία προβαίνουν στα εξής παραδεκτά γεγονότα:
  4. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο Ενάγοντας ήταν διάδικος στις συνενωμένες πολιτικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και στις συνενωμένες Εφέσεις με αρ. 11698 και
  5. Ο εναγόμενος 1, ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, δικηγόρος, ο οποίος ασκούσε δικηγορία και είχε το γραφείο του στην Οδό γωνίας Κάνιγγος και Ολυμπίων, Themis Tower, 2ος όροφος, 3305 Λεμεσός.
  6. Ο ενάγοντας ανέλαβε έναντι του Εναγόμενου 1, προσωπική ευθύνη για την καταβολή των δικηγορικών εξόδων που θα προέκυπταν από την εκδίκαση των υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και των Εφέσεων με αρ. 11698 και
  7. Ο Ενάγοντας κατέβαλε, κατά ή περί την 8η Ιανουαρίου 2007, στον Εναγόμενο 1, ποσό £10.000 (€17.086,01) με επιταγή που εκδόθηκε για λογαριασμό του Ενάγοντα, από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd, με αρ.
  8. Η πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο 1 και τους εξουσιοδοτημένους κομιστές του και πληρώθηκε από την εκδότρια Τράπεζα.
  9. Ο Επίσημος Παραλήπτης, με επιστολή του, ημερομηνίας 15/01/2007 (και όχι 15/01/2014 όπως προφανώς εκ λάθους αναφέρεται στην ειδοποίηση παραδεκτών γεγονότων - βλ. τεκμήριο 19, που είναι παραδεκτό με βάση την ειδοποίηση παραδεκτών εγγράφων πιο κάτω), έδωσε διοριστήριο δικηγόρου στον Εναγόμενο 1, για να εμφανιστεί για την υπό εκκαθάριση εταιρεία ΑΠΑΚ, στις υποθέσεις 1201/92 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, καθώς και στην Πολιτική Έφεση με αρ.
  10. Ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 ποσό £500,00 (€854,30), με επιταγή με αρ. 13369395, που εκδόθηκε για λογαριασμό του Ενάγοντα από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε από τον Εναγόμενο 1 και τους εξουσιοδοτημένους κομιστές του και πληρώθηκε από την Τράπεζα.
  11. Στις 07/02/2007, ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Σημείωμα Αλλαγής Δικηγόρου, εκ μέρους των Εναγομένων.
  12. Την 28/02/2007, ο Εναγόμενος 1 κατέβαλε ποσό £10,500 (€17.940,32), με επιταγή με αρ. 13369416, που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd.
  13. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε να εκπροσωπεί τον Ενάγοντα και τους άλλους διαδίκους προσωπικά, λόγω διαφωνίας στο χειρισμό της υπόθεσης με τον ενάγοντα και ως εκ τούτου, ο εναγόμενος 1 αποσύρθηκε από δικηγόρος των Εναγομένων, κατά ή περί την 14/03/
  14. Είναι παραδεκτοί επίσης από πλευράς εναγομένων 1 και 2, λαμβάνοντας υπόψη την Υπεράσπιση τους, οι εξής ισχυρισμοί του ενάγοντα στην έκθεση απαίτησης του (Ε/Α) (κάποιοι εκ των ισχυρισμών αυτών σημειώνεται έγιναν παραδεκτοί και με την ειδοποίηση παραδεκτών γεγονότων πιο πάνω). Η παράγραφος 2 της Ε/Α (βλ. παράγρ.3 υπεράσπισης) δηλ.:
  15. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις στην παρούσα αγωγή χρόνους δικηγόρος ο οποίος ασκούσε δικηγορία και είχε το γραφείο του στην οδό Γωνίας Κάνιγγος και Ολυμπίων, Themis Tower, 2ος όροφος, 3305 Λεμεσός. Η παράγραφος 3 της Ε/Α (βλ. παράγρ.4 υπεράσπισης) δηλ.:
  16. Ο Εναγόμενος αρ. 2 ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις στην παρούσα αγωγή χρόνους δικηγορικός οίκος ο οποίος ασκούσε δικηγορία και είχε τα γραφεία του στην οδό Κάνιγγος και Ολυμπίων Themis Tower, 2ος όροφος, 3305 Λεμεσός. Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 της Ε/Α (βλ. παράγρ.5 υπεράσπισης) δηλ.:
  17. Κατά ή περί την 7η Ιανουαρίου 2007 συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και/ή 2 (εφ εξής καλούμενη «Η Συμφωνία») η οποία, μεταξύ άλλων, διελάμβανε τα ακόλουθα: 4.
  18. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα εμφανίζονταν ως δικηγόρος του Ενάγοντα καθώς και της Αδούλας Κυριάκου Κούντουρου και του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd (εφεξής καλούμενων «των Διαδίκων»), στις συνενωμένες αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και στις συνενωμένες Εφέσεις με αριθμό 11698 και 11699 (Άρθρο 1.1 Συμφωνίας), των οποίων η κλίμακα αγωγής ήταν πέραν του £1.000.000=. 4.
  19. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα χειριζόταν προσωπικά τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις μέχρι την ολοκλήρωση τους (Άρθρο 1.1 Συμφωνίας). 4.
  20. Θα γινόταν εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1 έγκαιρη και αποτελεσματική προετοιμασία για προώθηση των υποθέσεων των Διαδίκων στις πιο πάνω αναφερόμενες αγωγές και εφέσεις (Άρθρα 4.2, 4.3 και 4.4). 4.
  21. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα παρευρισκόταν στο Δικαστήριο Πάφου την Δευτέρα 8.1.2007 (και όχι 9.1.07 όπως εκ λάθους συμφωνούν οι δύο πλευρές σημειώθηκε στη συμφωνία - εξάλλου αυτό συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας και σχετικό είναι το τεκμήριο 43) και θα καταχωρούσε εμφάνιση για τους Διαδίκους στις υποθέσεις 1201/92 και 2087/93 και για ακρόαση των υποθέσεων των Διαδίκων (Άρθρο 4.5 Συμφωνίας). 4.
  22. Η αμοιβή των Εναγομένων 1 και/ή 2 είχε καθοριστεί και για τις 2 ομάδες υποθέσεων (Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και Ανώτατο Δικαστήριο) στις £25.000 πάγιο ποσό πλέον £500 λίρες ανά ημέρα ακρόασης (Άρθρο 2.1). 4.
  23. Επιπλέον ο Ενάγοντας θα κατέβαλε στους Εναγόμενους αρ. 1 και/ή 2, σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων του στις συνενωμένες Εφέσεις, ποσό £50.000 (Άρθρο 2.2 Συμφωνίας) και για τις υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ποσό £25.000 (Άρθρο 2.3 Συμφωνίας).
  24. Ο Ενάγοντας καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους είχε αναλάβει ευθύνη έναντι των Εναγομένων αρ. 1 και/ή 2 και του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Apak Agro Industries Ltd καθώς και της Αδούλας Κούντουρου, να αποπληρώσει όλα τα δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα που θα προέκυπταν από την προώθηση των υποθέσεων του Ε. Δ. Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93 καθώς και των Εφέσεων με αρ. 11698 και
  25. Με βάση το Άρθρο 3.1 της Συμφωνίας, ο Ενάγοντας κατέβαλε την 8η Ιανουαρίου 2007 στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ποσό £10.000 (€17.086,01) με επιταγή που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd με αρ.
  26. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή τους εξουσιοδοτημένους κομιστές τους και πληρώθηκε από την Τράπεζα. Μέρος της παραγράφου 7 της Ε/Α (βλ. παράγρ.6 υπεράσπισης) δηλ.:
  27. Με βάση την Συμφωνία και τις διευθετήσεις μεταξύ του ενάγοντα αρ. 1 και των Εναγομένων 1 και/ή 2 ο Εναγόμενος αρ. 1 θα έπρεπε να παρευρεθεί στο Δικαστήριο Πάφου την Δευτέρα 8.1.2007 και ώρα 9:00 π.μ. για να εμφανιστεί για τους Διαδίκους στις υποθέσεις του Ε.Δ. Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, με σκοπό της συνέχισης της ακρόασης των υποθέσεων. (μη παραδεκτό εκ της παραγράφου αυτής ότι η εμφάνιση θα γινόταν «με σκοπό της συνέχισης της ακρόασης των υποθέσεων»). Μέρος της παραγράφου 11 της Ε/Α (βλ. παράγρ.10 υπεράσπισης) δηλ.:
  28. Κατά ή περί την 17/1/2007, και σε άλλους χρόνους, ο Ενάγοντας γνωστοποίησε γραπτώς και προφορικώς στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ότι η ακρόαση των συνενωμένων υποθέσεων 1201/92 και 2087/93 είχε οριστεί στις 6 και 7 Φεβρουαρίου 2007 και ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί και εμφανιστεί ο Εναγόμενος αρ. 1 στο Δικαστήριο με βάση τις πρόνοιες της Συμφωνίας τους. (μη παραδεκτό εκ της παραγράφου αυτής ότι «υπήρχε υποχρέωση του εναγομένου 1 να εμφανιστεί προσωπικά στο επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες»). Η παράγραφος 12 της Ε/Α (βλ. παράγρ.11 υπεράσπισης) δηλ.:
  29. Στις 22/1/2007 ο Ενάγοντας, κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων 1 και/ή 2, κατέβαλε στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ποσό £500,00 με επιταγή αρ. 13369395 που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή τους εξουσιοδοτημένους κομιστές τους και πληρώθηκε από την Τράπεζα. Οι παράγραφοι 15 και 16 της Ε/Α (δια της μη ρητής άρνησης τους στην Υπεράσπιση) δηλ.:
  30. Ο εναγόμενος αρ.1 εμφανίστηκε στις 12/02/2007 χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε προετοιμασία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 1 και/ή 2 για την ακρόαση της υπόθεσης, όπου και πάλι ζήτησε αναβολή.
  31. Η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση στις 14/02/
  32. Ο εναγόμενος αρ.1 και πάλι ζήτησε αναβολή. Ο ενάγοντας και πάλι καταδικάστηκε στα έξοδα. Η παράγραφος 18 της Ε/Α (βλ. παράγρ.15 υπεράσπισης) δηλ.:
  33. Στις 27/02/2007 οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 απαίτησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ποσό £10.500 (€17.940,32) με βάση την Συμφωνία. Ο Ενάγοντας την 28/02/2007, αφού έτυχε επιβεβαίωσης από τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι θα χειριζόταν προσωπικά τις υποθέσεις του ως προέβλεπε η Σύμβασης, ανταποκρίθηκε στην απαίτηση των Εναγομένων 1 και/ή 2 καταβάλλοντας ποσό £10.500 (€17.940,32) με επιταγή αρ. 13369416 που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd, και σε συνοδευτική επιστολή τόνισε την προσήλωση του Ενάγοντα στους όρους της Συμφωνίας και ειδικότερα της προϋπόθεσης ότι θα χειριζόταν προσωπικά ο Εναγόμενος αρ. 1 τις υποθέσεις του Ενάγοντα και των άλλων συνδεομένων προσώπων. Η παράγραφος 19 της Ε/Α (βλ. παράγρ.16 υπεράσπισης) δηλ.:
  34. Την 12/03/2007 οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 ζήτησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τον Ενάγοντα να συναντηθούν στα γραφεία των Εναγομένων την 13/03/2007 και ώρα 7:00 μ.μ. για να προετοιμαστούν για την ακρόαση. Μέρος της παραγράφου 21 της Ε/Α (βλ. παράγρ.18 της υπεράσπισης) δηλ.:
  35. Εκπρόσωπος των εναγομένων αρ.1 και ή 2 εμφανίστηκε κατά ή περί την 14/03/2007 ενώπιον του Ε.Δ.Πάφου και ζήτησε άδεια για απόσυρση δηλώνοντας ότι οι εναγόμενοι 1 και ή 2 θα επέστρεφαν τα χρήματα που έλαβαν από τον ενάγοντα. (μη παραδεκτή εκ της παραγράφου αυτής είναι η τελευταία φράση ότι δηλαδή «οι εναγόμενοι 1 και ή 2 δήλωσαν ότι θα επέστρεφαν τα χρήματα που έλαβαν από τον ενάγοντα»). Παραδεκτά Έγγραφα Στη βάση ειδοποίησης για παραδοχή εγγράφων του ενάγοντα προς τους εναγόμενους ημερ.18/09/15, οι εναγόμενοι επίσης ανταποκρίθηκαν και καταχώρησαν στις 22/09/15 σχετική ειδοποίηση με την οποία προβαίνουν στα εξής παραδεκτά έγγραφα:
  36. 11/12/2006 Επιστολή Ενάγοντα προς τον Επίσημο Παραλήπτη (τεκμ.4)
  37. 10/01/2007 Επιστολή Ενάγοντα προς Εναγόμενο 1 (τεκμ.18)
  38. 15/01/2007 Επιστολή Επίσημου Παραλήπτη προς Εναγόμενο 1 (τεκμ.19)
  39. 16/01/2007 Επιστολή Εναγομένου 1 προς Τσιρίδη (τεκμ.21)
  40. 16/01/2007 Επιστολή Ενάγοντα προς Τσιρίδη (δεν έχει κατατεθεί ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια επιστολή)
  41. 16/01/2007 Επιστολή Εναγόμενου 1 προς Ενάγοντα (τεκμ.22)
  42. 02/02/2007 Επιστολή Εναγόμενου 1 προς Ενάγοντα (τεκμ.28)
  43. 07/02/2007 Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου (τεκμ.54)
  44. 17/03/2007 Επιστολή Ενάγοντα προς Επίσημο Παραλήπτη (τεκμ.38)
  45. 08/01/2007 Επιταγή με αρ. 13369382 Alpha Bank Ltd (τεκμ.15)
  46. 31/05/2007 Απόφαση Πρωτοκολλητή (τεκμ.42) H μαρτυρία Για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσαν 2 μάρτυρες και συγκεκριμένα ο ίδιος ο ενάγοντας (ΜΕ1) και ο Ματθαίος Αταλιώτης (ΜΕ2). Για τους εναγόμενους κατέθεσε 1 μάρτυρας και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 1 (ΜΥ1). Παρεμβάλλω εδώ ότι ομολογουμένως κατωτέρω γίνεται μια εκτεταμένη παράθεση της μαρτυρίας τόσο του ΜΕ1 όσο και του ΜΥ
  47. Όμως αναφέρω ότι τούτο κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να αναδειχθούν με πιο ξεκάθαρο τρόπο τα στοιχεία που εντόπισε το Δικαστήριο εν σχέση με τις μαρτυρίες αυτές και αναφέρονται στην ενότητα «Αξιολόγηση μαρτυρίας» πιο κάτω. ΜΕ1 Ανδρέας Δημητριάδης (ενάγοντας) Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε αρχικά πως κατά τους ουσιώδεις χρόνους της αγωγής ήταν διάδικος στις συνενωμένες πολιτικές υποθέσεις του Ε.Δ. Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και στις συνενωμένες εφέσεις 11698 και 11699, καθώς και σε ορισμένες άλλες εφέσεις επί ενδιάμεσων θεμάτων. Περί τον Οκτώβριο 2006 με αρχές Νοεμβρίου 2006 αποφάσισε, με εξουσιοδότηση και των άλλων εναγομένων και εξ' ανταπαιτήσεως εναγόντων καθώς και εφεσειόντων στις αναφερόμενες δικαστικές υποθέσεις, δηλαδή της Αδούλλας Κούντουρου και της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd (ΑΠΑΚ), να ενισχύσουν την εκπροσώπηση τους στις δικαστικές αυτές υποθέσεις με επιπρόσθετο δικηγόρο ο οποίος θα είχε την ευθύνη χειρισμού των υποθέσεων μαζί με τους υφιστάμενους δικηγόρους Κώστας Τσιρίδης & Σία. Ακολούθως εξήγησε και έδωσε λεπτομέρειες για το ιστορικό και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι 1 και 2, δικηγόρος και δικηγορικός οίκος αντίστοιχα, ανέλαβαν τον χειρισμό των υποθέσεων πιο πάνω και πως κατέληξαν τα μέρη στη συμφωνία ημερ.07/01/07, τεκμ.
  48. Είχε αναλάβει προσωπικά την ευθύνη ανέφερε έναντι των εναγομένων 1 και 2 και του Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της ΑΠΑΚ καθώς και της Αδούλλας Κούντουρου να πληρώσει όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα που θα προέκυπταν από την προώθηση των υποθέσεων. Με βάση το άρθρο 3.1 της Συμφωνίας (τεκμήριο 14) κατέβαλε στους εναγόμενους 1 και 2 ποσό €17.086,01 (ΛΚ10.000) με επιταγή την οποία εισέπραξαν (βλ. τεκμήριο 15), όμως ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να εμφανιστεί στις 8.1.07 που ήταν ορισμένες οι συνενωμένες αγωγές στο Δικαστήριο Πάφου παρά τη συμβατική του υποχρέωση με αποτέλεσμα να προκύψει απώλεια και ζημιά στον ίδιο και κίνδυνος να απορριφθεί η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του και καταδικάστηκε στα έξοδα της αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 17.1.07 για να καταχωρήσει εμφάνιση ο εναγόμενος 1 με έξοδα σε βάρος του. Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε επικοινωνία που υπήρξε με τους εναγόμενους 1 και 2 για την αναβολή της υπόθεσης και υπήρξε βεβαίωση του εναγομένου 1 για εμφάνιση του στις 17.1.
  49. Αναφέρθηκε επίσης σε αλληλογραφία που υπήρξε για αποστολή προς τους εναγόμενους κάποιων εγγράφων που αφορούσαν τις εφέσεις (βλ. τεκμήρια 17 και 18), όπως και στην αποστολή διοριστήριων προς τους εναγόμενους από τον Επίσημο Παραλήπτη στις 15.1.07 (βλ. τεκμήριο 19). Μετά τη συγκατάθεση των Κώστας Τσιρίδης & Σία για την εμφάνιση των εναγομένων 1 και 2 στις υποθέσεις και την συνομολόγηση της συμφωνίας τεκμ.14 με τους εναγόμενους 1 και 2, οι Κώστας Τσιρίδης & Σία αποφάσισαν να αποσυρθούν από τις υποθέσεις διεκδικώντας από τον ίδιο επιπρόσθετο ποσό το οποίο απαιτούσαν να πληρωθεί πριν οι εναγόμενοι καταχωρήσουν εμφάνιση παρά το γεγονός ότι είχαν δώσει άνευ όρων συγκατάθεση για την εμφάνιση των εναγομένων. Για το θέμα προγραμματίστηκε συνάντηση με τους εναγόμενους στις 15.1.07 και σχετική είναι και η επιστολή που έστειλε στον εναγόμενο 1, τεκμήριο
  50. Οι εναγόμενοι σε απάντηση της απαίτησης των Κώστας Τσιρίδης & Σία να μην καταχωρήσουν εμφάνιση απέστειλαν την επιστολή τεκμήριο
  51. Ο εναγόμενος 1 και πάλι δεν εμφανίστηκε την 17.1.07 (είναι προφανές ότι η αναφορά στο 2008 (17.1.2008) στην 1η γραμμή της παραγράφου 37 του τεκμηρίου 1 έγινε εκ λάθους) κατά την ακρόαση των υποθέσεων 1201/92 και 2087/93 οπότε και πάλι καταδικάστηκε στα έξοδα της αναβολής και κινδύνευσε να απορριφθεί η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Η ακρόαση των υποθέσεων αναβλήθηκε για τις 6 και 7 Φεβρουαρίου 2007, κάτι που γνωστοποίησε στους εναγόμενους γραπτώς (βλ. τεκμήριο 23) και προφορικώς. Οι εναγόμενοι στις 22.1.07 απαίτησαν ποσό ΛΚ500 για δύο εμφανίσεις στην Πάφο και παρόλο που δεν καταχώρησαν σημείωμα αλλαγής δικηγόρου τους κατέβαλε το ποσό αυτό. Οι εναγόμενοι τελικά καταχώρησαν στις συνενωμένες υποθέσεις αρ. 1201/92 και 2087/93 του Ε.Δ. Πάφου ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 7.2.
  52. Το θέμα των εξόδων των δικηγόρων Κώστα Τσιρίδη & Σία διευθετήθηκε με την υπογραφή συμφωνίας στις 6.2.07, πριν την ώρα εμφάνισης για τις υποθέσεις του Ε.Δ. Πάφου, και αφού προηγήθηκε σχετική αλληλογραφία (βλ. τεκμήρια 26-28). Οι Κώστας Τσιρίδης & Σία απέστειλαν σχετικά επιστολή στους εναγόμενους (βλ. τεκμήριο 29) όμως και πάλι ο εναγόμενος 1 δεν παρουσιάστηκε και ούτε καταχώρησε εμφάνιση και η υπόθεση αναβλήθηκε για την επομένη 7.2.
  53. Καταδικάστηκε να καταβάλει τα έξοδα της αναβολής. Στις 6.2.07 απέστειλε επιστολή στον εναγόμενο 1 καταγράφοντας τα γεγονότα (βλ. τεκμήριο 30) και τον ενημέρωνε ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για προγραμματισμό την επόμενη ημέρα 7.2.
  54. Στις 7.2.07 ο εναγόμενος 1 και πάλι δεν παρουσιάστηκε αλλά απέστειλε άλλο δικηγόρο του γραφείου του που καταχώρησε σημειώματα αλλαγής δικηγόρου εκ μέρους των εναγομένων και ζήτησε αναβολή. Καταδικάστηκε και πάλι στα έξοδα της αναβολής. Στις 8.2.07 απέστειλε φαξ στον εναγόμενο 1 (βλ. τεκμήριο 31) με το οποίο του γνωστοποιούσε ότι οι αγωγές ήταν ορισμένες για ακρόαση τη Δευτέρα 12.2.07 και ζητούσε συνάντηση για προετοιμασία. Δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από τον εναγόμενο 1, ούτε και σε τηλεφωνήματα του για το θέμα αυτό, ο εναγόμενος 1 δε εμφανίστηκε στις 12.2.07 χωρίς να προηγηθεί προετοιμασία όπου και ζήτησε αναβολή. Και πάλι καταδικάστηκε στα έξοδα. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.2.07 και ο εναγόμενος 1 πάλι ζήτησε αναβολή και καταδικάστηκε στα έξοδα. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε στις 21.2.07 για ακρόαση αίτησης τροποποίησης. Εμφανίστηκε άλλος δικηγόρος κατά παράβαση της συμφωνίας τους. Στις 27.2.07 οι εναγόμενοι απαίτησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) ποσό ΛΚ10.500 με βάση τη συμφωνία. Την 28.2.07 αφού έτυχε επιβεβαίωσης από τον εναγόμενο 1 ότι θα χειριζόταν προσωπικά τις υποθέσεις του ως προέβλεπε η συμφωνία κατέβαλε το ποσό. Την 12.3.07 οι εναγόμενοι 1 και 2 του ζήτησαν με ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 33) συνάντηση στα γραφεία τους την 13.3.07 για προετοιμασία της ακρόασης. Στη συνάντηση αυτή δε τον πληροφόρησαν ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις του και του πρότειναν χειρισμό των υποθέσεων από άλλο νεαρότερο δικηγόρο του γραφείου, πρόταση που απέρριψε επιμένοντας στην αυστηρή τήρηση των όρων της συμφωνίας. Ακολούθησε επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 13.3.07 εν σχέση με πρόθεση τους να αποσυρθούν από δικηγόροι στις υποθέσεις (τεκμήριο 34). Στην επιστολή αυτή ο ίδιος απάντησε στις 14.3.07 (τεκμήριο 35) ενώ οι εναγόμενοι επανήλθαν με επιστολή ημερομηνίας 14.3.07 (τεκμήριο 36). Στις 14.3.07 δε οι εναγόμενοι εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και ζήτησαν άδεια για απόσυρση δηλώνοντας ότι θα ψηφίσουν τα έξοδα τους και ότι θα επιστρέψουν πληρωμές πέραν του ποσού που θα ψηφιστεί. Στην τελευταία επιστολή των εναγομένων απάντησε με την επιστολή ημερομηνίας 15.3.07, τεκμήριο
  55. Το Δικαστήριο στις 16.03.07, οπότε ορίστηκε η υπόθεση, έδωσε άδεια στους εναγόμενους να αποσυρθούν από δικηγόροι του και ανέβαλε την υπόθεση για την 30.3.07 για να διορίσουν άλλο δικηγόρο. Τον καταδίκασε δε και πάλιν στα έξοδα. Στις 17.3.07 οι εναγόμενοι πληροφόρησαν τον Επίσημο Παραλήπτη για την απόσυρση τους και του ζήτησαν να μην χορηγήσει σε νέους δικηγόρους τύπο διορισμού δικηγόρου διά τον λόγο ότι εκκρεμούν τα έξοδα τους (βλ. τεκμήριο 38). Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων εν σχέση με το θέμα των εξόδων (βλ. τεκμήριο 39-41). Περαιτέρω προχώρησε σε καταγγελία του εναγόμενου 1 στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος αλλά λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 ήταν βουλευτής τον συμβούλευσαν να καταχωρήσει αγωγή. Μετά την απόσυρση των εναγομένων κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για εξεύρεση δικηγόρου στο σύντομο χρονικό διάστημα που του παρεχόταν αλλά δεν τα κατάφερε και στις 30.3.07 ζήτησε αναβολή, οπότε πάλι καταδικάστηκε στα έξοδα. Οι εφέσεις 11698 και 11699 είχαν την ίδια τύχη και αναβλήθηκαν εξ υπαιτιότητας των εναγομένων 1 και 2 στις 19.1.07, 20.3.07 και 27.3.
  56. Σύμφωνα με τον ενάγοντα οι εναγόμενοι παρέβηκαν τη μεταξύ τους συμφωνία και περαιτέρω παρέβηκαν τους περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμούς. Κάλεσε επανειλημμένως τους εναγόμενους 1 και 2 να του επιστρέψουν τα χρήματα που τους κατέβαλε αλλά αυτοί αρνήθηκαν και αμέλησαν. Οι εναγόμενοι με αίτηση τους 17.4.07 ζήτησαν την ψήφιση καταλόγου εξόδων για το ποσό ΛΚ6.477,60 και με βάση την ένσταση του ο Πρωτοκολλητής απέρριψε την αξίωση τους (βλ. απόφαση Πρωτοκολλητή τεκμήριο 42). Ως συνέπεια των ενεργειών και παραλείψεων των εναγομένων 1 και 2 που αναφέρονται πιο πάνω υπέστη απώλειες και ζημιές και αξιώνει από τους εναγόμενους ως η παράγραφος 85 της γραπτής του κατάθεσης (βλ. αξιώσεις Β, Γ, Δ, Ε και Η του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης). Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε αρχικά ότι οι δύο εφέσεις με αρ. 328/05 και 143/06 στις οποίες γίνεται αναφορά στην επιστολή τεκμήριο 2 ήταν άμεσα συνδεδεμένες με τις τέσσερις άλλες υποθέσεις που ανέφερε και γι' αυτό κάνει αναφορά σε τέσσερις κύριες υποθέσεις όμως έπρεπε και αυτές να τύχουν χειρισμού και ήταν μέσα στο πακέτο της συμφωνίας. Οι επαφές με τους εναγόμενους για τον χειρισμό των υποθέσεων ξεκίνησε από τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του
  57. Προηγουμένως ετύγχαναν χειρισμού από άλλα δικηγορικά γραφεία και εξήγησε τους λόγους που απευθύνθηκε τελικά στον εναγόμενο
  58. Η συμφωνία που έγινε με τους εναγόμενους τόνισε καταγράφεται στο τεκμήριο
  59. Άσχετα με το τι προηγήθηκε της συμφωνίας και των επιστολών που του έστειλε ο εναγόμενος 1, η συμφωνία τους καταγράφεται στο τεκμήριο 14 αποκλειστικά. Εν σχέση με το ποσό των ΛΚ25.000 που αναγράφεται στον όρο 2.1 της συμφωνίας τεκμήριο 14, διαφωνεί ότι αντιπροσώπευε την παράδοση και παραλαβή των υποθέσεων από τους εναγόμενους 1 και 2, μελέτη και την προετοιμασία των υποθέσεων για το Δικαστήριο. Η αμοιβή αυτή θα πληρωνόταν νοουμένου ότι όπως αναγράφεται στους όρους 1.1 και 1.2 θα χειρίζετο ο εναγόμενος 1 προσωπικά τόσο τις εφέσεις όσο και τις υποθέσεις Ε.Δ. Πάφου μέχρι την ολοκλήρωση τους, συμπεριλαμβανομένων και των ενδιάμεσων διαδικασιών. Εάν δεν ολοκληρώνονταν οι υποθέσεις δεν θα είχαν κανένα δικαίωμα αμοιβής. Η συμφωνία τους ήταν να ολοκληρώσουν και τις τέσσερις κύριες υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων και των ενδιάμεσων διαδικασιών. Η αμοιβή του όρου 2 της συμφωνίας τεκμήριο 14 αφορούσε το αντικείμενο της συμφωνίας που είναι ο όρος
  60. Οι εναγόμενοι εισέπραξαν τα χρήματα προκαταβολικά αλλά όφειλε ο εναγόμενος 1 να ολοκληρώσει τις δικαστικές διαδικασίες στις τέσσερις υποθέσεις. Εφόσον δεν τις ολοκλήρωσε δεν δικαιούται καμίας αμοιβής. Αντίθετα οι εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους του έχουν προκαλέσει ζημιά και απώλεια όπως έχει αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο
  61. Στις 8.1.07 (και όχι 9.1.07 όπως λανθασμένα έχει καταγραφεί από τους εναγόμενους στον όρο 4.5 του τεκμηρίου 14), όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος 1 ήταν παρών στο Δικαστήριο αλλά δεν καταχώρησε εμφάνιση κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του τεκμηρίου
  62. Ως συνέπεια δε που δεν καταχώρησε εμφάνιση καταδικάστηκαν στα έξοδα της αναβολής. Και λαμβανομένου υπόψη ότι ήταν συνενωμένες δύο υποθέσεις, καταδικάστηκαν στα έξοδα και των δύο αντίδικων δικηγόρων, ήταν δηλαδή διπλό σετ εξόδων. Στις 3.1.07 ο κ. Α. Αργυρού, δικηγόρος των εναγομένων 2, όπως φαίνεται από το τεκμήριο 9 Α, Β και Γ ζητούσε από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών διοριστήριο και συνεπώς την ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση 8.1.07 δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί επίσημο διοριστήριο. Ήταν όμως συμβατική υποχρέωση των εναγομένων να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης με βάση τον όρο 4.5 του τεκμηρίου 14 ημερομηνίας 7.1.
  63. Υπήρχε αμέλεια και καθυστέρηση από πλευράς εναγομένων στο να ζητήσουν από τον Έφορο Εταιρειών διοριστήριο και σχετικά παρέπεμψε στα τεκμήρια 4 (ημερομηνίας 11.12.06), τεκμήριο 5 (ημερομηνίας 13.12.06) και τεκμήριο 6 (ημερομηνίας 14.12.06). Παρόλα αυτά οι εναγόμενοι απέστειλαν τις επιστολές τεκμήρια 9 Α, Β και Γ στον Επίσημο Παραλήπτη στις 3.1.
  64. Οι εναγόμενοι όμως θα μπορούσαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης για τα φυσικά πρόσωπα που τους έδωσαν διοριστήριο αλλά δεν το έπραξαν. Ούτε μερίμνησαν να επισπεύσουν την παραλαβή των διοριστήριων από τον Έφορο Εταιρειών. Σε σχετική υποβολή ότι παρά το ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 απέστειλαν σχετική επιστολή η συγκατάθεση ήρθε 15.1.07 και συνεπώς δεν μπορούσε πριν, ανέφερε ότι θα μπορούσε να καταχωρηθεί εμφάνιση για τα φυσικά πρόσωπα που του έδωσαν διοριστήριο και αν μεριμνούσε να στείλει επιστολές από 11.12.06 που του έστειλε την επιστολή τεκμήριο 4 τότε θα είχε πάρει έγκαιρα και τα σχετικά διοριστήρια. Τόνισε όμως ότι και μετά που πήρε τα διοριστήρια δεν καταχώρησε εμφάνιση παρά μόνον όταν πέρασαν 3-4 αναβολές. Χαρακτήρισε δε μύθο την υποβολή ότι ο λόγος που δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης έγκαιρα, τουλάχιστον για τα φυσικά πρόσωπα, ήταν γιατί παρόλο που πήγε στην Πάφο, μέχρι εκείνη την ημερομηνία εκκρεμούσε η πληρωμή των προηγούμενων δικηγόρων και με βάση τους κανονισμούς δεοντολογίας αλλά και τη σχετική Νομοθεσία δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί γιατί αν το έκανε πριν την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων θα διέπραττε πειθαρχικό αδίκημα και παρέπεμψε στο τεκμήριο 21, σε επιστολή δηλαδή των εναγομένων προς τους Κώστας Τσιρίδης & Σία, δικηγόρους, που τους πληροφορούν ότι το γραφείο τους έδωσε τη συγκατάθεση του για από κοινού χειρισμό των υποθέσεων. Κατά δεύτερον, επειδή στην εμφάνιση 8.1.07 δεν υπήρχε τέτοιο θέμα από το γραφείο Τσιρίδη αφού είναι στη συνέχεια που αποφάσισε το γραφείο Τσιρίδη να αποσυρθεί και έθεσε θέμα αμοιβής. Η εμφάνιση ήταν συμβατική υποχρέωση των εναγομένων με βάση το τεκμήριο
  65. Όταν το γραφείο Τσιρίδη ήγειρε θέμα αμοιβής η δική του θέση ήταν ότι ήταν έτοιμος να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του και όταν ψήφισε τα έξοδα του τα διευθέτησε παρόλο που ανέρχονταν σε ποσό πέραν των ΛΚ100.
  66. Πέραν τούτου εφόσον έγινε αναφορά στους Θεσμούς και στη δικηγορική δεοντολογία ανέφερε πως υπάρχει πρόνοια που λέει ότι σε ειδικές περιπτώσεις ο δικηγόρος μπορεί να καταχωρήσει εμφάνιση έστω και αν δεν πληρώθηκαν τα έξοδα του προηγούμενου συναδέλφου. Εδώ η συγκατάθεση των προηγούμενων δικηγόρων είχε δοθεί και επομένως δεν υπήρχε κανένα κώλυμα. Αντίθετα ήταν συμβατική υποχρέωση να καταχωρηθούν τα σχετικά σημειώματα εμφάνισης. Σε υποβολή ότι η συγκατάθεση Τσιρίδη δόθηκε στις 6.2.07 με το τεκμήριο 29 απάντησε ότι υπάρχει σύγχυση για τα γεγονότα. Η συγκατάθεση δόθηκε προφορικά τον Νοέμβριο 2006 και επιβεβαιώνεται έμμεσα ή και άμεσα από το τεκμήριο 21 που είναι επιστολή των εναγομένων. Επομένως το τι ακολούθησε εκ των υστέρων ήταν μια διαφοροποίηση της αρχικής θέσης Τσιρίδη όταν αποφάσισαν ότι δεν θα συνέχιζαν να τους εκπροσωπούν. Η αρχική συγκατάθεση όμως και η εμφάνιση είχαν προηγηθεί και δεν επηρέαζαν την υποχρέωση των εναγομένων να εμφανιστούν στις υποθέσεις. Ο εναγόμενος 1 είχε με βάση τον όρο 4.5 του τεκμηρίου 14 υποχρέωση να παρουσιαστεί στις 8.1.07 και να καταχωρήσει εμφάνιση για να μπορέσει να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις και επίσης σχετικές είναι οι πρόνοιες 4.2 και 4.3 της συμφωνίας. Το γεγονός ότι στις 8.1.07 και 17.1.07 ζήτησε αναβολή γιατί δεν εμφανίστηκαν οι δικηγόροι του δεν είχε επιλογή. Το ίδιο έγινε στη συνέχεια με 3-4 αναβολές ωσότου καταχωρηθεί εμφάνιση από μέρους του εναγόμενου 1 και υπέστη ζημιά με τις αναβολές αφού έπρεπε να καταβάλει τα έξοδα των δύο αντίδικων δικηγόρων που ήταν τεράστια εάν ληφθεί υπόψη ότι η κλίμακα των υποθέσεων ήταν πέραν του ενός εκατομμυρίου. Τη θέση που του υποβλήθηκε ότι η μη εμφάνιση των εναγομένων στο Ε.Δ. Πάφου οφειλόταν και στη μη έγκαιρη παράδοση των εγγράφων από πλευράς του για να μπορέσουν να προετοιμαστούν κατάλληλα για τις ακροαματικές διαδικασίες, τη χαρακτήρισε αναληθή και ανυπόστατη. Είπε δε ότι από τις 21.12.06 (βλ. τεκμήριο 7) απέστειλε όλα τα αναγκαία έγγραφα στους εναγόμενους. Αν υπήρχε τέτοιο θέμα θα έπρεπε να υπάρχει επιστολή από τους εναγόμενους που να λένε ότι «καθυστεράς την αποστολή των εγγράφων», κάτι που δεν συνέβηκε ούτε γραπτά, ούτε και προφορικά. Αντίθετα αυτός πίεζε τους εναγόμενους για να προωθηθεί η ακρόαση των υποθέσεων. Οι εναγόμενοι είχαν όλα τα έγγραφα εγκαίρως και προφασίζονταν διάφορες δικαιολογίες για να μπορέσουν να εισπράξουν το πάγιο ποσό των ΛΚ25.000 και καθυστερούσαν τις εμφανίσεις και την Ακρόαση και όταν πήραν το ποσό αποσύρθηκαν. Στις 8.1.07 έκανε πληρωμή ΛΚ10.500 με την επιταγή τεκμήριο 15 και στις 28.2.07 ποσό ΛΚ10.
  67. Είχε εκφράσει παράπονα εν τω μεταξύ και φαίνεται μέσω της αλληλογραφίας που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά προχώρησε με την πληρωμή γιατί είχε διαβεβαίωση από τον εναγόμενο 1 ότι από τούδε και στο εξής η ακρόαση της υπόθεσης θα προωθείτο ομαλά και κανονικά και του επανέλαβε ότι την υπόθεση θα χειριζόταν ο ίδιος και γι' αυτό του έστειλε και την επιστολή τεκμήριο 32, ημερομηνίας 28.2.
  68. Ήταν συμβατική του υποχρέωση να προβεί στις πληρωμές στις οποίες προέβηκε, νοουμένου ότι οι εναγόμενοι θα υλοποιούσαν το αντικείμενο της συμφωνίας. Από τη στιγμή που δεν υλοποίησαν το αντικείμενο της συμφωνίας θα πρέπει να επιστρέψουν τα χρήματα που έλαβαν. Ερωτώμενος για τη συνάντηση ημερομηνίας 13.3.07 στα γραφεία των εναγομένων, ανέφερε ότι ο εναγόμενος 1 στη συνάντηση αυτή προσπάθησε να τον πείσει ότι λόγω υποχρεώσεων του στη Βουλή και άλλων υποχρεώσεων δεν μπορούσε να παρευρεθεί ο ίδιος προσωπικά στην Ακρόαση των υποθέσεων και θα διόριζε άλλο δικηγόρο. Αμέσως του είπε ότι παραβιάζονται οι όροι της συμφωνίας και ουσιαστικά το θέμα έκλεισε εκεί. Του είπε τότε ότι θα αποσυρθεί από τις υποθέσεις. Καμιά διαφορά δεν υπήρξε όσον αφορά τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Σε υποβολές ότι προέκυψε διαφωνία γιατί του έγινε εισήγηση να γίνουν γραπτές δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξοικονομηθεί χρόνος και αρνήθηκε, απάντησε ότι πρόκειται περί ψευδών ισχυρισμών. Είναι ο πρώτος που ήθελε να γίνουν δηλώσεις. ΜΕ2 Ματθαίος Αταλιώτης Είναι Πρωτοκολλητής στο Ε.Δ.Πάφου. Κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε διάφορα πρακτικά αναφορικά με τις συνενωμένες αγωγές 1201/92 και 2087/93 Ε.Δ. Πάφου (τεκμήρια 43-51), καθώς επίσης πρακτικά των Πολιτικών Εφέσεων 11698 και 11699 (τεκμήριο 53). Κατέθεσε ακόμη κατάλογο εξόδων των εναγόντων 1 εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στις εν λόγω αγωγές (τεκμήριο 52). Ανέφερε δε ότι εναντίον της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στις αναφερόμενες αγωγές καταχωρήθηκε Έφεση η οποία εκκρεμεί. Είπε επίσης ότι οι ενάγοντες 2 στις αγωγές πιο πάνω, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου που διέταξε όπως οι εναγόμενοι πληρώσουν στους ενάγοντες τα έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν, μπορούν να υποβάλουν κατάλογο εξόδων για υπολογισμό και έγκριση από το Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να πει πόσοι δικηγόροι υπερασπίστηκαν τους εναγόμενους στις αγωγές 1201/92 και 2087/93, διότι η υπόθεση αποτελείται από 10-12 φακέλους τους οποίους δεν είχε μαζί του και θα πρέπει για να απαντήσει να ανατρέξει σε όλους τους φακέλους. Είπε ακόμη ότι δεν γνωρίζει αν δόθηκαν στους εναγόμενους τα πρακτικά των συνενωμένων αγωγών για σκοπούς καταχώρησης των εφέσεων 11698 και
  69. Τα πρακτικά αυτά διευκρίνισε αποτελούνται από 4.000 σελίδες περίπου. Στη συνέχεια όμως αφού διευκρίνισε ότι τα πρακτικά στέλνονται στο Ανώτατο Δικαστήριο και από εκεί οι εφεσείοντες ή οι εφεσίβλητοι μπορούν να τα προμηθευτούν αφού πληρώσουν το κατάλληλο τέλος, ζήτησε χρόνο να μιλήσει με το Aνώτατο για να μπορέσει να απαντήσει στην ερώτηση κατά πόσο οι εναγόμενοι παρέλαβαν τα πρακτικά. Του δόθηκε ο χρόνος και επανερχόμενος ανέφερε ότι τα πρακτικά δόθηκαν στον κ. Ανδρέα Δημητριάδη στις 18.8.04 αφού πλήρωσε για τις 4.000 σελίδες πρακτικών Λ.Κ. 2.
  70. Τέλος, κατέθεσε ως τεκμήριο 54 δύο ειδοποιήσεις αλλαγής δικηγόρου με βάση τις οποίες διορίστηκε ως δικηγόρος ο κ. Ερωτοκρίτου στις αγωγές 1201/92 και 2087/93 του Ε.Δ. Πάφου. ΜΥ1 Ρίκκος Ερωτοκρίτου (ΜΥ1) Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφερόμενος καταρχήν στη συμφωνία τεκμήριο 14, είπε ότι η συμφωνία αφορούσε τις αγωγές 1201/92 και 2087/93 του Ε.Δ. Πάφου και περαιτέρω τις Εφέσεις 11698, 11699 και 3280/05 (η τελευταία αφορούσε αίτημα πρωτόδικα για εξαίρεση δικαστή) και την υπόθεση 143/06 ενώπιον του Εφετείου που αφορούσε αίτηση διόρθωσης πρακτικών. Η συμφωνία αυτή έγινε 7.1.07 και ο ενάγοντας απέστειλε στις 10.1.07 τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας σε σελίδες 1-3735, 8 box files υπ' αρ. 1-8 όπως επίσης απέστειλε δύο αποφάσεις και άλλα έγγραφα που αφορούσαν τις Εφέσεις. Σχετικό είναι το τεκμήριο 18 ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση διότι εκτός από τον όγκο των εγγράφων, ο ενάγοντας ήρθε στο δικηγορικό τους γραφείο μετά που είχε φύγει από το γραφείο Κώστα Τσιρίδη ενώ πριν τον εκπροσωπούσαν άλλα δικηγορικά γραφεία, οπότε δεν είχαν δια ζώσης παραστάσεις στις υποθέσεις και θα μπορούσαν να βοηθήσουν πέραν της μελέτης που έκαναν όλων αυτών των χιλιάδων σελίδων μαζί με τα έγγραφα που τους έδωσε. Δεν μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε άλλο χωρίς τη βοήθεια του ενάγοντα και αυτό το ήξερε. Με αναφορά δε στα τεκμήρια 35 και 36 ανέφερε ότι ο ενάγοντας παραβίασε μια υπόσχεση που τους είχε δώσει. Οι ίδιοι δεν παραβίασαν τη συμφωνία. Στις ενδιάμεσες διαδικασίες των υποθέσεων ουδέποτε αρνήθηκαν να πάνε. Αντίθετα από τα πρακτικά που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι οι διαδικασίες οι οποίες ξεκίνησαν από τις 8.1.07 πήγε στην Πάφο προσωπικά και τον βοηθούσε ενώ εμφανιζόταν μόνος του στην προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο να δώσει κάποιο χρόνο, κάποια αναβολή πιο κάτω, γιατί δεν είχε τακτοποιήσει βασικότατα ζητήματα όπως το ότι δεν είχε διευθετήσει το ποσό προς τον Τσιρίδη ΛΚ170.000 που τελικά πλήρωσε. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι δεν είχε κανονίσει τα διοριστήρια τα οποία αφορούσαν τους υπόλοιπους δύο εναγόμενους στην αγωγή που ήταν μια η εταιρεία και η άλλη η κα Κούντουρου, μητέρα του ενάγοντα. Συνεπώς στις 8.1.07 ήταν εκεί και τον βοηθούσε, ενώ ο Τσιρίδης τον είχε εγκαταλείψει. Και ορίζεται η υπόθεση 17.1.07 όπου ο ενάγοντας εξηγεί και πάλι στην παρουσία του ότι δεν καταχωρήθηκαν τα διοριστήρια λόγω ένστασης του κ. Τσιρίδη να διοριστούν νέοι δικηγόροι εκτός αν διευθετηθούν τα έξοδα του. Παραπέμπει δε ο μάρτυρας στα πρακτικά τεκμήριο
  71. Στις 17.1.07 ο ενάγοντας ζήτησε αναβολή για τις 30.3.07 για να διευθετήσει τα έξοδα Τσιρίδη. Οι ίδιοι δεν μπορούσαν να εμφανιστούν από τη στιγμή που ο προηγούμενος δικηγόρος δεν εμφανίστηκε. Στις 8.1.07 είχαν εξασφαλίσει το διοριστήριο από τον Επίσημο Παραλήπτη αλλά φαίνεται στη σελ. 1346 των πρακτικών ότι δεν μπορούσε να κατατεθεί λόγω του ότι δεν είχε πληρωθεί ο Τσιρίδης. Υπήρχε όμως και άλλο διάδικο πρόβλημα. Ο ενάγοντας δεν μπορούσε να εκπροσωπεί υπό την ιδιότητα του διαδίκου τους υπόλοιπους εναγομένους που ήταν τρεις. Έτσι το Δικαστήριο αντί να ορίσει την υπόθεση για τις 30.3.07 που ήταν το αίτημα την όρισε στις 6.2.07 για οδηγίες και 7.2.07 για συνέχιση της ακρόασης. Με το γραφείο Κώστα Τσιρίδη & Σία υπήρχε μια συναντίληψη, η οποία με βάση το τεκμήριο 21 ημερομηνίας 16.1.07 ήταν ότι θα χειρίζονταν μαζί την υπόθεση. Στις 6.2.07 και στις 7.2.07 δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο γιατί ήταν άρρωστος με ίωση και ο κ. Δημητριάδης ήρθε να βάλει ο ίδιος τα διοριστήρια και ζητήθηκε μισή ώρα. Εν τω μεταξύ η αμοιβή Τσιρίδη διευθετήθηκε και έγινε δήλωση στα πρακτικά και δεν είχαν ιδέα, ούτε ήταν παρών για να το μάθει. Λόγω της ασθένειας του εδόθη αναβολή για τις 12.2.07 δηλαδή έξι μέρες. Ο κ. Τσιρίδης στις 6.2.07 τους έστειλε με τηλεομοιότυπο επιστολή (τεκμήριο 29) και τους έλεγε για τη διευθέτηση της πληρωμής του. Άρα μέχρι τις 6.2.07 δεν μπορούσαν να καταχωρήσουν διοριστήρια για το λόγο ότι ο κ. Δημητριάδης δεν είχε διευθετήσει την πληρωμή των χρημάτων Τσιρίδη. Στις 6.2.07 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο κ. Κυπρίζογλου ο οποίος πέραν της ασθένειας του ΜΥ1, ζήτησε αναβολή και για τον επιπλέον λόγο ότι η άλλη πλευρά είχαν επιχειρήσει να τροποποιήσουν τον τίτλο της αγωγής. Επρόκειτο για μια υπόθεση που αφορούσε τράπεζα. Ήταν οι γνωστές ευτυχισμένες μέρες όπου η Λαϊκή Τράπεζα θα μετατρεπόταν σε Marfin Laiki και τότε άλλαξαν τίτλο οι αγωγές που εκκρεμούσαν στα Δικαστήρια και έφεραν ένσταση σε αυτήν την τροποποίηση για συγκεκριμένους λόγους που ήξερε ο κ. Δημητριάδης και προσυπέγραψε και μάλιστα επιβραβεύοντας τους ανεξάρτητα από την κατάληξη της αίτησης τους είχε πληρώσει το περίφημο ποσό των 10.000, το οποίο θέλει πίσω, τη μέρα που εκδόθηκε η απόφαση για την τροποποίηση του τίτλου που ήταν 28 Φεβρουαρίου. Σε ότι αφορά την αίτηση τροποποίησης ανέφερε επίσης ότι εκτός από ένσταση με ένορκη δήλωση, ζητήθηκε να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε απάντηση συμπληρωματικής των εναγόντων. Οι δηλώσεις αυτές ετοιμάστηκαν από τον ίδιο γιατί μόνο ο ίδιος ήξερε την υπόθεση αλλά εξυπακούετο και από τη συμφωνία. Αλλά η υπόθεση θα ήταν πάντα σε συνεργασία με τους υπόλοιπους δικηγόρους αλλά υπό τις δικές του οδηγίες. Στις 12.2.07 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και ξεκίνησε μια μακρότατη νομική επιχειρηματολογία για να πείσει το Δικαστήριο και τους αντιδίκους ότι η αίτηση τροποποίησης έπρεπε να προηγηθεί της ολοκλήρωσης της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα των εναγόντων κ. Λεονάρδου Σιάρτου. Ενήργησε δικονομικά για προάσπιση του πελάτη του και εξήγησε στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν ήταν εύκολο για το Δικαστήριο σε μια ταλαιπωρημένη και δύσκολη υπόθεση να αποδεχθεί αυτό το πράγμα. Τελικά το Δικαστήριο πείθεται και δίδεται χρόνος, καταχωρείται ένστασης και ζητήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εντός 2 ημερών. Δίδει δε ο μάρτυρας λεπτομέρειες για την εξέλιξη της υπόθεσης και της αίτησης τροποποίησης μέχρι και την έκδοση απόφασης στην αίτηση με την απόρριψη της ένστασης τους, η οποία ήταν επιμελώς προετοιμασμένη και την είδε και την διάβασε ο κ. Δημητριάδης και τους έδωσε συγχαρητήρια μετά που βγήκε η απόφαση στις 28.2 και πώς γι' αυτό τους δίνει και την επιταγή των 10.
  72. Και δεν μπορεί να καταλάβει πως συμβιβάζεται κάποιος ο οποίος πληρώνει 10.000 προς εκπλήρωση της συμφωνίας αφού προηγήθηκαν όσα προηγήθηκαν, ισχυριζόμενος ότι είχε παραβιάσει τη συμφωνία και γιατί δεν είχε προετοιμαστεί για την υπόθεση. Αφού τέλειωσε η διαδικασία με την αίτηση τροποποίησης του τίτλου, η υπόθεση ορίζεται για την αντεξέταση του Λεονάρδου Σιάρτου στις 14.3.07, και εμφανίζεται ο κ. Κυπρίζογλου και εκθέτει τι διαμείφθηκε την προηγούμενη νύχτα. Σχετικό είναι το τεκμήριο 36 δηλαδή επιστολή τους όπου εκθέτουν στον κ. Δημητριάδη το λόγο για τον οποίο ο ίδιος αθέτησε την υπόσχεση του έναντι τους, αλλά και ο ίδιος αδυνατούσε ταυτόχρονα να καταλάβει ότι είναι άτοπο που έλεγε σε σχέση με την αθέτηση της συμφωνίας τεκμήριο
  73. Μπορεί να είχαν παραλάβει πάρα πολλές σελίδες, πάρα πολλή υλικό αλλά δεν μπορούσαν χωρίς τη βοήθεια του, εφόσον δεν είχαν ζήσει την υπόθεση του κ. Δημητριάδη, να κάνουν γραπτές δηλώσεις που ισχυρίζεται ότι ήθελε να κάνει αλλά στην πράξη δεν το ήθελε. Δεν το δέχεται ότι η ακρόαση ήταν ορισμένη στις 14 και στις 13 ήρθε και δεν υπήρχαν δηλώσεις. Δεν υπήρχε καμία προετοιμασία εκ μέρους του. Στις 13 ήρθε και τους είπε ότι δεν πρόκειται, δεν δέχεται να γίνουν οποιεσδήποτε γραπτές δηλώσεις και ήθελε να προχωρήσουν με τον παραδοσιακό τρόπο λέγοντας ότι θα χρειαστεί ενάμιση χρόνο για να καταθέτει μόνον ο ίδιος. Η προετοιμασία των αναγκαίων γραπτών δηλώσεων ήταν απαραίτητες. Ο κ. Δημητριάδης μέσα σε αυτούς τους μήνες δεν ασχολείτο με τίποτε αφού οι ίδιοι ασχολούνταν με την αίτηση τροποποίησης, αλλά είχαν και το πρόβλημα ότι τους πίεζε συνέχεια ότι θα έπρεπε να επιταχύνουν τις ταχύτητες και δεν πρέπει να χάνεται χρόνος. Τα ήθελε όλα. Ήθελε να καταθέτει ενάμιση χρόνο, δεν ήθελε να γίνουν γραπτές δηλώσεις, ήθελε να γίνονται ενδιάμεσες διαδικασίες, ενστάσεις, αλλά ο ίδιος να μην δέχεται οτιδήποτε θα επιτάχυνε τη διαδικασία και χωρίς να παραβιάζει τη συμφωνία (ο ΜΥ1). Δεν παραβίασε το πνεύμα της συμφωνίας. Πλην από τις 6 και 7 (Φεβρουαρίου) που ήταν άρρωστος και δικαιολογημένα δεν ήταν στη διαδικασία, ετοίμασε όλα τα έγγραφα κατά τρόπο επιμελέστατο και στην απόφαση της αίτησης τους πλήρωσε. Δεν μπορεί τώρα να ισχυρίζεται ότι έχει παράπονο, ότι παραβιάστηκε η συμφωνία και να θέλει πίσω τις 10.000 λίρες. Κανονικά σε αυτήν την αγωγή θα έπρεπε να υπάρξει ανταπαίτηση και να ζητούν το υπόλοιπο ποσό μέχρι τις 25.000 που έκατσαν και διάβασαν 4000 σελίδες και ξόδεψαν τόσο χρόνο και έκαναν τόση δουλειά που είναι καταγραμμένη. Πώς είναι δυνατόν να έρχεται με αυτόν τον τρόπο και να ζητά πίσω τα χρήματα αυτά, μη δεχόμενος καμία συζήτηση. Τους έδωσε 15.000 συν κάτι εμφανίσεις που έγιναν. Τις 15.000 τις έδωσε επειδή έκαναν όλη αυτή την εργασία και έδωσαν πολλά, υπέστηκαν μεγάλη ταλαιπωρία για λογαριασμό του. Ήταν λάθος ενδεχομένως του δικηγόρου του που δεν έβαλαν ανταπαίτηση σε κάποιο που σε πατά μέσα στο λαιμό και ζητά πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Σχολιάζοντας στη συνέχεια την επιστολή του κ. Δημητριάδη, τεκμήριο 35, ανέφερε καταρχήν ότι η ημερομηνία 18.3.07 (βλ. 1η σελίδα, 2η παράγραφος, 1η γραμμή) είναι λανθασμένη αφού έστειλε το τεκμήριο αυτό στις 14.3.07 (σε απάντηση επιστολής του). Περαιτέρω ανέφερε ότι η συμφωνία που έκαναν ήταν ότι θα χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις συμπεριλαμβανομένων και των ενδιάμεσων διαδικασιών. Η ερμηνεία που κάνει ο κ. Δημητριάδης είναι ότι απαγορεύεται στον ίδιο (ΜΥ1) να κάνει εισήγηση ότι θα πρέπει να συνταχθούν γραπτές δηλώσεις με βάση το άρθρο 25 του Κεφ. 9, και δεν θα υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω ερώτηση ο μάρτυρας για τους εναγόμενους και στην αντεξέταση θα ήταν παρών. Παρέπεμψε σχετικά στη σελ. 1456 των πρακτικών ημερομηνίας 14.3.07 που το λέει ο κ. Κυπρίζογλου εξηγώντας τους λόγους που αποσύρεται. Ήταν υποχρέωση του να εμφανίζεται για τους εναγόμενους και να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις του Ε.Δ. Πάφου συμπεριλαμβανομένων των ενδιάμεσων διαδικασιών όμως αυτό δεν ισοδυναμεί με το να τον υποχρεώσει να εμφανίζεται οποτεδήποτε κρίνει ο κ. Δημητριάδης. Θα είχε δίκαιο ο κ. Δημητριάδης αν στο συγκεκριμένο εδάφιο 1.2 της συμφωνίας έλεγε ότι «θα εμφανίζεται σε όλες τις εμφανίσεις για τους εναγόμενους». Ο κ. Δημητριάδης παραπονείται ότι δεν χειρίστηκε ο ίδιος την υπόθεση. Την υπόθεση τη χειρίστηκε ο ίδιος. Ετοίμασε τις ένορκες δηλώσεις, πήγε στο Εφετείο και αγόρευσε, τα ετοίμασε όλα. Προσωπικός χειρισμός σημαίνει θα πρέπει να πηγαίνει και να ζητά αναβολή, να πηγαίνει και να κάνει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ. 9 και όχι να ξεκινήσουν να πηγαίνουν μέρες, βδομάδες, μήνες και να κάνουν κυρίως εξέταση, αντεξέταση, επανεξέταση. Αν το καταλαβαίνει και σήμερα έτσι τότε έχουν διαφορά. Χειρίστηκε προσωπικά και τις Εφέσεις όχι μόνο μελετώντας τη σωρεία των εγγράφων που τους παρέδωσε, αλλά κάνοντας περαιτέρω εκτεταμένη και επισταμένη μελέτη. Έγινε ακροαματική διαδικασία για τις εφέσεις, εκ των οποίων μια αφορούσε αιχμές και βέλη εναντίον συγκεκριμένου δικαστή του Ανωτάτου που τον είχε δικάσει όταν ήταν Επαρχιακός Δικαστής και του οποίου είχε ζητηθεί η εξαίρεση. Υπήρχε μια πολυπλοκότητα στις υποθέσεις του κ. Δημητριάδη εξαιτίας του τρόπου που χειριζόταν τις υποθέσεις και πήγαινε στο Ανώτατο και ήγειρε αυτά τα ζητήματα αλλά του έκανε το χατίρι να ικανοποιήσει το αίτημα του κάνοντας σωστή επαγγελματική δουλειά γιατί θεώρησε ότι υπήρχε κάποιο έδαφος να πολεμήσουν. Τα ετοίμασε όλα ο ίδιος και πήγε. Σε ό,τι αφορά το ποσό των 25.000 στην παράγραφο 3.1 του τεκμηρίου 14 αυτό αφορά την εργασία η οποία αναφέρεται εις το έγγραφο όμως τελικά εκ του αποτελέσματος η δουλειά που έγινε εκ μέρους τους αφορούσε την εκδίκαση της ενδιάμεσης απόφασης στην αίτηση τροποποίησης του τίτλου, της μελέτης όλων των εγγράφων που προηγήθηκαν μαζί με τις εμφανίσεις οι οποίες είχαν γίνει στο Εφετείο και τις αγορεύσεις μαζί με την μελέτη που προηγήθηκε και την καταχώρηση των εγγράφων που θα φανεί από τα πρακτικά που θα έρθουν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το ποσό των 10.000 που τους έδωσε είναι πεπεισμένος ότι η δουλειά τους ήταν περισσότερη και όχι να έρχεται να ζητά πίσω. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1985 ή 1986 και είναι ενήμερος για τους κανόνες δεοντολογίας. Αναφορικά με το θέμα της καταχώρησης εμφάνισης του στις υποθέσεις ανέφερε ότι αυτό δεν είναι θέμα συμφωνίας αλλά τι προβλέπουν οι δικαστικοί θεσμοί και δεν μπορεί να εμφανιστεί κάποιος δικηγόρος και να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης από τη στιγμή που εκκρεμούσε η πληρωμή του προηγούμενου δικηγόρου. Ήθελε και ο ενάγοντας αλλά και ο ίδιος να ξεκινήσουν οι υποθέσεις το συντομότερο αλλά επειδή υπήρχαν τα προβλήματα που ανέφερε, έπρεπε πρώτα να υπάρχει συγκατάθεση από τον προηγούμενο δικηγόρο. Δεν θυμάται πότε πήρε διοριστήρια από τον ενάγοντα και την εταιρεία. Δεν ανέφερε όμως προηγουμένως ότι είχε διοριστήριο από την εταιρεία 8.1.
  74. Έχουν γίνει παραδεκτά τα πρακτικά και δεν τα αμφισβητεί αλλά δεν θυμάται τι έγινε το 2007 και το
  75. Αυτό που συμφωνήθηκε, όπως φαίνεται καθαρά από την αλληλογραφία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, είναι πως το γραφείο Τσιρίδη θα παρέμενε να βοηθά μέσω του δικηγόρου Ανδρέα Χαραλάμπους. Ο κ. Χαραλάμπους θα τον βοηθούσε για να κάνει τις υποθέσεις γιατί είχε γνώση των ζωντανών διαδικασιών που προηγήθηκαν. Σε κάποια επαφή όμως ο κ. Χαραλάμπους έκανε αναφορά για τα θέματα τα χρηματικά και ότι επειδή δεν τα έβρισκαν μαζί του στο θέμα των χρημάτων και δεν μπορούσε να λυθεί το πρόβλημα, και προσπαθούσε να τον πείσει να μείνει διότι ήθελε τον κ. Χαραλάμπους όπως και ο ενάγοντας διότι είχε ζήσει τη ζωντανή διαδικασία και γνώριζε τα γεγονότα που προηγήθηκαν. Δεν θυμάται να του είχαν αποσταλεί στις 21.12.06 τα διοριστήρια του ενάγοντα και της Ανδρούλλας Κυριάκου Κούντουρου αλλά αν έχει απόδειξη δεν το αμφισβητά. Βλέποντας δε το τεκμήριο 7 είπε ότι ναι λέει ότι επισυνάπτονται τα διοριστήρια αλλά εξήγησε γιατί δεν μπορούν να κατατεθούν. Και συμφωνεί ότι όπως φαίνεται από τα πρακτικά είχαν επίσης στην κατοχή τους το διοριστήριο του Επίσημου Παραλήπτη στις 8.1.
  76. Συμφωνεί επίσης ότι αυτό που προέκυψε με την αποχώρηση του κ. Τσιρίδη ως δικηγόρου από τις υποθέσεις το πληροφορήθηκε 15.1.2007, και επιβεβαιώθηκε στις 17.1.2007 ενώπιον του Δικαστηρίου όταν ο ενάγοντας αγόρευσε για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν διαφορά με τον Τσιρίδη εν σχέση με το ποσό που του ζήτησε. Η μεταξύ τους συμφωνία, τεκμήριο 14, υπογράφηκε στις 7.1.
  77. Η παράγραφος 4.5 του τεκμηρίου 14 λέει πως θα έπρεπε να παρευρεθούν στις 8.1.07 στο Δικαστήριο Πάφου, όμως στα πρακτικά 17.1.07 δηλαδή 8 μέρες μετά υπάρχουν επανειλημμένες υποδείξεις της κας Σταματίου ότι είναι πειθαρχικό παράπτωμα να καταχωρήσει διοριστήριο Εφόρου εφόσον υπήρχε η εκκρεμότητα με τον Τσιριδη. Δεν καταχώρησε εμφάνιση στις 8.1.07 ως η συμφωνία τους παρά το ότι είχε τα διοριστήρια όλων των διαδίκων γιατί εκκρεμούσε η αμοιβή Τσιρίδη. Ερωτώμενος εδώ εν σχέσει με προηγούμενη αναφορά του ότι το πρόβλημα με Τσιρίδη εγέρθηκε πρώτη φορά στις 15.1.07 απάντησε ότι το έμαθαν και ο ενάγοντας το ήξερε από προηγουμένως. Δεν δικαιούταν να εμφανιστεί 8.1.07 και ήταν εκεί στην παρουσία και του ενάγοντα, είναι γραμμένο στα πρακτικά. Τον βοήθησε να δώσει την εξήγηση που έπρεπε. Ο Τσιρίδης έδωσε μετά τη συγκατάθεση του για να εμφανιστούν. Στις 8.1.07 ήταν μαζί του παρών στο Δικαστήριο και δεν μπορούσαν να εμφανιστούν γιατί δεν υπήρχαν διοριστήρια, δεν υπήρχαν σημειώματα. Διαφωνεί ότι με βάση σχετική πρόνοια στους Κανονισμούς των δικηγόρων μπορούσε να εμφανιστεί επειδή υπήρχε το κατεπείγον έστω και αν δεν πληρώθηκε ο προηγούμενος δικηγόρος. Χρωστούσε 170.000 του Τσιρίδη και ο ίδιος (ενάγοντας) έθεσε το πρόβλημα στο Δικαστήριο και δεν μπορούσε (ο ΜΥ1) να παρακάμψει το προηγούμενο δικηγορικό γραφείο που τον εκπροσωπούσε. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή ότι απώτερος του στόχος ήταν να εισπράξει τις 20.000 λίρες που προνοούσε η συμφωνία κι όταν τα κατάφερε βρήκε τη δικαιολογία ότι δεν δεχόταν (ο ενάγοντας) τις γραπτές δηλώσεις και ότι υπήρχε διαφορά. Απαντώντας σε σχετική υποβολή ότι δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει σε οποιοδήποτε δικηγόρο να καταχωρήσει εμφάνιση έστω και αν υπάρχουν οφειλόμενα στον προηγούμενο δικηγόρο, είπε ότι δεν ήταν δυνατό με βάση τη δεοντολογία, την ορθή πρακτική του δικηγορικού επαγγέλματος και με βάση όσα δήλωσε ο ίδιος (ενάγοντας) και τα πρακτικά, να πάει από το πλευρό και να βάλει εμφάνιση διαγράφοντας τα πάντα. Ήταν σοβαρό κώλυμα η εκκρεμότητα εξόφλησης των δικηγορικών. Θα ήταν πειθαρχικό παράπτωμα αν ο κ. Τσιρίδης επέμενε. Η Ακρόαση στις 14.
  78. δεν ξεκίνησε και είπε προηγουμένως τι έγινε στις 13.3 το βράδυ. Επανέλαβε δε ότι ένας από τους κύριους λόγους ήταν ότι ο εδώ ενάγοντας δεν αποδεχόταν να γίνει η μαρτυρία του υπό μορφή κατάθεσης-δήλωσης, επιμένοντας για τούτο, και ότι ήθελε μάρτυρα στο Δικαστήριο ενάμιση χρόνο. Σε ότι αφορά την επιστολή τεκμήριο 35 του ενάγοντα και πιο συγκεκριμένα σε αναφορά του ενάγοντα στην παράγραφο 2 ότι δεν έχει ένσταση στη χρήση δηλώσεων για συντόμευση της διαδικασίας, οπότε του υποβλήθηκε δεν υπήρχε στην ουσία διαφορά, απάντησε ότι τον ενάγοντα διαψεύδουν τα ίδια τα γεγονότα. Αν συμφωνούσε δεν θα έκανε όλη αυτή τη φασαρία στις 13.3., την προηγούμενη μέρα έναρξης της Ακρόασης. Θα ήταν έτοιμος να φέρει κάποια χαρτιά, να έκανε προετοιμασία για να γίνει η αντεξέταση του κ. Σιάρτου. Αυτό που λέει όμως στο τεκμήριο 35 είναι ότι δεν χειρίστηκε προσωπικά τις υποθέσεις. Αυτό το οποίο έλεγαν (στον ενάγοντα) είναι ότι έπρεπε να γίνουν γραπτές δηλώσεις με βάση το άρθρο 25 του Κεφ. 9 και το θεωρούσε παράβαση της δέσμευσης να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις. Όταν ήρθε στο γραφείο για την προετοιμασία του εξήγησαν ότι θα γίνουν γραπτές δηλώσεις και του εξήγησαν ότι σε όλα τα σοβαρά ζητήματα, ενδιάμεσες ή αντεξετάσεις θα ήταν παρών. Δεν θα ήταν παρών μόνον στην κυρίως εξέταση των μαρτύρων για τους εναγόμενους γιατί θα ετοιμάζονταν οι γραπτές δηλώσεις και δεν θα υποβαλλόταν άλλη ερώτηση από τους δικηγόρους τους για να χρειαστεί να είναι παρών αλλά στην αντεξέταση θα ήταν παρών για να προστατεύσει τους μάρτυρες. Θα ήταν παρών. Είναι γραμμένο. Σε υποβολή του ενάγοντα ότι έβλεπε τη συμπεριφορά του ποια ήταν και είχε υπόψη του ότι ενδεχομένως να οδηγηθούν τα πράγματα εκεί που οδηγήθηκαν αλλά δεν τον έδιωχνε γιατί τον πίεζε το Δικαστήριο και δεν είχαν άλλο χρόνο, απάντησε ότι δεν είναι έτσι τα γεγονότα. Διερωτήθηκε δε αφού τα έβλεπε τούτα από την αρχή και ένιωθε έτσι γιατί του έδωσε το ποσό που του ζήτησε με το email του αν δεν το δικαιούτο, αντί να του πει διαφωνώ και δεν θα σε πληρώσω. Εν σχέση με την επιστολή τεκμήριο 34 και την αναφορά του εναγόμενου ότι έπρεπε να ετοιμαστεί δήλωση, ανέφερε ότι δεν θυμάται να του έστειλε άλλη επιστολή που να λέει ότι έπρεπε να ετοιμάσει γραπτή δήλωση. Επανέλαβε δε τη θέση του έπρεπε να ετοιμαστούν δηλώσεις. Περαιτέρω εξέφρασε τη θέση ότι είναι ο ενάγοντας που τράβηξε τα πράγματα στα άκρα, τους έβρισε και τους κατηγόρησε για οικονομική απάτη. Σχετικές είναι οι επιστολές. Είπε ότι θα τους καταγγείλει στην Αστυνομία. Δεν υπήρχε περιθώριο να συνεργαστούν. Διερωτήθηκε ακόμα αν έκαμαν όλες αυτές τις εργασίες που είπε και υπέστησαν όλη αυτήν την ταλαιπωρία και πήραν τα χρήματα με ψευδείς παραστάσεις όταν ο Τσιρίδης τον χρέωσε 170.
  79. Δεν υπάρχει ισορροπημένος άνθρωπος να συνεργαστεί με τον ενάγοντα μετά από αυτή την τοποθέτηση. Ο ενάγοντας τράβηξε τα πράγματα στα άκρα. Όμως ακόμα και όταν τραβούσε τα πράγματα στα άκρα ο ίδιος ήταν διατεθειμένος να τον εκπροσωπεί και τους απειλούσε ότι θα τους πάρει στην Αστυνομία γιατί του έκλεψαν χρήματα. Σε σχετική ερώτηση γιατί δεν ετοίμασαν οι ίδιοι τη δήλωση και αν ήταν υποχρέωση τους, απάντησε ότι ήταν υποχρέωση τους αλλά με τη δική του βοήθεια που είχε ζήσει τα γεγονότα, όμως ο ίδιος δεν δεχόταν και έλεγε πως θα μιλά για ενάμιση χρόνο στο Δικαστήριο. Ανέφερε ακόμη ότι ο ενάγοντας έβγαζε προς τον ίδιο μια επιθετικότητα η οποία όμως καταλάβαινε ότι δεν είχε να κάνει μαζί του αλλά με τις ταλαιπωρίες που πέρασε με προηγούμενους δικηγόρους και με τις υπερβολικές χρεώσεις τους. Η δουλειά που έγινε ήταν πολύ ικανοποιητική και πολύ περισσότερη για τα λεφτά που πήραν και επιμένει σήμερα ορθά και νομικά να λέει ότι έπρεπε να ήταν παραπάνω με βάση τους Κανονισμούς. Τα έγγραφα που αναφέρονται στο τεκμήριο 18 τα πήρε. Εν σχέση με τις Εφέσεις θυμάται ότι έχει πάει στο Εφετείο και έχει παρουσιαστεί σε συγκεκριμένη διαδικασία ή διαδικασίες. Αν υπήρχαν άλλες διαδικασίες μετά τις 14.3.07 αφότου διέκοψαν τη συνεργασία τους δεν πήγε. Δέχεται ότι έλαβε ποσό 10.000 λίρες στις 8.1.07, 500 λίρες στις 22.1.07 για τις εμφανίσεις και 10.500 λίρες στις 28.2.
  80. Νιώθει ότι επιτέλεσαν και ο ίδιος και οι συνεργάτες του το έργο τους με πάσα επιμέλεια και αποτελεσματικότητα και κάνοντας πράγματα και υποχωρήσεις που δεν έκαναν για κανένα άλλο. Εισέπραξαν το συγκεκριμένο ποσό που δικαιούνταν και αν γινόταν εκτίμηση της δουλειάς έπρεπε να ζητήσουν περισσότερα για τη δουλειά που έκαναν αλλά δεν καταχώρησαν ανταπαίτηση. Δεν συμφωνά ότι με βάση τη συμφωνία τεκμήριο 14 είχαν υποχρέωση να ολοκληρώσουν όλες τις ακροαματικές διαδικασίες στο Δικαστήριο μέχρι να βγουν αποφάσεις αλλά απότυχαν να το πράξουν. Επανέλαβε δε τέλος ότι ο τρόπος που χειρίστηκαν τις υποθέσεις ήταν επιμελής και ειλικρινής. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι στις 8.1.07 δεν καταχώρησε εμφάνιση αφού το τεκμήριο 19 (διοριστήρια Εφόρου Εταιρειών για την εταιρεία) ήρθε στις 15.1.
  81. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Ανδρέας Δημητριάδης (ενάγοντας) Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τον ενάγοντα ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και σε γενικές γραμμές μου έκανε καλή εντύπωση. Όμως οφείλω εδώ να πως ότι η υπερβολή είναι ένα στοιχείο που το Δικαστήριο έχει εντοπίσει στη μαρτυρία του, όπως επίσης και κάποιες ανακρίβειες. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο εναγόμενος 1 ανέφερε παρέλειψε να εμφανιστεί στις 8.1.07 που ήταν ορισμένες οι συνενωμένες αγωγές στο Δικαστήριο Πάφου παρά τη συμβατική του υποχρέωση με αποτέλεσμα να προκύψει απώλεια και ζημιά στον ίδιο και κίνδυνος να απορριφθεί η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του και καταδικάστηκε στα έξοδα της αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης. Η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 17.1.07 για να καταχωρήσει εμφάνιση ο εναγόμενος 1 με έξοδα σε βάρος του. Πέραν του ότι όμως η υπόθεση στις 08/01/07 ήταν ορισμένη για οδηγίες και κίνδυνος απόρριψης της ανταπαίτησης του δεν υπήρχε, με βάση το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ.08/01/07 (τεκμ.43) προκύπτει ότι το Δικαστήριο αυτό που εξέτασε την συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν να δοθεί περαιτέρω χρόνος στους εναγόμενους για να μπορέσει να διοριστεί ο εναγόμενος 1 ως δικηγόρος τους, αίτημα που ικανοποίησε, και δεν εξέτασε θέμα είτε έκδοσης απόφασης εναντίον των εναγομένων είτε απόρριψης της ανταπαίτησης τους. Περαιτέρω όπως διαβάζουμε στο πρακτικό το Δικαστήριο δεν καταδίκασε τους εναγόμενους στα έξοδα, ενώ όπως σαφώς προκύπτει από τον κατάλογο εξόδων που υπολόγισε ο Πρωτοκολλητής στα πλαίσια των συνενωμένων αγωγών 1201/92 και 2087/93 προς όφελος των εναγόντων 1 (βλ. τεκμ.52 σε συνάρτηση με μαρτυρία ΜΕ2) δεν ενέκρινε έξοδα εναντίον των εναγομένων για τη συγκεκριμένη ημερομηνία (σελ.27 καταλόγου, υπ'αρ.252). (β) Ίδιους ισχυρισμούς όπως πιο πάνω προέβαλε ο ενάγοντας και για την ημερομηνία 17/01/
  82. Το πρακτικό όμως του Δικαστηρίου ημερ.17/01/07 τεκμ.44 δεν υποστηρίζει τα λεγόμενα του ενάγοντα. Εκτός του ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες και δεν τίθετο θέμα απόρριψης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, το Δικαστήριο εξέτασε εκ νέου αίτημα για να δοθεί χρόνος για διορισμό δικηγόρου και όχι οποιοδήποτε θέμα έκδοσης απόφασης εναντίον των εναγομένων και απόρριψης της ανταπαίτησης. Επίσης το Δικαστήριο δεν επιδίκασε έξοδα σε βάρος των εναγομένων, ενώ από τον υπολογισμό του Πρωτοκολλητή υπέρ των εναγόντων 1 με βάση το τεκμήριο 52 προκύπτει και πάλιν ότι έξοδα για την συγκεκριμένη ημερομηνία δεν εγκρίθηκαν (σελ.27, υπ'αρ.253). (γ) Εν σχέση με τις ημερομηνίες 06/02/07 και 07/02/07 ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος 1 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ούτε λίγο ούτε πολύ εξ' υπαιτιότητας του αναβλήθηκαν οι υποθέσεις επειδή απλά δεν παρουσιάστηκε. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα. Ο εναγόμενος 1 ασθενούσε με ίωση και τις δύο πιο πάνω ημερομηνίες και αδυνατούσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο (βλ. τεκμ. 45 και 46). Σε ότι αφορά δε τα έξοδα της 06ης/02/07 δεν καταδικάστηκε να τα καταβάλει όπως ισχυρίστηκε, αλλά η διαταγή του Δικαστηρίου ήταν έξοδα στην πορεία αλλά όχι εναντίον των εναγόντων. (δ) Στις 21/02/07 ανέφερε, κατά παράβαση της συμφωνίας που προνοούσε ότι τις υποθέσεις θα χειριζόταν ο εναγόμενος 1 προσωπικά, εμφανίστηκε άλλος δικηγόρος του γραφείου των εναγομένων χωρίς να εξασφαλιστεί προηγουμένως η συγκατάθεση του (βλ. παράγραφο 52 τεκμηρίου 1). Όμως το πρακτικό της διαδικασίας την 21η/02/07 (τεκμ. 48) δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίστηκε ο εναγόμενος 1 προσωπικά, μαζί σημειώνω με μια άλλη δικηγόρο. (ε) Στην αντεξέταση του εξέφρασε τη θέση ότι οι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν να επισπεύσουν την παραλαβή των διοριστηρίων από τον Έφορο Εταιρειών εν σχέση με την ΑΠΑΚ, και ακολούθως απαντώντας σε σχετική υποβολή ανέφερε για το θέμα αυτό ότι αν μεριμνούσαν να στείλουν επιστολές από 11/12/06 που τους έστειλε το τεκμήριο 4 τότε θα είχαν πάρει έγκαιρα τα διοριστήρια. Αυτό όμως είναι θεωρώ μια υπερβολή. Διότι ναι μεν οι εναγόμενοι συζητούσαν με τον ενάγοντα το ενδεχόμενο να αναλάβουν την υπόθεση την περίοδο αυτή, αλλά δεν είχαν ξεκαθαρίσει τα πράγματα μεταξύ τους, εξ' ου και τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου 2007 οι εναγόμενοι έθεσαν τις οικονομικές τους απαιτήσεις και έλεγαν με την επιστολή τους ημερ. 02/01/07 (τεκμ.8) ότι για να αναλάβουν ουσιαστικά τις υποθέσεις θα πρέπει να ξεκαθαρίσει το οικονομικό κομμάτι. Συνεπώς, ανεξάρτητα του ότι οι εναγόμενοι επέλεξαν να ζητήσουν διοριστήρια από τον Έφορο Εταιρειών με τις επιστολές τους ημερ. 03/01/07 (βλ. τεκμ.9 Α-Γ), πριν δηλαδή καταλήξουν οι διάδικοι στην τελική τους συμφωνία ημερ.07/01/07 (τεκμ.14), και παρεμβάλλω εδώ δεν εδόθη στο Δικαστήριο μαρτυρία περί τούτου και δεν υπάρχει εξήγηση γιατί το έπραξαν τη δεδομένη χρονική στιγμή πριν την κατάληξη τους σε συμφωνία, δεν μπορεί υπό τις περιστάσεις να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να προβούν σε ενέργειες από τις 11/12/06 και δεν το έπραξαν. Πέραν των ανωτέρω, αναφέρω ότι κατά τα λοιπά ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός κατά τη μαρτυρία του και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις, ούτε κλονίστηκε αναφέρεται η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του. Ο κορμός δε της μαρτυρίας του κατά την κρίση μου παρέμεινε αναλλοίωτος. Αποδέχομαι συνεπώς από τη μαρτυρία του όσα ανέφερε για το ιστορικό της υπόθεσης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οδηγήθηκε στο να αποταθεί στους εναγόμενους 1 και 2, ότι προχώρησε με τους εναγόμενους στη σύναψη της συμφωνίας τεκμ.14 που αφορούσε τον χειρισμό των υποθέσεων του, ότι κατέβαλε με βάση τη συμφωνία στους εναγόμενους τα ποσά που ανέφερε και ότι τελικά σε συνάντηση τους την 13/03/07 τον πληροφόρησαν ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις του και του πρότειναν χειρισμό των υποθέσεων από άλλο νεαρότερο δικηγόρο του γραφείου, πρόταση που απέρριψε επιμένοντας σε αυστηρή τήρηση των όρων της συμφωνίας. Όπως επίσης αποδέχομαι την εξέλιξη που υπήρξε στις υποθέσεις μέχρι και την απόσυρση των εναγομένων από δικηγόρων του, στο βαθμό που όσα ανέφερε δεν συγκρούονται με άλλη αναντίλεκτη μαρτυρία ως ανέφερε το Δικαστήριο πιο πάνω. ΜΕ 2 Ματθαίος Αταλιώτης Πρόκειται για Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Πάφου και η μαρτυρία του περιορίστηκε ουσιαστικά, όπως φαίνεται και πιο πάνω, στην κατάθεση κάποιων πρακτικών αλλά και στην παροχή διευκρινίσεων για θέματα που ρωτήθηκε αναφορικά με τις συνενωμένες αγωγές 1201/92 και 2087/93 Ε.Δ. Πάφου, αλλά και τις συνενωμένες εφέσεις 11698 και
  83. Όπου απάντησε σημειώνεται ότι δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να δώσει απάντηση, ήταν λογικό με βάση τους λόγους που εξήγησε. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για ένα ανεξάρτητο μάρτυρα και η μαρτυρία του γίνεται στο σύνολο της αποδεκτή, χωρίς να χρειάζεται θεωρώ κάποια ιδιαίτερη ανάλυση για την κατάληξη αυτή. Εξάλλου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου εισήγηση από οποιονδήποτε ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. ΜΥ1 Ρίκκος Ερωτοκρίτου (εναγόμενος 1) Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και τον συγκεκριμένο μάρτυρα με μεγάλη προσοχή ενώ κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο δεν είναι καλή. Κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του η οποία χαρακτηρίστηκε σημειώνω από αχρείαστη πολυλογία, διαπιστώθηκε ότι σε κάποια σημεία δεν είπε την αλήθεια, ενώ παρατηρούνται στη μαρτυρία του ανακρίβειες και αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό που έτειναν αναμφίβολα να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του ήταν οι ασάφειες και οι γενικές και αόριστες αναφορές. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατά την αρχή της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο ενάγοντας αποτάθηκε στο δικηγορικό τους γραφείο μετά που είχε φύγει από το γραφείο Κώστα Τσιρίδη. Όμως αυτό δεν ισχύει. Είναι προφανές μέσα από τη μαρτυρία ότι το γραφείο Τσιρίδη αποσύρθηκε μετά την απόφαση των εναγομένων να αναλάβουν την υπόθεση και την συνομολόγηση της συμφωνίας ημερ.07/01/07 (τεκμ.14). Εξάλλου οι ίδιοι οι εναγόμενοι στις 16/01/07 μέσω επιστολής τους (τεκμ.21), όταν πλέον ετέθη από το γραφείο Τσιρίδη θέμα πληρωμής των εξόδων του πριν την καταχώρηση οποιασδήποτε αλλαγής δικηγόρου, έλεγαν στο γραφείο Κώστα Τσιρίδη ότι η αντίληψη τους ήταν ότι θα χειρίζονταν μαζί τις υποθέσεις. Αυτό επανέλαβε σημειώνεται ο εναγόμενος 1 και κατά την αντεξέταση του. (β) Ανέφερε ότι πήγε στην Πάφο στις 08/01/07 και βοηθούσε τον ενάγοντα ενώ εμφανιζόταν μόνος του στην προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο να δώσει κάποιο χρόνο, κάποια αναβολή πιο κάτω, γιατί δεν είχε τακτοποιήσει βασικότατα ζητήματα όπως το ότι δεν είχε διευθετήσει το ποσό προς τον Τσιρίδη, το οποίο τελικά πλήρωσε. Είπε επίσης ότι ο ενάγοντας μέχρι 08/01/07 δεν είχε κανονίσει τα διοριστήρια τα οποία αφορούσαν τους υπόλοιπους δύο εναγόμενους στην αγωγή που ήταν μια εταιρεία και η άλλη η κα Κούντουρου, μητέρα του ενάγοντα. Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. i. Διότι κατ' αρχήν στις 08/01/07 δεν είχε τεθεί ακόμη θέμα εξόδων από τον Τσιρίδη, ενώ οι εναγόμενοι σύμφωνα με την επιστολή τους πιο πάνω ημερ. 16/01/07 (τεκμ.21), 8 ημέρες δηλαδή μετά την αναφερόμενη 1η εμφάνιση της 08/01/07, μιλούσαν για την αντίληψη τους περί από κοινού χειρισμού των υποθέσεων. Στην επιστολή αυτή μάλιστα εκφράζεται η έκπληξη των εναγομένων για την επιστολή Τσιρίδη ημερ.15/01/07, η οποία αν και δεν κατατέθηκε σημειώνω εντούτοις δεν υπάρχει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, εάν ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο του τεκμηρίου 21 σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία που αφορούσε το θέμα αυτό, και καταλήγει ότι ενόψει της επιστολής δεν θα καταχωρηθούν σημειώματα εμφάνισης σε όσες υποθέσεις δεν καταχωρήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει μέσα από το πρακτικό της συγκεκριμένης ημερομηνίας (τεκμ.43) διαφαίνεται ότι το αίτημα αναβολής δεν συναρτήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με θέμα εξόδων του γραφείου Τσιρίδη. Όμως εδώ έχει σημασία θεωρώ να αναφερθεί και το εξής. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 1, όταν προφανώς αντιλήφθηκε ότι λέγοντας πως το πρόβλημα με τον Τσιρίδη εγέρθηκε για 1η φορά στις 15/01/07 παρέμενε χωρίς υπόβαθρο η μέχρι εκείνη τη στιγμή επαναλαμβανόμενη του θέση ότι δεν μπορούσε να καταχωρηθεί εμφάνιση στις 08/01/07 επειδή δεν είχε τακτοποιηθεί το θέμα των εξόδων Τσιρίδη, προσπάθησε να αναδιπλωθεί. Και άφησε να νοηθεί ότι το έμαθαν από προηγουμένως. Με αυτό υπόψη, αναφέρεται ότι εδώ προφανώς ο εναγόμενος 1 δεν έλεγε την αλήθεια. Διότι πολύ απλά τον διαψεύδουν τα λεγόμενα του στην επιστολή που έστειλε στον Τσιρίδη ημερ. 16/01/07 (τεκμ.21). Αναφέρεται όμως και ότι ο ισχυρισμός αυτός περί ύπαρξης γνώσης από προηγουμένως ακούστηκε για 1η φορά κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 1 και δεν ετέθη ποτέ στον ενάγοντα προκειμένου να τον σχολιάσει, κάτι που έχει βέβαια την δική του σημασία όπως θα διαφανεί πιο κάτω αφού εκτός του ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη δείχνει γενικότερα την αναξιοπιστία της εκδοχής των εναγομένων. ii. Εν σχέση δε με το θέμα των διοριστηρίων αναφέρεται ότι προφανώς διέφυγε του μάρτυρα, αν όχι σκοπίμως το παρέλειψε, ότι τα διοριστήρια για τα φυσικά πρόσωπα δηλ. για τον ενάγοντα και την ρηθείσα κα Κούντουρου ευρίσκονταν στα χέρια του από τις 21/12/06 (βλ. τεκμ.7), όπως εξάλλου αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος στην αντεξέταση του. Επίσης ότι τα διοριστήρια για την εταιρεία από τον Έφορο Εταιρειών ζητήθηκαν από τους ίδιους τους εναγόμενους στις 03/01/07 με τις επιστολές τεκμ. 9 Α-Γ και συνεπώς ότι από ένα χρονικό σημείο και έπειτα είναι οι ίδιοι που ενεργούσαν για εξασφάλιση τους. Συνεπώς συνοψίζοντας, η αναφορά του για προσπάθεια να πεισθεί το Δικαστήριο στις 08/01/07 να δώσει χρόνο γιατί μεταξύ άλλων δεν τακτοποιήθηκε το θέμα των εξόδων Τσιρίδη, και η αναφορά για μη καταχώρηση εμφάνισης ουσιαστικά επειδή ο ενάγοντας δεν είχε κανονίσει τα διοριστήρια, δεν ευσταθούν και αποτελούν ανακρίβειες, οι οποίες έτειναν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. (γ) Είπε κατά την κυρίως εξέταση του ότι στις 08/01/07 είχαν εξασφαλιστεί τα διοριστήρια από τον Επίσημο Παραλήπτη αλλά ότι δεν μπορούσε να κατατεθεί εμφάνιση λόγω του ότι δεν είχε πληρωθεί ο Τσιρίδης. Εκτός βέβαια από την αντίφαση που προκύπτει με άλλη τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση του ότι δεν θυμάται πότε πήρε το διοριστήριο για την εταιρεία και την άρνηση του ότι είχε αναφέρει προηγουμένως ότι είχε διοριστήριο από την εταιρεία στις 08/01/07, κάτι το οποίο όμως στη συνέχεια της αντεξέτασης του επανέλαβε προκαλώντας περαιτέρω σύγχυση, την αντίφαση με τη θέση του αμέσως πιο πάνω ότι δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 08/01/07 γιατί ο ενάγοντας δεν είχε κανονίσει τα διοριστήρια, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της εταιρείας, και εκτός του ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία στο σύνολο της τα διοριστήρια εξασφαλίστηκαν από τους εναγόμενους στις 15/01/07 (βλ. τεκμ.19), το σημαντικό εδώ είναι ότι ο μάρτυρας προσπαθώντας να πείσει γιατί δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 08/01/07 συνεχίζει τις ανακρίβειες. Και επαναλαμβάνει το Δικαστήριο εδώ, όπως και πιο πάνω, ότι στις 08/01/07 δεν ετέθη ακόμη θέμα εξόδων ή κώλυμα για καταχώρηση εμφάνισης από το γραφείο Τσιρίδη. (δ) Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του σε μελέτη χιλιάδων σελίδων, 4000 συγκεκριμένα, και ανέφερε ότι ξόδεψαν πολλή χρόνο στις υποθέσεις. Είπε επίσης χαρακτηριστικά ότι έκαναν όλη αυτή την εργασία και έδωσαν πολλά και υπέστηκαν μεγάλη ταλαιπωρία. Η δουλειά δε που έγινε ήταν πολύ περισσότερη για τα λεφτά που πήραν και ήταν λάθος του δικηγόρου του ανέφερε που δεν έβαλαν ανταπαίτηση και να ζητήσουν περισσότερα. Είναι πεπεισμένος είπε σε άλλο σημείο ότι η δουλειά τους ήταν περισσότερη. Όσα ανέφερε όμως ο μάρτυρας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του επί των ανωτέρω δεν αποτελούν παρά μόνον ασαφείς και γενικές και αόριστες αναφορές. Διότι πέραν από τις εμφανίσεις που γίνονταν στις υποθέσεις, όπως προκύπτει από τα κατατεθειμένα πρακτικά ενώπιον του Δικαστηρίου, και την ετοιμασία της ένστασης στην αίτηση τροποποίησης του τίτλου η οποία εκδικάστηκε, δεν υπάρχει άλλη συγκεκριμένη μαρτυρία αναφορικά με την ισχυριζόμενη εργασία από πλευράς εναγομένων. Πότε έγινε η μελέτη των 4000 σελίδων που ανέφερε ο μάρτυρας, πόσες ημέρες και ώρες απαιτήθηκαν για τούτο, ασχολήθηκε μόνον ο εναγόμενος 1 με την μελέτη ή και άλλοι δικηγόροι του γραφείου των εναγομένων 2 και εν τέλει τι ακριβώς αφορούσε η ισχυριζόμενη δουλειά που έγινε, πέραν της ετοιμασίας της ένστασης πιο πάνω, ή και τι αφορούσε ο πολλής χρόνος που ισχυρίστηκε ότι σπαταλήθηκε, είναι μερικά ερωτήματα που παρέμειναν αναπάντητα. Και επαναλαμβάνω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας εν σχέση με τα σημεία αυτά, ούτε προσθέτω θα μπορούσε να συναχθεί μέσα από άλλη μαρτυρία ή πιο συγκεκριμένα από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, σε βαθμό που να μπορεί να πεισθεί το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, ότι οι εναγόμενοι πράγματι μελέτησαν όλα τα έγγραφα που ανέφεραν και σπατάλησαν όλον αυτό τον χρόνο που ισχυρίζονται για μελέτη και προετοιμασία. Παρεμβάλλω εδώ συνεπώς με κάθε σεβασμό ότι διαφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όταν στις σελίδες 6-7 της αγόρευσης του ισχυρίζεται το αντίθετο. Με αυτά υπόψη και ελλείψει μαρτυρίας για τα ανωτέρω, εύλογα προκύπτει το ερώτημα που ακριβώς βασίζει ο εναγόμενος 1 τον ισχυρισμό του για περισσότερη δουλειά από τα λεφτά που εισέπραξαν και μάλιστα μιλά για λάθος του δικηγόρου του επειδή δεν πρόσθεσε ανταπαίτηση. Όμως αναφέρεται εδώ ότι η μη καταχώρηση ανταπαίτησης κατά την κρίση μου ακριβώς συνηγορεί στην αναγνώριση ότι περισσότερη δουλειά δεν έγινε και η αναφορά του εναγόμενου 1 έγινε μόνον για χάριν εντυπώσεων. Διότι δεν είναι λογικό να γνώριζαν οι εναγόμενοι και οι δικηγόροι τους ότι δικαιούνται περισσότερα χρήματα, εφόσον κατά τον εναγόμενο 1 έχουν ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ, έκαναν όλη αυτή τη δουλειά και ξόδεψαν όλον αυτό τον χρόνο, και να μην έχουν αξιώσει ότι δικαιούνται. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ και το εξής σχετικό. Ενώ έλεγε αυτά ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του, ο ίδιος ο δικηγόρος του σημειώνω στις 16/03/07 (βλ.τεκμ.50, σελ.1463), εκπροσωπώντας τους εναγόμενους, δήλωνε στο Δικαστήριο, κατά την υποβολή αιτήματος του για να δοθεί άδεια απόσυρσης των εναγομένων, ότι θα κατατεθούν σχετικές αιτήσεις στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ.Πάφου και στον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου για ψήφιση των εξόδων τους για τις υπηρεσίες που έχουν προσφέρει και «όλα τα υπόλοιπα χρήματα τα οποία οφείλονται στον κ.Δημητριάδη θα επιστραφούν σε αυτόν μέχρι κεραίας, δηλαδή μέχρι το τελευταίο σεντ». Έχει σημασία να λεχθεί ότι δεν είπε ο δικηγόρος ότι εφόσον προκύψει διαφορά μετά την ψήφιση, τότε θα επιστραφεί στον ενάγοντα. Αναγνώρισε με θετικό τρόπο ότι κάποιο ποσό σίγουρα οφείλεται στον ενάγοντα, έχοντας υπόψη προφανώς την εργασία που έγινε σε συνάρτηση με το ποσό που εισπράχθηκε, και διερωτάται βέβαια το Δικαστήριο πως συνάδει η θέση αυτή με την δήλωση του εναγόμενου 1 πιο πάνω. (ε) Εν συνεχεία των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω όμως σημειώνω και τα εξής. Είπε σε κάποια στιγμή της μαρτυρίας του ότι έγινε Ακροαματική διαδικασία για τις Εφέσεις, για τις οποίες μάλιστα έκανε εκτεταμένη και επισταμένη μελέτη. Ενώ σε άλλο σημείο και συγκεκριμένα κατά την αντεξέταση του είπε ότι θυμάται ότι έχει πάει στο Εφετείο και έχει παρουσιαστεί σε συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες διαδικασίες. Όμως όλα αυτά ευθέως αναφέρω παρέμειναν μετέωρα και αστήριχτα. Κατ' αρχήν με βάση τη μαρτυρία ακροαματική διαδικασία για τις Εφέσεις τη παρουσία του εναγόμενου 1 δεν προκύπτει να έγινε, ο εναγόμενος 1 δε εμφανίστηκε μια μόνον φορά στο Εφετείο στις 20/02/07 και σίγουρα όχι για να ακουστούν οι Εφέσεις (βλ. τεκμ.55). Εν πάση περιπτώσει όμως η αναφορά του σε ακροαματική διαδικασία και σε εμφάνιση του σε συγκεκριμένη διαδικασία ή διαδικασίες, γενικά και αόριστα, χωρίς να δίνει ξεκάθαρη εικόνα, την ίδια στιγμή που εμφανίστηκε μόνον μια φορά τυπικά όταν υπήρξε απόσυρση του προηγούμενου δικηγόρου των εφεσειόντων, δείχνει ότι δεν έλεγε την αλήθεια αλλά και τη διάθεση του να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Από εκεί και πέρα ο ισχυρισμός του περί εκτεταμένης και επισταμένης μελέτης κινήθηκε στα ίδια πλαίσια γενικότητας και αοριστίας, όπως και πιο πάνω για τους σχετικούς ισχυρισμούς περί ξοδέματος πολλή χρόνου για τις υποθέσεις κλπ. Η εξέλιξη όμως της μαρτυρίας του έδειξε περαιτέρω αναξιοπιστία τόσο για τον ίδιο όσο και για την Υπεράσπιση γενικότερα. Διότι είπε ο μάρτυρας ότι έγινε όλη αυτή η δουλειά στο Εφετείο και σε κάποιο σημείο ανέφερε ουσιαστικά ότι η δουλειά θα φανεί από τα πρακτικά που θα έρθουν από το Εφετείο. Και ενώ το Δικαστήριο ανέμενε να παρουσιαστούν τέτοια πρακτικά προς απόδειξη των ισχυρισμών του, κατατέθηκαν 4 πρακτικά (βλ. τεκμ.53, 55, και 56 - με την διευκρίνιση ότι το τεκμ.56 αποτελεί και μέρος του τεκμ.53), που σαφώς δεν υποστηρίζουν τα λεγόμενα του. Αντίθετα με βάση αυτά προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ουδέν έπραξαν επί της ουσίας των Εφέσεων και βεβαίως εφόσον ο ίδιος επικαλέστηκε τα πρακτικά προς απόδειξη των ισχυρισμών του πιο πάνω, ενόψει της εν λόγω διαπίστωσης, δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι επιβεβαιώνεται του λόγου το αληθές δηλαδή η αναξιοπιστία του. Συνεπώς και πάλιν επαναλαμβάνω πως διαφωνώ με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όταν στις σελίδες 6-7 της αγόρευσης του ισχυρίζεται ότι από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 ανέπτυξε επιχειρήματα που μόνον κάποιος που μελέτησε το ογκώδες μαρτυρικό υλικό θα μπορούσε να το πράξει. (στ) Ο εναγόμενος 1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η παράγραφος 4.5 της συμφωνίας τεκμ.14 λέει πως θα έπρεπε να παρευρεθούν στο Δικαστήριο Πάφου στις 08/01/07, όμως στα πρακτικά 17/01/07 δηλαδή 8 μέρες μετά υπάρχουν επανειλημμένες υποδείξεις της κας Σταματίου (Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε) ότι είναι πειθαρχικό παράπτωμα να καταχωρηθεί διοριστήριο του Εφόρου εφόσον υπήρχε η εκκρεμότητα Τσιρίδη. Όμως και πάλιν εδώ ο εναγόμενος 1 θεωρώ προσπάθησε με ανακρίβειες να παραπλανήσει. Κατ' αρχήν σημειώνεται ότι είναι εμφανές ότι για να δικαιολογήσει την μη καταχώρηση εμφάνισης στις 08/01/07 κάνει αναφορά σε μεταγενέστερη εμφάνιση, όπου τα δεδομένα ήταν διαφορετικά (το θέμα με τα έξοδα Τσιρίδη επαναλαμβάνεται ανέκυψε στις 15/01/07). Όμως το σημαντικό εδώ είναι ότι απλή μελέτη του πρακτικού ημερ.17/01/07 (τεκμ.44) τον διαψεύδει αφού η έντιμη Πρόεδρος όχι μόνον δεν προέβη σε «επανειλημμένες υποδείξεις» όπως ήταν η θέση που πρόβαλε ο μάρτυρας αλλά αντίθετα ουδεμία υπόδειξη έκανε σχετικά. (ζ) Τέλος, δεν μπορεί να μην σημειωθεί εδώ η γενική και αόριστη μαρτυρία του εναγομένου 1 εν σχέση με το θέμα της ετοιμασίας γραπτών δηλώσεων, που ήταν το σημείο που όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αφενός στηρίχθηκαν οι εναγόμενοι για να ισχυριστούν ότι ο ενάγοντας παραβίασε τη συμφωνία τους και αφετέρου για να αποσυρθούν από τις υποθέσεις. Η μαρτυρία του εναγόμενου 1 σημειώνω επί του σημείου αυτού όχι μόνον δεν έπεισε το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, αλλά περαιτέρω αναφέρω πως έδειξε στο Δικαστήριο με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι οι εναγόμενοι απλά σκέφτηκαν την τελευταία στιγμή αυτό το πράγμα για να μπορέσουν να αποδεσμευτούν από την συμφωνία τους με τον ενάγοντα και τις υποθέσεις. Η μαρτυρία του εναγομένου 1 σε συνάρτηση με την αντεξέταση του ενάγοντα επί του θέματος θεωρώ πως επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Με την σημείωση ότι οι συνενωμένες αγωγές του Ε.Δ.Πάφου ήταν ορισμένες για συνέχιση της ακρόασης τους στις 14/03/07, και ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία των εναγομένων στις 13/03/07 για προετοιμασία, αναφέρονται τα εξής. Κατ' αρχήν δεν υπάρχει καμία μαρτυρία σημειώνεται ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την οποία να μπορεί να λεχθεί ότι ζητήθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν τις 13/03/07 από τον ενάγοντα να ετοιμάσει οποιαδήποτε γραπτή δήλωση ή να προετοιμαστεί για να βοηθήσει σε ετοιμασία τέτοιας δήλωσης και αρνήθηκε. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε γενικά και αόριστα ότι ο ενάγοντας τους ανέφερε στη συνάντηση της 13/03/07 ότι δεν δέχεται να γίνουν οποιεσδήποτε δηλώσεις. Σύμφωνα με την αντεξέταση δε που έτυχε ο ενάγοντας, η πρόταση που του έγινε για ετοιμασία γραπτών δηλώσεων για σκοπούς της ακρόασης έγινε ακριβώς κατά την συνάντηση αυτή. Δεν του υποβλήθηκε ποτέ ότι υπήρξε οποιαδήποτε συζήτηση επί του θέματος προηγουμένως και ο ενάγοντας αρνήθηκε. Τούτο συνάγεται όμως αναφέρω και μέσα από τα λεγόμενα των εναγομένων στην επιστολή τους τεκμ.34, όπου εκεί αναφερόμενοι στην συνάντηση ημερ.13/03/07 ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας αρνήθηκε την πρόταση τους για δηλώσεις κλπ (η θέση αυτή σημειώνεται διαφοροποιείται κάπως με την επιστολή τεκμ. 36, πλην όμως με έναν γενικό και αόριστο τρόπο που σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλης μαρτυρίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε κάποιο συγκεκριμένο συμπέρασμα). Με αυτά υπόψη και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ούτε μια γραπτή ειδοποίηση προς τον ενάγοντα αλλά ούτε και μαρτυρία για τέτοια προφορική ειδοποίηση πριν από τις 13/03/07, εύλογα εδώ συνάγεται το συμπέρασμα ότι το θέμα ετέθη για πρώτη φορά από τους εναγόμενους στις 13/03/
  84. Ως εκ των ανωτέρω και οι αναφορές του εναγόμενου 1 περί μη προετοιμασίας από πλευράς ενάγοντα για να γίνουν δηλώσεις, και ότι αν συμφωνούσε θα έφερνε κάποια χαρτιά μαζί του στις 13/03/07, αποτελούν θεωρώ εκ των υστέρων σκέψεις του εναγομένου
  85. Εφόσον όμως για τους εναγόμενους και ειδικά για τον εναγόμενο 1 ήταν τόσο σημαντικές και απαραίτητες οι γραπτές δηλώσεις, αν και παρεμβάλλω εδώ δεν αποτελούσαν ούτε μέρος της συμφωνίας των μερών ούτε κατέστησαν ποτέ με οποιοδήποτε τρόπο ουσιαστικές για την περαιτέρω εξέλιξη της συμφωνίας και ή της συνεργασίας των μερών, προκύπτει το εύλογο ερώτημα γιατί δεν ζήτησαν από τον ενάγοντα έγκαιρα να προετοιμαστεί για τούτο και ανέμεναν για να θέσουν το θέμα στις 13/03/07, όταν γνώριζαν αφενός ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη την επομένη για συνέχιση της ακρόασης της και αφετέρου την δεδηλωμένη όπως προκύπτει από τα πρακτικά πρόθεση του Δικαστηρίου να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την υπόθεση το συντομότερο. Και εν πάση περιπτώσει πως είναι δυνατόν ο εναγόμενος 1 να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν προετοιμάστηκε ή δεν προετοίμασε τις δηλώσεις, όταν ο ίδιος επανέλαβε περισσότερες από μία φορές κατά την μαρτυρία του ότι ο ενάγοντας δεν ήταν δικηγόρος τότε. Πως θα συνέτασσε τις δηλώσεις αυτές και με τι γνώσεις; Και πότε ακριβώς του εξήγησε πώς να ετοιμάσει τις δηλώσεις αυτές; Και εν τέλει εάν ο ενάγοντας ήταν επιφορτισμένος να ετοιμάσει τις δηλώσεις, η δουλειά των εναγομένων και πιο συγκεκριμένα του εναγομένου 1 ποια ήταν; Και λέω ευθέως, προς απάντηση των ερωτημάτων που τίθενται πιο πάνω, ότι δεν είναι λογικό οι εναγόμενοι να κάθονταν και να ανέμεναν από τον ενάγοντα, που δεν ήταν δικηγόρος τότε αλλά απλά ένας διάδικος σε μια υπόθεση, να ετοιμάσει δηλώσεις. Και μάλιστα να τις ανέμεναν στη συνάντηση της 13/03/07, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης της την αμέσως επόμενη ημέρα. Το λογικό θα ήταν να ετοιμάσουν ένα περίγραμμα των δηλώσεων αυτών στη βάση των όσων γνώριζαν μέχρι στιγμής και με βάση τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, εφόσον όπως ισχυρίζονται τα μελέτησαν όλα, και να ζητήσουν την συνδρομή του ενάγοντα για ολοκλήρωση τους. Ή ακόμα θα ήταν λογικό να καλέσουν τον ενάγοντα σε συνάντηση με μια επιστολή ή ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, με την ίδια επιμέλεια που επιδείκνυαν όταν ζητούσαν χρήματα, λέγοντας του ταυτόχρονα να προετοιμαστεί και να έχει μαζί του συγκεκριμένα έγγραφα ή όλα τα σχετικά έγγραφα, προκειμένου να μπορέσουν να ετοιμαστούν οι δηλώσεις. Δεν έπραξαν όμως τίποτε από όσα ήταν λογικό να πράξουν. Όμως η εξήγηση πιστεύω για την όλη συμπεριφορά των εναγομένων πιο πάνω είναι απλή και ήδη έκανα αναφορά σε αυτήν ανωτέρω. Ήθελαν πολύ απλά να απαλλαγούν από τον ενάγοντα και τις υποθέσεις, και επινόησαν αυτόν τον τρόπο για να το πράξουν. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω εδώ ότι αποδέχτηκα ήδη την μαρτυρία του ενάγοντα για όσα λέχθηκαν στις 13/03/07 και δέχομαι συνεπώς ότι ο ενάγοντας ουδέποτε αρνήθηκε την ετοιμασία γραπτών δηλώσεων όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Επίσης πέραν των ανωτέρω, εντοπίζονται επιπλέον στοιχεία, τα οποία προβάλλουν ως πολύ ουσιαστικά και συνηγορούν στο ότι η υπεράσπιση γενικότερα στην προκειμένη περίπτωση είναι αναξιόπιστη. (α) Αναντιστοιχία μαρτυρίας εναγόμενου 1 με θέσεις που προβλήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων κατά την αντεξέταση του ενάγοντα i. Κατ' αρχήν παρατηρείται μια αναντιστοιχία στη θέση που προέβαλε ο εναγόμενος 1 για το λόγο που δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 08/01/07, με σχετική υποβολή της συνηγόρου που αντεξέτασε τον ενάγοντα. Διότι ενώ ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι υπήρχε το πρόβλημα με τα έξοδα Τσιρίδη και ακόμη ότι δεν κανόνισε τα διοριστήρια ο ενάγοντας και εν πάση περιπτώσει όσα σχετικά ανέφερε και σχολιάστηκαν από το Δικαστήριο ανωτέρω, η συνήγορος υπέβαλε ούτε λίγο ούτε πολύ ότι δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση επειδή δεν είχε ο εναγόμενος 1 τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμαστεί για τις υποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως αναφέρεται ότι δεν είναι ούτως ή άλλως κατανοητή η υποβολή εφόσον η καταχώρηση στο Δικαστήριο του σημειώματος της εμφάνισης δεν έχει καμία σχέση με την προετοιμασία ή όχι της υπόθεσης. ii. Επίσης σοβαρή αναντιστοιχία υπάρχει κατά την κρίση μου και ως προς την θέση του εναγόμενου 1 κατά την μαρτυρία του για το τι αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.25.000.- στη συμφωνία, επίσης με σχετική υποβολή προς τον ενάγοντα. Ανέφερε ο εναγόμενος 1 ότι το ποσό αυτό αφορά την εργασία που αναφέρεται στο έγγραφο αλλά εκ του αποτελέσματος η δουλειά που έγινε εκ μέρους τους αφορούσε την εκδίκαση της ενδιάμεσης απόφασης στην αίτηση τροποποίησης του τίτλου, της μελέτης όλων των εγγράφων που προηγήθηκαν μαζί με τις εμφανίσεις οι οποίες είχαν γίνει στο Εφετείο και τις αγορεύσεις μαζί με την μελέτη που προηγήθηκε και την καταχώρηση των εγγράφων που θα φανεί από τα πρακτικά που θα έρθουν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η υποβολή της συνηγόρου που αντεξέτασε τον ενάγοντα όμως έτεινε να διαχωρίσει το ποσό από την εργασία που προνοούσε η συμφωνία και υπέβαλε ότι το ποσό αυτό αντιπροσώπευσε την παραλαβή και παράδοση των φακέλων από τους εναγόμενους 1 και 2, τη μελέτη και προετοιμασία των υποθέσεων στο Δικαστήριο. (β) Παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιαστικών ζητημάτων. Έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία διαπιστώνεται ότι η πλευρά των εναγομένων παρέλειψε να αντεξετάσει τον ενάγοντα επί συγκεκριμένων ουσιαστικών ζητημάτων και του θέσει τα ζητήματα αυτά για σχολιασμό, τα οποία στη συνέχεια εκ του ασφαλούς έθεσε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος
  86. Πιο συγκεκριμένα : (α) Δεν ετέθη καμία υποβολή στον ενάγοντα σχετικά με το θέμα στο οποίο επανειλημμένως αναφέρθηκε στη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1 περί του ότι δούλεψαν πάρα πολύ εν σχέση με τις υποθέσεις, μελέτησαν 4000 σελίδες κλπ. Δεν αναφέρθηκε σημειώνεται τίποτε συγκεκριμένο στον ενάγοντα για σχολιασμό, ούτε και οτιδήποτε που να τείνει να καταδείξει ότι όντως δούλεψαν και με το παραπάνω, ως ήταν η θέση του εναγομένου 1, για τα χρήματα που εισέπραξαν. Για 1η φορά ακούστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμοί για μελέτη 4000 σελίδων κλπ από τον εναγόμενο
  87. (β) Σύμφωνα με τον εναγόμενο 1 ο ενάγοντας τους πλήρωσε Λ.Κ.10.000.- στις 28/02/07, επιβραβεύοντας τους ουσιαστικά για το χειρισμό του θέματος με την αίτηση τροποποίησης του τίτλου στις συνενωμένες αγωγές του Ε.Δ.Πάφου. Ουδέποτε όμως υποβλήθηκε στον ενάγοντα κάτι τέτοιο προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει, και προσθέτω ουδέποτε κατά την αντεξέταση του ενάγοντα υπήρξε σύνδεση της πληρωμής του εν λόγω ποσού με την ικανοποίηση ουσιαστικά του ενάγοντα για τον χειρισμό της αίτησης τροποποίησης. Παρεμβάλλω όμως εδώ σε κάθε περίπτωση ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η πληρωμή ημερ.28/02/07 αποτελούν παραδεκτό γεγονός (βλ. ενότητα παραδεκτών γεγονότων ανωτέρω). (γ) Με δεδομένη τη θέση του κατά την μαρτυρία του ότι δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση στις 08/01/07 γιατί δεν είχε τακτοποιηθεί το θέμα των εξόδων του Τσιρίδη και περαιτέρω ότι το πρόβλημα με Τσιρίδη εγέρθηκε πρώτη φορά στις 15/01/07, ερωτώμενος εν σχέση με την τελευταία αυτή αναφορά του άφησε να νοηθεί ότι το έμαθαν από προηγουμένως, τόσο οι ίδιοι όσο και ο ενάγοντας. Κάτι τέτοιο όμως δεν ετέθη ποτέ στον ενάγοντα, ο οποίος με τη μαρτυρία του θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο. (δ) Αναφέρθηκε ακόμη ο εναγόμενος 1 σε μια επιθετικότητα που έβγαζε ο ενάγοντας προς τον ίδιο, η οποία όμως καταλάβαινε ότι δεν είχε να κάνει μαζί του αλλά με τις ταλαιπωρίες που πέρασε με προηγούμενους δικηγόρους και με τις υπερβολικές χρεώσεις τους. Ανέφερε επίσης σε κάποια στιγμή ότι ο ενάγοντας τους έβρισε. Ούτε αυτά όμως υποβλήθηκαν στον ενάγοντα. Καταλήγοντας επί των ανωτέρω, αναφέρεται ότι μόνον εφόσον υπήρχαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις και των δύο πλευρών το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Συνεπώς εκτός του ότι θεωρώ πως η μαρτυρία του εναγόμενου 1 εν σχέση με τα σημεία αυτά δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 720-722), κάτι που σαφώς έχει μεγάλη σημασία, περαιτέρω αναφέρω ότι ως εκ της παράλειψης αυτής των εναγομένων προκύπτει σαφώς αναξιοπιστία για την πλευρά τους. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας

(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
  1. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι τα σημεία αυτά και η εκ των υστέρων προβολή των ζητημάτων αυτών ως ανωτέρω αναφέρεται είναι σε κάθε περίπτωση ένα επιπλέον σημείο που αφενός δεν δείχνει καθαρές θέσεις ενώ περαιτέρω πλήττει την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εναγομένων. Εν κατακλείδι όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν, η μαρτυρία του εναγομένου 1 δεν θα μπορούσε κάτω από οιεσδήποτε προϋποθέσεις να γίνει αποδεκτή. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και έχοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα που αναφέρθηκαν, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:
  2. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο Ενάγοντας ήταν διάδικος στις συνενωμένες πολιτικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και στις συνενωμένες Εφέσεις με αρ. 11698 και
  3. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις στην παρούσα αγωγή χρόνους, δικηγόρος ο οποίος ασκούσε δικηγορία και είχε το γραφείο του στην οδό Γωνίας Κάνιγγος και Ολυμπίων, Themis Tower, 2ος όροφος, 3305 Λεμεσός.
  4. Οι Εναγόμενοι αρ. 2 ήταν, καθ' όλους τους ουσιώδεις στην παρούσα αγωγή χρόνους, δικηγορικός οίκος ο οποίος ασκούσε δικηγορία και είχε τα γραφεία του στην οδό Κάνιγγος και Ολυμπίων Themis Tower, 2ος όροφος, 3305 Λεμεσός.
  5. Κατά ή περί την 7η Ιανουαρίου 2007 συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 1 και 2 η οποία, μεταξύ άλλων, διελάμβανε τα ακόλουθα: 4.
  6. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα εμφανίζονταν ως δικηγόρος του Ενάγοντα καθώς και της Αδούλας Κυριάκου Κούντουρου και του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd, στις συνενωμένες αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93, καθώς και στις συνενωμένες Εφέσεις με αριθμό 11698 και 11699 (Άρθρο 1.1 Συμφωνίας), των οποίων η κλίμακα αγωγής ήταν πέραν του £1.000.000=. 4.
  7. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα χειριζόταν προσωπικά τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις μέχρι την ολοκλήρωση τους (Άρθρο 1.1 Συμφωνίας). 4.
  8. Θα γινόταν εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1 έγκαιρη και αποτελεσματική προετοιμασία για προώθηση των υποθέσεων των Διαδίκων στις πιο πάνω αναφερόμενες αγωγές και εφέσεις (Άρθρα 4.2, 4.3 και 4.4). 4.
  9. Ο Εναγόμενος αρ. 1 θα παρευρισκόταν στο Δικαστήριο Πάφου την Δευτέρα 8.1.2007 και θα καταχωρούσε εμφάνιση για τους Διαδίκους στις υποθέσεις 1201/92 και 2087/93 και για ακρόαση των υποθέσεων των Διαδίκων (Άρθρο 4.5 Συμφωνίας). 4.
  10. Η αμοιβή των Εναγομένων 1 και 2 είχε καθοριστεί και για τις 2 ομάδες υποθέσεων (Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και Ανώτατο Δικαστήριο) στις £25.000 πάγιο ποσό πλέον £500 λίρες ανά ημέρα ακρόασης (Άρθρο 2.1). 4.
  11. Επιπλέον ο Ενάγοντας θα κατέβαλε στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2, σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων του στις συνενωμένες Εφέσεις, ποσό £50.000 (Άρθρο 2.2 Συμφωνίας) και για τις υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ποσό £25.000 (Άρθρο 2.3 Συμφωνίας).
  12. Ο Ενάγοντας καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους είχε αναλάβει ευθύνη έναντι των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Apak Agro Industries Ltd καθώς και της Αδούλας Κούντουρου, να αποπληρώσει όλα τα δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα που θα προέκυπταν από την προώθηση των υποθέσεων του Ε. Δ. Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/93 καθώς και των Εφέσεων με αρ. 11698 και
  13. Με βάση την Συμφωνία και τις διευθετήσεις μεταξύ του ενάγοντα αρ. 1 και των Εναγομένων 1 και 2, ο Εναγόμενος αρ. 1 θα έπρεπε να παρευρεθεί στο Δικαστήριο Πάφου την Δευτέρα 8.1.2007 και ώρα 9:00 π.μ. για να εμφανιστεί για τους Διαδίκους στις υποθέσεις του Ε.Δ. Πάφου με αρ. 1201/92 και 2087/
  14. Ενόψει όμως του ότι δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης δεν υπήρξε κανονική εμφάνιση από πλευράς του στις 08/01/07, αν και παρευρέθηκε στη διαδικασία. Εν σχέση με τα φυσικά πρόσωπα σημειώνεται που ήταν εναγόμενοι στις αναφερόμενες αγωγές, μεταξύ αυτών και ο ενάγοντας στην παρούσα διαδικασία, παρέλειψε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και κατ' επέκταση να εμφανιστεί εκ μέρους τους, ενώ εν σχέση με την εταιρεία Apak Agro Industries Ltd δεν το έπραξε καθότι δεν είχαν εξασφαλιστεί ακόμη τα διοριστήρια από τον Έφορο Εταιρειών (υπό την ιδιότητα του Εκκαθαριστή της). Τα διοριστήρια εξασφαλίστηκαν τελικά στις 15/01/
  15. Αμέσως μετά την πιο πάνω ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 15/01/07, ο προηγούμενος δικηγόρος των εναγομένων στις αναφερόμενες αγωγές ήγειρε θέμα σε ότι αφορά τα έξοδα του και προέβαλε ένσταση εν σχέση με την αλλαγή δικηγόρου πριν τη διευθέτηση των εξόδων του. Ενόψει τούτου οι εναγόμενοι αντιμετωπίζοντας θέμα πειθαρχικού παραπτώματος δεν προχώρησαν σε καταχώρηση εμφάνισης, παρά μόνον αμέσως μετά τη διευθέτηση των εξόδων των προηγούμενων δικηγόρων των εναγομένων στις αγωγές του Ε.Δ.Πάφου και συγκεκριμένα στις 06/02/07 (εν σχέση με εναγομένους 2 και 3) και ακολούθως στις 07/02/07 (εν σχέση με εναγομένους 1, 2 και 3).
  16. Με βάση το Άρθρο 3.1 της Συμφωνίας, ο Ενάγοντας κατέβαλε την 8η Ιανουαρίου 2007 στους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό £10.000 (€17.086,01) με επιταγή που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd με αρ.
  17. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους εξουσιοδοτημένους κομιστές τους και πληρώθηκε από την Τράπεζα.
  18. Στις 22/1/2007 ο Ενάγοντας, κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων 1 και 2, κατέβαλε στους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό £500,00 με επιταγή αρ. 13369395 που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd. Η επιταγή αυτή παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους εξουσιοδοτημένους κομιστές τους και πληρώθηκε από την Τράπεζα.
  19. Στις 27/02/2007 οι Εναγόμενοι 1 και 2 απαίτησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ποσό £10.500 (€17.940,32) με βάση την Συμφωνία. Ο Ενάγοντας την 28/02/2007, αφού έτυχε επιβεβαίωσης από τον Εναγόμενο αρ. 1 ότι θα χειριζόταν προσωπικά τις υποθέσεις του ως προέβλεπε η Σύμβασης, ανταποκρίθηκε στην απαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 καταβάλλοντας ποσό £10.500 (€17.940,32) με επιταγή αρ. 13369416 που εκδόθηκε για λογαριασμό του από την Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd επί της Alpha Bank Ltd, και σε συνοδευτική επιστολή τόνισε την προσήλωση του Ενάγοντα στους όρους της Συμφωνίας και ειδικότερα της προϋπόθεσης ότι θα χειριζόταν προσωπικά ο Εναγόμενος αρ. 1 τις υποθέσεις του Ενάγοντα και των άλλων συνδεομένων προσώπων.
  20. Σημειώνεται ότι το ποσό εκ Λ.Κ.10.000.- στις 08/01/07 (παρ. 8 πιο πάνω) και ποσό Λ.Κ.10.000.- εκ του ποσού των Λ.Κ.10.500.- που πληρώθηκε στις 28/02/07 (παρ.10 πιο πάνω), ήτοι συνολικό ποσό Λ.Κ.20.000.- αφορούσε το συμφωνηθέν πάγιο ποσό της παρ.2.
  21. της συμφωνίας και η πληρωμή του τις συγκεκριμένες ημερομηνίες έγινε με βάση την παρ.3.
  22. της συμφωνίας. Το υπόλοιπο ποσό της αναφερόμενης πληρωμής 28/02/07 εκ Λ.Κ.500.- και το ποσό των Λ.Κ.500.- στις 22/01/07 (παρ. 9 πιο πάνω), ήτοι συνολικό ποσό Λ.Κ.1000.- αφορούσε ουσιαστικά εμφανίσεις στο Δικαστήριο για Ακρόαση, επίσης με βάση την παρ.2.
  23. της συμφωνίας.
  24. Την 12/03/2007 οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τον Ενάγοντα να συναντηθούν στα γραφεία των Εναγομένων την 13/03/2007 και ώρα 7:00 μ.μ. για να προετοιμαστούν για την ακρόαση των υποθέσεων που ήταν την αμέσως επόμενη ημέρα δηλαδή στις 14/03/
  25. Στη συνάντηση αυτή ο εναγόμενος 1 προσπάθησε να τον πείσει ότι λόγω υποχρεώσεων του στη Βουλή και άλλων υποχρεώσεων δεν μπορούσε να παρευρεθεί ο ίδιος προσωπικά στην Ακρόαση των υποθέσεων και να τις χειριστεί και θα διόριζε άλλο δικηγόρο για τούτο. Αμέσως ο ενάγοντας του είπε ότι παραβιάζονται οι όροι της συμφωνίας και η απάντηση του εναγόμενου 1 ήταν ότι θα αποσυρθεί από τις υποθέσεις.
  26. Πράγματι, στις 14/03/2007 εκπρόσωπος των εναγομένων αρ.1 και 2 εμφανίστηκε ενώπιον του Ε.Δ.Πάφου και ζήτησε άδεια για απόσυρση δηλώνοντας ότι θα κατατεθούν σχετικές αιτήσεις στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ.Πάφου και στον Αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου για ψήφιση των εξόδων τους για τις υπηρεσίες που έχουν προσφέρει και όλα τα υπόλοιπα χρήματα τα οποία οφείλονται στον κ.Δημητριάδη θα επιστραφούν σε αυτόν μέχρι κεραίας, δηλαδή μέχρι το τελευταίο σεντ. Η άδεια στους εναγόμενους όπως αποσυρθούν δόθηκε σημειωτέον από το Δικαστήριο στις 16/03/07, κατόπιν ειδοποίησης σχετικά όλων των διαδίκων που εκπροσωπούσαν.
  27. Σημειώνεται επίσης ότι ακολούθησε και απόσυρση των εναγομένων από τις εφέσεις 11698 και
  28. Η απόσυρση τους πιο συγκεκριμένα έγινε μεταξύ 20/03/07 και 27/03/07, κατόπιν σχετικής επιστολής τους προς το Ανώτατο Δικαστήριο.
  29. Η προσπάθεια ψήφισης εξόδων από πλευράς εναγομένων εναντίον του ενάγοντα στις αγωγές 1201/92 και 2087/93 του Ε.Δ.Πάφου, συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα. Ο Πρωτοκολλητής δε του Ε.Δ.Πάφου αποδέκτηκε την ένσταση και με την απόφαση του ημερ. 31/05/07 απέρριψε την αίτηση για ψήφιση εξόδων.
  30. Ο ενάγοντας ζήτησε με επιστολές του προς τους εναγόμενους την επιστροφή του ποσού που τους κατέβαλε εκ Λ.Κ.21.000.-, πλην όμως οι εναγόμενοι ουδέν ποσό επέστρεψαν στον ενάγοντα μέχρι σήμερα. Συμπεράσματα-Κατάληξη Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν, αποτελεί κατάληξη μου ότι οι εναγόμενοι παραβίασαν την συμφωνία τους με τον ενάγοντα και ότι περαιτέρω η συμφωνία των διαδίκων τερματίστηκε εξ' υπαιτιότητας των εναγομένων 1 και 2, χωρίς οι τελευταίοι να νομιμοποιούνται σε τούτο. Αυτά βέβαια όταν στις 13/03/07 εντελώς αδικαιολόγητα δήλωσαν ότι τις υποθέσεις δεν μπορεί να τις χειριστεί ο εναγόμενος 1 προσωπικά και τον χειρισμό θα αναλάβει άλλος δικηγόρος, και μόλις ο ενάγοντας αντέδρασε λέγοντας ότι παραβιάζονται οι όροι της συμφωνίας του δηλώθηκε ότι θα αποσυρθούν από δικηγόροι του, και βεβαίως δια της αδικαιολόγητης απόσυρσης τους αμέσως μετά. Ήταν ουσιώδης όρος για την πλευρά του ενάγοντα, ο οποίος περιλαμβανόταν και στη συμφωνία των μερών, ότι τις υποθέσεις θα τις χειριστεί προσωπικά ο εναγόμενος
  31. Και αυτό το επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία προς τους εναγόμενους, τόσο προφορικά όσο και σε επιστολές του οι οποίες έχουν κατατεθεί και ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς η παραβίαση του όρου αυτού από τους εναγόμενους σε συνάρτηση με την δήλωση τους στις 13/03/07 και την απόσυρση τους δεν αφήνει αμφιβολία για την υπαναχώρηση τους και τον λόγο που η συμφωνία τερματίστηκε. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου πιο πάνω, έρχομαι τώρα στη συμφωνία των μερών και στην αξίωση του ενάγοντα για επιστροφή του ποσού που κατέβαλε. Ο ενάγοντας με βάση τον όρο 2.
  32. θα κατέβαλλε στους εναγόμενους ποσό Λ.Κ.25.000.- πάγιο ποσό και για τις δύο ομάδες υποθέσεων (αγωγές Ε. Δ. Πάφου και Εφέσεις), πλέον ποσό Λ.Κ.500.- για κάθε ημέρα ακρόασης ή μέρος ακρόασης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σημειώνω ότι το εν λόγω πάγιο ποσό και τα ποσά των εμφανίσεων αφορούσαν το αντικείμενο της συμφωνίας που ήταν με βάση τον όρο 1 (1.
  33. & 1.2.) η εμφάνιση των εναγομένων και ο προσωπικός χειρισμός από πλευράς εναγομένου 1, μέχρι την ολοκλήρωση τους, τόσο των Εφέσεων όσο και των αγωγών, συμπεριλαμβανομένων και των ενδιάμεσων διαδικασιών. Περαιτέρω, συμφωνώντας με την θέση που προβάλλει ο ενάγοντας στην αγόρευση του (σελ. 12-15), διαπιστώνω, μέσα από την μελέτη και ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας, πως επρόκειτο περί ενιαίας σύμβασης και ή συμφωνίας πλήρους εκπλήρωσης (entire contract). Οι εναγόμενοι συνεπώς είχαν υποχρέωση να εκπληρώσουν στο ακέραιο και εξ' ολοκλήρου τις υποχρεώσεις τους για να δικαιούνται της συμφωνηθείσας αμοιβής. Το γεγονός δε ότι υπήρχε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για πληρωμή της αμοιβής και κάποια ποσά καταβλήθηκαν πριν από τον τερματισμό της συμφωνίας, δεν αλλάζει θεωρώ την ουσία του πράγματος. Οπότε με δεδομένη την εξέλιξη που επήλθε ως ανωτέρω αναφέρεται σε συνάρτηση με την μη υλοποίηση του αντικειμένου της συμφωνίας από πλευράς εναγομένων ούτε κατ' ελάχιστο, είναι σαφές θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιούνται οποιαδήποτε αμοιβή και θα πρέπει να επιστρέψουν το ποσό που έλαβαν δηλαδή το ποσό των Λ.Κ.21.000.- (βλ. Σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β', σελ. 647-657, Cutter v. Powell
(1975)6 T.R. 320, και Sumpter v. Hedges
(1898)1 Q.B. 673). Προσθέτω όμως εδώ και το εξής, συμφωνώντας και πάλιν με σχετική θέση που προβάλλει ο ενάγοντας στην αγόρευση του (στο ίδιο μέρος πιο πάνω). Ακόμη και στην περίπτωση που θα κρίνετο ότι η συμφωνία δεν είναι ενιαία αλλά χωρίζεται σε διάφορα μέρη ή συναποτελείται από αριθμό χωριστών υποχρεώσεων (divisible or severable), οπότε οι εναγόμενοι θα δικαιούνταν μερική πληρωμή για την εκπλήρωση τμήματος της σύμβασης, ελλείψει ανταπαίτησης από μέρους των εναγομένων μαζί και συγκεκριμένης μαρτυρίας για την αξία της εργασίας αυτής δεν θα μπορούσε να συζητηθεί περαιτέρω το θέμα αυτό. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται περαιτέρω ότι ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που υπήρχε κάποια βάση για να αφαιρεθεί από το ποσό που θα πρέπει να επιστρέψουν οι εναγόμενοι, έναν ποσό για την εργασία που έκαναν, η οποία όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο σε άλλο σημείο αφορούσε τις εμφανίσεις που γίνονταν στις υποθέσεις, την ετοιμασία της ένστασης στην αίτηση τροποποίησης του τίτλου και την Ακρόαση της τελευταίας, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε από μόνο του να προβεί σε συμψηφισμό, ούτε και προνοείται σε οποιαδήποτε Νομοθεσία τέτοια εξουσία. Και βεβαίως αυτονόητο είναι ότι δεν θα μπορούσε να γίνει ούτε στην περίπτωση εκείνη που γινόταν αποδεκτή η θέση του εναγομένου 1 περί επιπλέον εργασίας με τη μελέτη χιλιάδων εγγράφων κλπ. Αυτό θα μπορούσε να γίνει επαναλαμβάνω και εδώ μόνον στα πλαίσια ανταπαίτησης από μέρους των εναγομένων μαζί με συγκεκριμένη μαρτυρία για την αξία της εργασίας αυτής, και ελλείψει τέτοιας ανταπαίτησης και μαρτυρίας δεν τίθεται θέμα για περαιτέρω συζήτηση. Η απαίτηση του ενάγοντα στηρίζεται περαιτέρω σε δόλο και ή απάτη, και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης το Δικαστήριο θα εξετάσει και τη θέση αυτή. Ο ορισμός του αστικού αδικήματος της απάτης δίνεται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148, που προβλέπει τα εξής: «36. Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992, στη σελ. 1003 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το δόλο: «Το τρίτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει η εφεσείουσα συνιστούν δόλο. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523 που ανέφερε επιπρόσθετα τα εξής: «Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 12η έκδοση, σελ. 262, ανακριβής δήλωση γεγονότων μπορεί να είναι προφορική ή γραπτή ή ακόμα να συνάγεται από τη συμπεριφορά. Αν ο εναγόμενος επίτηδες ενεργεί με τρόπο που υπολογίζει να εξαπατήσει τον ενάγοντα, υφισταμένων βεβαίως και των άλλων προϋποθέσεων του αστικού αδικήματος, ο εναγόμενος είναι τόσο υπεύθυνος για απάτη, όπως θα ήταν αν προέβαινε σε ψευδή δήλωση ως προς τα γεγονότα. Σε σχέση με το τί συνιστά απάτη, παρατίθεται επίσης κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η εκδ, στην παράγραφο 757, σελίδα 481: «Not only is a misrepresentation fraudulent if it was known or believed by the representor to be false when made, but mere non-belief in the truth is also indicative of fraud. Thus whenever a person makes a false statement which he does not actually and honestly believe to be true, for purposes of civil liability that statement is as fraudulent as if he had stated that which he did not know to be true, or know or believed to be false. Proof of absence of actual and honest belief is all that is necessary to satisfy the requirements of the law, whether the representation has been made recklessly or deliberately; indifference or recklessness on the part of the representor as to the truth or falsity of the representation affords merely an instance of absence of such a belief".» Στην υπόθεση Λοϊζου κ.α. v. Πατσαλίδη κ.α.
(2012)1 (Β) 1379, στη σελ. 1387 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με τη ψευδή παράσταση στη βάση του άρθρου 36: «Δεν συνιστά υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι η δήλωση δεν ήταν ουσιώδης ή ότι δεν μπορούσε να επηρεάσει ένα λογικό άνθρωπο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η δήλωση επηρέασε τον ενάγοντα. Δήλωση μπορεί να είναι ουσιώδης μεταξύ των διαδίκων αν και, δεν θα ήταν για το μέσο άνθρωπο (Salmond and Heuston on the Law of Torts, 19η έκδοση, σελ. 439). Εξάλλου, η μη αποκάλυψη μέρους της αλήθειας μπορεί να καθιστά τη δήλωση θετικά αναληθή. Αποτελεί ακόμα αγώγιμο λόγο όταν λανθασμένη δήλωση παραμείνει χωρίς να διορθωθεί, αν στο τέλος ο ενάγων βασίστηκε επ' αυτής εναντίον των συμφερόντων του.» Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Συμεών v. Γεωργίου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη
(2011)1 Α.Α.Δ. 1137, όπου στη σελίδα 1145 αναφέρθησαν τα εξής: «Επίσης, όπως ορθώς κρίθηκε, η υπόθεση του εφεσίβλητου δομήθηκε στο γεγονός ότι ο εφεσείων παρέστησε, στον αποβιώσαντα ένα αναληθές γεγονός, ως αληθές. Τον εξώθησε να υπογράψει τα τρία πληρεξούσια έγγραφα και τη συμφωνία, με τη ψευδή πεποίθηση ότι το μόνο που εξουσιοδοτούσε τον εφεσείοντα να κάμνει ήταν να εισπράττει τη σύνταξη και τα ενοίκια που είχε, ενώ τελικώς οι συμφωνίες στόχευαν σε μεταβίβαση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα στον εφεσείοντα. Αυτό αποτελεί δόλο, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Kυπριακής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992, επί της οποίας στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Στο σύγγραμμα Salmond and Heuston, On The Law of Torts, 19η Έκδ. σελ. 438, αναφέρεται ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πρόθεση πρόκλησης απώλειας στο θύμα της εξαπάτησης. Η μόνη αναγκαία πρόθεση είναι όπως το θύμα εξαπατηθεί και ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο. Και αν το φυσικό και πιθανό αποτέλεσμα της ενέργειας του αυτής είναι να υποστεί το θύμα οποιαδήποτε απώλεια, ο ένοχος ευθύνεται γι΄ αυτήν, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είχε σκοπό την πρόκληση απώλειας. Ακόμα, αν το θύμα, πράγματι βασίστηκε στη συγκεκριμένη ψευδή δήλωση δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ήταν αμελής ή ακόμα και ανόητος πιστεύοντας τη δήλωση. Ή ακόμα και αν είχε κάθε ευκαιρία να ανακαλύψει την αλήθεια. Η ερώτηση η οποία πρέπει να τίθεται, είναι κατά πόσο η δήλωση ήταν πραγματική παρακίνηση προς το θύμα. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρονται στην νομολογία και τα συγγράμματα πιο πάνω, αναφέρω εν σχέση με την προκειμένη περίπτωση τα εξής: (α) Οι εναγόμενοι ανέλαβαν δια της υπογραφής της συμφωνίας τεκμ.14 ημερ.07/01/07 την ρητή υποχρέωση όπως τις υποθέσεις του ενάγοντα, μέχρι την ολοκλήρωση τους, τις χειριστεί ο εναγόμενος 1. (β) Την ίδια περίοδο οι εναγόμενοι αλλά και πιο συγκεκριμένα ο εναγόμενος 1 είχαν πολύ μεγάλο φόρτο εργασίας ή και σοβαρών υποθέσεων στο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 αλλά και σχετική αναφορά των εναγομένων στο τεκμήριο 8 (βλ. 1η παράγραφο στη 2η σελίδα). (γ) Ο εναγόμενος 1 ήταν πέραν από δικηγόρος που χειριζόταν και άλλες σοβαρές υποθέσεις ως ανωτέρω αναφέρεται, και βουλευτής. Είχε δε σαφώς τις αυξημένες υποχρεώσεις που συνεπάγεται το βουλευτικό αξίωμα. (δ) Υπήρξε κατ' επανάληψη επιβεβαίωση και υποσχέσεις προς τον ενάγοντα ότι τις υποθέσεις θα τις χειριστεί προσωπικά ο εναγόμενος 1, όπως προνοούσε η συμφωνία, και την ίδια στιγμή οι εναγόμενοι ζητούσαν από τον ενάγοντα να προβαίνει στις πληρωμές που προνοούσε η συμφωνία. Ο ενάγοντας δε στη βάση αυτών των υποσχέσεων προέβαινε σε πληρωμές προς τους εναγόμενους. (ε) Μόλις 2 μήνες και 6 ημέρες μετά τη συμφωνία των μερών (τεκμ.14), αλλά και 13 ημέρες μετά την τελευταία πληρωμή προς τους εναγόμενους, που έγινε στις 28/02/07, οι εναγόμενοι στις 13/03/07 εντελώς αδικαιολόγητα δηλώνουν προς τον ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 1 ένεκα των αυξημένων υποχρεώσεων του δεν είναι σε θέση να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις και να παρευρεθεί προσωπικά στην ακρόαση των υποθέσεων. Αμέσως μετά δε ζητούν άδεια από το Δικαστήριο και αποσύρονται από τις υποθέσεις. (στ) Με βάση αυτά και έχοντας ως δεδομένη την εξ' αρχής γνώση των εναγομένων περί των αυξημένων υποχρεώσεων του εναγομένου 1, αλλά περαιτέρω και την μη ύπαρξη μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι για κάποιο λόγο οι υποχρεώσεις αυτές αυξήθηκαν δραματικά στο μεσοδιάστημα από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι τις 13/03/07, αποτελεί συμπέρασμα μου ότι την καθ' όλη αυτή την χρονική περίοδο από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι και τις 13/03/07 στην πραγματικότητα οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις. Ή το λιγότερο δεν πίστευαν πραγματικά και ειλικρινά ότι θα μπορούσε ο εναγόμενος 1, με τις αυξημένες του υποχρεώσεις, να ανταποκριθεί και να χειριστεί προσωπικά τις υποθέσεις. (ζ) Και δεν μπορεί να αλλάξει σημειώνω την κατάληξη του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 έκανε κάποιες παρουσιάσεις στο Δικαστήριο και εκδίκασε την ενδιάμεση αίτηση για τροποποίηση. Η ουσία με βάση τη συμφωνία ήταν ο χειρισμός των υποθέσεων από τον εναγόμενο 1 και η πλήρης ολοκλήρωση των υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένων βέβαια και των ενδιάμεσων διαδικασιών, αλλά όταν έφτασε η στιγμή που θα έπρεπε να χειριστεί τις υποθέσεις επί της ουσίας τους προς το σκοπό ολοκλήρωσης τους αυτός δήλωσε ουσιαστικά αδυναμία, επικαλούμενος τις υποχρεώσεις που γνώριζε εξ' αρχής ότι είχε και αποσύρθηκε. (η) Συνεπώς κατά την κρίση μου οι παραστάσεις των εναγομένων προς τον ενάγοντα, περί χειρισμού των υποθέσεων από τον εναγόμενο 1, καταλήγω πως ήταν ψευδείς. Ο ενάγοντας δε στην βάση αυτών των παραστάσεων ενεργούσε κάνοντας πληρωμές προς τους εναγόμενους, προς ζημιά του. Κατ' επέκταση βρίσκω ότι πράγματι ο ενάγοντας εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους. Στην υπόθεση Λοϊζου κ.α. v. Πατσαλίδη κ.α.
(2012)1 (Β) Α.Α.Δ. 1379, που αφορούσε σε ανακριβή δήλωση γεγονότων στη βάση του άρθρου 36 του ΚΕΦ 148 αναφέρθηκε ότι σκοπός των αποζημιώσεων σε τέτοια περίπτωση είναι όπως το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η ψευδής δήλωση βρεθεί στη θέση που θα ήταν αν δεν γινόταν σ΄ αυτό η συγκεκριμένη δήλωση. Ο ενάγοντας στην προκειμένη περίπτωση αξιώνει, πάνω στην πιο πάνω βάση, όπως του επιστραφούν τα ποσά που κατέβαλε στους εναγόμενους, δηλαδή ουσιαστικά το ίδιο ποσό εκ Λ.Κ.21.000.- που το Δικαστήριο βρήκε σε άλλο σημείο πιο πάνω ότι θα πρέπει να επιστραφεί στον ενάγοντα λόγω παράβασης της επίδικης σύμβασης. Από τη στιγμή βέβαια που το ποσό διατάχθηκε να επιστραφεί πάνω στη βάση της παράβασης της σύμβασης, δεν τίθεται θέμα αποζημίωσης (βλ. άρθρο 61 εδάφιο 2 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Εάν όμως δεν υπήρχε το θέμα της παράβασης της σύμβασης, ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου πιο πάνω αναφέρω ότι το Δικαστήριο θα διέτασσε την επιστροφή του ποσού πάνω στη βάση αυτή. Ερχόμενος τώρα στην αξίωση του ενάγοντα για ζημιές και απώλειες από την αναβολή των υποθέσεων του, παρατηρώ τα εξής. Με βάση την έκθεση απαίτησης τα ποσά αξιώνονται «συνεπεία των ενεργειών και ή παραλείψεων» των εναγομένων (βλ. παρ.30 της έκθεσης απαίτησης). Στην γραπτή αγόρευση όμως του ενάγοντα αναφέρεται ότι αξιώνονται στη βάση των αρχών της αποκατάστασης και του άδικου πλουτισμού (βλ. σελ. 34, παρ.64). Κατά την κρίση μου όμως τα δύο δεν συνάδουν. Διότι αφενός η αξίωση στη βάση ενεργειών ή παραλείψεων, αν και όχι σαφής, συνάδει θα μπορούσε να λεχθεί περισσότερο με την ανάλυση που γίνεται από τον ενάγοντα στην αγόρευση του για το καθήκον επιμέλειας των εναγομένων έναντι του ενάγοντα και ή για την αμέλεια των εναγομένων. Όμως ευθέως αναφέρεται πως είναι σαφές από την μελέτη της έκθεσης απαίτησης ότι με δεδομένη την μη προώθηση σχετικής βάσης αγωγής δηλαδή για αμέλεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιο θέμα ή την συμπεριφορά των εναγομένων από τούτη τη σκοπιά και κατ' επέκταση ούτε και να αποδώσει οποιεσδήποτε ζημιές στη βάση αυτή. Το θέμα τώρα της αξίωσης στη βάση των αρχών της αποκατάστασης και του άδικου πλουτισμού είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Βεβαίως πριν από οτιδήποτε άλλο να αναφερθεί εδώ ότι δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου ότι με βάση την Έκθεση Απαίτησης δεν βασίζεται η αξίωση για ζημιές και απώλειες σε τούτες τις αρχές και συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να την εξετάσει. Όμως το Δικαστήριο ανεξάρτητα τούτου αναφέρει για σκοπούς πληρότητας ότι ακόμη και στην περίπτωση που η αξίωση είχε τέτοια βάση και πάλιν δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί. Πολύ πρόσφατα, στην Πολιτική Έφεση αρ.278/2010, 1. Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ, κ.α. v. Δημήτριου Κάκαβου, ημερ.15/10/15, ο έντιμος Δικαστής του Εφετείου κ.Ναθαναήλ ανέφερε τα εξής: " Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjustenrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. MansonInvestments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330. ................................... Αποτελεί περαιτέρω δεδομένο στα γεγονότα της εκδικασθείσας υπόθεσης ότι παρά την επιδίωξη εκ μέρους του εφεσίβλητου απόδοσης λογαριασμών ως προς τα χρήματα που κατέβαλε στους εφεσείοντες, υπό τύπο βεβαίως απώλειας ευκαιρίας ή κέρδους, η θεραπεία αυτή δεν προωθήθηκε. Επομένως ο εφεσίβλητος δικαιούτο απλά να ανακτήσει το καταβληθέν υπό αυτού ποσ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.