AΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD (HE 1228370) κ.α., Αρ.αίτησης εταιρειών: 341/2016, 26/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ.αίτησης εταιρειών: 341/2016 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 άρθρα 202 και 211 (στ) Αναφορικά με την εταιρεία C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD (HE 1228370 AΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΙΤΗΤΕΣ C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD (HE 1228370 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:26/9/2016 Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 18/7/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κ. Αλέκος Αργυρού, καθ΄ ων η αίτηση στην ενδιάμεση αίτηση Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ανδρέας Γιωρκάτζης, αιτητές στην ενδιάμεση αίτηση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Mε μονομερή ενδιάμεση αίτηση της, η καθ΄ ης η αίτηση 1 εταιρεία στην κυρίως αίτηση και αιτήτρια στην υπό εξέταση αίτηση (εν τοις εφ΄ εξοίς η εταιρεία) ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού Διατάγματος, το οποίο προνοούσε (χωρίς να παρατίθεται αυτολεξεί το ακριβές λεκτικό του Διατάγματος) την αποπαγοποίηση τραπεζικών λογαριαμών της εταιρείας σε διάφορες τράπεζες και που να επιτρέπεται η διενέργεια πληρωμών στα πλαίσια δαπανών που γίνονται εντός των σύνηθων επαγγελματικών δραστηριοτήτων και άλλων απορρέουσων υποχρεώσεων της εταιρείας από τους λογαριασμούς της εταιρείας και όπως αυτές επικυρώνονται. Επιπρόσθετα διατάχθηκε ο καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση, όπως καταθέτει κάθε 30 ημέρες ένορκη δήλωση η οποία θα έχει ενημερωτικό χαρακτήρα για τις συναλλαγές και γενικά για τις πράξεις για τις οποίες εξουσιοδοτήθηκε να πράττει με την ανάλογη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας και της δυνατότητας υπογραφής επί αυτών των λογαριασμών. Ως προς την νομική βάση που επικαλέστηκε η εταιρεία, αυτή είναι καταγραμμένη στο κείμενο της αίτησης και το Δικαστήριο θα κάνει ειδική αναφορά πιο κάτω αναλύοντας την νομική πτυχή, η οποία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες ως προς το νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που τελικώς εφαρμόζεται στην υπό εκδίκαση αίτηση. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Χριστοφή, καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση, προβαίνοντας αρχικά σε αναφορά ως προς την ιδιότητα του και την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της νομικής συμβουλής που έλαβε και ακολούθως κάνει αναφορά στον τομέα ενασχόλησης των αιτητών και την ιδιότητα των υπολοίπων μετόχων. Προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πορεία της υπόθεσης, με την επίδοση της κυρίως αίτησης σε τράπεζες που κατονομάζει και που είχε ως αποτέλεσμα την παγοποίηση των λογαριασμών, ως είναι η πάγια τακτική των τραπεζών και υπήρχε άμεσο αντίκτυπο, ιδίως με μια συγκεκριμένη τράπεζα, λόγω του ότι με αυτήν διεξάγονται οι πλείστες πληρωμές. Ο ενόρκως δηλών ανέφερε ότι ισχύουν εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις στο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, διότι δεν δύνανται να πραγματοποιήσουν εκείνες τις πληρωμές και γενικά συναλλαγές και απόσυρση χρημάτων, που θα ήταν απόλυτα αναγκαία για την συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας, έχοντας υπ΄ όψη εκκρεμούσες παραγγελίες και υποχρεώσεις που συνδέονται με αυτές, και οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση το γνώριζαν αυτό και σε μια προσπάθεια στραγγαλισμού της εταιρείας, αρχικά απαίτησαν την από κοινού δέσμευση των λογαριασμών με την υπογραφή όλων και έχουν λάβει χώρα περιστατικά τα οποία αναγράφηκαν και σε προηγούμενη διαδικασία και που αφορούν την νομιμότητα σύγκλησης συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου. Εξέφρασε την θέση ότι η συνέχιση παγώματος των τραπεζικών λογαριασμών θα έχει ανεπανόρθωτες ζημιές και οικονομική καταστροφή της εταιρείας, διότι δεν θα είναι δυνατό να γίνουν νέες παραγγελίες, δεν θα είναι δυνατή η κάλυψη λειτουργικών εξόδων, με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί η εταιρεία και να επέρχεται βλάβη στην φήμη της εταιρείας, δεν θα είναι δυνατό να καλυφθούν τα ενοίκια των υποστατικών σε Λευκωσία και Λεμεσό, ούτε θα είναι δυνατή η αποπληρωμή του επαγγελματικού δανείου, δεν θα είναι δυνατή η αποπληρωμή μισθών και συνακόλουθα ούτε η πληρωμή υποχρεώσεων φορολογικής φύσεως, οι επιταγές θα επιστρέφονται ως ακάλυπτες με κίνδυνο έναρξης ποινικών υποθέσεων και καταχώρηση των αιτητών στα ανάλογα συστήματα, με ανυπολόγιστες ζημιές και υπάρχει ήδη δυσαρέσκεια στους πελάτες και τέλος, ενώ θα είναι δυνατή η κατάθεση χρημάτων σε αυτούς τους λογαριασμούς, θα είναι αδύνατη η απόσυρση χρημάτων. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών επικαλείται συγκεκριμένα παραδείγματα με προβλήματα που δημιουργήθηκαν με την παγοποίηση των λογαριασμών, με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσκολία στην εκτελώνιση εμπορευμάτων, στην καταβολή επιπρόσθετων χρημάτων, στον δανεισμό για να γίνει εφικτή η εκτελώνιση εμπορευμάτων, στον κίνδυνο λήψης εναντίον της εταιρείας δικαστικών μέτρων και απώλειας εμπορευμάτων, τα οποία θα πωληθούν με δημόσιο πλειστηριασμό, εάν δεν καταβληθούν οι ανάλογες χρηματικές υποχρεώσεις. Μετά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 8/7/2016 στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης, οι δικηγόροι της εταιρείας απέστειλαν την απόφαση του Δικαστηρίου στις τράπεζες, οι οποίες δεν απάντησαν μέχρι σήμερα και παραμένουν παγοποιημένοι οι λογαριασμοί, με εξαίρεση μια τράπεζα, η οποία ανέφερε ότι οι λογαριασμοί θα παραμείνουν δεσμευμένοι μέχρι να εξασφαλιστεί το ανάλογο Διάταγμα. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα ανάλογα διατάγματα, εν΄ όψει του ότι η εταιρεία είναι δρώσα με έντονη παρουσία και είναι προς το συμφέρον όλων των εμπλεκόμενων στην παρούσα διαδικασία και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης τους, η εταιρεία θα παραλύσει και εξέφρασε την άποψη ότι οι αιτητές στην κυρίως αίτηση καταχρηστικά ενημέρωσαν τις τράπεζες για την κυρίως αίτηση, πριν ακόμα δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο για να γίνουν οι σχετικές δημοσιεύσεις. Οι αιτητές στην κυρίως αίτηση και καθ΄ ων η αίτηση στην υπό εκδίκαση αίτηση, έφεραν ένσταση στην αίτηση και στην συνέχιση ισχύος του προσωρινού Διατάγματος. Προβλήθηκαν συνολικά 16 λόγοι ένστασης, οι οποίοι θα εξεταστούν ανά ομάδες, εν΄ όψει της συνάφειας και της αλληλουχίας μεταξύ τους. Χωρίς να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο των ενστάσεων, αυτοί άπτονται στο νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης, το μη δικαιολογημένο και γενικά ανεπαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση, στην γενικότητα και αοριστία του εκδοθέντος Διατάγματος και την παράκαμψη ρητής νομοθετικής πρόνοιας, στην παράλειψη ειδοποίησης τους πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, στον κίνδυνο ανεξέλεγκτων πράξεων και στην αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, στην μη πλήρωση των προυποθέσεων για οριστικοποίηση του Διατάγματος και στην ανεπανόρθωτη ζημιά που θα προκληθεί σε περίπτωση οριστικοποίησης του, στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και ότι η άλλη πλευρά προσήλθε χωρίς καθαρά χέρια, στην έλλειψη του στοιχείου του κατεπείγοντος, ως επίσης και στην κακοπιστία και καταχρηστικότητα της αίτησης. Αναφορικά με την νομική βάση της ένστασης, επίσης θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω, λόγω και των ιδιαιτεροτήτων που προκύπτουν σε αίτηση αυτής της φύσεως. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Άγγελου Χριστοφή, πρώτου αιτητή στην κυρίως αίτηση, ο οποίος κάνει αναφορά στην ιδιότητα του, στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του, αλλά και της νομικής συμβουλής που έλαβε και περαιτέρω κάνει μια αναφορά στην ιδιότητα των αιτητών και την σύσταση της εταιρείας και τον κύκλο εργασιών της. Προβαίνει επίσης σε μια αναδρομή ως προς την πορεία της υπό εξέταση κυρίως αίτησης και εκθέτει ισχυρισμούς που άπτονται της κυρίως αίτησης και που έχουν επίσης εκτεθεί σε προηγούμενη διαδικασία άλλης ενδιάμεσης αίτησης που επιλήφθηκε επίσης το παρόν Δικαστήριο, ως επίσης κάνει αναφορά σε γεγονότα προγενέστερα της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης. Ανέφερε επίσης ότι έγινε επίδοση στις τράπεζες μόνο η κυρίως αίτηση και όχι το προηγούμενο εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα και ούτε η μονομερής αίτηση, δικαιολογόντας την πράξη αυτή και που αποσκοπούσε στην προστασία της εταιρείας και των μετόχων. Αναφέρεται σε μια επιστολή που αποστάληκε λίγες μέρες μετά προς την εταιρεία με την οποία υπήρχε παράπονο για την εντολή που δόθηκε όπως μην προμηθεύεται η αποθήκη της Λευκωσίας με ελαστικά και αυτά επιβεβαιώθηκαν με τα όσα υπάλληλος της εταιρείας του ανέφερε, ήτοι ότι λάμβανε οδηγίες από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση όπως μην γίνεται παράδοση ελαστικών στην Λευκωσία και ότι οι πελάτες θα πρέπει να αποτείνονται στα γραφεία της εταιρείας στην Λεμεσό. Επίσης κάνει αναφορά σε επιστολή με την οποία γίνονταν υποδείξεις και παρατηρήσεις σε λάθη του λογιστηρίου της εταιρείας, ως επίσης και για αληλογραφία με την οποία ζητείτο από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με πώληση ΄΄αέρα΄΄ συγκεκριμένου καταστήματος, αλλά και για λεπτομέρειες ως προς τις παραγγελίες και γενικά δοσοληψίες που διενεργεί η εταιρεία και γενικά την οικονομική της κατάσταση, εν΄ όψει και της αποκοπής οποιασδήποτε επικοινωνίας και που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και σε ορισμένες περιπτώσεις τους διανθίζει με συγκεκριμένα γεγονότα και θέσεις και επικεντρώνοντας την γραμμή πλεύσης στο ότι το μαρτυρικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση είναι ανεπαρκής, διότι δεν αναφέρονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα έπρεπε να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο για να έχει μια πλήρη εικόνα, ως επίσης αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν πάσχουν από ανεπάρκεια και έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, γενικότητα και ασάφεια και δεν διαφαίνεται εάν η εταιρεία μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και ούτε προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία που να διαφαίνονται λεπτομέρεις για τις προτιθέμενες παραγγελίες και δοσοληψίες της εταιρείας, ως επίσης και για τις υποχρεώσεις τις εταιρείας για τις οποίες διατείνεται ο ενόρκως δηλών στην υπό εξέταση αίτηση. Κάνει επίσης αναφορά και σε επιστολή που αποστάληκε σε συγκεκριμένη τράπεζα από πλευράς των αιτητών στην κυρίως αίτηση και που ζητούσαν την προστασία της εταιρείας και των μετόχων αλλά και την περιουσία αυτών και των εγγυήσεων τους, χωρίς όμως να εισακουστούν και αποδίδει ο ενόρκως δηλών συμπαιγνία μεταξύ τράπεζας και του καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση προς καταστρατήγηση των συμφερόντων της εταιρείας και των αιτητών στην κυρίως αίτηση, προτρέποντας τον καθ΄ ου η αίτηση 2 να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση και επέδειξε ολιγορία στην απόφαση της εταιρείας να προστεθεί ο ενόρκως δηλών ως συνυπογράφων στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Επανέλαβε την ανησυχία του ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 είναι ο ΄΄απόλυτος άρχων΄΄, όπως τον έχει χαρακτηρίσει και ο οποίος προβαίνει σε υπεξαιρέσεις χρημάτων και εμπορευμάτων της εταιρείας χωρίς να καταχωρούνται στα σχετικά βιβλία, προβαίνει σε πωλήσεις και αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων, ως επίσης και απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων που δεν καταγράφονται στα βιβλία της εταιρείας και δεν κατατίθενται στο ταμείο της εταιρείας το προιόν των σχετικών πράξεων και αυτό αποδεικνύεται από την ίδια αρνητική στάση του καθ΄ ου η αίτηση 2 στο να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες αλλά και στις πράξεις του ιδίου που παρουσίασε στην ένορκη του δήλωση με την πληρωμή ποσών σε μετρητά ή παράδοση επιταγών τρίτων προσώπων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό εξέταση έχει την εξής ιδιομορφία, ήτοι, δεν δύνανται να εφαρμοστούν οι πολύ καλά γνωστές και πάγιες νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης προσωρινών Διαταγμάτων κάτω από το πρίσμα του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ν.14/1960, διότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται είτε σε περίπτωση ενάγοντος και γενικά αιτούντος διαδίκου, είτε σε περίπτωση εναγομένου, ο οποίος έχει ανταπαίτηση, ως η τροποποίηση που έλαβε χώρα στο πιο πάνω άρθρο και που συμπεριέλαβε και ουσιαστικά έδωσε την δυνατότητα να ζητήσει και ο εναγόμενος πρσωρινό Διάταγμα και ο οποίος έχει ανταπαίτηση με την συμπερίληψη του όρου ΄΄αιτών διάδικος΄΄ με τον νόμο 17
(1)/2004 που δημοσιεύθηκε στις 20/2/2004. Στην παρούσα διαδικασία, η εταιρεία, αλλά και ο καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση δεν είναι δυνατόν να έχει την ιδιότητα του ΄΄αιτούντος διαδίκου΄΄ και συνακόλουθα δεν εφαρμόζονται οι σχετικές νομολογιακές αρχές για την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων και οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης ως προς την μη πλήρωση των προυποθέσεων για την οριστικοποίηση του επίδικου Διατάγματος στην βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960δεν ευσταθούν. Νομοθετικό έρεισμα για την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση, είναι αναμφίβολα το άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγωγίμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.΄΄ Ως προς το πότε νομοθετικά λογίζεται ότι αρχίζει η εκκαθάριση, σχετική είναι η πρόνοια του άρθρου 218
(2)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση΄΄. Θα πρέπει από αυτό το στάδιο να γίνει ξεκάθαρο, ότι η υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση καταχωρήθηκε από την εταιρεία - καθ΄ ης η αίτηση 1 στην κυρίως αίτηση. Ο χαρακτήρας της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, έχει χαρακτήρα εταιρικό και όχι προσωποπαγή, ως η πλευρά των αιτητών στην κυρίως αίτηση και καθ΄ ων η αίτηση στην υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση διατείνονται και προωθούν με έντονο ύφος και το Δικαστήριο το λαμβάνει αυτό ιδιαίτερα υπ΄ όψη ως πυξίδα και δεν δύναται η συγγένεια ως αδέλφια μεταξύ του αιτητή 1 και καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση και ενόρκως δηλούντων σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, να μετατρέψει τον χαρακτήρα της αίτησης από εταιρικό σε προσωποπαγή. Συνακόλουθα, τα όσα αρνητικά καταλογίζουν οι καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση στον καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση, δεν έχουν οποιαδήποτε σχετικότητα με την υπό εξέταση αίτηση και το ίδιο ισχύει για τα όσα ο ενόρκως δηλών στην ένσταση που καταχωρήθηκε στην υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση αναφέρει και που σχετίζονται σε θέσεις που άπτονται της κυρίως αίτησης, αλλά και στα όσα επανέλαβε στην προηγούμενη ενδιάμεση αίτηση που οδήγησε στην έκδοση ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 8/7/2016, ως επίσης και το ίδιο ισχύει και για τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει γενικά σε γεγονότα που σχετίζονται πριν την έκδοση της εν λόγω απόφασης, εν΄ όψει του ειδικού χαρακτήρα και σκοπού της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης. Παρ΄ όλα αυτά, το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει συγκεκριμένους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν και το Δικαστήριο θα εξετάσει για σκοπούς πληρότητας. Διαφωτιστική ως προς τον χαρακτήρα της υπό εξέταση αίτησης και που το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερη καθοδήγηση για σκοπούς αξιολόγησης αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, είναι η απόφαση της Εντίμου Δικαστή κας Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου και νυν Δικαστή στου Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση Αναφορικά με την εταιρεία M.G. Timinis & Sons Ltd αίτηση ημερομηνίας 13/11/2014 αίτηση με αριθμό 76/2014, όπου λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Να αναφέρω ευθύς εξ αρχής ότι δεν συμφωνώ ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 μπορεί να αποτελέσει αυτόνομο βάθρο της παρούσης. Όπως είναι ευρέως γνωστό, Αιτητής με βάση το άρθρο 32 μπορεί να είναι είτε ο ενάγων, είτε ο εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος. Είναι φανερό ότι στην παρούσα δεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα στους αιτητές, όχι διότι αφορά μια Γενική Αίτηση, αλλά διότι η Γενική αυτή Αίτηση ως εκ της φύσης της δεν προσδίδει στον Καθ' ου η Αίτηση δυνατότητα ανταπαίτησης. Συνεπώς το άρθρο 32 αποκλείεται από του να είναι βάση της παρούσης. Θεωρώ ότι το άρθρο που θα μπορούσε να εκληφθεί ως νομική βάση των αιτημάτων εν προκειμένω είναι το άρθρο 216 του περί Εταιρειών Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγώγιμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Η έναρξη της εκκαθάρισης της εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι ξεκινά από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση (Άρθρο 218
(2)του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113). Στην υπόθεση Αναφορικά με την Hellindo Shipping Company Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 238, γίνεται αναφορά τόσο στο άρθρο 216 του δικού μας Νόμου, όσο και στο άρθρο 227 του παλαιού Αγγλικού Νόμου, οπότε και η αναφορά στην Αγγλική νομολογία είτε για το άρθρο 227 του παλαιού Νόμου, είτε το αντίστοιχο νέο άρθρο 127 του Insolvency Act toy 1986 μπορεί να είναι υποβοηθητικό. Στην Hellindo ο Δικαστής Πικής, αναφέρει τα ακόλουθα: «Εξ αντικειμένου ο σκοπός του άρθρου αυτού έγκειται στην παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για διάλυσης» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Νίκου Χριστοφή Πολ. Αιτ. 153/13 ημερομηνίας 09/08/2013, στην οποία το επίδικο ζήτημα ήταν η ισχυριζόμενη καταπίεση της μειοψηφίας των μετόχων, αναφέρονται τα εξής: "Όπως φανερώνεται από το λεκτικό του άρθρου 216, εκείνο που απαγορεύεται είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας. Δεν απαγορεύεται η λειτουργία της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης για διάλυση.» Και πιο κάτω: «Στην απόφαση είναι σαφές, με βάση και τις αντίστοιχες πρόνοιες της Αγγλίας, (s. 227 του Companies Law 1948) και τα συναφή συγγράμματα, ότι το άρθρο 216 στοχεύει στην προστασία και την «.. παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για διάλυση της». Δεν στοχεύει στον παρεμποδισμό της ζώσας λειτουργίας της εταιρείας στο μεταξύ και ούτε υπάρχει είτε στα Companies Winding Up Rules 1933-1938, είτε στα Companies Rules, Subsidiary Legislation of Cyprus, Τόμος ΙΙ, σελ. 279, οποιαδήποτε αναγκαιότητα για επίδοση ή ειδοποίηση των πιστωτών σε περίπτωση αίτησης για διάλυση με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας ή της καταπίεσης της μειοψηφίας.» Προκύπτει και από την Αγγλική νομολογία ότι μετά την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης αλλά πριν την ακρόαση της στο Δικαστήριο υπάρχει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα επικύρωσης συναλλαγών με πληρωμή ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας, χωρίς να θεωρείται αυτό ότι είναι διάθεση περιουσίας. (Βλ. Re A.I. Levy (Holdings)Ltd
(1964)Ch. 19 και Ηοllicourt (Contracts) Ltd v. Bank of Ireland
(2001)Ch. 555). ........................................................................................................................................................................................................................................................ Αυτό που φαίνεται να είναι η τάση ως προς την ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει διαφορετικά είναι ο περιορισμός των διαταγμάτων με τέτοιο τρόπο ώστε να αφορά αποκλειστικά τα συνήθη εύλογα έξοδα της επιχείρησης. (Βλ. Palmers Company Law, παρ. 15.528). Στην υπόθεση Re STEANE'S (BOURNEMOUTH) LTD
(1950)1 All ER 21, αποφασίστηκε ότι κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της γεγονότα με έμφαση στην καλή πρόθεση και πίστη όλων των ενδιαφερομένων.............................................................................................................................................................................................................................. στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει ο βασικός πυλώνας να είναι ότι σκοπός των προστατευτικών διατάξεων και δη του άρθρου 216 δεν μπορεί να είναι a priori o παρεμποδισμός της λειτουργίας της εταιρείας ως ζώσας επιχείρησης και ότι η διακριτική αυτή εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης έχοντας υπόψη την καλή πίστη και πρόθεση όλων των ενδιαφερομένων΄΄ Ως προς τι θέσεις που έχουν προβληθεί έντονα από το ενιστάμενο μέρος και που αφορά την μη προβολή επαρκών αποδεικτικών στοιχείων και γενικά στοιχείων που θα έπρεπε να αναφέρονται στην υπό εκδίκαση αίτηση, στην πιο πάνω απόφαση η Έντιμη Δικαστής κα Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου ανέφερε τα ακόλουθα: ΄΄Δεν φαίνεται δε να υπάρχει δυνατότητα διεξαγωγής της επιχείρησης της εταιρείας χωρίς την αποπαγοποίηση των λογαριασμών. Είναι γεγονός ότι οι Αιτητές στην παρούσα ενδιάμεση Αίτηση δεν έχουν επαρκώς στοιχειοθετήσει τις θέσεις τους για τα έξοδα που θα ήταν ικανά να δώσουν την δυνατότητα στην εταιρεία να διεξάγει τις καθημερινές και εύλογες συναλλαγές της. Όμως η νομοθεσία όπως προκύπτει από το άρθρο 216 και επόμενα είναι δεδομένη και καθορίζει εν πολλοίς την υποχρέωση της εταιρείας και των αξιωματούχων της να εξηγήσουν τις όποιες συναλλαγές ώστε να αρθεί το πρόβλημα πιθανής ακυρότητας τους.΄΄ Εξ΄ άλλου με την έκδοση του Διατάγματος, ως ασφαλιστική δικλείδα διαφάνειας και εκπλήρωσης του σκοπού του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και του εκδοθέντος Διατάγματος, η εταιρεία διατάχθηκε δια μέσου του καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση, όπως κάθε 30 ημέρες καταχωρούν ένορκη δήλωση αναφορικά με τις πληρωμές και γενικά με τις δοσοληψίες της εταιρείας και υπήρχε συμμόρφωση με αυτήν την Διαταγή και δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή παράπονο αναφορικά με τις πράξεις που αποκαλύφθηκαν ενόρκως. Με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και την οριστικοποίηση του, εξασφαλίζεται η λειτουργία της εταιρείας ως δρώσας εταιρείας και αυτό επιτυγχάνεται με την αποπαγοποίηση των λογαριασμών και την καταχώρηση ενημερωτικής ένορκης δήλωσης και το ενιστάμενο μέρος δεν έχει προβάλει οποιονδήποτε άλλον εναλλακτικό τρόπο συνέχισης της εταιρείας ως δρώσας εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και το πως θα διασφαλίζονται τα συμφέροντα όλων των εμπλεκομένων. Αυτό που προέχει στο παρόν στάδιο, είναι η συνέχιση της εταιρείας ως δρώσας και η διαφύλαξη των συμφερόντων όλων των εμπλεκομένων με την ασφαλιστική δικλίδα του ελέγχου από το Δικαστήριο της ένορκης δήλωσης που θα καταχωρείται ανά τριανταήμερο και όχι η στείρα και ζημιογόνα αντιπαράθεση σε προσωπικό επίπεδο μεταξύ δύο αδελφιών. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν δύνανται να έχουν επιτυχή κατάληξη, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη τον ειδικό χαρακτήρα και σκοπό του άρθρου 216 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και συνακόλουθα δεν δύναται να έχουν εφαρμογή οι κανόνες του Practice Direction 49A - Insolvency Proceedings. Tο ίδιο ισχύει και για τα όσα το ενιστάμενο μέρος αναφέρει και προβάλλει ως προς την μη ενημέρωση του εκ των προτέρων πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης. Στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικασηρίου Λεμεσού Αίτηση Εταιρειών 412/2010 ημερ.10/3/2011Rimanda Holdings Ltd - ν - Η.Ε. Προμηθεύς Λτδ, ο Έντιμος Δικαστής κ. Χ. Μαλαχτός, αποφάσισε τα πιο κάτω και που άπτονται επίσης του χαρακτήρα της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης: ΄΄Στην Αγγλία η σχετική πρόνοια είναι το άρθρο 127 του Insolvency Act 1986. Είναι καθιερωμένο μετά την απόφαση στην Re A.I. Levy (Holdings) Ltd
(1964)Ch. 19, πως μετά την καταχώριση αίτησης για διάλυση και πριν αυτή ακουστεί, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα (anticipatory validation order), δηλαδή διαταγή ότι η διάθεση δεν θα είναι άκυρη εφόσον εκδοθεί διάταγμα διάλυσης. Οι πληρωμές ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό εταιρείας είναι διάθεση περιουσίας της εταιρείας. (βλ. Hollicourt (Contracts) Ltd v. Bank of Ireland
(2001)Ch. 555). Το βάρος είναι στους ώμους του αιτητή να παρουσιάσει λόγους και να πείσει το δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εκδώσει το σχετικό διάταγμα (βλ. Re AtlasTruck Service Pty Ltd
(1974)4 ΑCTR 19). Πρέπει ο αιτητής να πείσει ότι η έκδοση του διατάγματος θα είναι προς όφελος όχι μόνο αυτού που κατεχώρησε την αίτηση διάλυσης και του ιδίου αλλά και των μη εξασφαλισμένων πιστωτών της εταιρείας. Αναφέρεται στην Re Steane's (Bournemouth) Ltd
(1950)1 All E.R. 21, 25 ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της γεγονότα και περιστάσεις με ιδιαίτερη αναφορά στην καλή πίστη και ειλικρινή πρόθεση των ενδιαφερομένων και το δικαστήριο είναι ελεύθερο να κρίνει τι θα ήταν ορθό και δίκαιο στην κάθε περίπτωση. Η νομοθεσία παραλείποντας να καθορίσει ειδικές περιστάσεις που θα καθόριζαν τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου θεωρείται ότι άφησε το ζήτημα στον έλεγχο των γενικών αρχών που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση άσκησης δικαστικής διακριτικής εξουσίας. Αυτή πρέπει να ασκείται στα πλαίσια της νομοθεσίας που αφορά στην εκκαθάριση εταιρειών (η υπογράμιση είναι του Δικαστηρίου). Το δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει συγκεκριμένες συναλλαγές ή γενικά τη συνέχιση του εμπορίου από την εταιρεία και να εγκρίνει επικείμενες συναλλαγές (βλ. Boyle & Birds', Company Law, 7η έκδ., 2009, σελ.870). Το άρθρο δεν αφορά μόνο στην έγκριση συναλλαγών για το σκοπό υποβοήθησης της εταιρείας να συνεχίσει τις δραστηριότητες της. Μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για την έγκριση πώλησης συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου......................................................................................................................................................................................................................................... Στηνυπόθεση Re Wiltshire Iron Co, ex parte Pearson
(1868)L.R.3 Ch. App. 443, αναφέρθηκε πως οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι αναγκαίες ώστε να παρεμποδίζεται, κατά την περίοδο από της καταχώρισης της αίτησης διάλυσης και μέχρι να ακουστεί, η αθέμιτη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Όταν πρόκειται για εταιρεία η οποία πράγματι εμπορεύεται, εάν με την καταχώριση της αίτησης δεν ασκείτο η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να την διατηρήσει, τότε η εμπορική δραστηριότητα της εταιρείας θα παρέλυε, και θα προκαλούνταν μεγάλες ζημιές, χωρίς όφελος σε όσους ενδιαφέρονται στα περιουσιακά της στοιχεία. Γίνεται στα σχετικά συγγράμματα διάκριση των περιπτώσεων όπου η αίτηση διάλυσης καταχωρείται από συνεισφορέα (δηλαδή μέτοχο της εταιρείας) και όπου σχεδόν αναπόφευκτα πρόκειται για αξιόχρεα εταιρεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι συνήθως προς το συμφέρον όλων η εταιρεία να συνεχίσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες ως συνήθως. Είναι γι' αυτό που στην Αγγλία προβλέπεται με οδηγίες πρακτικής να δηλώνεται σε τέτοιες αιτήσεις διάλυσης η συνήθως συναίνεση του αιτητή για διάταγμα δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 127. Στην Re Burton & Deakin Ltd
(1977)1 All E.R. 631, παρατίθεται η προσέγγιση που το δικαστήριο πρέπει να έχει όταν η αίτηση διάλυσης έχει καταχωριστεί από μέτοχο και η εταιρεία είναι παραδεκτά αξιόχρεη. Πρόκειται για εντελώς διαφορετικό ζήτημα από την περίπτωση όπου η αίτηση έχει καταχωριστεί από πιστωτή. Η διοίκηση κάθε εταιρείας είναι ευθύνη των διευθυντών της όπως τους έχει το καθήκον εμπιστευτεί από το ιδρυτικό έγγραφο της. Η καταχώριση αίτησης διάλυσης από μέτοχο δεν δικαιολογεί, εκτός σε περιπτώσεις εξαιρετικών περιστάσεων, την ανατροπή του σκηνικού στην ενδιάμεση περίοδο από της καταχώρισης της μέχρι και την έκδοση απόφασης, περίοδο που μπορεί να είναι και μακρά. Αναφέρεται πως πρέπει να θεωρηθεί πως η αίτηση έχει τουλάχιστον τις ίδιες πιθανότητες να αποτύχει με την προοπτική να επιτύχει. Μάλιστα σε αιτήσεις από μετόχους η κύρια θεραπεία που επιδιώκεται είναι διαταγή κάτω από το άρθρο 210 (Companies Act 1948, που είναι το ίδιο με το άρθρο 202 του Κεφ. 113) για εξαγορά των μετοχών του αιτητή μετόχου σε συγκεκριμένη τιμή και η θεραπεία της εκκαθάρισης της εταιρείας επιδιώκεται μόνο ως δεύτερη και διαζευκτική. Καταλήγει η απόφαση πως όταν η αίτηση καταχωρείται από μέτοχο και υπάρχει μαρτυρία που δείχνει ότι οι διευθυντές θεωρούν συγκεκριμένη διάθεση αναγκαία ή χρήσιμη για τα συμφέροντα της εταιρείας και παρατίθενται λόγοι για την κρίση τους που το δικαστήριο κρίνει πως ένας ειλικρινής και λογικός διευθυντής θα μπορούσε να πάρει, η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου θα ασκηθεί συνήθως υπέρ της έγκρισης της διάθεσης παρά την όποια αντίθεση του αιτητή μετόχου, εκτός και εάν ο μέτοχος παρουσιάσει πειστική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η διάθεση είναι πιθανό να ζημιώσει την εταιρεία΄΄. Συνακόλουθα, με βάση τα πιο πάνω, αλλά και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπό εξέταση αίτησης μονομερώς και στην βάση του δικαιοδοτικού μέτρου και βάσης του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και την ικανοποίηση του κατεπείγοντος για το οποίο έγινε έντονη συζήτηση και επιχειρηματολογία από το ενιστάμενο μέρος στην αγόρευση και την ένσταση του, καταδεικνύουν την δυνατότητα έκδοσης του υπό εξέταση Διατάγματος, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη την μη απάντηση από τις τράπεζες στην επιστολή για αποπαγοποίηση των λογαριασμών, με εξαίρεση μια τράπεζα η οποία απαίτησε την ύπαρξη του επίδικου Διατάγματος για να επιτρέψει την αποπαγοποίηση των λογαριασμών και την άμεση καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης και με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, τα όσα προβλήθηκαν από το ενιστάμενο μέρος αναφορικά και με το ζήτημα του κατεπείγοντος και την μη ενημέρωση του δεν ευσταθούν. Ως προς τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης περί μη αποκάλυψης ουσιωδών θεμάτων και την απουσία καλής πίσης και μη προσέλευσης στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το Δικαστήριο διακρίνει και κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που τέθηκαν από το ενιστάμενο μέρος, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και να συμπεριληφθούν στα πλαίσια απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, διότι όχι μόνο κρίνονται ως μη σχετικοί με τον χαρακτήρα και τον σκοπό της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης ως αυτός έχει αναφερθεί πιο πάνω, αλλά και επειδή το Δικαστήριο, έχοντας υπ΄ όψη ακριβώς την φύση και τον σκοπό της υπό εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, κρίνει ότι η εταιρεία έσπευσε να εξασφαλίσει το επίδικο Διάταγμα, μετά την άρνηση των τραπεζών να αποπαγοποιήσουν τους λογαρισμούς μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/7/2016 και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί. Ως προς τον σκοπό του Διατάγματος, αυτός επιτυγχάνεται ως πιο πάνω αναφέρεται με την διατήρηση της εταιρείας ως δρώσας και της ασφαλιστικής δικλίδας της καταχώρησης ανά τριανταήμερο της σχετικής ένορκης δήλωσης και του ελέγχου από το Δικαστήριο. Αναπόφευκτα με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και το δικαιολογημένο της έκδοσης του επίδικου Διατάγματος, συμπαρασύρονται και οι σχετικοί λόγοι περί κακοπιστίας και κατάχρησης και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι λόγοι αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι και στηρίζονται κατά κύριο λόγο στα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένσταση που καταχωρήθηκε και που αρνητικά καταλογίζει στο πρόσωπο του καθ΄ ου η αίτηση 2 στην κυρίως αίτηση και που δεν έχουν σχέση και θέση με την υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη ότι έχει καταχωρηθεί από την εταιρεία η εν λόγω αίτηση και έχει χαρακτήρα εταιρικό και όχι προσωποπαγή, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Έχοντας υπ΄ όψη την πιο πάνω αξιολόγηση και το δικαιολογημένο της έκδοσης κα διατήρησης του Διατάγματος μετο οποίο διασφαλίζεται η συνέχιση της εταιρείας ως δρώσας, της υποχρέωσης καταχώρησης ανά τριάντα ημέρες ένορκη δήλωση που να φαίνονται οι σχετικές πράξεις και ότι αυτές συνάδουν με το επίδικο Διάταγμα και στο ότι έτσι διασφαλίζεται η διαφάνεια αλλά και τα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων μερών, απορρίπτονται οι σχετικοί λόγοι ένστασης ότι με την οριστικοποίηση του Διατάγματος θα υπάρχει επιζήμια επίδραση στην εταιρεία, στους καθ΄ ων η αίτηση και στους πιστωτές, οι οποίοι λόγοι ένστασης κρίνονται ως γενικοί, ασαφείς και απροσδιόριστοι ως προς την φύση και την έκταση της ζημιάς που επικαλούνται ότι θα επέλθει, ενώ απεναντίας δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής οποιαδήποτε διαμαρτυρία αναφορικά με τις πράξεις που αποκαλύφθηκαν με τις ήδη δύο καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις προς συμμόρφωση με το Διάταγμα του Δικαστηρίου και που διαφαίνεται ότι συνεχίζει η εταιρεία την δραστηριότητα της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη, η συνέχιση του Διατάγματος με τους ίδιους όρους και εγγύηση επιβεβλημένη και συνακόλουθα το εκδοθέν Διάταγμα οριστικοποιείται μέχρι εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εταιρείας και εναντίον των αιτητών στην κυρίως αίτηση - καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο