Επί τοις αφορώσι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. Παρασκευή Λεωνίδου κ.α., Αρ. Αίτησης: 380/14, 1/8/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 380/14 Επί τοις αφορώσι τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 22/1985 έως 23(Ι)/2014 άρθρα 52 και 53, τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς ΚΔΠ 142/87 Θεσμοί 78 και 79 και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 20 -και- Επί τοις αφορώσι τη Διαιτητική Απόφαση η οποία εξεδόθη υπό του Διαιτητού κ. Λοϊζου Σωτηρίου ημερομηνίας 8.10.2013 διά το ποσό των €353.163.14 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως από 8.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενων δύο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €210 υπέρ του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητων και εναντίον της Παρασκευής Λεωνίδου Νικολάου, αιτήτρια-εφεσείουσα -και- Επί τοις αφορώσι το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση-Εφεσίβλητων -και- Επί τοις αφορώσι τους: 1)Παρασκευή Λεωνίδου (αρ.ταυτ.502397) 2)Νίκος Λεωνίδου Αντώνη (αρ.ταυτ.707358) 3) Νίνα Κουτσίδου (αρ. ταυτ.733380) Αιτητές-Εφεσείοντες 1 Αυγούστου, 2016 Εμφανίσεις: Για αιτητές- εφεσείοντες: κ. Σ. Ζαχαρίου για Δ. Παναούτα. Για καθ' ων η αίτηση - εφεσίβλητους: κ. Α.Ι.Κίτσιος. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση/έφεση ημερ.18.7.2014 (εφεξής η έφεση), οι εφεσείοντες ζητούν:
- Διάταγμα και/ή απόφαση διατάττον όπως η διαιτητική απόφαση που εξεδόθη υπό του Διαιτητού κ. Λοϊζου Σωτηρίου στις 8.10.2013 δια το ποσό των €353.163,14 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως από 8.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενων δυο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €210 υπέρ του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητων και εναντίον των
- Παρασκευής Λεωνίδου,
- Νίκου Λεωνίδου,
- Νίκας Κουτσίδου, αιτητών-εφεσειόντων και η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α, είναι άκυρη και/ή εσφαλμένη και/ή αντικανονική και/ή παράνομη.
- Διάταγμα και/ή απόφαση διατάττον την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφαση που εξεδόθη υπό του Διαιτητού κ. Λοϊζου Σωτηρίου στις 8.10.2013 δια το ποσό των €353.163,14 πλέον τόκοι προς 9% ετησίως από 8.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενων δυο φορές τον χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €210 υπέρ του ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, καθ' ων η αίτηση-εφεσίβλητων και εναντίον των
- Παρασκευής Λεωνίδου,
- Νίκου Λεωνίδου,
- Νίνας Κουτσίδου, αιτητών-εφεσειόντων και η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α. Η έφεση βασίζεται στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους 22/1985 έως 23(Ι)/2014, άρθρα 52 και ιδιαίτερα 52
(4), και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Κ.Δ.Π.142/87, Θεσμοί 78 και 79, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικούς Θεσμούς Δ.39, Δ.47 θ.1, 2, 3, Δ.48 θ.1-4 8(nn) και Δ.64, στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρο 20
(2), στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 9 ως τροποποιήθηκε, στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 315/2013, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως αυτή έχει ενσωματωθεί, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι Έφεσης είναι οι ακόλουθοι:
- H Διαιτητική Διαδικασία διεξάχθηκε επί ανύπαρκτου νομικού πλαισίου.
- Ο Διαιτητής και ο τρόπος διορισμού του Διαιτητή παραβιάζει και παραβίασε κατάφορα τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και της Δίκαιης Δίκης.
- Ο Διαιτητής και ο τρόπος διεξαγωγής της Διαιτητικής Διαδικασίας παραβίασε κατάφορα τις Αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και της Δίκαιης Δίκης.
- Στον επίδικο λογαριασμό του δανείου που αφορούσε την διαιτησία υπήρχαν παράνομες χρεώσεις οι οποίες δεν αφαιρέθηκαν κατά την έκδοση της απόφασης.
- Στον επίδικο λογαριασμό του δανείου που αφορούσε την διαιτησία υπήρχαν παράνομες χρεώσεις τόκων οι οποίες δεν αφαιρέθηκαν κατά την έκδοση της απόφασης.
- Οι καθ' ων η αίτηση παραβίασαν την Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 315/2013
- Ο Διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση.
- Η Διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα.
- Η Διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
- Ο Διαιτητής ουδέποτε εκδίκασε την υπόθεση.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας.
- Ο Διαιτητής δεν έλαβε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης.
- Ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός.
- Ο Διαιτητής δεν κατείχε τα απαραίτητα προσόντα και γνώσεις για να διεξάγει την διαιτητική διαδικασία.
- Κατά την έκδοση του δανείου οι καθ' ων η αίτηση παραβίασαν τους Κανονισμούς και Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Από πλευράς γεγονότων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2 - Νίκου Λεωνίδου. Κατά τους ισχυρισμούς του κ. Λεωνίδου, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 29.12.2004, οι τρεις εφεσείοντες έλαβαν από τους εφεσίβλητους, δάνειο ύψους £126.000, παρέχοντας ως εξασφάλιση υποθήκη επί της κατοικίας της εφεσειούσας
- Περί τα μέσα Ιουλίου 2013, οι εφεσείοντες έλαβαν ειδοποίηση ημερ. 8.7.2013 από τον διαιτητή Λοϊζο Σωτηρίου για να προσέλθουν σε διαιτητική διαδικασία λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή του δανείου. Τότε, ο δικηγόρος τους, κ. Αριστείδου, επικοινώνησε με τον διαιτητή και του ζήτησε όπως αναβληθεί η διαδικασία κατά την ορισθείσα ημερομηνία λόγω ανειλημμένης του υποχρέωσης. Πράγματι, η διαδικασία αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου στις 8.10.
- Εκείνη την ημέρα, ο ενόρκως δηλών, παρουσιάστηκε ενώπιον του διαιτητή μαζί με το δικηγόρο των εφεσειόντων, κ. Αριστείδου και κατόπιν εισήγησης τους, η υπόθεση ανεστάλη, υπό την ανάληψη υποχρέωσης για υποβολή γραπτής πρότασης για διευθέτηση του όλου χρέους. Πράγματι, ο δικηγόρος τους κ. Αριστείδου, απέστειλε προς τους εφεσίβλητους, επιστολή ημερ. 22.11.2013, στην οποία εισηγείτο συγκεκριμένο τρόπο διευθέτησης του χρέους (Τεκμήριο Δ). Ενώ ανέμεναν απάντηση στην εν λόγω επιστολή, κατά παράδοξο τρόπο, επιδόθηκε στους εφεσείοντες, σε διάφορες ημερομηνίες, διαιτητική απόφαση που φέρεται να εκδόθηκε στις 8.10.
- Ως εκ τούτου, η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί. Οι εφεσίβλητοι καταχώρισαν ένσταση στις 12.1.
- Στην ένσταση, πέραν της απόρριψης των λόγων έφεσης, εγείρουν έξι, προδικαστικές - όπως τις ονομάζουν - ενστάσεις, στο να προχωρήσει και να τύχει εξέτασης επί της ουσίας η έφεση. Έχουν ως ακολούθως:
- (α) Η Αίτηση/'Έφεση των Αιτητών/Εφεσειόντων είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη, αφού αυτή δεν έγινε σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών τύπο, (CAP 198) CO-OPERATIVE SOCIETIES RULES. (β) Η εν λόγω αντικανονικότητα είναι μη θεραπεύσιμη και η Αίτηση/Έφεση θα πρέπει να απορριφθεί προδικαστικά.
- Η Αίτηση/Έφεση των Αιτητών/Εφεσειόντων είναι αντικανονική και παράτυπη και άκυρη αφού σε αυτή δεν έχει επισυναφθεί η Διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση.
- Η Αίτηση/Έφεση είναι όπως φαίνεται από τον τίτλο αντιφατική και λανθασμένη και/ή συντεταγμένη κατά τρόπο που να προκαλείται σύγχυση αφού σε ένα μέρος παρουσιάζεται ως Εφεσείουσα μόνο η Παρασκευή Λεωνίδα Νικολάου και με αναφορά μόνο στην Διαιτητική Απόφαση που εξεδόθη εναντίον της και πιο κάτω παρουσιάζονται ως Εφεσείοντες/Αιτητές και οι Νίκος Λεωνίδου, Αντώνη και η Νίνα Κουτσίδου.
- Οι Αιτητές/Εφεσείοντες παρέλειψαν να καταστήσουν μέρος στην παρούσα διαδικασία και τον Διαιτητή όπως έχουν υποχρέωση και ιδιαιτέρως αφού του καταλογίζεται κακή συμπεριφορά.
- Η Κλίμακα της Αίτησης/Έφεσης είναι λανθασμένη αφού το επίδικο θέμα είναι πέραν των €50.
- Η Αίτηση/Έφεση είναι αβάσιμη αφού βασίζεται σε λανθασμένα άρθρα, νόμους και κανονισμούς. To νομικό υπόβαθρο της ένστασης είναι ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/1985 άρθρα 2, 52
(2)(β) και
(4), ο Περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ.4, άρθρα 2, 9, 13, 20, 21, 26 και 30, οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ1-4, 7, 8 και 9, οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί (CAP 198), κανονισμός 100
(1)και
(2)και η σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων, η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Κίκας Κωνσταντίνου Αυγουστή - υπαλλήλου των εφεσίβλητων. Η κα Κωνσταντίνου, απορρίπτει τον ισχυρισμό των εφεσειόντων, ότι, η διαιτητική διαδικασία ανεστάλη στις 8.10.
- Εκείνο το οποίο πραγματικά συνέβη, εξηγεί, είναι, ότι, η διαιτητική διαδικασία ορίστηκε για πρώτη φορά στις 26.9.
- Εκείνη την ημέρα, εκ μέρους των εφεσίβλητων εμφανίστηκε η ίδια μαζί με τον συνάδελφο της Μάριο Τσαγγάρη και εκ μέρους των εφεσειόντων, ο Νίκος Λεωνίδου - εφεσείοντας
- Ο κ. Λεωνίδου, ζήτησε αναβολή για να μελετήσει κατάσταση λογαριασμού του δανείου, η οποία του είχε παραδοθεί. Έτσι, η διαδικασία αναβλήθηκε και ορίστηκε για τις 8.10.2013, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε και πάλι ο εφεσείοντας 2, αυτή τη φορά, με τον δικηγόρο του, κ. Αριστείδου. Εκείνη την ημέρα, η ίδια προώθησε την απαίτηση των εφεσίβλητων, καταθέτοντας (α) τη συμφωνία δανείου ημερ. 29.12.2004, (β) την υποθήκη ημερ. 29.12.2004 και (γ) κατάσταση λογαριασμού ημερ. 8.10.
- Τα έγγραφα αυτά επιθεωρήθηκαν και μονογραφήθηκαν από τον διαιτητή και ζητήθηκε, κατ' ακολουθία, η έκδοση απόφασης. Ο εφεσείοντας 2 συμφώνησε με το υπόλοιπο που φαινόταν στην κατάσταση λογαριασμού ημερ. 8.10.2013 και ανέφερε, ότι, για περίοδο έξι μηνών, θα αποπλήρωνε το δάνειο, με μηνιαίες δόσεις των €1.600 εκάστη και κατόπιν θα ζητούσε ανανέωση ή αναδιάρθρωση του δανείου. Η ίδια του απάντησε, ότι, αν τηρούσε την υπόσχεση του, τότε, θα μπορούσε να μελετηθεί το ενδεχόμενο ανανέωσης/αναδιάρθρωσης του δανείου. Κατόπιν τούτου, ο διαιτητής, στη βάση των στοιχείων που είχε ενώπιον του και της δήλωσης του εφεσείοντα 2, εξέδωσε την απόφαση του, επιδικάζοντας μάλιστα προς όφελος των εφεσίβλητων και €210 έξοδα. Σε καμία περίπτωση, δεν τέθηκε θέμα αναβολής της υπόθεσης. Απλά, ανεξάρτητα από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, τέθηκε το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του δανείου, σε περίπτωση που οι εφεσείοντες τηρούσαν την υπόσχεση τους. Όσον αφορά την επιστολή του δικηγόρου των εφεσειόντων ημερ. 22.11.2013, αυτή, προφανώς, εστάλη με σκοπό να διαφοροποιηθεί η εκδοθείσα απόφαση του διαιτητή, ειδικά ως προς το θέμα των τόκων και της θέσης που είχε διατυπώσει ο εφεσείοντας 2 στις 8.10.
- Στην εν λόγω επιστολή, απάντησε ο δικηγόρος των εφεσίβλητων, με επιστολή ημερ. 12.12.2013, απορρίπτοντας την πρόταση (τεκμήριο 1). Για τους λόγους αυτούς - πάντα κατά την ενόρκως δηλούσα - η έφεση είναι αβάσιμη και θα πρέπει έτσι να απορριφθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία και αφού εν τω μεταξύ δεν είχε ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, δόθηκε ο λόγος στους ευπαιδεύτους συνηγόρους για να αγορεύσουν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων, κ. Ζαχαρίου, περιορίστηκε στο να υιοθετήσει τους λόγους έφεσης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων, κ. Κίτσιος, κατάθεσε εμπεριστατωμένη και στοχευμένη γραπτή αγόρευση, την οποία διεξήλθα με κάθε προσοχή. Κάνω αρχή από τα ζητήματα που εγείρε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων, τα οποία, ως προανέφερα, χαρακτηρίζονται ως «προδικαστικές ενστάσεις». Εξ αυτών, προωθήθηκαν τελικώς οι ενστάσεις 1-4 και 6, αφού στην αγόρευση του συνηγόρου, η ένσταση με αριθμό 5, εγκαταλείπεται. Σε ότι αφορά την ένσταση 1, είναι γεγονός, ότι, οι παλαιοί περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί (The Co-Operative Societies Law Cap.198) φαίνεται να διασώζονται μέχρι τις μέρες μας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την καταχώρηση έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης. Είναι επίσης γεγονός, ότι, ο κανονισμός 101
(2)προβλέπει, ότι, η έφεση θα υποβάλλεται (shall be made) με ειδοποίηση έφεσης, κατά τον τύπο που παρατίθεται στο Παράρτημα 2 των Κανονισμών. Αναγιγνώσκοντας τον εν λόγω τύπο, εκείνο, το οποίο προκύπτει ως ουσιαστικό, είναι, ότι η ειδοποίηση έφεσης, θα πρέπει να αποσαφηνίζει, αν στρέφεται κατά μέρους ή του συνόλου της διαιτητικής απόφασης και περαιτέρω να παραθέτει στο σώμα της, τους λόγους έφεσης. Η καταχωρηθείσα αίτηση/έφεση συμμορφώνεται με τον πιο πάνω τύπο. Είναι ξεκάθαρο, ότι, στρέφεται κατά του συνόλου της διαιτητικής απόφασης ενώ στο σώμα της, εκτίθενται με ευκρίνεια, οι λόγοι έφεσης, συνοδευόμενοι και με αιτιολογία. Ενδεχομένως, η έφεση, να περιέχει και περιττά στοιχεία, ιδιαίτερα στην προμετωπίδα, αλλά τούτο δεν την εκτροχιάζει από τα πλαίσια του καθορισμένου τύπου πόσω μάλλον να αποστερεί από τους εφεσείοντες, το δικαίωμα, να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο, η έφεση τους. Σε σχέση με την ένσταση 2, είναι επίσης γεγονός, ότι, ο ίδιος κανονισμός, προβλέπει για επισύναψη στην ειδοποίηση έφεσης, αντιγράφου της απόφασης του διαιτητή η οποία προσβάλλεται (with a copy of the award). Οι εφεσείοντες, επισυνάπτουν ως παράρτημα Α στην έφεση τους, ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «ΔΙΑΤΗΣΙΑ» και στο οποίο αναπαράγεται το λεκτικό της διαιτητικής απόφασης. Είναι αυτό το έγγραφο που τους επιδόθηκε και κανένα άλλο. Οι εφεσείοντες, χαρακτηρίζουν αυτό το έγγραφο «απόφαση του διαιτητή» ενώ οι εφεσίβλητοι, το χαρακτηρίζουν «ειδοποίηση της απόφασης του διαιτητή». Ό,τι και να ισχύει, θεωρώ, ότι, υπήρξε συμμόρφωση με τον πιο πάνω κανονισμό. Όπως προανέφερα, η προϋπόθεση είναι για επισύναψη αντιγράφου της απόφασης. Το αντίγραφο, μπορεί κάλλιστα να πάρει μορφή ειδοποίησης, φτάνει στο σώμα της ειδοποίησης, να αναπαράγεται αυτούσια και στην ολότητα της η απόφαση του διαιτητή. Στην εδώ περίπτωση, δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση περί του αντιθέτου. Σε σχέση με την ένσταση 6, επισημαίνω, ότι, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων, δεν με έχει παραπέμψει σε οποιοδήποτε κανονισμό που να θέτει υποχρέωση, παράθεσης νομικής βάσης οπουδήποτε στο σώμα της ειδοποίησης έφεσης. Ούτε και στον προαναφερθέντα τύπο του Παρατήματος 2, φαίνεται να υπάρχει υποχρέωση μιας τέτοιας συμπερίληψης. Επ' αυτού, υπενθυμίζω, ότι, η αίτηση/έφεση καταχωρείται ως εναρκτήρια κλήση (βλ. Russell on Arbitration (19η έκδοση) σελ.495) και όχι ως ενδιάμεση αίτηση. Έτσι κι αλλιώς η εκτεθείσα νομική βάση της υπό συζήτηση αίτησης/έφεσης, περιλαμβάνει το ουσιαστικό δίκαιο επί του οποίου στηρίζεται. Οι παραληφθέντες (παλαιοί) Κανονισμοί, είναι διαδικαστικού χαρακτήρα και συνεπώς ακόμα και αν υπήρχε υποχρέωση παράθεσης νομικής βάσης, η μη συμπερίληψη τους, δεν θα επηρέαζε καθ' οιονδήποτε τρόπο το διάβημα των εφεσειόντων (βλ. κατ' αντιστοιχία την Αίτηση του Χριστόδουλου Μεττή Αναφορικά για άδεια καταχώρησης Εντάλματος της φύσης Certiorari και Mandamus, Αίτηση αρ. 123/03, ημερ. 23.12.2003, όπου λέχθηκε, ότι, η μη αναφορά στον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ.5 σε Αίτηση Πτώχευσης, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα την όλη διαδικασία). Η ένσταση 3 δεν χρειάζεται εκτενή σχολιασμό. Είναι γεγονός, ότι, υπάρχει η αναφορά που υποδεικνύεται από τον ευπαίδευτο συνήγορο, αλλά είναι πρόδηλο, ότι, πρόκειται για σφάλμα κατά τη σύνταξη της έφεσης και τίποτε πέραν αυτού. Καμία σύγχυση ή αμφιβολία υπάρχει, ότι, η έφεση, καταχωρήθηκε από και αφορά και τους τρείς εφεσείοντες. Σε ό,τι αφορά τέλος την ένσταση 4, δεν συμφωνώ, ότι, ο διαιτητής θα έπρεπε εξ αρχής να προστεθεί ως διάδικος υπό την στενή έννοια του όρου. Εκείνο το οποίο συμβαίνει, ενίοτε, είναι, όταν καταλογίζεται στον διαιτητή κακή συμπεριφορά (misconduct) είτε σε σχέση με τεχνικά θέματα είτε σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, να του επιδίδεται η έφεση. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζεται η σύγχρονη αντίληψη περί φυσικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία, ο καθένας που τίθεται στο στόχαστρο κριτικής και αμφισβήτησης, θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να απαντήσει. Η επίδοση της έφεσης, σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, προβλέπεται και στον Κανονισμό 101
(2). Το ότι όμως στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιδόθηκε στον διαιτητή η έφεση δεν καθιστά το διάβημα άκυρο. Ο διαιτητής, θα μπορούσε, να ειδοποιηθεί από τους εφεσίβλητους ή ακόμα να προσφερθεί η μαρτυρία του με ένορκη δήλωση ή διαφορετικά, όπως συνέβη στις υποθέσεις ΣΠΕ Δευτεράς v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 και ΣΠΕ Αραδίππου v. Μήλου κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1996. Στο θέμα αυτό, θα επανέλθω και στη συνέχεια. Εν όψει των πιο πάνω, όλοι οι προωθηθέντες «προδικαστικοί λόγοι ένστασης», απορρίπτονται. Έρχομαι τώρα στην ουσία της έφεσης, ξεκινώντας με την παράθεση κάποιων βασικών αρχών. Το δικαίωμα αμφισβήτησης της απόφασης διαιτητή, προβλέπεται στο άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί και ασκείται με την καταχώρηση ειδοποίησης έφεσης. Η ακύρωση απόφασης διαιτητή επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4. Ο εκάστοτε διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον και θα πρέπει έτσι να συμμορφώνεται με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης (βλ. Galatis v. Savvides
(1966)1 C.L.R. 87 και Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 687) και να πράττει, ως άτομο που λειτουργεί δικαστικά με τα όσα συνεπάγονται τούτου (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717). Παράβαση αυτών των καθηκόντων, συνιστά κακό χειρισμό (misconduct) που δικαιολογεί ακύρωση της απόφασης του. Στην πρόσφατη υπόθεση Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, Πολ. Έφεση 416/2012, ημερ. 15.4.2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ v. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους τους διορισμού...Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και τους δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2006, 2010). Με αυτά κατά νου, στρέφω την προσοχή μου στους λόγους έφεσης. Ύψιστης σημασίας είναι οι λόγοι έφεσης 3, 8, 9 και 10 που αλληλοσυνδέονται και στρέφονται ευθέως κατά της διεξαχθείσας διαδικασίας στις 8.10.2013, την υποτιθέμενη δηλαδή ημερομηνία έκδοσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης. Όπως προκύπτει από την ανωτέρω παράθεση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, η εκδοχή των διαδίκων για το τι πράγματι συνέβη εκείνη την ημέρα διαφέρει ουσιωδώς. Οι εφεσείοντες, ισχυρίζονται, ότι, υπήρξε απλά συζήτηση εκείνη την ημέρα που είχε ως κατάληξη, η διαδικασία, να ανασταλεί υπό την ανάληψη υποχρέωσης του δικηγόρου τους να υποβάλει γραπτή πρόταση για διευθέτηση του χρέους. Από την άλλη, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται, ότι, η διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Ο εφεσείοντας 2 μάλιστα παραδέχθηκε το χρέος του και η μάρτυρας των εφεσίβλητων, παρουσίασε στον διαιτητή τα πειστήρια, τα οποία, παραλήφθηκαν και μονογραφήθηκαν και στη βάση αυτή, εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Η όποια υποβολή πρότασης, ήταν άσχετη και ανεξάρτητη της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης. Η θέση των εφεσειόντων συνάδει και ενισχύεται από το τεκμήριο Δ της έφεσης, η οποία, είναι η επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 22.11.
- Στην επιστολή αυτή, υπολογίζεται το ύψος του οφειλόμενου ποσού (κατά πολύ μικρότερο από το ποσό της διαιτητικής απόφασης) και υποβάλλεται πολύ συγκεκριμένη πρόταση για εξόφληση του, δια μηναίων δόσεων των €1700 εκάστη. Φαντάζει πολύ περίεργο, δικηγόρος που συμμετείχε στη διαιτητική διαδικασία όπου υποτίθεται εκδόθηκε απόφαση για €353.163,14, να προσποιείται, ότι, ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο και να υποβάλλει επίσημη πρόταση για την έκδοση διαιτητικής απόφασης ή για αναδιάρθρωση χρέους για ποσό €294.
- Η θέση των εφεσειόντων ενισχύεται έτι περαιτέρω από την απαντητική επιστολή του δικηγόρου των εφεσίβλητων ημερ. 12.12.2013 - τεκμήριο 1 στην ένσταση. Στην επιστολή αυτή, πουθενά δεν γίνεται αναφορά στην υποτιθέμενη διαιτητική απόφαση ημερ. 8.10.
- Αντιθέτως, ωσάν να μην εκδόθηκε ποτέ μια τέτοια απόφαση, ο συντάκτης, προχωρεί στην απόρριψη της πρότασης και υποβάλλει αντιπρόταση για πληρωμή μηναίων δόσεων €1700 για 6 μήνες και υπό την προϋπόθεση συμμόρφωσης, θέτει το ενδεχόμενο παραχώρησης νέου δανείου. Άλλο στοιχείο που ενισχύει τη θέση των εφεσειόντων είναι το γεγονός, ότι, για έξι ολόκληρους μήνες δεν υπήρξε καμία αναφορά ή επίκληση της διαιτητικής απόφασης από μέρους των εφεσίβλητων. Επανεμφανίζεται στο προσκήνιο τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2014, όταν επιδόθηκε στους εφεσείοντες, καταλαμβάνοντας τους, ως προκύπτει, εντελώς εξαπίνης. Όλη αυτή η αμφισβήτηση, θα μπορούσε να επιλυθεί προς όφελος των εφεσίβλητων (αν βέβαια ήταν γνήσια η θέση τους), με την παρουσίαση των πρακτικών της διαδικασίας. Έτσι, θα διαφαινόταν το τι πράγματι συνέβη στις 8.10.
- Απαντώντας στο λόγο έφεσης 3, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται, ότι τηρήθηκαν πρακτικά. Τέτοια πρακτικά όμως δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Όπως προανέφερα, ο διαιτητής οφείλει να ακολουθεί τα δικαστικά θέσμια, τα οποία βέβαια, για σκοπούς αποτελεσματικού ελέγχου, επιβάλλουν υποχρέωση τήρησης πρακτικών. Στην Ανδρέας Αγαθοκλέους Υπόμνημα Αρ.277,
(1992)1 Α.Α.Δ. 176,177 αναφέρονται σχετικά τα εξής: "per Curiam: Θα θέλαμε να επισύρουμε την προσοχή των πρωτόδικων Δικαστηρίων στο καθήκον που έχουν να τηρούν πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον τους με τρόπο και στην έκταση που καθιστά δυνατή την άσκηση δικαστικού ελέγχου στην κατ' έφεση διαδικασία που δυνατό να ακολουθήσει την έκδοση της απόφασης τους. Αναφορά στα πρακτικά θα πρέπει απαραιτήτως να γίνεται στο περιεχόμενο ενστάσεων ή αιτημάτων που υποβάλλονται στη διάρκεια της διαδικασίας από οποιονδήποτε διάδικο καθώς και στο περιεχόμενο της αιτιολογημένης απόφασης τους Δικαστηρίου πάνω στις εν λόγω ενστάσεις ή αιτήματα". Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και για σκοπούς ανάλογου ελέγχου από το Δικαστήριο, θα πρέπει και στις διαιτητικές διαδικασίες να τηρούνται πρακτικά. Η υποχρέωση τήρησης πρακτικών, προκύπτει ευθέως και από τον Κανονισμό 100
(1)(b) που προβλέπει, ότι, τα πρακτικά, θα πρέπει να χρονολογούνται και να υπογράφονται από τον διαιτητή. Ομοίως, θα πρέπει να σημειώνονται, χρονολογούνται και μονογράφονται και τα όποια τεκμήρια κατατίθενται στη διαδικασία (Κανονισμός 100
(1)(c)). Οι εφεσίβλητοι κάνουν λόγο για τρία τέτοια τεκμήρια στην ένσταση τους, χωρίς όμως να φαίνεται πουθενά η κατάθεση αυτών των τεκμηρίων. Δεν αρκεί η αναφορά της ενόρκως δηλούσας - Κικής Αυγουστή, για το τι έγινε στις 8.10.2013, όπως δεν θα αρκούσε η αναφορά οποιουδήποτε παριστάμενου ή συμμετέχοντα για το τι έγινε σε μια δικαστική διαδικασία. Αποκλειστικός «καθρέφτης» των λεχθέντων στη διαδικασία, είναι, το πρακτικό που τηρείται. Δε μου διαφεύγει το γεγονός, ότι, η υποχρέωση τήρησης πρακτικών ήταν του διαιτητή και όχι των εφεσίβλητων. Ωστόσο, αφ' ης στιγμής τα επικαλείται για να στηρίξει τη διαιτητική διαδικασία και απόφαση, ήταν υποχρέωση των εφεσίβλητων, να τα παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτο, θα μπορούσε να το πράξει μέσω της μαρτυρίας του διαιτητή. Ως προς τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας από τον διαιτητή, χρήσιμη αναφορά γίνεται στον Russel (ανωτέρω), σελ 274 και επόμενες. Η πιο πάνω παράλειψη, σφραγίζει και την κατάληξη του Δικαστηρίου, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οποιοιδήποτε άλλοι λόγοι έφεσης. Η έφεση, θα πρέπει να επιτύχει και η απόφαση του διαιτητή να ακυρωθεί, ως ζητείται στην παράγραφο 2 της έφεσης. Αυτή, υπό τις περιστάσεις, είναι η ενδεικνυόμενη θεραπεία και όχι η έκδοση διατάγματος, όπως ζητείται στην παράγραφο 1 της έφεσης. Προτού κλείσω, θα πρέπει να πω και τούτο: Η όλη φιλοσοφία της διαιτησίας, συνάδει με τη σύγχρονη τάση για ταχεία και έξω- δικαστηριακή επίλυση των διαφορών. Σε αυτό το πλαίσιο, τα Δικαστήρια ευνοούν τέτοιες διαδικασίες και είναι με βραδύτητα και απροθυμία που επεμβαίνουν. Θα πρέπει όμως οι Συνεργατικές αλλά και οι διορισθέντες διαιτητές, για επίλυση διαφορών δυνάμει του περί Συνεργατικών Νόμου 22/85, να αντιληφθούν, πως, τέτοιες υποθέσεις δεν είναι ούτε απλές, ούτε τυπικές. Είναι σοβαρές υποθέσεις όπου διακυβεύονται μεγάλα χρηματικά ποσά και πολλές φορές και οι περιουσίες των πελατών τους. Συνεπώς, υπάρχει αυστηρό καθήκον προσήλωσης στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Χαλάρωση επιτρέπεται στον τρόπο διεξαγωγής της όλης διαδικασίας μακριά από την επισημότητα/τυπικότητα που υπάρχει στο Δικαστήριο. Εκπτώσεις όμως σε θέματα αρχών, δεν επιτρέπονται. Οι διαιτητές κατά την ενάσκηση του έργου τους, απονέμουν δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη όμως δεν πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται. Συνεπώς, η πρακτική, σύμφωνα με την οποία οι διαιτησίες διεξάγονται στα γραφεία των Συνεργατικών - όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση - χωρίς τούτο, αυστηρά ομιλούντες, να απαγορεύεται, καλό είναι να αποφεύγεται, ως μέτρο προς την κατεύθυνση εμπέδωσης εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον θεσμό αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η έφεση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης και παραμερισμού της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης του Διαιτητού κ. Λοϊζου Σωτηρίου ημερ. 8.10.2013. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον των εφεσίβλητων. (Υπ.) ................................ Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο