ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΚΡΙΣΤΗΣ ΤΣΙΚΚΙΝΗΣ άλλως ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΣΙΚΚΙΝΗΣ ΠΕΡΙΚΛΗ, Αρ. Αγωγής: 758/10, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A403 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 758/10 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και ΚΡΙΣΤΗΣ ΤΣΙΚΚΙΝΗΣ άλλως ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΣΙΚΚΙΝΗΣ ΠΕΡΙΚΛΗ Εναγόμενου - - - - - - - - - - - - - - 30.09.2016 Για Ενάγοντες: κα Α. Δημητρίου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Γ. Βλαδιμήρου για Σούλλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες απαιτούν από τον Εναγόμενο τα πιο κάτω: Α. €399.179,36 οφειλόμενο υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Β. €2.693,52 ως τόκους από 1.1.2010 μέχρι 27.1.
- Γ. Τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €399.179,36 από 28.1.2010 μέχρι την εξόφληση πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι την πλήρη εξόφληση. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων του Εναγόμενου (α) με αρ. εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ και (β) αρ. εγγραφής Α39610, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 750, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ, δυνάμει υποθήκης υπ' αριθμό Υ41/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και το προϊόν της πώλησης καταλογισθεί έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο οι οποίοι μέχρι και την 20.12.2006 ονομάζοντο Alpha Bank Limited, από δε την 20.12.2006 άλλαξαν όνομα και/ή μετονομάσθηκαν σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 4.1.1999 μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας CHR. TSIKKINIS CONSTRUCTION LTD (η εταιρεία), η οποία υπογράφηκε από τον Κρίστη Τσικκίνη άλλως Χριστόδουλο Τσικκίνη Περικλή υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της ως άνω εταιρείας, οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως δίδουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία στο λογαριασμό 115-17718-2001-4 (515-220-006483-3) για τόση περίοδο όση οι Ενάγοντες θέλουν αποφασίσει κατά την κρίση τους. Μεταξύ άλλων, όροι της Συμφωνίας ημερομηνίας 4.1.1999 ήταν και οι εξής: (α) Το ποσόν και ο τύπος των δανείων και/ή πιστώσεων οποιασδήποτε και/ή οποιωνδήποτε άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παρέχονται από τους Ενάγοντες στην Εταιρεία θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των Εναγόντων. (β) Τα αναφερόμενα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται με προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα και με τόκο προς 8% ετησίως πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου επιτρεπόμενο υπό του νόμου. Οι πιο πάνω υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κατά την 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των υπό των Εναγόντων εκάστοτε καθοριζομένων ορίων πιστώσεων και/ή άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνονται με τόκο προς 9%. (γ) Οι Ενάγοντες θα δικαιούνται οποτεδήποτε θελήσουν και άνευ προειδοποίησης να τερματίσουν τη Συμφωνία και μόλις τα εν λόγω δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές θα εξοφλούνται αμέσως, παράλειψη δε να γίνει αυτό θα συνεπάγεται χρέωση κάθε οφειλόμενου ποσού συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, βασικού επιτοκίου, προσαύξησης μεταβλητού επιτοκίου, τόκου υπερημερίας, προμήθειες, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων μέχρι πλήρους εξόφλησης. Οι Ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν δικαστικώς την πληρωμή του χρέους και επιπλέον τα δικαστικά και άλλα έξοδα οποιουδήποτε είδους ως την πλήρη και τελεία εξόφληση. Ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή και ο Βάλης Βασιλείου, κατά την 30.12.1998 σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων οποιασδήποτε μορφής είτε σε μορφή δανείων οποιασδήποτε φύσεως είτε σε μορφή τρεχούμενου ή άλλου είδους λογαριασμού και/ή άλλως πως και/ή ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφου και/ή επιστολής τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 30.12.1998 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες για απεριόριστο ποσό. Περαιτέρω αναλάμβαναν όπως πληρώσουν προς τους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εταιρείας συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Ο Εναγόμενος εκχώρησε επίσης σαν περαιτέρω εξασφάλιση ασφάλεια πυρός στους Ενάγοντες την ασφάλεια υπ' αρ. 124784 της ALPHA ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΛΤΔ. Στη βάση Συμβάσεως και Δηλώσεως Υποθήκης ημερομηνίας 5.1.1999 ο Εναγόμενος σε αντάλλαγμα της παροχής και/ή της συνέχισης παροχής από τους Ενάγοντες δανείων και/ή πιστώσεων σε τρεχούμενο και/ή τρεχούμενους λογαριασμούς και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή της παροχής πιστωτικών και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων και προς πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τους Ενάγοντες, παρούσων και/ή μελλοντικών, αμέσων ή εμμέσων που είτε κατέστησαν ή θα καταστούν απαιτητές και είτε είναι προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα παραχώρησε προς τους Ενάγοντες την υποθήκη υπ' αρ. Υ41/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού επί των ακινήτων (α) με αρ. εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ και (β) αρ. εγγραφής Α39610, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 750, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ. Η πιο πάνω αναφερόμενη υποθήκη υπόκειται στους όρους εγγράφου ημερομηνίας 5.1.1999 και εξασφαλίζει το ποσό των €68.344,00 (ΛΚ40.000,00) πλέον τόκους προς 8% επ' αυτού από 5.1.1999 πληρωτέον σε πρώτη ζήτηση πλέον εξόδων σε περίπτωση λήψης νόμιμων μέτρων προς ανάκτηση του πιο πάνω ποσού. Οι Ενάγοντες μπορούν οποτεδήποτε αποφασίσουν με ή χωρίς ειδοποίηση προς τον Εναγόμενο να αυξάνουν το δανειστικό επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις. Οι Ενάγοντες δυνάμει των όρων της μεταξύ τους Συμφωνίας και/ή λόγω της μη συμμόρφωσης της εταιρείας προς τους όρους της Συμφωνίας και/ή εξασκώντας τα δικαιώματα τους με επιστολή ημερομηνίας 28.3.2005 και 20.5.2004 τερμάτισαν την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και/ή τερμάτισαν πάντα τα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή κατέστησαν απαιτητό κάθε οφειλόμενο ποσό και κάλεσαν την εταιρεία, τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή και τον Βάλη Βασιλείου όπως εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους. Περαιτέρω τους γνωστοποίησαν ότι ο λογαριασμός από 1.1.2004 θα χρεώνετο με τόκο προς 10,90% ετησίως μέχρι 2.5.2004, προς 11,90% ετησίως από 3.5.2004 μέχρι 19.5.2004 και προς 9% από 20.5.2004 μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης. Στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχουν καταχωρημένες δύο Εκθέσεις Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με ημερομηνία καταχώρησης 14.9.2011 η πρώτη όπου φαίνεται υπογραφή εκ μέρους των Εναγόντων και δήλωση ότι δεν φέρουν ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση και χωρίς σφραγίδα του πρωτοκολλητή, και με ημερομηνία καταχώρησης 14.12.2011 η δεύτερη, η οποία φέρει τη σφραγίδα του πρωτοκολλητή. Οι δύο Εκθέσεις δεν είναι απόλυτα ίδιες και δεν θεωρώ ότι από λάθος καταχωρήθηκε δύο φορές η ίδια Έκθεση Υπεράσπισης. Όπως ανέφερα, σφραγίδα από τον πρωτοκολλητή φέρει η Έκθεση με ημερομηνία 14.12.2011 και αυτή θεωρώ ότι αντιπροσωπεύει τις θέσεις του Εναγόμενου. Τα πιο πάνω δεν αποτελούν σίγουρα παράδειγμα προς μίμηση. Ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφους 2 μέχρι 11 της Έκθεσης Απαίτησης και παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης ο Εναγόμενος αρνείται ότι υπέγραψε τη συμφωνία ημερομηνίας 21.2.2000 (η υπογράμμιση είναι δική μου) και αναφέρει ότι η «ισχυριζόμενη» έγγραφη συμφωνία εγγυήσεως είναι άκυρη χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα, γιατί έγινε και/ή υπεγράφη χωρίς την ελεύθερη βούληση του και χωρίς τη δέουσα και/ή οποιαδήποτε προειδοποίηση και/ή αποκάλυψη των υποχρεώσεων του και των συνεπειών της υπογραφής του και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η όλη συναλλαγή αντίκειται στο νόμο και/ή αρχές της επιείκειας και των σχετικών συναλλακτικών ηθών και ως εκ τούτου στερείται νομικής ισχύος και/ή αποτελέσματος. Αρνείται ότι υπέγραψε την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 21.2.2000 με τους Ενάγοντες με τους όρους τους οποίους ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και αρνείται ότι οι όροι της Συμφωνίας είναι αυτοί που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους. Ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι ο Βάλης Βασιλείου εγγυήθηκε υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες και παραδέχεται ότι εξασφάλισε την ασφάλεια Πυρός με αρ.
- Ουδέποτε, όπως αναφέρει, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και ουδέποτε απέστειλαν και/ή ουδέποτε παρέλαβε οποιεσδήποτε επιστολές ημερομηνίας 06.03.2001, 02.07.2001, 28.12.2001, 20.5.2004, 28.04.2005 και 15.07.2005 τις οποίες ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι του απέστειλαν. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται και/ή δικαιούντο να τερματίσουν τον επίδικο λογαριασμό και αρνείται ότι του γνωστοποίησαν ότι από 15.07.2005 θα χρέωναν τόκο 14,25% (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ο Εναγόμενος αρνείται και αγνοεί τη Σύμβαση και δήλωση Υποθήκης ημερομηνίας 23.02.2000 (η υπογράμμιση είναι δική μου) όπως οι Ενάγοντες την ισχυρίζονται και/ή αρνείται τους όρους της εν λόγω Σύμβασης και δήλωσης Υποθήκης τους οποίους αναφέρουν οι Ενάγοντες και τα ποσά τα οποία ισχυρίζονται καθώς αρνείται τους τόκους και τις ημερομηνίες τις οποίες παραθέτουν οι Ενάγοντες και αφορούν την εν λόγω Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης. Ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο όσον αφορά την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ότι παραχώρησε στους Ενάγοντες την υποθήκη υπ' αριθμό Υ1238/00 (η υπογράμμιση είναι δική μου) του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (α) με αρ. εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ και (β) αρ. εγγραφής Α39610, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 750, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ, αλλά όχι για το ποσό το οποίο ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και τους τόκους τους οποίους αναφέρουν και όχι υπό τους όρους που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η συμφωνία του με τους Ενάγοντες όσον αφορά την εν λόγω υποθήκη δεν ήταν αυτή που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Να σημειωθεί ότι όσα υπογραμμίζω πιο πάνω και αποτελούν ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης, δεν συνάδουν με τα Τεκμήρια, όμως δεν τέθηκε οποιαδήποτε ένσταση κατά το χρόνο καταχώρησης τους. Ο Εναγόμενος αρνείται το σημερινό οφειλόμενο ποσό της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και ισχυρίζεται ότι το ποσό είναι υπερβολικά εξογκωμένο και πλασματικό. Αναφέρει περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες χρέωναν παράνομα το λογαριασμό με έξοδα και, όπως τονίζει, «ανατόκιζαν πλειστάκις τα οφειλόμενα ποσά πολλές φορές και κάθε μήνα έκαναν ανατοκισμό». Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι και αν ακόμη οι πρωτοφειλέτες συμφώνησαν με τους Ενάγοντες να χρεώνουν έξοδα μελετών, η συμφωνία αυτή είναι άκυρη και/ή παράνομη γιατί αντιβαίνει στον περί Τόκου Νόμο. Στο περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης θα αναφερθώ περαιτέρω και στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος Ανταπαιτεί εναντίον των Εναγόντων τα εξής: Α. Το ποσό των €4.551,26 Β. Το ποσό των €13.461,66 Γ. Το ποσό των €12.167,73 Συνολικά το ποσό των €30.180,
- Δ. Νόμιμους τόκους επί των ως άνω ποσών. Ε. Ακύρωση και/ή διάταγμα που να ακυρώνει οποιονδήποτε έγγραφο υποθήκης προς όφελος των Εναγόντων στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ μερίδιο που έγινε συνεπεία της συμφωνίας και/ή συναλλαγής ημερομηνίας 4.11.
- Στ. Ακύρωση της σύμβασης υποθήκης που αφορά το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ μερίδιο μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου σαν συναφθείσα λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλάνης και/ή λόγω παρανομίας και/ή με ανεπαρκή και αντιπαροχή και/ή σαν αντίθετη με το Νόμο και το Σύνταγμα και/ή άλλως. Ζ. Αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άλλως των Εναγόντων και του κ. Βάλη Βασιλείου, όλων μαζί και/ή τον καθένα ξεχωριστά. Η. Γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι Απαιτήσεις των παραγράφων Α, Β, Γ & Δ αποσύρθηκαν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και παρέμεινε η Ανταπαίτηση με μόνο τα αιτητικά Ε, Στ, Ζ και Η. Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους οι Ενάγοντες κάλεσαν το Σάββα Άδωνη (Μ.Ε.1) ο οποίος υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης Τεκμήριο Α στην οποία αναφέρει ότι εργάζεται στην υπηρεσία είσπραξης χρεών των Εναγόντων και είναι ένας από τους υπεύθυνους λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων του αλλά και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Την 30.12.1998 η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία CHR. TSIKKINIS CONSTRUCTIONS LTD με επιστολή της προς τους Ενάγοντες, τους γνωστοποιούσε ότι σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 30.12.1998, αποφάσισαν ομόφωνα όπως ζητήσουν από τους Ενάγοντες πιστωτικές διευκολύνσεις. Την 04.01.1999 υπογράφτηκε μεταξύ των Εναγόντων και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας CHR. TSIKKINIS CONSTRUCTIONS LTD συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με αριθμό 115-17718-2001-4 (515-220-006483-3). Οι Ενάγοντες με επιστολή τους προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ημερομηνίας 10.08.1999 τους ενημέρωναν ότι έχουν εγκρίνει αίτημα τους ημερομηνίας 03.08.1999 για προσωρινή αύξηση του ορίου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού από €23.920,42 (ΛΚ14.000,00) σε €102.516,08 (ΛΚ60.000,00). Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.02.2000 προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, την ενημέρωναν ότι ενέκριναν το αίτημα της για αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού από €102.516,08 (ΛΚ60.000,00) σε €136.688,11 (ΛΚ80.000,00). Την 30.12.1998 ο Εναγόμενος σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, υπέγραψε συμφωνία εγγύησης με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της για απεριόριστο ποσό. Ο Εναγόμενος προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση των πιο πάνω αναφερόμενων υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας προς τους Ενάγοντες, παραχώρησε με έγγραφο και δήλωση υποθήκης ημερομηνίας 05.01.1999 την υποθήκη με αριθμό Υ41/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 20.05.2004 προς τον Εναγόμενο λόγω μη συμμόρφωσης του προς τους όρους της επίδικης συμφωνίας τερμάτισαν τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών. Περαιτέρω γνωστοποιούσαν στον Εναγόμενο ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός από 01.01.2004 θα χρεώνεται με τόκο προς 10,90% ετησίως μέχρι 02.05.2004, προς 11,90% ετησίως από 03.05.2004 μέχρι 15.09.2004 και προς 9% από 20.05.2004 μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.03.2005 προς τον Εναγόμενο, τον πληροφόρησαν για τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών και τον καλούσαν όπως καταβάλει το οφειλόμενο ποσό βάσει της Υποθήκης με αριθμό Υ41/
- Όπως αναφέρει περαιτέρω στη γραπτή του δήλωση, λόγω της θέσης του γνωρίζει ότι οι επιστολές προς πελάτες της Τράπεζας ταχυδρομούνται από την Τράπεζα με το σύνηθες ταχυδρομείο και σε περίπτωση που επιστραφούν τοποθετούνται στο φάκελο της υπόθεσης του πελάτη. Από έρευνα που διεξήγαγε στο φάκελο που αφορά την παρούσα υπόθεση, διαπίστωσε ότι δεν επιστράφηκαν οι επιστολές οι οποίες έχουν σταλεί στις διευθύνσεις που οι Εναγόμενοι έδωσαν στην Τράπεζα και είναι η τελευταία γνωστή τους διεύθυνση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 πιστοποιητικό υπογραμμένο από τον ίδιο όπου είναι συνημμένες οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού από 28.01.2010 μέχρι 21.01.2016 και αποτελούν, όπως αναφέρει, μέρος του αρχείου της Τράπεζας. Όλες οι καταστάσεις αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων οι οποίες αποτελούν το αρχείο του επίδικου λογαριασμού και το οποίο βρίσκεται στη φύλαξη και τον έλεγχο των Εναγόντων και το αντίγραφο αυτό μετά από σύγκριση με το αρχικό διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Οι καταστάσεις αποτελούν αντίγραφο καταχώρησης σε τραπεζικό βιβλίο και ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία των Εναγόντων. Οι καταχωρήσεις σε αυτό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το Τεκμήριο 8 δεν ήταν νόμιμα υπογραμμένο εκ μέρους της εταιρείας και ως εκ τούτου δεν δέσμευε την εταιρεία και οποιαδήποτε απόφαση της Τράπεζας δεν ήταν δεσμευτική. Όπως ανέφερε η κα Βλαδιμήρου, χρειαζόταν και η υπογραφή των διευθυντών όχι μόνο του γραμματέα στην επιστολή Τεκμήριο
- Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι το έγγραφο ήταν υπογραμμένο από τον γραμματέα της εταιρείας και ως εκ τούτου ήταν νόμιμο έγγραφο που δέσμευε την εταιρεία. Ήταν επίσης η θέση της κας Βλαδιμήρου ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν στις 9.9.2003 επιστολή στον Εναγόμενο για να υπογράψει έντυπα σε σχέση με το Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι προηγήθηκε του Τεκμηρίου
- Υπεβλήθηκε επίσης ότι τα Τεκμήρια 11 και 12 δεν παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο γιατί ο Εναγόμενος είχε ενημερώσει τους Ενάγοντες για την αλλαγή στη διεύθυνσή του και ως εκ τούτου είχαν σταλεί σε λάθος διεύθυνση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο φάκελο της υπόθεσης που είχε στην κατοχή του δεν είχε οτιδήποτε που να υποδηλώνει αλλαγή στη διεύθυνση. Η μόνη διεύθυνση που υπήρχε ήταν η αρχική διεύθυνση που έδωσε ο Εναγόμενος και σε αυτήν έστειλαν τις επιστολές Τεκμήρια 11 και
- Ανέφερε περαιτέρω στην αντεξέταση του ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε το επιτόκιο το οποίο χρέωναν οι Ενάγοντες και παρόλο που έγιναν πολλές προτάσεις από τον Εναγόμενο για διευθέτηση, που δεν έγιναν αποδεκτές από την Τράπεζα, σε καμιά περίπτωση δεν αμφισβήτησε τον τόκο ούτε και ανέφερε ότι υπήρχε παράνομος τόκος. Πρώτος μάρτυρας για τον Εναγόμενο (Μ.Υ.1) ήταν ο Σπύρος Σπυρίδωνος ο οποίος ανέφερε ότι κατέχει πτυχίο λογιστικής και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα για 20 χρόνια. Διατηρεί γραφείο χρηματοοικονομικών συμβούλων και αναδιάρθρωσης δανείων. Του δόθηκε, όπως είπε, το Τεκμήριο 14 στη βάση του οποίου ο ίδιος ετοίμασε καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 δεν περιλαμβάνει ανατοκισμό γιατί πριν το 2000 ήταν παράνομος και είναι χωρίς κεφαλαιοποίηση και, σύμφωνα με το μάρτυρα, το ποσό που οφείλει ο Εναγόμενος στους Ενάγοντες είναι το ποσό των €319.412,
- Η διαφορά που προέκυπτε από τις καταστάσεις που οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο με το Τεκμήριο 15 είναι ο ανατοκισμός και τα έξοδα που δεν αφορούσαν τους τόκους. Στο ποσό των €319.412 κατέληξε γιατί δεν συμπεριέλαβε, όπως είπε, την ανακεφαλαιοποίηση. Στην αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα έξοδα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 4 και αφορούν έξοδα της Τράπεζας, είναι καταχρηστικοί όροι και δεν επιτρέπονται γιατί παραβιάζουν το ποσοστό 8% του τόκου. Οποιαδήποτε έξοδα επέβαλλε η Τράπεζα θα έπρεπε να ήταν τέτοια ώστε να περιορίζουν το επιτόκιο στο 8%, συμφώνησε όμως ότι σε τρεχούμενο λογαριασμό ο τόκος υπολογίζεται ημερησίως και συμφώνησε επίσης ότι από μήνα σε μήνα δεν μεταφέρετο ο τόκος. Ο Εναγόμενος στη δική του μαρτυρία αναφέρθηκε εκτεταμένα στις προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης που έγιναν τόσο σε σχέση με τον ίδιο όσο και σε σχέση με τον δεύτερο εγγυητή του επίδικου λογαριασμού. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στο Τεκμήριο 8 και είπε επίσης ότι ενημέρωσε την Τράπεζα για την αλλαγή στη διεύθυνση του και έδωσε αριθμό ταχυδρομικής θυρίδας για να αποστέλλεται η αλληλογραφία στη θυρίδα αυτή. Σε υποβολή της κας Δημητρίου ότι η διεύθυνση που έδωσε είναι μόνο αυτή που φαίνεται στο Τεκμήριο 9, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν η διεύθυνση που είχε δώσει αρχικά, όμως το 2002 ενημέρωσε την Τράπεζα για την αλλαγή και τους έδωσε τον αριθμό της ταχυδρομικής θυρίδας. Αναγνώρισε τη δική του υπογραφή στα Τεκμήρια 2, 3, 5, 6 και 7 τα οποία όπως ανέφερε δεσμεύουν και τον ίδιο αλλά επανέλαβε ότι ενόψει της απουσίας της δικής του υπογραφής στο Τεκμήριο 8, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύει το περιεχόμενο του, το Τεκμήριο αυτό δεν τον δεσμεύει και κατά συνέπεια δεν τον δεσμεύει η όποια απόφαση των Εναγόντων. Στον Εναγόμενο υπεβλήθηκε ότι εναντίον της εταιρείας και του δεύτερου εγγυητή Βάλη Βασιλείου είχε καταχωρηθεί η υπόθεση 2996/05 και στις 13.06.2008 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Βάλη Βασιλείου, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει τίποτε από τα γεγονότα αυτά και αναφέρθηκε περαιτέρω στις προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης, καταλογίζοντας στους Ενάγοντες ότι ενώ αρνήθηκαν την όποια δική του πρόταση απάλλαξαν το Βάλη Βασιλείου από την εγγύηση του. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και τη γενικότερη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η αξιολόγηση μου δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, αλλά έχει συσχετιστεί με τις θέσεις της κάθε πλευράς και το περιεχόμενο των εγγράφων που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Ο Μ.Ε.1 κρίνω ότι κατέθεσε με σαφήνεια και εμπεριστατωμένα τα γεγονότα, παραπέμποντας στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων και τους όρους της συμφωνίας. Στο μεγαλύτερο μέρους της μαρτυρίας του και ειδικά σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, δεν αντεξετάστηκε και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Εναγόμενου αλλά και του Μ.Υ.
- Ήταν η θέση της κας Βλαδιμήρου ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποδεχτεί τις θέσεις και την εκδοχή των Εναγόντων γιατί οι Ενάγοντες: (α) Παραβίασαν τη νομοθεσία και τις βασικές αρχές δικαίου. (β) Έντεχνα και με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου παρέλειψαν να καταθέσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα με σκοπό την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων. (γ) Οι Ενάγοντες προέβησαν σε υπερχρεώσεις και/ή παράνομες χρεώσεις τόκων και εξόδων. (δ) Η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα γιατί δεν υπήρξε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και υπάρχει κώλυμα στην καταχώρηση της αγωγής. Ο πρώτος λόγος τον οποίο αναφέρει στην αγόρευσή της η κα Βλαδιμήρου, σχετίζεται με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και κατά συνέπεια με το ύψος του ποσού που η εταιρεία CHR. TSIKKINIS CONSTRUCTIONS LTD οφείλει στους Ενάγοντες και εγγυήθηκε ο Εναγόμενος αλλά και σε τροποποίηση των όρων, όπως ισχυρίζεται η κα Βλαδιμήρου. Παρά τις αρνήσεις στην Έκθεση Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος αναγνώρισε την υπογραφή του και παραδέχτηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 5, 6 και
- Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 όλα τα έγγραφα που πρέπει να υπογραφούν από την εταιρεία σχετικά με την παροχή των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων που θα παρείχε η Ενάγουσα, θα υπογράφονται από τον Βάλη Βασιλείου και το Χριστόδουλο Τσικκίνη, πρακτική που ακολουθήθηκε κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 3, 4, 5 και
- Με το Τεκμήριο 8 ζητείται η παροχή διευκολύνσεων προς την εταιρεία ύψους ΛΚ168.000 και αναφέρεται περαιτέρω ότι η πρώτη υποθήκη για ποσό ΛΚ24.000 στο οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 37032 θα εξαλειφθεί. Το Τεκμήριο 8 υπογράφεται μόνο από το Βάλη Βασιλείου ως γραμματέα. Το γεγονός αυτό αποτελεί και τη βάση των ισχυρισμών του Εναγόμενου, ότι δηλαδή οι Ενάγοντες προχώρησαν σε διακανονισμό με το Βάλη Βασιλείου και αποδέσμευσαν ακίνητο χωρίς τη δική του υπογραφή και συγκατάθεση, με αποτέλεσμα να τον ξεγελάσουν αποδεσμεύοντας τα ακίνητα του Βάλη Βασιλείου μόνο, για να επωμιστεί ο Εναγόμενος όλο το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Όπως ανέφερα πιο πάνω, με το Τεκμήριο 8 ζητείται από τους Ενάγοντες: (α) αύξηση του ορίου σε ΛΚ168.000, και (β) εξάλειψη της υποθήκης στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής
- Είναι ο ισχυρισμός του Εναγόμενου στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες χωρίς τη συγκατάθεση του προχώρησαν σε ενέργειες όπως περιγράφονται στις παραγράφους 2 έως 9 της Έκθεσης Απαίτησης, δηλαδή ο Εναγόμενος σε τίποτε δεν συγκατατέθηκε, ούτε ακόμη και στη σύναψη της αρχικής συμφωνίας. Στη μαρτυρία του όμως διαφοροποίησε τη θέση αυτή και αποδέχτηκε ότι υπέγραψε τα Τεκμήρια 2, 3, 5, 6 και
- Ειδική αναφορά γίνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης σχετικά με την αποδέσμευση ακινήτου του Βάλη Βασιλείου. Εκείνο όμως που θα πρέπει να αναφερθεί είναι το γεγονός ότι ενώ γίνεται τόσο εκτεταμένη αναφορά σε απαλλαγή της υποθήκης του Βάλη Βασιλείου, η υποθήκη, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, αφορά τρίτο πρόσωπο και όχι το Βάλη Βασιλείου. Όπως είναι σαφές το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 είναι αίτημα προς τους Ενάγοντες. Αν η αποδέσμευση της υποθήκης υλοποιήθηκε ή όχι, παραμένει στο επίπεδο των ισχυρισμών και σίγουρα η αποδέσμευση δεν αφορά το Βάλη Βασιλείου και καμιά μαρτυρία δόθηκε για το θέμα αυτό. Φαίνεται όμως μέσα από το Τεκμήριο 17, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ότι εναντίον του Βάλη Βασιλείου και υπέρ της Ενάγουσας εκδόθηκε απόφαση για το ποσό των €286.385,37 στις 13.06.2008 και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου για συμπαιγνία των Εναγόντων με το Βάλη Βασιλείου για να επωμιστεί μόνο ο Εναγόμενος το οφειλόμενο ποσό, καταρρίπτονται. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι ισχυρισμοί και οι αναφορές του Εναγόμενου στην Έκθεση Υπεράσπισης για προτάσεις διευθέτησης δεν μπορεί να αποτελούν μέρος των δικογράφων, αφού είναι γνωστό ότι οι προσπάθειες διευθέτησης γίνονται χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων της κάθε πλευράς. Ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τροποποιήσεις στη μεταξύ τους και της εταιρείας συμφωνία, παρέμειναν μετέωροι αφού, όπως ανέφερα, δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι εξαλήφθηκε η υποθήκη αλλά ούτε και ότι οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν το αίτημα του Τεκμηρίου
- Ο Μ.Ε.1 δεν αναφέρθηκε σε αποδοχή του αιτήματος και η τελευταία αναφορά για έγκριση αιτήματος της εταιρείας για αύξηση του ορίου έγινε, σύμφωνα με το μάρτυρα, στις 15.2.2000 (Τεκμήριο 7). Εν πάση περιπτώσει, όπως φαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 14 στις 29.8.2003 το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού ήταν ΛΚ172.947, ποσό κατά πολύ μεγαλύτερο από το εγκεκριμένο όριο των ΛΚ80.000 όπως αυτό φαίνεται στο Τεκμήριο 7, και κατά συνέπεια ο Εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλείται παραβίαση των δικαιωμάτων του αφού ο Εναγόμενος εκτός από εγγυητής ήταν και διευθυντής της εταιρείας και αποδέχτηκε την υπέρβαση στο λογαριασμό. Μετέωροι παρέμειναν οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες έντεχνα και με σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου παρέλειψαν να καταθέσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα με σκοπό την απόκρυψη των αληθινών γεγονότων. Τα έγγραφα αυτά, όπως αναφέρει η κα Βλαδιμήρου στην αγόρευσή της, είναι το καταστατικό της εταιρείας και τα πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημερομηνίας 09.09.2003 που, όπως ισχυρίζεται, συνδέονται και αφορούν την τροποποίηση της συμφωνίας με τους Ενάγοντες. Ενώ έχει δοθεί τόση βαρύτητα εκ μέρους της Υπεράσπισης στο Τεκμήριο 8 και ενώ γίνεται αναφορά σε τροποποίηση των όρων της συμφωνίας, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία για απόδειξη των ισχυρισμών αυτών. Δεν μπορεί ο Εναγόμενος να ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν την αλήθεια. Ο μάρτυρας των Εναγόντων αντεξετάστηκε και θα μπορούσε να θέσει ο Εναγόμενος στο μάρτυρα τις δικές του θέσεις, αλλά ακόμη και να καλέσει τους δικούς του μάρτυρες για τα θέματα που, όπως ισχυρίζεται, δεν αποκάλυψαν οι Ενάγοντες. Οι ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου και οι μετέωρες αναφορές στην Έκθεση Υπεράσπισης συνδέονται, κατά την κρίση μου, με την αξιοπιστία του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να αποκαλύψουν και να αποδείξουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Την ίδια υποχρέωση έχει όμως και ο Εναγόμενος για τους δικούς του ισχυρισμούς. Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πρόωρα γιατί δεν υπήρξε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 11) όπως και η επιστολή Τεκμήριο 12 στάληκαν στη διεύθυνση που ο Εναγόμενος έδωσε στους Ενάγοντες σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Στο μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Ενάγοντες για αλλαγή στη διεύθυνση του και έδωσε τον αριθμό του ταχυδρομικού κιβωτίου 3021 στη Λεμεσό το 2002 για να του αποστέλλεται η αναγκαία αλληλογραφία, θέση που ο Μ.Ε.1 δεν αποδέχθηκε. Όπως ανέφερε η μόνη διεύθυνση του Εναγόμενου που υπήρχε στο σύστημα ήταν αυτή στην οποία στάληκαν οι επιστολές και καμιά επιστολή δεν επιστράφηκε. Ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε λειτουργό της Τράπεζας που, όπως είπε, ενημέρωσε για την αλλαγή στη διεύθυνσή του. Το λιγότερο που αναμένετο ήταν να καλέσει ο Εναγόμενος τη λειτουργό αυτή και να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του αλλά και να διαφανεί αν πραγματικά η λειτουργός ενημέρωσε το σύστημα και τους Ενάγοντες. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του Εναγόμενου και κρίνω ότι η επιστολή τερματισμού νόμιμα στάληκε στον Εναγόμενο στη διεύθυνση την οποία ο ίδιος έδωσε στους Ενάγοντες και ήταν η μοναδική την οποία είχαν οι Ενάγοντες σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να αποδείξουν ότι απέστειλαν την επιστολή τερματισμού και όχι ότι ο Εναγόμενος την παρέλαβε. Είναι επίσης θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε υπερχρεώσεις και παράνομες χρεώσεις τόκων και εξόδων και όπως αναφέρει στην Έκθεση Υπεράσπισής του δεν αναγνωρίζει το ισχυριζόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού αφού οι Ενάγοντες υπερχρέωναν και/ή χρέωναν στο λογαριασμό αδικαιολόγητα ποσά και προέβαιναν παράνομα σε ανατοκισμό των τόκων και των υπολοίπων. Να σημειωθεί ότι η αναφορά στην Έκθεση Υπεράσπισης σε επιστολή ημερομηνίας 15.7.2005 εκ μέρους των Εναγόντων για αύξηση του επιτοκίου σε 14,25%, δεν υποστηρίζεται από κανένα Τεκμήριο. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου για παράνομες χρεώσεις εξόδων, δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά, αφού απλή ανάγνωση του όρου 6 της Συμφωνίας Τεκμήριο 4 καταδεικνύει ότι οι Ενάγοντες είχαν αυτό το δικαίωμα και τα έξοδα, όπως αναφέρεται, «θα βαρύνουν τον πελάτη». Βασικός ισχυρισμός του Εναγόμενου είναι ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε ανατοκισμό και ήταν η θέση της κας Βλαδιμήρου ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχει εφαρμογή ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμος 160
(1)/99, αφού η συμφωνία υπογράφηκε πριν την εφαρμογή του. Με σκοπό την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να χρεώσουν τον επίδικο λογαριασμό με επιτόκιο μεγαλύτερο του 8% και ότι στο χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού περιέχονται παράνομες χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποίηση πέραν της μίας φοράς το χρόνο που είναι, κατά τους ισχυρισμούς του παράνομη και αντισυμβατική, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο νομικό πλαίσιο που διέπει τη Συμφωνία αφού κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ίσχυε ο περί Τόκων Νόμος 2/77 ο οποίος ανέφερε ότι το επιτόκιο δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 9% ετησίως (άρθρο 3), όπως και στο περιεχόμενο της Συμφωνίας Τεκμήριο 4 όπου στην παράγραφο 2(α) αναφέρονται τα εξής: «Με τόκον προς 8% ετησίως επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων ή προς το εκάστοτε ανώτατον προσοστόν επιτοκίου επιτρεπόμενον υπό του νόμου (από της ιδίας ημέρας διά τας χρεώσεις και από της επομένης εργασίμου ημέρας δια τας καταθέσεις). Προς υπολογισμόν του τόκου, θα λογίζωνται οι μήνες προς όσας έκαστος τούτων έχει ημέρας αλλά προς εύρεσιν του τόκου θα λαμβάνηται ως διαιρέτης το εκ 360 ημερών εμπορικόν έτος. Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των υπό της Τραπέζης εκάστοτε καθοριζομένων ορίων πιστώσεων και/ή άλλων Τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων θα βαρύνωνται με τόκον προς 9%.» Αναφέρεται επίσης στο Τεκμήριο 4 ότι όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται κατά την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους και ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσει με έγγραφη ειδοποίηση προς τον πελάτη να τροποποιήσει το ποσοστό επιτοκίου μέχρι του ορίου του νόμιμου σε ισχύ επιτοκίου. Ο Νόμος 2/77 καταργήθηκε με τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160
(1)/99 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001 και κατάργησε τους περιορισμούς που υπήρχαν σε διάφορα θέματα, όπως το ανώτατο επιτόκιο και τον ανατοκισμό. Το άρθρο 3
(1)του Νόμου 160
(1)/99 προνοεί επίσης για υποχρέωση του οφειλέτη στην περίπτωση μεταβολής του επιτοκίου όπως ενημερώσει τον οφειλέτη και απαγορεύει τον ανατοκισμό περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Ήταν η θέση του Εναγόμενου αλλά και του Μ.Υ.1 ότι ο Νόμος 160
(1)/99 δεν αφορά την παρούσα υπόθεση αφού η Συμφωνία υπογράφηκε πριν την εφαρμογή του. Κατά συνέπεια οι Ενάγοντες δεν είχαν τη δυνατότητα να αυξήσουν το επιτόκιο πέρα από το συμφωνηθέν. Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ 2005 1 Α.Α.Δ. 218, το Εφετείο αναφέρθηκε στην αναδρομική ισχύ του Νόμου 160
(1)/99 σε υφιστάμενα δάνεια από 1.1.2001 όπως και στο θέμα της γνωστοποίησης στον πελάτη για τη διαφοροποίηση στο επιτόκιο. Στην παρούσα περίπτωση, ο αρχικός τόκος με βάση την επίδικη συμφωνία ήταν 8%. Υπάρχει όμως πρόνοια στη συμφωνία ότι ο τόκος θα μπορούσε να αυξηθεί μέχρι 9% ή να είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση το Νόμο 160
(1)/
- Οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο, όπως είναι εύρημα του Δικαστηρίου, για τον τερματισμό του επίδικου δανείου και τον ενημέρωσαν για την αύξηση του επιτοκίου με το Τεκμήριο 11 όπως και για τον ανατοκισμό δύο φορές το χρόνο και η χρέωση του λογαριασμού με το ποσοστό τόκου όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 11 θα ήταν καθ' όλα νόμιμη. Ο Μ.Ε.1 κατά την κατάθεση των καταστάσεων λογαριασμών που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό Τεκμήριο 14, ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού υπολογίστηκε με επιτόκιο 9%. Κατά συνέπεια, είναι η κρίση μου ότι η θέση του Εναγόμενου ότι χρεώθηκε ο λογαριασμός με τόκο πέρα του νόμιμου, όχι μόνο δεν είναι βάσιμη, αλλά ο λογαριασμός χρεώθηκε με ποσοστό επιτοκίου που συμφωνήθηκε με το Τεκμήριο
- Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου αφορούσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και τα όσα με βάση αυτό καταλογίζει στους Ενάγοντες. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου για απαλλαγή του Βάλη Βασιλείου καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 17 και οι μετέωροι ισχυρισμοί του για συμπαιγνία των Εναγόντων με το Βάλη Βασιλείου καταδεικνύουν ότι ο Εναγόμενος δεν είπε όλη την αλήθεια για τα πραγματικά γεγονότα και δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Με βάση την κατάληξη μου για το νόμιμο του επιτοκίου με το οποίο χρέωσαν οι Ενάγοντες το λογαριασμό, αλλά και της γενικότητας των θέσεων του μάρτυρα για άλλες χρεώσεις, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Υ.1 και κατά συνέπεια ο υπολογισμός του για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήριο 14 που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό για τον οποίο, όπως αναφέρω πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε ούτε για την ορθότητα των καταγραφέντων ποσών ούτε και την ακρίβεια των πράξεων που αναφέρονται σ' αυτούς, όπως επίσης λαμβάνοντας υπόψη και την αναφορά στο πιστοποιητικό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 14 όπου φαίνεται ότι έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ότι δηλαδή: - Κατά το χρόνο καταχώρησης το βιβλίο ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζα. - Η καταχώρηση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας. - Το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας. - Το αντίγραφο έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση και διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό από τον ίδιο το μάρτυρα. Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την Απαίτηση τους εναντίον του Εναγόμενου. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €399.179,36, πλέον €2.693,52 τόκο από 1.1.2010 μέχρι 27.1.2010, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €399.179,36 από 28.1.2010 μέχρι τελείας εξόφλησης, πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης εκδίδεται Διάταγμα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου με το οποίο διατάσσεται η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων του Εναγόμενου: (α) με αρ. εγγραφής Α34070, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 749, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ και (β) αρ. εγγραφής Α39610, Φ/Σχ.54/58.6.1, τεμάχιο 750, ισόγειος κατοικία με αυλή στην οδό Καποδίστρια στην Αγία Τριάδα επαρχίας Λεμεσού, εγγεγραμμένο μερίδιο το ΟΛΟ, δυνάμει υποθήκης υπ' αριθμό Υ41/99 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και το προϊόν της πώλησης καταλογισθεί έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο