← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. KEO PLC κ.α., Αρ. αγωγής: 1330/2009, 13/9/2016

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ν. KEO PLC κ.α., Αρ. αγωγής: 1330/2009, 13/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1330/2009 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγoυσα εναντίον ΚΕΟ ΛΙΜΙΤΕΔ Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/3/2015 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ εναντίον KEO PLC Εναγόμενοι Αρ. αγωγής: 4183/2009 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ Ενάγoυσα εναντίον CYPRUS CANNING CO LTD Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/3/2015 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ εναντίον ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΝΣΕΡΒΟΠΟΙΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:13/9/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα στην 1330/2009: κα Άντρη Ιωάννου Για την ενάγουσα στην 4183/2009: κος Ανδρέας Ιωάννου Κίτσιος Για τους εναγόμενους: κα Κάτια Κακουλλή ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Χωρίς να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων των διαδίκων (ως αυτά έχουν τροποποιηθεί), θα γίνει μια σύνοψη των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων και θα γίνεται ειδική μνεία στα επίδικα θέματα, εκεί όπου χρειάζεται, στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στην αγωγή 1330/2009, η ενάγουσα κάνει αναφορά στην ιδιότητα των διαδίκων και ακολούθως, με παραπομπή στον ουσιώδη χρόνο της αγωγής, αναφέρει στην κατάθεση από τον εξουσιοδοτημένο πράκτορα των εναγομένων που κατονομάζει, συγκεκριμένο ποσό από τελωνισμό διαφόρων εμπορευμάτων στο όνομα των εναγομένων και διαπιστώθηκε μετά από σχετική καταγγελία και διερεύνηση ότι σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, έχουν λάβει χώρα μετακινήσεις από τον τελωνειακό έλεγχο εμπορευμάτων που σχετίζονται και αναφέρονται στις διασαφήσεις τους, χωρίς να καταβληθούν οι σχετικοί φόροι και χωρίς να υπάρχει έγκριση του αρμόδιου λειτουργού. Ακολούθως γίνεται μνεία για το σημείωμα απαίτησης, το οποίο οδήγησε στην καταχώρηση σχετικής προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπου αρχικώς οι εναγόμενοι έχουν πετύχει στην προσφυγή τους, πλην όμως στην έφεση που ακολούθησε, παραμερίστηκε η σχετική πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθησε νέα αλληλογραφία στην οποία γίνεται αναφορά στις θέσεις όπου προβλήθηκαν και στην απουσία επίτευξης συμβιβασμού και παραμένουν μέχρι σήμερα οφειλόμενα τα εν λόγω ποσά. Με την υπεράσπιση τους στην πιο πάνω αγωγή, οι εναγόμενοι προβάλλουν την δική τους εκδοχή ως προς τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, κατονομάζουν το πρόσωπο το οποίο ήταν αδειούχος εκτελωνιστής και διενεργούσε τις εκτελωνίσεις των εμπορευμάτων των εναγομένων και κατά το έτος 2003, δημιουργήθηκαν υποψίες στους εναγόμενους ότι το εν λόγω πρόσωπο, ενδέχετο να είχε προβεί σε παράνομες ενέργειες και ενημερώθηκαν προς τούτο οι ενάγοντες, η Αστυνομία και ο αρμόδιος τελωνειακός λειτουργός. Στην έρευνα που ακολούθησε, διαπιστώθηκε ότι η ενάγουσα εισέπραττε κατ΄ εντολή του εκτελωνιστή επιταγές των εναγομένων που είχαν εκδοθεί σε διαταγή του ανώτερου τελωνειακού λειτουργού και που προέρχονταν από τους εναγόμενους για να εκτελωνιστούν εμπορεύματα των ιδίων ή θυγατρικών τους εταιρειών, προς εξόφληση υποχρεώσεων τρίτων προσώπων και με σκοπό τον εκτελωνισμό εμπορευμάτων αυτών. Ακολούθως, η ενάγουσα έδινε σε πολλές περιπτώσεις ρέστα στον εκτελωνιστή, κάτι που απαγορεύεται, ως είναι η θέση της εναγόμενης, διότι ο πληρωτέος φόρος στο Φ.Π.Α. των τρίτων προσώπων δεν συνέπιπτε με τα ποσά των επιταγών των εναγομένων. Παρά το γεγονός ότι το Φ.Π.Α. επί των εμπορευμάτων των εναγομένων παρέμενε απλήρωτος, ο εκτελωνιστής σφράγιζε τα διατακτικά παραλαβής των εμπορευμάτων με σφραγίδα της ενάγουσας ΄΄out of charge ΄΄ με την οποία πιστοποιείτο η πληρωμή του φόρου και απελευθερώνονταν τα εμπορεύματα και η εν λόγω σφραγίδα ήταν αφύλακτη στα γραφεία της ενάγουσας και μπορούσε να γίνει η χρήση της από το κοινό και τους εκτελωνιστές χωρίς οποιαδήποτε επίβλεψη ή έλεγχο από τους αρμόδιους λειτουργούς. Σε αρκετές περιπτώσεις τα έντυπα διασαφήσεων εισαγωγής έφεραν την γνήσια υπογραφή υπαλλήλων της ενάγουσας επί του χώρου όπου ΄΄υποτίθεται΄΄ ως η ορολογία των εναγομένων εκτός εισαγωγικών, ότι εμφαίνονται τα λογιστικά στοιχεία που εκτυπώνει η ταμειακή μηχανή του τελωνείου, οι οποίοι υπάλληλοι υπέγραφαν με παράκκληση του εκτελωνιστή, χωρίς να ελέγχουν τι ακριβώς υπέγραφαν και/ή επί εντύπων που ουδέποτε πέρασαν από ταμειακή μηχανή και τα σχετικά λογιστικά στοιχεία ήταν πλαστά και/ή τέθηκαν εκ των υστέρων. Ο εκτελωνιστής προμήθευε τους εναγόμενους με πλαστές αποδείξεις πληρωμής φόρων της ενάγουσας. Δικογραφείται επίσης σχετική αλληλογραφία που ακολούθησε και που αφορούσε την θέση ότι οι επιταγές δόθηκαν για εκτελωνισμό προιόντων των εναγομένων και όχι τρίτων προσώπων και την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας, ως επίσης και αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των διαδίκων και που αφορούσε στην απαίτηση της ενάγουσας και την απόρριψη των αξιώσεων από την εναγόμενη, ως επίσης γίνεται αναφορά και στις Δικαστικές διελκυστίνδες που ακολούθησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο με την πρωτόδικη απόφαση να δικαιώνει τις θέσεις της εναγομένης, όμως στα πλαίσια της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κρίθηκε ότι η απόφαση της ενάγουσας δεν ήταν εκτελεστή διοικητική απόφαση και ότι αφορούσε ζήτημα ιδιωτικού δικαίου. Δικογραφείται η περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων με τις αξιώσεις της ενάγουσας και την απόρριψη τους από την εναγόμενη, ως επίσης προωθείται η θέση της εναγόμενης ότι το ποσό του απαιτούμενου Φ.Π.Α. έχει καταβληθεί από την εναγόμενη και σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν το έχει εισπράξει, αυτό οφείλεται στην αμέλεια, στις παράνομες ενέργειες της ενάγουσας και οι εναγόμενοι έδειξαν εμπιστοσύνη στην ενάγουσα ότι θα διενεργούσαν με νόμιμο τρόπο ως χρηστή διοίκηση, δικογραφόντας συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης καθηκόντων από πλευράς ενάγουσας. Η ενάγουσα με την απάντηση της, με εξαίρεση κάποιες ρητές παραδοχές, απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, τονίζοντας ότι προβάλλονται γενικά, αόριστα, αντιφατικά και άσχετα με τα επίδικα θέματα και αξιώσεις ζητήματα και ισχυρισμοί και ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων εξακολουθούν να οφείλονται, τονίζοντας το νόμιμο των αξιώσεων της ενάγουσας και ότι η εναγόμενη δεν προβάλλει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση, παρά μόνο επιχειρηματολογία και ότι παραμένουν αναντίλεκτα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αξίωση της ενάγουσας και απορρίπτεται ο ισχυρισμός της εξόφλησης των εμπορευμάτων. Περαιτέρω η ενάγουσα δίνει την δική της ερμηνεία για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Υπεραμήνθηκε η ενάγουσα του νομότυπου των διαδικασιών εκτελώνισης, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τα όσα της καταλογίζει η εναγόμενη ως αμελής πράξεις και παράβασης καθηκόντων και ουσιαστικά καταλογίζει την ευθύνη στους εναγόμενους για τις πράξεις του εκτελωνιστή που ενεργούσε εκ μέρους τους και που οι ίδιοι επέλεξαν και ως προς το εγερθέν ζήτημα της διορίας των 14 ημερών, η ενάγουσα αναφέρει ότι αυτό αποτελεί μοχλό πίεσης για να παραληφθούν έγκαιρα τα εμπορεύματα για σκοπούς πρακτικής. Στην αγωγή 4183/2009, τα επίδικα θέματα είναι πανομοιότυπα, με κάποιες βεβαίως διαφοροποιήσεις, όπως το ξεχωριστό νομικό πρόσωπο της εναγόμενης, πλην όμως παρουσιάζει πάρα πολλές ομοιότητες, όπως είναι η εμπλοκή του ίδιου προσώπου ως εκτελωνιστή και η μετακίνηση εμπορευμάτων, χωρίς την καταβολή των οφειλόμενων φόρων και χωρίς την έγκριση του αρμόδιου τελωνειακού λειτουργού και η ενάγουσα απέστειλε σημείωμα απαίτησης προς την εναγόμενη όπως πληρώσει το αξιούμενο ποσό και παρέλειψε να προσβάλει στο Ανώτατο Δικαστήριο την εν λόγω απόφαση και μετά το πέρας της αναθεωρητικής έφεσης που σχετίζεται με την πρώτη αγωγή, αποστάληκε εκ νέου επιστολή με την οποία έγινε απαιτητό το αξιούμενο ποσό και η εναγόμενη απέστειλε απαντητική επιστολή με τις θέσεις της. Περαιτέρω, η ενάγουσα αναφέρει ότι ουδέποτε καταβλήθηκε σε μετρητά ή επιταγή η σχετική οφειλή και ούτε υπάρχει σχετική απόδειξη είσπραξης, η εναγόμενη εισέπραξε μέσα από την διαδικασία εισροών εκροών Φ.Π.Α. ποσό ισάξιο της οφειλής και ότι το αρμόδιο τμήμα ενεργούσε και εισέπραττε σύμφωνα με τις εντολές του εκτελωνιστή, ο οποίος ουδέποτε πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό ή με επιταγή με εντολή εξόφλησης για τον λογαριασμό της εναγόμενης και παραμένει μέχρι σήμερα υπόλοιπο το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό, παρά τις σχετικές ειδοποιήσεις. Η εναγόμενη προώθησε πανομοιότυπη υπεράσπιση με αυτήν της πιο πάνω αγωγής, με τις ανάλογες βεβαίως διαφοροποιήσεις ως προς την αλληλογραφία που υπήρξε, τα ποσά, την διαφορετική εξέλιξη που υπήρχε με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και την ερμηνεία που η εναγόμενη αποδίδει. Η ενάγουσα με την απάντηση της εγείρει πανομοιότυπα ζητήματα, με τις επίσης ανάλογες διαφοροποιήσεις ως προς την αλληλογραφία, τα ποσά, την ερμηνεία που δίνεται ως προς την διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και την ερμηνεία που δίνεται και το ζήτημα που εγείρεται για δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, εν΄ όψει και της διαφορετικής νομικής οντότητας της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή με την εναγόμενη στην πιο πάνω αγωγή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η κάθε πλευρά κλήτευσε από ένα μάρτυρα και κατατέθησαν συνολικά 17 τεκμήρια. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να τα επαναλάβει αυτολεξεί, πλην όμως αναφέρει ότι αυτά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται. Επίσης κατατέθηκαν εκ συμφώνου διάφορα τεκμήρια και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης. Το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί το περιεχόμενο της τεθείσας ενώπιον του μαρτυρίας, πλην όμως θα παραθέσει τον πυρήνα και τα κύρια σημεία της μαρτυρίας και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης της και εξαγωγής των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Από πλευράς εναγόντων κατέθεσε ο κ. Μηνάς Μιχαήλ, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Σην γραπτή του δήλωση προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τα καθήκοντα που τελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε γνωστή η δράση του κ. Γιώργου Σιακίδη (εν τοις εφ΄ εξοίς ο αντιπρόσωπος), αντιπροσώπου των εναγομένων και αδειούχος εκτελωνιστής, τον τρόπο που αυτός δρούσε και που είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση εμπορευμάτων ιδιοκτησίας των εναγομένων χωρίς την καταβολή των ανάλογων φόρων, κάνοντας επίσης αναφορά στις επαφές που είχε, την ενημέρωση που έτυχε και τα πρόσωπα που εμπλέκονταν σε όλη αυτήν την διαδικασία και στην παραδοχή του αντιπροσώπου στην διάπραξη των πιο πάνω. Εν ολίγοις, ο αντιπρόσωπος παρέκαμπτε το ταμείο του τελωνείου και πλαστογραφόντας σφραγίδα και υπογραφή συγκεκριμένου λειτουργού λόγω της ευκολίας στην πλαστογράφηση της υπογραφής του, μετέβαινε στην αρχή Λιμένων και παραλάμβανε τα εμπορεύματα των εναγομένων, χωρίς να καταβληθούν οι ανάλογοι φόροι, ενώ η συμπλήρωση και κατάθεση των διασαφήσεων στο τελωνείο γινόταν προηγουμένως κανονικά και νομότυπα, ως επίσης ο αντιπρόσωπος πλήρωνε δασμούς άλλων εταιρειών πέραν των εναγομένων με επιταγές της ενάγουσας στην αγωγή 1330/2009 (εν τοις εφ΄ εξοίς η ΚΕΟ). Επίσης κάνει αναφορά στην αλληλογραφία που υπήρξε, στο ότι δεν έχουν ακόμα καταβληθεί οι αξιούμενοι φόροι και για τις δύο υποθέσεις και στο ότι επιστράφησαν ποσά με τις εκροές της σχετικής τριμηνίας, παρά το ότι δεν καταβλήθηκαν συγκεκριμένα ποσά. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναφέρθηκε στα καθήκοντα του, επεξήγησε την διαδικασία που γίνεται με τις διασαφήσεις και γενικά την διαδικασία που ακολουθείται στο τελωνείο και την αρχή λιμένων για να απομακρυνθούν εμπορεύματα και να καταβληθούν οι αναλογούντες φόροι και επεξήγησε την αρμοδιότητα των εν λόγω τμημάτων, ως επίσης και τα καθήκοντα ενός εκτελωνιστή στην όλη διαδικασία. Όσον αφορά την σφραγίδα με το έτοιμο λεκτικό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτή από μόνη της δεν έχει καμία αξία χωρίς την υπογραφή του αρμόδιου λειτουργού. Κατέθεσε ως τεκμήρια τις σχετικές εξουσιοδοτήσεις που είχε ο αντιπρόσωπος των εναγομένων, επεξηγώντας την διαδικασία που ακολουθούσε μέχρι την παραλαβή των διασαφήσεων όπου όλα γίνονταν κανονικά και νομότυπα και ακολούθως την διαδικασία που ακολουθούσε, παρακάμπτωντας το ταμείο και πλαστογραφόντας σφραγίδα και υπογραφή συγκεκριμένου λειτουργού λόγω και της ευκολίας του να το πράξει και παραλάμβανε τα εμπορεύματα των εναγομένων χωρίς την καταβολή των ανάλογων φόρων. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε το λευκό ποινικό μητρώο του αντιπροσώπου που απαιτείτο για την εξασφάλιση της άδειας του, λέγοντας επίσης ότι ο αντιπρόσωπος πέτυχε σε γραπτές εξετάσεις προς αυτόν τον σκοπό. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα καθήκοντα που είχε, το πως και πότε απέκτησε γνώση θεμάτων, προσώπων και καταστάσεων για τα οποία έχει ερωτηθεί, την εμπλοκή του αντιπροσώπου στην εναπόθεση της σφραγίδας και της υπογραφής προβαίνοντας σε πλαστογραφία, στις προυποθέσεις που απαιτούνται για την αποδέσμευση εμπορευμάτων, απαντώντας ταυτόχρονα σε σχετικές υποβολές και δίνοντας την δική του θέση και ερμηνεία για την ορθή διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται και την θέση του αναφορικά με την σφραγίδα, στην εμπλοκή του αναφορικά με τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 9 και που σχετίζεται με την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και που μόνο με το τεκμήριο 9 σχετιζόταν η εμπλοκή του, κάνοντας τοποθετήσεις όταν ερωτάτο αναφορικά με το τεκμήριο 10, τα όσα έχει πληροφορηθεί αναφορικά με τραπεζικές εγγυήσεις της ΚΕΟ και της σχετικής χρηματικής παρακαταθήκης, με πληρωμές οφειλών τρίτων προσώπων, με τις προθεσμίες κατάθεσης διασαφήσεων και απομάκρυνσης εμπορευμάτων, ως επίσης και για το ζήτημα της επιστροφής χρημάτων ως ρέστα, απαντώντας ταυτόχρονα σε σχετικές υποβολές και δίνοντας την δική του εκδοχή και ερμηνεία. Επανεξεταζόμενος αναφέρθηκε σε ορισμένα ζητήματα που άπτονταν της προθεσμίας των 14 ημερών, το άθροισμα των επιταγών, την επιστροφή ρέστων και την ανάμειξη συνεργάτη του αντιπροσώπου. Από πλευράς εναγομένων κατέθεσε ο κ. Γιαννάκης Χαραλάμπους, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση. Στην γραπτή του δήλωση, με σχετικές διορθώσεις που έγιναν, κάνει αναφορά στα καθήκοντα που είχε κατά τον χρόνο που αφηγείται στους εναγόμενους μέχρι την ανάληψη των καθηκόντων από τον αντιπρόσωπο, ανέφερε ότι η ΚΕΟ είναι μητρική της δεύτερης αγωγής στην παρούσα διαδικασία, περιέγραψε την διαδικασία εκτελώνισης, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αντιλήφθηκε τον τρόπο και την έκταση της δράσης του αντιπροσώπου που είχε ως αποτέλεσμα την μη καταβολή των φόρων και την σχετική εξαπάτηση που έγινε, τις ενέργειες που ο μάρτυρας έκανε και τα πρόσωπα με τα οποία ήρθε σε επαφή για αυτόν τον σκοπό, συμπεριλαμβανομένου και του αντιπροσώπου, στην έκδοση συγκεκριμένων επιταγών για συγκεκριμένες διασαφήσεις και ποσά, την παραδοχή του αντιπροσώπου στις παράνομες πράξεις του και την παράταση που ζήτησε για να συμμορφωθεί επιστρέφοντας τα ανάλογα ποσά, στην καταγγελία που έγινε στην αστυνομία, ως επίσης αναφέρει ότι δεν θα ήταν δυνατό να είχε καταφέρει ο αντιπρόσωπος να εξαπατήσει το τελωνείο εάν δεν αφήνονταν αφύλακτες οι σχετικές σφραγίδες, εάν τηρείτο η εγκύκλιος και δεν επιστρέφονταν ρέστα και εάν το γενικό γραφείο του τελωνείου προέβαινε ορθά στην αντιπαραβολή των σχετικών εγγράφων και συνακόλουθα γινόταν ο σχετικός έλεγχος και ανέφερε επίσης ότι μετά το όλο συμβάν ο αντιπρόσωπος κατέθεσε συγκεκριμένη χρηματική παρακαταθήκη έναντι της σχετικής οφειλής. Κατέθεσε ως τεκμήρια σχετικές αποδείξεις, επιταγές, αντίγραφο σφραγίδας και σε κατοπινό στάδιο την κατάθεση του που έδωσε στην αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, αναφέρθηκε επίσης στα όσα έλαβαν χώρα όταν έγινε η καταγγελία στο αρχιτελωνείο και ποιοί συμμετείχαν στην συνάντηση και τι λέχθηκε εκεί, το πως πληροφορήθηκε για την ύπαρξη εγκυκλίου που απαγόρευε να δίνονται ρέστα, ως επίσης και για το χρόνο που μεσολαβούσε και θα έπρεπε να πληρωθούν οι δασμοί και να παραληφθούν τα εμπορεύματα. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στα προσόντα και εμπειρίες του και στα καθήκοντα που εκτελούσε, περιέγραψε την διαδικασία εκτελώνισης εμπορευμάτων και πληρωμής των ανάλογων φόρων, περιέγραψε τον τρόπο δράσης του αντιπροσώπου τον οποίο έλεγχε και στον οποίο έδειχνε εμπιστοσύνη, επεξηγώντας και τους λόγους που έδειχνε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του, αιτιολόγησε το πως αντιλήφθηκε την απάτη του αντιπροσώπου και τον χρόνο που μεσολάβησε για να γίνει αυτή αντιληπτή η πιο πάνω απάτη, συμφωνόντας όμως σε υποβληθείσες θέσεις ότι εάν οι εναγόμενοι ήσαν πιο προσεκτικοί στον έλεγχο και εντόπιζαν την απουσία μιας απόδειξης, θα γινόταν πιο έγκαιρα η διαπίστωση της απάτης, λέγοντας μάλιστα ότι ο αντιπρόσωπος βρήκε τρόπο να εξαπατήσει τους εναγόμενους και το τελωνείο. Συμφώνησε ότι η ΚΕΟ έδινε τα χρήματα της στον αντιπρόσωπο της για να τα χρησιμοποιήσει, αναφέρθηκε σε συγκεριμένα ποσά με αντιπαραβολή με επιταγές και δικαιολόγησε την απόκλιση των ποσών με τα ποσά των επιταγών στο ότι γνώριζαν την οικογένεια του, στις γνωριμίες του αντιπροσώπου με τους ταμίες και στο ότι ο αντιπρόσωπος παρακάλεσε να ενσωματωθεί και η προμήθεια του. Παραδέχθηκε ότι τα εμπορεύματα που αντιστοιχούν στους αξιούμενους φόρους είναι στην κατοχή των εναγομένων, συμφώνησε ότι οι τελωνειακοί λειτουργοί δεν γνωρίζουν τι κάνουν οι εναγόμενοι και ο αντιπρόσωπος μεταξύ τους, συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι το λεκτικό της σφραγίδας χωρίς την υπογραφή του λειτουργού δεν έχει καμία αξία, λέγοντας ότι ο αντιπρόσωπος αυτό που έκανε ήταν η πλαστογράφηση της σφραγίδας και την υπογραφή συγκεκριμένου τελωνειακού λειτουργού, λόγω της ευκολίας στο να το πράξει, παρακάμπτοντας το ταμείο και πήγαινε στην αρχή λιμένων και συμφώνησε ότι ο αντιπρόσωπος προσκόμιζε ψεύτικες αποδείξεις. Επίσης ανέφερε ότι έχουν εκδοθεί επιταγές και έχουν εισπραχθεί οι φόροι όπως το αντιλαμβάνεται ο μάρτυρας και αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι κανείς τελωνειακός λειτουργός δεν γνώριζε ότι η ΚΕΟ επιλαμβανόταν εισαγωγών και γενικά υποθέσεων της άλλης εναγόμενης εταιρείας στην παρούσα διαδικασία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Θα γίνεται επίσης ειδική αναφορά και αξιολόγηση για τις θέσεις που τελικώς προωθήθηκαν με μαρτυρία από πλευράς εναγομένων και που τελικώς δεν έχουν εγκαταλειφθεί από τους εναγόμενους, Αναφορικά με τον μάρτυρα των εναγόντων, το Δικαστήριο έχει διακρίνει μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Οι απαντήσεις του ήταν λογικές, πειστικές, λεπτομερειακές, είχαν συνοχή και συνέχεια, απαντούσε με φυσικό και πηγαίο τρόπο, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Λογική και πειστική κρίνεται η αναφορά και η τοποθέτηση του ότι η σφραγίδα από μόνη της δεν έχει καμία αξία χωρίς την υπογραφή του αρμόδιου λειτουργού. Συνακόλουθα, δεν δύναται να καταλογιστεί οποιαδήποτε ευθύνη ή αμέλεια, αποκλειστική ή συντρέχουσα στους ενάγοντες με την θέση ότι ευθύνονται λόγω της αφύλακτης σφραγίδας, διότι ο αντιπρόσωπος πλαστογραφούσε και την υπογραφή συγκεκριμένου τελωνειακού λειτουργού, εξαπατώντας τόσο τους εναγόμενους, όσο και τους ενάγοντες, παρακάμπτοντας το ταμείο για να μην πληρωθούν οι αναλογούντες φόροι. Εξ΄ άλλου ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων συμφώνησε σε υποβληθείσα θέση ότι η σφραγίδα με το συγκεκριμένο λεκτικό δεν έχει καμία αξία εάν δεν υπάρχει η υπογραφή του αρμόδιου λειτουργού και επιπρόσθετα κρίνεται άνευ σημασίας εάν ακόμα και σήμερα η πιο πάνω σφραγίδα παραμένει αφύλακτη ή όχι, διότι για να έχει οποιαδήποτε αξία θα πρέπει να υπάρχει και η σφραγίδα του αρμόδιου λειτουργού. Ούτε βεβαίως δύναται να καταλογιστεί ευθύνη στους ενάγοντες στο γεγονός ότι δόθηκε άδεια στον αντιπρόσωπο, διότι η άδεια παραχωρήθηκε μετά από επιτυχή γραπτή εξέταση και της ύπαρξης λευκού ποινικού μητρώου και συνακόλουθα είναι αδύνατη η πρόβλεψη από τον οποιονδήποτε ότι ο αντιπρόσωπος θα προέβαινε στην διάπραξη ποινικών αδικημάτων και που θα οδηγούσαν μάλιστα στην καταδίκη του και που θα είχαν αντίκτυπο οι πράξεις του στην μη καταβολή των αναλογούντων φόρων. Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση και επιχειρηματολογία από πλευράς εναγομένων στο ότι δεν έχουν πιστωθεί οι αναλογούντες φόροι που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, λόγω του ότι τα χρηματικά ποσά έχουν καταβληθεί σε τρίτους. Το ζήτημα είναι εξαιρετικά απλό και δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τα αξιούμενα ποσά ως φόροι δεν έχουν καταβληθεί από τους εναγόμενους στους ενάγοντες για τα συγκεκριμένα εμπορεύματα και τα αντίστοιχα εμπορεύματα είναι στην κατοχή των εναγομένων και αυτό το έχει παραδεχθεί άλλωστε και ο μάρτυρας των εναγομένων. Συνακόλουθα, τα ποσά που αξιώνονται ως φόροι θα πρέπει να καταβληθούν από τους εναγόμενους και είναι δικαίωμα τους, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν, να στραφούν εναντίον του αντιπροσώπου τους και έναντι των τρίτων ως τριτοδιάδικους ή με ξεχωριστή αγωγή, οι οποίοι επωφελήθηκαν από τις πληρωμές φόρων που έκανε ο αντιπρόσωπος των εναγομένων. Ο όρος ότι έγινε λανθασμένη πίστωση φόρων, ότι δεν πιστώθηκαν οι σχετικοί φόροι, ήτοι η ορολογία που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι, αλλά και η θέση των εναγομένων δια μέσου της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι εναγόμενοι για να καταδείξουν ότι εξέδωσαν μεν επιταγές και γενικά έδωσαν χρήματα στον αντιπρόσωπο τους και ότι θα ήταν άδικο για αυτούς να καταβάλουν σχεδόν δύο φορές τα αξιούμενα ποσά καθ΄ ότι τα ποσά των επιταγών υπολοίπονται κατά Λ.Κ. 10,920,32 των αξιούμενων φόρων, ως είναι και η παραδοχή του μάρτυρα των εναγομένων στο στάδιο της αντεξέτασης του, δεν έχει οποιαδήποτε νομική βαρύτητα ή σημασία, δεδομένης της ευθύνης του αντιπροσωπευομένου από πράξεις του αντιπροσώπου του, αλλά και της ρητής παραδοχής του μάρτυρα των εναγομένων ότι ο αντιπρόσωπος εξαπάτησε τους εναγόμενους και τους ενάγοντες. Δεδομένου επίσης ότι τα ποσά είναι παραδεκτά και που αντιστοιχούν στους αξιούμενους φόρους και εν΄ όψει του ότι στην παρούσα υπόθεση η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου με την έννοια ότι δεν εμπίπτει στα πλαίσια διοικητικής διαφοράς, εξ΄ ου και η καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου με βάση και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αναθεωρητική έφεση 68/2006 ημερ. 17/7/2008 Διευθύντρια Τμήματος Τελωνείων - ν - ΚΕΟ ΛΤΔ, συνακόλουθα αυτό που θα μπορούσαν να προωθήσουν οι εναγόμενοι με επιτυχία ως υπεράσπιση, πράγμα για το οποίο απέτυχαν, είναι η προσκόμιση αποδείξεων που να πιστοποιούν την καταβολή των φόρων που σχετίζονται με τα εμπορεύματα που απομακρύνθηκαν και που είναι στην κατοχή τους, η δε απομάκρυνση των εμπορευμάτων και ότι είναι στην κατοχή τους, είναι παραδεκτό ως γεγονός από τον ίδιο τον μάρτυρα των εναγομένων. Οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραδέχονται εξ΄ άλλου ότι με τις σχετικές εκροές της τριμηνίας έχουν εισπράξει ως επιστροφή τους ανάλογους φόρους και συνακόλουθα και οι εναγόμενοι θα πρέπει να καταβάλουν τους αξιούμενους φόρους και αυτό που απομένει εκ μέρους τους είναι να στραφούν εναντίον του αντιπροσώπου τους και των τρίτων, όπου κατέληξαν τα οποιαδήποτε χρήματα που έδωσαν οι εναγόμενοι στον αντιπρόσωπο τους για να εξοφλήσει τους φόρους που αναλογούν στα εμπορεύματα που τελικώς απομακρύνθηκαν και είναι στην κατοχή των εναγομένων χωρίς να καταβληθούν οι σχετικοί φόροι. Αυτό προκύπτει εξ΄ άλλου και από την αναφορά του μάρτυρα των εναγόντων μέσα από την παράγραφο 21(α) της γραπτής του δήλωσης, με παραπομπή σε σχετική αλληλογραφία και επί αυτού του θέματος ο μάρτυρας των εναγόντων δεν έχει αντεξεταστεί. Η συνέπεια της μη αντεξέτασης του μάρτυρα επί αυτού του θέματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά έχουν γίνει αποδεκτά από τους εναγόμενους. Σύμφωνα με τους κανόνες απόδειξης και νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89, 105, Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383, 388, 389 και Philippou General Bonded Warehouse Ltd. v. Νικολαΐδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1057, 1060), εκεί όπου ένας διάδικος παραλείπει να αντεξετάσει ένα μάρτυρα πάνω σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του, τότε το Δικαστήριο μπορεί (δηλαδή δεν είναι υπόχρεο) να καταλήξει ότι η πλευρά που παρέλειψε να αντεξετάσει, δέχεται τα γεγονότα όπως τα κατέθεσε ο μάρτυρας. Tα πιο πάνω λέχθησαν στην υπόθεση Olympic Insurance Agencies Limited ν. Lexus Insurance Agencies Limited και Άλλης,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1440. Τα όσα ο μάρτυρας των εναγομένων καταλογίζει στους ενάγοντες υπό την μορφή αμέλειας και παράβασης σχετικών κανόνων, σίγουρα δεν έχουν καμία αποδεικτική ή νομική βαρύτητα, διότι ο μάρτυρας των εναγομένων ανέφερε ότι αυτά που καταλογίζει στους ενάγοντες είναι η προσωπική του άποψη και θέση, αλλά και από την άλλη, δεν είναι νοητός και δυνατός ο καταμερισμός οποιασδήποτε αμέλειας, αποκλειστικής ή συντρέχουσας στο θύμα μιας εξαπάτησης εις βάρος του. Επίσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα όσα καταλογίζει ο μάρτυρας των εναγομένων στους ενάγοντες, λέχθησαν και γενικά προωθήθηκαν σε μια προσπάθεια να βοηθήσει την υπόθεση των εναγομένων. Έντονη συζήτηση και επιχειρηματολογία έχει γίνει από πλευράς εναγομένων για το ζήτημα της ύπαρξης εγκυκλίου, σύμφωνα με την οποία απαγορευόταν στους λειτουργούς του τελωνείου όπως δίνουν ρέστα. Τέτοια εγκύκλιος δεν έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και συνακόλουθα παρέμεινε αναπόδεικτη η πιο πάνω θέση. Η αναφορά του μάρτυρα των εναγομένων ότι έχει ακούσει πολλές φορές από τους τελωνειακούς λειτουργούς ότι υπάρχει τέτοια εγκύκλιος, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι παρέμεινε μετέωρη η εν λόγω αναφορά και το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί σε αυτήν την αναφορά του μάρτυρα για να εξάξει συμπέρασμα περί ύπαρξης τέτοιας εγκυκλίου και εν πάση περιπτώση, η θέση αυτή που προωθήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε σχετικότητα με τα επίδικα ζητήματα, εν΄ όψει της φύσης της υπόθεσης, των παραδοχών που έγιναν και τι θα μπορούσε η πλευρά των εναγομένων να προωθήσει ως υπεράσπιση, ήτοι την εξόφληση των σχετικών φορολογιών, πράγμα για το οποίο απέτυχαν, ως πιο πάνω αναφέρθηκε εκτενώς και που εν πάση περιπτώση το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά λέχθησαν από τον μάρτυρα των εναγομένων για να βοηθήσει την υπόθεση τους. Έχουν γίνει σχετικές εισηγήσεις στο πλαίσιο των γραπτών αγορεύσεων, όπως το ποσό που έχει κατατεθεί ως χρηματική παρακαταθήκη, ήτοι το ποσό των Λ.Κ. 7,000, χρησιμοποιηθεί για σκοπούς αποπληρωμής των οφειλόμενων φόρων σε περίπτωση που ήθελε επιδικασθεί οποιοδήποτε ποσό, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική χρηματική παρακαταθήκη θα πρέπει να παραμείνει ως έχει, εν΄ όψει του ότι η σχετική παρακαταθήκη χρονολογείται από το έτος 2003 και οι διάδικοι είναι ελεύθεροι να έρθουν σε οποιονδήποτε διακανονισμό, όταν τελεσιδικήσει η Δικαστική απόφαση και εφ΄ όσον δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη αυτής της παρακαταθήκης. Επίσης, έχει γίνει έντονη συζήτηση και επιχειρηματολογία αναφορικά με την παράλειψη των αρμόδιων αρχών όπως τηρήσουν τα σχετικά χρονοδιαγράμματα και που είχε ως άμεσο αντίκτυπο στην καθυστέρηση στην διαπίστωση της απάτης και της μη πληρωμής των ανάλογων φορολογιών. Το ζήτημα αυτό, κρίνεται από το Δικαστήριο ως άσχετο με τα επίδικα ζητήματα, εν΄ όψει των παραδεκτών γεγονότων, των ουσιωδών επιδίκων θεμάτων και της φύσης της υπόθεσης, του παραδεκτού γεγονότος ότι τα εμπορεύματα απομακρύνθηκαν και είναι στην κατοχή των εναγομένων χωρίς να καταβληθούν για αυτά οι αναλογούντες φόροι και της αποτυχίας προσκόμισης αποδείξεων από πλευράς εναγομένων που να καταδεικνύουν την εξόφληση των αξιούμενων φορολογιών, ως αυτά έχουν αποκρυσταλλωθεί πιο πάνω, αλλά και εν΄ όψει του ότι οι ενάγοντες έχουν εξαπατηθεί από τον αντιπρόσωπο των εναγομένων και θα ήταν νομικά παράδοξο να καταλογιστεί οποιαδήποτε μορφή αποκλειστικής ή συντρέχουσας αμέλειας στους ώμους των εναγόντων, λόγω ακριβώς της εξαπάτησης τους από τον αντιπρόσωπο των εναγόντων, καθ΄ ότι είναι παραδεκτός ο τρόπος δράσης του αντιπροσώπου των εναγομένων με τον οποίο εξαπατούσε τελωνείο και εναγομένους. Εν πάση περιπτώση όμως, με βάση το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο που διέπει αυτό το θέμα, παρέχεται απλά η δυνατότητα και όχι η υποχρέωση στον Διευθυντή ΄΄να διατάξει εναπόθεση των εμπορευμάτων εις τινά δημόσια αποθήκη αποταμιεύσεως΄΄ και πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 27 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου 82/67 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Οσάκις, εν τη περιπτώσει οιωνδήποτε εισαγομένων εμπορευμάτων- (α) δεν κατατεθή διασάφησις εντός της νομίμου προθεσμίας· ή (β) κατατεθείσης της διασαφήσεως, επί τη παρόδω είκοσι και μιας ημερών από της σχετικής ημερομηνίας, ταύτα δεν εκφορτωθώσιν ή εκφορτωθέντα δεν προσαχθώσι προς εξέτασιν ή τελωνισμόν· ή (γ) επί εμπορευμάτων μικράς ποσότητος, εισαχθέντων διά θαλάσσης, ταύτα καθ' οιονδήποτε χρόνον μετά την άφιξιν του πλοίου της εισαγωγής, ευρίσκωνται εν τω λιμένι εν ω θα λάβη χώραν η εκφόρτωσις, και παραμένωσι τα μόνα μη εκφορτωθέντα εισέτι εκ του πλοίου, εν τω λιμένι τούτω, εμπορεύματα, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται να διατάξη εναπόθεσιν των εμπορευμάτων εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως.
(2)Εφ' όσον πρόκειται περί μικρού δέματος ή αποστολής εμπορευμάτων, ο αρμόδιος λειτουργός δύναται κατά πάντα χρόνον, μετά την σχετικήν ημερομηνίαν, να διατάξη εναπόθεσιν τούτων εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως, μέχρις ου κατατεθή η περί τούτων διασάφησις.
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 82, ο Διευθυντής δύναται να εκποιήση εμπορεύματα αποτεθειμένα εις τινα δημοσίαν αποθήκην αποταμιεύσεως υπό του αρμοδίου λειτουργού και μη εισέτι τελωνισθέντα υπό του εισαγωγέως αυτών- (α) αμελητί μεν, εφ' όσον πρόκειται περί εμπορευμάτων, άτινα κατά την κρίσιν του Διευθυντού υπόκεινται εις φθοράν· ή (β) εν πάση ετέρα περιπτώσει, εντός τριών μηνών από της αποθέσεως αυτών εν τη τοιαύτη αποθήκη ή εντός τοιαύτης μείζονος προθεσμίας, ως ο Διευθυντής ήθελεν εκάστοτε ορίσει.
(4)Εν τω παρόντι άρθρω- (α) ο όρος "νόμιμος προθεσμία" σημαίνει, εν μεν τη περιπτώσει εμπορευμάτων εισαγομένων δι' αέρος περίοδον επτά, εν πάση δε ετέρα περιπτώσει, περίοδον δεκατεσσάρων ημερών από της σχετικής ημερομηνίας· και (β) ο όρος "σχετική ημερομηνία" σημαίνει την ημερομηνίαν, καθ' ην κατετέθη το δηλωτικόν εισαγωγής υπό του εισάγοντος πλοίου ή αεροσκάφους δυνάμει του άρθρου 23 ή, εφ' όσον δεν κατετέθη τοιούτον δηλωτικόν, την ημερομηνίαν, καθ' ην έδει κατά νόμον να κατετίθετο το τοιούτον δηλωτικόν: Νοείται ότι οσάκις ήθελε τεθή οιοσδήποτε περιορισμός επί της εκφορτώσεως εμπορευμάτων εξ οιουδήποτε πλοίου ή αεροσκάφους, δυνάμει νομοθετικής διατάξεως σκοπούσης εις την προστασίαν εναντίον επιδημικών και λοιμωδών ασθενειών, τότε καθ' όσον αφορά εις το τοιούτον πλοίον ή αεροσκάφος, ο όρος "σχετική ημερομηνία" σημαίνει την ημερομηνίαν άρσεως του περιορισμού. ΄΄ Eπιπρόσθετα, με βάση την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια, αυτό που ρυθμίζεται, είναι ουσιαστικά η προθεσμία όπου είναι υποχρεωτική η κατάθεση της διασάφησης από την ημερομηνία κατάθεσης του δηλωτικού εισαγωγής και όχι η οποιαδήποτε προθεσμία παραλαβής εμπορευμάτων μετά την κατάθεση της διασάφησης. Η θέση που προωθήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης δια μέσου υποβολών και μαρτυρίας που προσκόμισε, ότι δηλαδή ήταν γνωστό στους τελωνειακούς λειτουργούς ότι οι δύο εναγόμενες εταιρείες στην παρούσα αγωγή είναι μεταξύ τους μητρική και θυγατρική εταιρεία, όχι μόνο παρέμεινε μετέωρη και ασαφής, αλλά και επειδή δεν είναι πειστική υπό τις περιστάσεις, διότι κρίνεται ότι λέχθηκε από τον μάρτυρα υπεράσπισης σε μια προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση των εναγομένων και κυρίως, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δύο εταιρείες είναι ανεξάρτητες νομικές οντότητες, η ευθύνη τους είναι ξεχωριστή, άρα και οι εναντίον του αξιώσεις και ναι μεν αμφότεροι οι εναγόμενοι είχαν κοινό αντιπρόσωπο, αλλά υπήρχε ξεχωριστή εξουσιοδότηση για κάθε μια εταιρεία, ως διαφάνηκε δια μέσου των τεκμηρίων 7α και 7β αντίστοιχα και συνακόλουθα η πιο πάνω θέση των εναγομένων δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική ή νομική βαρύτητα. Μάλιστα από πλευράς εναγομένων στην αγωγή 4183/2009, δεν έχει εκδοθεί καμία επιταγή ή γενικά δεν έχουν δοθεί καθόλου χρήματα από τους εναγόμενους για να πληρωθούν οι αναλογούντες προς αυτούς φόροι, παραμένοντας το οφειλόμενο ποσό ως φόροι ακέραιο. Στο μέρος αυτό της απόφασης του Δικαστηρίου, κρίνεται σκόπιμο να αξιολογηθούν ειδικά κάποιες τοποθετήσεις του μάρτυρα των εναγομένων, πέραν από αυτές που έχει γίνει ήδη σχετική αξιολόγηση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ΄΄δεν πήγε ο νους του στο κακό΄΄ επειδή ο αντιπρόσωπος του προσκόμιζε αποδείξεις και συνακόλουθα έδειχνε εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του αντιπροσώπου. Αυτό καταδεικνύει ως λογικό συμπέρασμα ότι με βάση τον δόλιο τρόπο δράσης του ιδίου του αντιπροσώπου των εναγομένων, ότι δεν θα μπορούσε να επιμεριστεί οποιαδήποτε αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια εις βάρος των εναγόντων, ως καταλογίζει η πλευρά των εναγομένων δια μέσου του μάρτυρα της και το ίδιο ισχύει βεβαίως αντιστρόφως προς το πρόσωπο των εναγομένων, διότι τόσο οι ενάγοντες, όσο οι εναγόμενοι, έπεσαν θύματα της απάτης του αντιπροσώπου των εναγομένων. Βεβαίως, η νομική προέκταση είναι εντελώς διαφορετική για τους ενάγοντες και εναγόμενους αντίστοιχα, διότι οι μεν ενάγοντες έχουν δικαίωνα να στραφούν και να ζητήσουν από τους εναγόμενους τους αναλογούντες φόρους που δεν καταβλήθηκαν συνεπεία της απάτης του αντιπροσώπου των εναγομένων και από την άλλη, οι εναγόμενοι έχουν ευθύνη απέναντι στους ενάγοντες από τις δόλιες πράξεις του αντιπροσώπου τους και οι εναγόμενοι με την σειρά τους έχουν το δικαίωμα να στραφούν εναντίον του αντιπροσώπου τους, αλλά και έναντι των τρίτων οι οποίοι ωφελήθηκαν με το να μην πληρώσουν φόρους που τους αναλογούσαν επειδή αυτοί καταβλήθηκαν με χρήματα της ΚΕΟ. Επίσης, ο μάρτυρας των εναγομένων ρητά ανέφερε ότι ο αντιπρόσωπος των εναγομένων εξαπάτησε όχι μόνο τους εναγομένους, αλλά και τους ενάγοντες, εκθεμελιώνοντας κάθε νομικό και λογικό υπόβαθρο να προβάλλεται οποιαδήποτε αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια εναντίον των εναγόντων. Επίσης ο μάρτυρας των εναγομένων παραδέχθηκε ότι η ΚΕΟ έδινε τα χρήματα της στον αντιπρόσωπο της και τον εξουσιοδοτούσε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα της, ανεξαρτήτως αν αυτά ήταν προς τον Ανώτερο Τελωνειακό Λειτουργό ή προς το πρόσωπο του αντιπροσώπου της. Συνακόλουθα, εάν υπήρχε οποιαδήποτε παράβαση αυτής της εξουσιοδότησης, αυτό έχει να κάνει αποκλειστικά μεταξύ των εναγομένων και του αντιπροσώπου και τις ευθύνες που προκύπτουν από τον αντιπρόσωπο έναντι των εναγομένων και δεν είναι δυνατό να υπάρχει αντίκτυπος προς τους ενάγοντες, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι οι ενάγοντες εξαπατήθηκαν από τον αντιπρόσωπο των εναγομένων, ο οποίος παρέκαμψε με απατηλό, δόλιο και παράνομο τρόπο δια πλαστογραφίας και ψευδών παραστάσεων το ταμείο του τελωνείου. Εξ΄ άλλου ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων ανέφερε ότι οι τελωνειακοί λειτουργοί δεν ξέρουν τι πράττουν οι εναγόμενοι με τον αντιπρόσωπο τους, εξαλείφοντας κάθε νομικό και λογικό υπόβαθρο των εναγομένων να προωθήσουν οποιονδήποτε ισχυρισμό περί αποκλειστικής ή συντρέχουσας αμέλειας ή παράβασης καθήκοντος, διότι θα ήταν παράδοξο να επωμίζονται οι ενάγοντες οποιαδήποτε ευθύνη για θέματα τα οποία αφορούν καθαρά την σχέση μεταξύ των εναγομένων και του αντιπροσώπου τους ως σχέση αντιπροσωπείας. Ο μάρτυρας των εναγομένων περιέγραψε και αυτός τον τρόπο δράσης του αντιπροσώπου τους και που εν πάση περιπτώση είναι παραδεκτός, ήτοι η πλαστογράφηση της σφραγίδας και της υπογραφής τελωνειακού λειτουργού και η παράκαμψη του ταμείου και έτσι επιτυγχανόταν η απομάκρυνση των εμπορευμάτων χωρίς την καταβολή των αναλογούντων φόρων και ο αντιπρόσωπος παρουσίαζε ψευδή έγγραφα στους εναγόμενους και κατακρατούσε χρήματα τους. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με εξάλειψη της ευθύνης των εναγομένων να καταβάλουν τους αναλογούντες φόρους για τα εμπορεύματα που έφθασαν στην κατοχή τους και είναι ανεξάρτητο το δικαίωμα των εναγομένων να στραφούν έναντι του αντιπροσώπου τους και των τρίτων που πληρώθηκαν φόροι που τους αναλογούσαν με χρήματα της ΚΕΟ δια μέσου του αντιπροσώπου της. Αναφορικά με το ζήτημα της πλαστότητας των διασαφήσεων, το εν λόγω ζήτημα ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε, εν΄ όψει και της παραδοχής του μάρτυρα των εναγομένων για τον τρόπο δράσης του αντιπροσώπου, διότι όλα γίνονταν νομότυπα με την κατάθεση των διασαφήσεων και εν πάση περιπτώση, δεν προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία που να καταδεικνύει την πλαστότητα αυτών, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι ο αντιπρόσωπος παρουσίαζε πλαστές αποδείξεις στους εναγόμενους, ως η μαρτυρία του ιδίου του μάρτυρα των εναγομένων. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΥΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ - ΝΟΜΙΚΟ ΕΡΕΙΣΜΑ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ Το είδος της οφειλής των εναγομένων και γενικά της αξίωσης των εναγόντων, έχει νομοθετικό έρεισμα το άρθρο 53 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν. 94
(1)/2004, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Η τελωνειακή οφειλή ή και η άλλη τελωνειακή οφειλή εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και οποιαδήποτε διαδικασία για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Διευθυντή΄΄. Ανάλογη ρύθμιση υπάρχει και στο άρθρο 169
(1)του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Ν.82/67, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ Άνευ επηρεασμού οιασδήποτε ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, παν ποσόν οφειλόμενον υπό μορφήν δασμού ή φόρου καταναλώσεως εισπράττεται ως χρέος οφειλόμενον τη Δημοκρατία. ΄΄ Η υποχρέωση γεννιέται με την κατάθεση των διασαφήσεων, όπως έγινε στην προκειμένη περίπτωση και νομοθετικό έρεισμα είναι η συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 30
(1)και 30
(3)(α) του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Ν.82/67, τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: ΄΄ Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, καθ' ας άλλως προβλέπεται εν τω παρόντι Νόμω ή εν οιωδήποτε νομοθετήματι αφορώντι εις τα τελωνεία, απαγορεύεται η παράδοσις ή μεταφορά εισαγομένων εμπορευμάτων, μέχρις ου ο εισαγωγεύς καταβάλει τω αρμοδίω λειτουργώ τους αναλογούντος τοις εμπορεύμασι δασμούς· εν τη περιπτώσει δε εμπορευμάτων, δι' α απαιτείται κατάθεσις διασαφήσεως ο δασμός καταβάλλεται άμα τη καταθέσει της διασαφήσεως ................................................................................................. Οι τελωνειακοί δασμοί και οι συντελεσταί των, οι βαρύνοντες εισαγόμενα εμπορεύματα, βεβαιούνται ως ακολούθως: (α) εξαιρουμένης της περιπτώσεως, καθ' ην η διασάφησις ή, εφ' όσον εγένετο πρόχειρος διασάφησις, η τελειωτική διασάφησις είναι προς αποταμίευσιν των εμπορευμάτων, εν πάση περιπτώσει, καθ' ην κατατίθεται διασάφησις εισαγωγής οφείλονται δασμοί βάσει των συντελεστών, των κρατούντων αναφορικώς προς τα τοιαύτα εμπορεύματα κατά την αποδοχήν της διασαφήσεως΄΄ Ως προς την υποχρέωση καταβολής των σχετικών οφειλών, αυτό έχει επίσης ως νομικό έρεισμα το άρθρο 5
(3)του περί Φόρου Προστιθέμενς Αξίας νόμου 95
(1)/2000, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Ο φόρος επί οποιασδήποτε απόκτησης αγαθών από άλλο κράτος μέλος είναι υποχρέωση του προσώπου που αποκτά τα αγαθά και τηρουμένων των διατάξεων για απόδοση λογαριασμού και καταβολή, καθίσταται οφειλόμενος κατά το χρόνο της απόκτησης.΄΄ Ως προς την ευθύνη των εναγομένων για τις πιο πάνω πράξεις του αντιπροσώπου τους, το νομοθετικό έρεισμα έγκειται στο άρθρο 12
(1)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄κάθε πρόσωπo πoυ εργoδoτεί αvτιπρόσωπo, o oπoίoς δεv είvαι υπηρέτης τoυ, για τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή κατηγoρίας πράξεωv εκ μέρoυς τoυ ευθύvεται για κάθε τι πoυ τελείται από τov αvτιπρόσωπo αυτό κατά τηv εκτέλεση της πράξης αυτής ή κατηγoρίας πράξεωv, ως και για τov τρόπo κατά τov oπoίo o εv λόγω αvτιπρόσωπoς τελεί αυτή͘ ΄΄ Ως προς την δυνατότητα των εναγομένων να καλέσουν τον αντιπρόσωπο τους κ. Γ. Σιακίδη ως τριτοδιάδικο ως αναφέρθηκε πιο πάνω, αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του άρθρου 171 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του ή ελλείψει τέτοιων οδηγιών, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούν στις εργασίες του ίδιου είδους, στον τόπο όπου ο αντιπρόσωπος διεξάγει τις εργασίες αυτές. Αντιπρόσωπος που ενεργεί κατά παράβαση των πιο πάνω οφείλει, αν προκύψει ζημιά, να αποκαταστήσει αυτήν στον αντιπροσωπευόμενο, και αν απορρεύσει κέρδος να λογοδοτήσει γι' αυτό ΄΄. Βεβαίως ισχύουν και οι διατάξεις της Δ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η εν λόγω Διαταγή ισχύει και για τους τρίτους που επωφελήθηκαν με τις πράξεις του αντιπροσώπου των εναγομένων και που κατέβαλεε οφειλές τους με χρήματα της ΚΕΟ. Ο αντιπρόσωπος των εναγομένων στην προκειμένη περίπτωση, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος με συγκεκριμένο νομικό υπόβαθρο συγκεκριμένης και ρητής νομοθετικής πρόνοιας, ήτοι του άρθρου 74 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου Ν. 94
(1)/2004. Ως προς την δυνατότητα επιμερισμού συντρέχουσας αμέλειας εις βάρος των εναγόντων, αυτό το ζήτημα έχει ήδη εξαντληθεί με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και εν πάση περιπτώση το Δικαστήριο, έχοντας υπ΄ όψη την φύση της παρούσας υπόθεσης η οποία είναι ναι μεν ιδιωτικού δικαίου με την έννοια ότι δεν εμπίπτει στα πλαίσια διοικητικής διαφοράς, αλλά δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων, αλλά μια ιδιόρυθμη σχέση και πιο συγκεκριμένα οφειλή δασμών που οφείλονται δυνάμει της πιο πάνω αναφερόμενης κείμενης νομοθεσίας, η οποία είναι αποκρυσταλλωμένη και η καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου δεδομένη εν΄ όψει της πιο πάνω νομολογίας, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα υπολογισμού των φόρων και νομιμότητας ή ορθότητας της επιβολής δασμών εν΄ όψει και των παραδοχών που έγιναν, κρίνει υπό τις περιστάσεις ότι το μόνο που θα μπορούσε η πλευρά των εναγομένων να επικαλεστεί και να αποδείξει, πράγμα που απέτυχε, είναι η προσκόμιση απόδειξης καταβολής των φόρων που αναλογούν στα εμπορεύματα που απομακρύνθηκαν και που είναι στην κατοχή τους, χωρίς την καταβολή των σχετικών φόρων. Συνακόλουθα η οποιαδήποτε διατριβή ή ενασχόληση για την δυνατότητα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας στην βάση συμβατικής σχέσης η οποία έγινε στο στάδιο των αγορεύσεων, δεν δύναται να έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Η πλευρά των εναγομένων έχει προβεί σε εκτενή επιχειρηματολογία με παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία αναφορικά με την εισήγηση της ότι δεν θα πρέπει να κληθούν να καταβάλουν εκ νέου τις επίδικες φορολογίες, παρ΄ όλο που όπως διαφάνηκε μέσα από την ακροαματική διαδικασία, τα χρήματα που δόθησαν στον αντιπρόσωπο τους είναι ολιγότερα από αυτά των οφειλόμενων φόρων, τονίζοντας ότι είναι θύματα της απάτης του αντιπροσώπου τους και της αμέλειας και παράβασης καθηκόντων και νομοθεσίας από πλευράς λειτουργών της ενάγουσας. Όλες οι εισηγήσεις που έγιναν από πλευράς εναγομένων με παραπομπή σε σχετικές αυθεντίες και νομολογία δεν δύναται να γίνουν αποδεκτές, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολογησης που έγινε και της νομικής υπαγωγής των ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου σε νομικούς κανόνες, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Η υπόθεση John and Dodwell
(1918)AC 563, 569, 569, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, λόγω των διαφορετικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, της φύσης της αξίωσης της ενάγουσας ως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω, ως επίσης στην προκειμένη περίπτωση, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει γνώση είτε των τελωνειακών, είτε τρίτων προσώπων για το τι παράνομο έπραττε ο αντιπρόσωπος, όχι μόνο επειδή οι ενάγοντες εξαπατήθηκαν, ως είναι και η παραδοχή του μάρτυρα των εναγομένων, αλλά και επειδή ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων παραδέχθηκε ότι δεν ήταν δυνατόν οι τελωνειακοί λειτουργοί να γνωρίζουν τι συνεννοήσεις ή διευθετήσεις έκαναν οι εναγόμενοι με τον αντιπρόσωπο τους και συνακόλουθα κανένα ρίσκο δεν δύναται να καταλογιστεί στους ενάγοντες, ως η εισήγηση των εναγομένων. Ούτε η παραπομπή στην υπόθεση Kwei Tek Chao - v - British Traders and Shippers Ltd
(1954)2 QB 459 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο λόγω της διαφορετικότητας των γεγονότων και της φύσης της υπόθεσης και γενικά της αξίωσης της παρούσας υπόθεσης ως αναφέρθηκε πιο πάνω, αλλά στην προκειμένη περίπτωση το πρώτο θύμα είναι οι ενάγοντες, λόγω της απατηλής παράκαμψης του ταμείου του τελωνείου από τον αντιπρόσωπο των εναγομένων και της απομάκρυνσης των εμπορευμάτων και που είναι στην κατοχή των εναγομένων και κατ΄ επέκταση η σχετική εισήγηση των εναγομένων κρίνεται ως άστοχη. Oύτε η παραπομπή στο σύγγραμμα Bowstead and Reynolds on Agency 16th ed, par. 8.064 δικαιώνει τις εισηγήσεις των εναγομένων, όχι μόνο λόγω της διαφορετικότητας των γεγονότων και της φύσης της αξίωσης των εναγόντων, αλλά και διότι στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει ξεκάθαρη εξαπάτηση των εναγόντων ως είναι και η παραδοχή του μάρτυρα των εναγομένων, ο οποίος μάλιστα παραδέχθηκε ότι δεν ήξεραν οι τελωνειακοί λειτουργοί τι διευθετήσεις προέβαιναν οι εναγόμενοι με τον αντιπρόσωπο τους και τις επιταγές που του έδιδαν και έχοντας υπ΄ όψη ότι οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραδέχθηκαν δια μέσου του μάρτυρα τους ότι επιταγές δεν ήταν ισόποσες με συγκεκριμένες οφειλές και εν΄ όψει του ότι υπήρχαν ποσά που αντιστοιχούσαν σε αμοιβές του αντιπροσώπου τους είτε οφειλές προς αυτόν επειδή πλήρωνε προηγουμένως φορολογίες των εναγομένων με δικά του χρήματα, θα ήταν παράδοξο και μη λογικό να επιμεριστεί οποιαδήποτε ευθύνη ή αμέλεια στους ενάγοντες. Ούτε η παραπομπή στις υποθέσεις Midland Bank - v - Reckitt 1933 AC 1 και Nelson - v - Lanhott
(1947)1 KB 339 αντίστοιχα δύναται να δικαιώσουν τις αντίστοιχες θέσεις και επιχειρηματολογία των εναγομένων, λόγω της διαφορετικότητας των γεγονότων και της φύσεως της αντιπροσώπευσης που ίσχυε στις εν λόγω υποθέσεις που ήταν σχέση δικηγόρου με πελάτη στην μια και στην άλλη υπόθεση ήταν διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος, ενώ στην παρούσα υπόθεση η φύση της αξίωσης των εναγόντων είναι ξεκάθαρη, όπως ξεκάθαρη είναι και η εξαπάτηση των εναγόντων από τον αντιπρόσωπο των εναγομένων, οι οποίοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις διευθετήσεις που γίνονταν μεταξύ εναγομένων και αντιπροσώπου τους. Δεν πρέπει να λησμονείται στην παρούσα υπόθεση, ότι τα εμπορεύματα είναι στην κατοχή των εναγομένων και μάλιστα είχαν εισπράξει με σχετική επιστροφή φορολογίες με τις εκροές της σχετικής τριμηνίας. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από πλευράς εναγομένων στην υπόθεση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου C - 271/06, Netto Supermarket Gmbh & Co. OHG vs Finanzamt Malchim. Oύτε και αυτή η υπόθεση δικαιώνει τις θέσεις και επιχειρηματολογία των εναγομένων, διότι υπάρχουν διαφορετικά γεγονότα, στην εν λόγω υπόθεση υπήρχε καταχώριση ανακριβών στοιχείων του αγοραστή ενώ στην παρούσα περίπτωση δόλια παράκαμψη του ταμείου του τελωνείου και απομάκρυνση των εμπορευμάτων τα οποία περιήλθαν στην κατοχή των εναγομένων οι οποίοι μάλιστα εισέπραξαν επιστροφή φορολογίας με τις εκροές της σχετικής τριμηνίας, οι εναγόμενοι στην παρούσα είχαν επίδραση στον ανιπρόσωπο τους εν΄ όψει του ότι τον έλεγχαν δια μέσου του μάρτυρα των εναγομένων και σίγουρα οι εναγόμενοι δεν δύναται να χαρακτηρισθούν ως συνετοί έμποροι, ως απαιτεί η πιο πάνω απόφαση, έχοντας υπ΄ όψη τον τρόπο όπου διαχειρίζονταν τα χρήματα τους με την έκδοση επιταγών οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ισοψηφούσαν με οφειλόμενους φόρους αλλά συμπεριελάμβαναν προμήθεια του αντιπροσώπου τους και γενικά ο τρόπος δράσης τους, όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία του μάρτυρα των εναγομένων και που ο ίδιος παραδέχθηκε, θα μπορούσαν να είναι πιο προσεκτικοί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, οι απαιτήσεις της ενάγουσας επιτυγχάνουν και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών. Στην αγωγή 1330/2009 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €50,085,94 σεντ, και ως προς το θέμα των τόκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει το ποσό να φέρει νόμιμο τόκο από τις 19/6/2003, ήτοι από την ημερομηνία κατάθεσης της τελευταίας διασάφησης, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην αγωγή 4183/2009 εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €49,971,47 σεντ, με νόμιμο τόκο από τις 19/6/2003, ήτοι από την ημερομηνία κατάθεσης της τελευταίας διασάφησης ως ανωτέρω, μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.