ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. D. ZAVOS GROUP (LARNACA) LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 4120/14, 27/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 4120/14 ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγοντες εναντίον D. ZAVOS GROUP (LARNACA) LIMITED MΙΧΑΛΗΣ ΖΑΒΟΣ NICOLAOU & ZAVOS PROPERTIES LIMITED MICHALIS D. ZAVOS INVESTMENTS LIMITED Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/9/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Μόνικα Σοφοκλέους Για εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση 2: κα Έλλη Μιχαηλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, η οποία ευθύς εξ΄ αρχής ήταν δια κλήσεως, οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον του εναγόμενου - καθ΄ ου η αίτηση 2, με το οποίο να απαγορεύεται να αποξενώσει ή επιβαρύνει τα δύο ακίνητα που περιγράφονται στην αίτηση και που είναι ιδιοκτησίας του εναγομένου, μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσαν τα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 άρθρο 32, οι Δ.48 θθ 1-4 και 9, Δ.64, οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Μιχαηλίδη. Αρχικά ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του περί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρεται στη σύναψη συμφωνιών τραπεζικών διευκολύνσεων με συγκεκριμένους όρους και εγγυήσεις που καταγράφονται στην δήλωση του. Η πορεία των επίδικων λογαριασμών δεν ήταν η αναμενόμενη, ήτοι δεν έχουν τηρηθεί οι όροι των συμφωνιών, με αποτέλεσμα να αποσταλεί αλληλογραφία με υποδείξεις από πλευράς εναγόντων και ότι υπήρχε η ανάλογη υπέρβαση οφειλόμενων ποσών και αύξηση του επιτοκίου, ως λεπτομερώς περιγράφονται και ακολούθησε ο τερματισμός των συμφωνιών, η μεταφορά των λογαριασμών στις οριστικές καθυστερήσεις με νέους αριθμούς και κάλεσαν τους εναγόμενους όπως εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά και ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Ακολούθησε έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με τις εναγόμενες 1, 3 και 4 και διαφάνηκε ότι η περιουσία τους είναι επιβαρυμένη με διάφορα βάρη τα οποία είναι πολλαπλάσια της αξίωσης των εναγόντων και η αξία της δεν ισοσκελίζει, αλλά υπολείπεται των εν λόγω επιβαρύνσεων, κάνοντας αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά. Ως προς την ενυπόθηκη προς όφελος των εναγόντων ακίνητη ιδιοκτησία της εναγόμενης 1, έχει μειωθεί σε αντιδιαστολή με το συνολικό οφειλόμενο ποσό και επιπρόσθετα έχει επιβαρυνθεί με δικαιώματα τρίτων με σειρά από αγοραπωλητήρια έγγραφα και μερικά εξ΄ αυτών προηγούνται της ενυπόθηκης εξασφάλισης. Κατά την έγερση της αγωγής, έχουν ανταλλαγεί επιστολές ΄΄άνευ βλάβης΄΄ μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών και η πλευρά των εναγόντων εξάντλησε κάθε εναλλακτική λύση προς εξεύρεση αμοιβαίας διευθέτησης και η επικοινωνία διακόπηκε και δεν συνεχίστηκε από πλευράς εναγομένων, επιδεικνύοντας την πρόθεση τους να αφήνονται στην ατέρμονη χρονοβόρα δικαστική διαδικασία, ως η έκφραση τους. Τα αιτούμενα προς απαγόρευση αποξένωση ακίνητα ιδιοκτησίας του εναγομένου 2 είναι τα μόνα ελεύθερα από επιβαρύνσεις και ο εναγόμενος 2 είναι ο μόνος διευθυντής των υπολοίπων εναγομένων και η εν λόγω περιουσία είναι στην ουσία η μόνη εναπομείνασα περιουσία η οποία εξασφαλίζει το συνολικό λαβείν των εναγόντων. Εξ΄ όσων πληροφορείται και γνωρίζει ο ενόρκως δηλών, η εναγόμενη 1 δεν είναι αξιόχρεη και οι μόνες πωλήσεις που έγιναν είναι από ένα διαμέρισμα το έτος 2012 και 2013 αντίστοιχα. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ακόμα και με τις εγειρόμενες σε αυτά πολυκατοικίες, έχει μειωθεί σημαντικά και σε επικίνδυνο για τις εξασφαλίσεις των εναγόντων σημείο, με αβεβαιότητα για την διάρκεια της υπάρχουσας κρίσης, η οποία χειροτερεύει λόγω της μη ύπαρξης διαθέσιμων τίτλων, αλλά και της γενικής παρούσας οικονομικής κατάστασης. Επίσης οι εναγόμενοι προέβησαν σε μια πληρωμή μια φορά το έτος 2014 και μια τον Απρίλιο του 2013, γεγονός που δεικνύει την μη συνεργασία των εναγόντων στην αποπληρωμή των οφειλών τους, οι οποίες θα αυξάνονται και η καταναγκαστική αξία των εξασφαλίσεων θα μειώνεται και συνακόλουθα, εάν δεν εμποδιστεί ο εναγόμενος 2 με τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να είναι εξαιρετικά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που οι ενάγοντες πετύχουν την αγωγή τους και όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, υπάρχει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και πιθανότητα οι ενάγοντες να επιτύχουν την αγωγή τους. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση του εναγομένου 2, με νομικό υπόβαθρο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων νόμου 14/60, τα άρθρα 4,5,7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, την Δ.48 θ. 4, 8 και 9, την γενική πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 14 λόγοι ένστασης, οι οποίοι άπτονται της μη πλήρωσης των προυποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, στην μη νομιμοποίηση των εναγόντων να εγείρουν την παρούσα αγωγή, στο πρόωρο της αγωγής, στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς εναγόντων, στο ότι δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον, στο κακόπιστο της αίτησης και με ψευδείς παραστάσεις οι ενάγοντες προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, στο κακόπιστο, καταχρηστικό και καταπιεστικό σκοπό της αίτησης, στην μη επίκληση επαρκούς μαρτυρίας που να καταδεικνύεται η αφερεγγυότητα και η δεινή οικονομική κατάσταση έτσι ώστε να καταδεικνύεται κίνδυνος επιβάρυνσης ή αποξένωσης των ακινήτων, στο ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν την απουσία εναλλακτικής θεραπείας, την μη ύπαρξη άλλης περιουσίας και την αδυναμία του καθ΄ ου η αίτηση 2 να αποζημιώσει τους ενάγοντες και να καλύψει την απαίτηση τους, στο δυσανάλογο της δέσμευσης με την απαίτηση και στην παραβίαση της φυσικής δικαιοσύνης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Μιχαλάκη Μιχαήλ. Ο ενόρκως δηλών αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του και προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντα στην υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εναγόμενοι δεν εβρίσκοντο σε παράβαση των συμφωνηθέντων και ότι οι ενάγοντες για συγκεκριμένη περίοδο, δεν έκαναν καμία αναφορά για σχετική αλληλογραφία και συμφωνίες, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να το οδηγήσουν στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δεν είχαν άλλη διέξοδο από το να τερματίσουν τις συμφωνίες λόγω παράβασης των συμφωνηθέντων. Ο ενόρκως δηλών υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ακολούθως, προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά σε αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς εξέυρεσης συνολικής διευθέτησης των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων με συγκεκριμένο περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι με βάση τα όσα αποκαλύπτεται από την σχετική αλληλογραφία που έχει επισυναφθεί και ως έγγραφο μαρτυρικό υλικό, ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καταχρηστική και καταπιεστική, ότι οι ενάγοντες έχουν παραβεί τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας που άπτονται της διαδικασίας αναδιάρθρωσης των δανείων και εξεύρεσης συμβιβαστικών λύσεων, ως επίσης και στο ότι οι ενάγοντες καταχρηστικά και καταπιεστικά και εκμεταλλευόμενοι την υπεροχή τους στο διαπραγματευτικό πεδίο, εκβίασαν ουσιαστικά τους ενάγοντες να αποδεχθούν τις θέσεις των εναγόντων, παρά το ότι οι εναγόμενοι ήταν πάντα σε θέση να συζητήσουν και ότι έχουν παραπλανηθεί από τους ενάγοντες καταβάλλοντας συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, τονίζοντας ότι αυτό το έχουν κάνει στηριζόμενοι στα λεγόμενα και υποσχέσεις των εναγόντων ότι οι τραπεζικές διευκολύνσεις θα συμπεριλαμβάνονταν σε νέα συμφωνία με συγκεκριμένους όρους, ενώ οι ενάγοντες συμπεριέλαβαν μονομερώς και άλλους όρους στην πρόταση τους που δεν έχουν συμφωνηθεί και αυτές οι θέσεις των εναγομένων συμπεριλαμβάνονται στην αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων την οποία οι ενάγοντες απέκρυψαν. Επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και του συμβάλλεσθαι, ως επίσης αναφέρει ότι οι ενάγοντες παραπλανούν το Δικαστήριο με την αναφορά τους ότι συγκεκριμένα αγοραπωλητήρια έγγραφα έχουν προτεραιότητα, λέγοντας ότι απέκρυψαν οι ενάγοντες από το Δικαστήριο το γεγονός ότι συμφώνησαν να παραιτηθούν του δικαιώματος τους με τον όρο ότι ολόκληρο το τίμημα θα καταβαλλόταν απ΄ ευθείας στους ενάγοντες. Η έκδοση των διαταγμάτων θα διαταράξει την υπάρχουσα κατάσταση που ισοδυναμεί με δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης επί περιουσίας του εναγομένου 2 που περιλαμβάνει και την προσωπική του κατοικία, χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα πριν να ακουστεί μαρτυρία και να εξεταστεί η υπόθεση ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο και πριν ο εναγόμενος 2 καταχωρήσει την υπεράσπιση του και προβάλει τους ισχυρισμούς του. Επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι και σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων, θα πρέπει να εξαντληθούν τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον της εναγόμενης 1 και που κωλύονται οι ενάγοντες να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της προσωπικής περιουσίας του εναγόμενου 2, εν΄ όψει και των νομοθετικών προνοιών και λόγω του ότι δεν έχει ακουστεί ακόμα μαρτυρία. Δίνοντας την δική του εκδοχή και ερμηνεία ο εναγόμενος 2 ως προς το τεκμήριο 18 που επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση των αιτητών, αναφέρει ότι με μια ανάγνωση αυτού, διαφαίνεται ότι η αξία των ακινήτων έχει αυξητική και όχι καθοδική τάση, ως η θέση των εναγόντων και επιπρόσθετα αναφέρει ότι τα πλείστα βάρη αφορούν στην ουσία τις ίδιες υποχρεώσεις. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι ενάγοντες είναι πλήρως εξασφαλισμένοι με υποθήκη που υπερβαίνει το αξιούμενο ποσό, υπάρχει επαρκής ακίνητη ιδιοκτησία, δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση και ούτε έχει κσταδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος ή πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας, εν΄ όψει του ότι είναι πολλή περιουσία μεγάλης αξίας. Επίσης ο ενόρκως δηλών διατείνεται ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να δείχνει ότι η εναγόμενη 1 δεν είναι αξιόχρεη, ενώ αντίθετα η εναγόμενη 1 θα έχει να λαμβάνει χρηματικά ποσά με την έκδοση των τίτλων ιδιοκτησίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αρκεί να αναφέρω ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Το Δικαστήριο, αντλεί διαφώτιση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, κατά πόσο οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης ευσταθούν, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς βεβαίως να εξάγονται ευρήματα και συμπεράσματα της διαφοράς, με εξαίρεση και στον βαθμό και μέτρο που απαιτείται στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας αίτησης (βλ. Odysseos ανωτέρω). Θα πρέπει αρχικά να ξεκαθαριστεί, ότι η υπό εξέταση αίτηση ήταν ευθύς εξ΄ αρχής δια κλήσεως και συνακόλουθα δεν εξετάζεται ζήτημα κατεπείγοντος και ούτε εξετάζεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων στον βαθμό και έκταση που εξετάζεται σε μονομερής αιτήσεις στην βάση των οποίων εκδόθηκαν προσωρινά Διατάγματα με δραστικές συνέπειες όαν καταδειχθεί τέτοια απόκρυψη ως υψίστης πίστεως αιτήσεις, χωρίς βεβαίως να σημαίνει ότι ο αιτητής σε αίτηση δια κλήσεως δεν έχει την υποχρέωση να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη χέρια για να απονεμηθεί ορθή και πλήρης Δικαιοσύνη. Ως προς την πρώτη προυπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται, διότι με βάση τα δικόγραφα, αλλά και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, διαφαίνεται ότι υπάρχει και αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και που συνίσταται στην σύναψη των επίδικων συμφωνιών με τους συγκεκριμένους όρους που αναφέρονται και τις σχετικές εξασφαλίσεις και την παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθούν με τους όρους των συμφωνιών, με αποτέλεσμα οι οφειλόμενες δόσεις να καταστούν ληξιπρόθεσμες και όλο το ποσό απαιτητό και οι ενάγοντες τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες. Ως προς την δεύτερη προυπόθεση, ήτοι τις πιθανότητες ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η προυπόθεση επίσης πληρείται, διότι το Δικαστήριο με τα ενώπιον του στοιχεία που τέθηκαν και από τις δύο πλευρές, κρίνει ότι οι ενάγοντες έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους και αυτό έγκειται στα πιο κάτω στοιχεία: Οι επίδικες συμβάσεις για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων είναι παραδεκτές. Οι όροι των συμβάσεων είναι παραδεκτές. Οι εγγυήσεις είναι παραδεκτές και που αφορούν επίσης το πρόσωπο του εναγομένου 2. Τα ποσά που θα έπρεπε να καταβληθούν κατά την διάρκεια των επίδικων συμβάσεων είναι επίσης παραδεκτά, εν΄ όψει της παραδοχής των όρων των επίδικων συμβάσεων, αλλά και επειδή δεν έχει προσκομιστεί από πλευράς εναγομένων οποιαδήποτε απόδειξη ή αποδείξεις πληρωμών που να ισοσκελίζουν το ποσό που θα έπρεπε να καταβληθεί εντός της διάρκειας των επίδικων συμβάσεων και συνακόλουθα καταρρίπτεται η εισήγηση των εναγομένων ότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να καταδεικνύει το αναξιόχρεο των εναγομένων. Επίσης ο τερματισμός των επίδικων συμβάσεων είναι δεδομένος. Η πληρωμή του ποσού των €65,000 είναι επίσης δεδομένη και παραδεκτή και είναι υποπολλαπλάσια των ποσών που θα έπρεπε να καταβάλουν οι εναγόμενοι δυνάμει των επίδικων συμβάσεων. Επί αυτού του ζητήματος έχει γίνει έντονη επιχειρηματολογία και συζήτηση από πλευράς εναγομένων, προβάλλοντας αντικρουόμενες θέσεις και εισηγήσεις και που άπτονται της ισχυριζόμενης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από πλευράς εναγόντων, ότι δηλαδή απέκρυψαν από το Δικαστήριο να αναφέρουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε αυτό το ποσό και που ήταν στα πλαίσια συμφωνίας για αναδιάρθρωση των επίδικων δανείων και ότι εν τέλει οι ενάγοντες μονομερώς, καταχρηστικά και καταπιεστικά άλλαξαν στάση και θέσεις και απαιτούσαν όλα τα ισχυριζόμενα ποσά, θέτοντας επίσης οι εναγόμενοι και ζήτημα πρόωρης έγερσης της αγωγής. Αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να παραμείνουν ανοικτά κατά την κύρια ακροαματική διαδικασία της αγωγής και δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε αμφισβητήσεις ουσίας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, αυτό που έχει ως στέρεο υπόβαθρο για σκοπούς αξιολόγησης της υπό εκδίκαση αίτησης, είναι το γεγονός ότι εν τέλει δεν έχει συναφθεί γραπτώς οποιαδήποτε ανανέωση ή γενικά αναδιάρθρωση και γενικά διευθέτηση των υποχρεώσεων των εναγομένων, ένεκα του ότι με την αλληλογραφία που αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο, υπήρχαν και υπάρχουν διαφωνίες στο να γίνει μια συνολική διευθέτηση, αφήνοντας έτσι στο Δικαστήριο την εικόνα ότι τα οφειλόμενα ποσά δεν έχουν ακόμα διευθετηθεί. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Recnex Trading Limited - v - Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση 71/11 ημερ. 16/4/2014, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξετασθούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209.΄΄ Συνακόλουθα, τα όσα επικαλούνται και επιχειρηματολογούν οι εναγόμενοι για την αλληλογραφία για την οποία έχει γίνει έντονη συζήτηση και επιχειρηματολογία στις αγορεύσεις, θα πρέπει να παραμείνουν ανοικτά κατά την εκδίκαση της κυρίως υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει και ουσιαστικά συμπαρασύρει τα όσα ο εναγόμενος επικαλείται και συνέδεσε με το ζήτημα της κατάχρησης και της καταπίεσης από πλευράς εναγόντων, διότι είναι ζητήματα τα οποία μόσο στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής είναι δυνατόν να εξεταστούν. Βεβαίως τα ίδια ισχύουν και για τα όσα επικαλείται η πλευρά του εναγομένου 2 ως προς την ισχυριζόμενη παραβίαση εγκυκλίων και πρακτικών την Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με την αναδιάρθρωση δανείων και διαβουλεύσεων για διευθέτηση δανείων, πέραν του ότι και επιπρόσθετα η εν λόγω γραμμή πλεύσης χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα και ασάφεια στην όψη της και χωρίς να εξειδικεύονται η φύση και η έκταση των ισχυριζόμενων παραβάσεων και εν πάση περιπτώση αυτά τα θέματα θα πρέπει να παραμείνουν ανοικτά προς αξιολόγηση στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Ως προς την τρίτη προυπόθεση, αναπόφευκτα θα γίνει εκτενής αξιολόγηση, διότι αρκετοί λόγοι ένστασης έχουν ως επίκεντρο αυτήν την προυπόθεση και εν πολλοίς είναι αλληλένδετοι μεταξύ τους. Έχει προταθεί από την πλευρά του εναγομένου 2, ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας όπου επιδιώκεται η παγοποίηση της. Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd - v - Σκυροποιία <<Λεωνίκ>> Λτδ 2001
(1)(Β) 785, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ.Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525)΄΄. Με βάση λοιπόν την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις και των δύο πλευρών σε γεγονότα τα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση, ότι η ακίνητη περιουσία ιδιοκτησίας του εναγομένου 2 και που επιδιώκεται η παγοποίηση της, είναι ελέυθερη από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη. Τυχόν αποξένωση τους, θα έθετε σε κίνδυνο και θα επιδρούσε αρνητικά στο να μην δύναται η απόφαση να εκτελεστεί και γενικά οι ενάγοντες να εισπράξουν το λαβείν τους, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη το γεγονός ότι η αξία αυτής υπολείπεται του αξιούμενου ποσού κατά περίπου €300,000 με βάση την σχετική εκτίμηση και παρέμεινε μετέωρος, γενικός και ασαφής ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι η αξία αυτής έχει ανοδική τάση. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση και θέση ότι δεν έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία και δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης δεν γίνεται αποδεκτή και συνακόλουθα συμπαρασύρεται και ο λόγος ένστασης που προωθήθηκε, ότι δηλαδή επιδιώκεται δέσμευση περιουσίας δυασανάλογης με την απαίτηση, διότι όπως λέχθηκε πιο πάνω, η αξία της περιουσίας υπολείπεται κατά περίπου €300,000 με βάση την σχετική εκτίμηση από την απαίτηση των εναγόντων. Έντονη συζήτηση και επιχειρηματολογία έχει γίνει κατά το στάδιο των αγορεύσεων και βεβαίως μέσα από την ένσταση του εναγόμενου 2, αναφορικά με το πρόσφορο μέτρο που προωθούν οι ενάγοντες με την υπό εκδίκαση αίτηση, ότι δηλαδή η εν λόγω περιουσία αποτελεί την κύρια κατοικία του εναγόμενου 2 και ότι θα πρέπει γενικά να εξαντληθούν όλα τα πρόσφορα μέτρα εκτέλεσης με άλλους τρόπους και περιουσία. Αυτά τα ζητήματα δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας που προηγείται της Δικαστικής απόφασης επί της ουσίας, αλλά θα μπορούν να τύχουν εξέτασης και αξιολόγησης στα πλαίσια αίτησης που θα έχει ως χαρακτήρα και σκοπό την εκτέλεση Δικαστικής απόφασης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι το γεγονός ότι η μέγιστη διάρκεια ισχύος του ζητούμενου Διατάγματος θα είναι η εμερομηνία έκδοσης της τελικής απόφασης και ως προς το τι μέτρα εκτέλεσης θα ληφθούν είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης. Συνακόλουθα, συμπαρασύρονται και τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος 2, ότι δηλαδή με την υπό εκδίκαση αίτηση επιχειρήται ουσιαστικά ειδική εκτέλεση της απόφασης και σίγουρα αυτή η θέση έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πνεύμα και σκοπό του αιτούμενου Διατάγματος, ήτοι την μη αποξένωση της εν λόγω περιουσίας μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και σίγουρα ούτε αποστέρηση της περιουσίαςθα υπάρξει, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2 και συνακόλουθα ουδεμία ζημιά θα υποστεί ή βλάβη ή ταλαιπωρία στην ιδιοκτησία του μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, σε αντίθεση με ότι θα συνέβαινε με το εάν δεν εκδιδόταν το αιτούμενο Διάταγμα και με το ενδεχόμενο οι ενάγοντες να μην εισπράξουν το λαβείν τους και αυτός είναι ένας παράγοντας που συντείνει όπως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και υπάρχει επί τούτου ειδικό νομολογιακό έρεισμα με επίκεντρο το αρ. 5 του Κεφ. 6. Στην υπόθεση Ζεμενίδης - ν - Ζεμενίδου 1992 1 Α.Α.Δ. σελ. 54, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί νααποξενώσει τόσο μέρος ακινήτου ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος μετά των εξόδων της αγωγής. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο, είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με τηναπόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι είναι επείγον ή υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις,κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο.΄΄ Το ότι γίνεται αναφορά ότι οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι με την ενυπόθηκη εξασφάλιση που υπάρχει και έχοντας υπ΄ όψη την αξία της περιουσίας των εναγομένων, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ότι δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα, διότι από την μια η παρούσα αίτηση στρέφεται αποκλειστικά εναντίον του προσώπου του εναγομένου 2, ο οποίος είναι εγγυητής και η απαίτηση εναντίον του στην αγωγή είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η περιουσία του εναγομένου 2 είναι η μόνη που δεν έχει οποιαδήποτε επιβάρυνση, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με την υπόλοιπη περιουσία η οποία είναι εξαιρετικά βεβαρυμένη με πληθώρα εμπράγματων βαρών με τις αναπόφευκτες πρακτικές αλλά και νομικές δυσκολίες στο να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες την απαίτηση τους. Τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 περί επάρκειας εξασφάλισης των εναγόντων με την ήδη δεσμευθείσα περιουσία και την αξία αυτής και ότι η αξία αυτής συνεχώς αυξάνεται, δεν υπερφαλαγγίζουν το τεθέν ενώπιον του Δικαστηρίου στέρεο υπόβαθρο αναφορικά με τους κινδύνους που υπάρχουν σε περίπτωση μη έκδοσης των Διαταγμάτων, σε συνδυασμό με την αξία των επιβαρύνσεων και της αξίας της περιουσίας. Ανάλογη τοποθέτηση έγινε και στην υπόθεση Recnex ανωτέρω,όπου και το πιο κάτω απόσπασμα με το οποίο υιοθέτησε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου: ΄Προσθέτω μόνο ότι στους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς των αιτητών, οι οποίοι με σχετικές εκθέσεις εκτιμητών παρέχουν στοιχεία για την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία προσφέρθηκε για εξασφάλιση του δανείου, και, με συγκεκριμένη μαρτυρία, δίνουν λεπτομέρειες γύρω από τον κίνδυνο αποξένωσης του ακίνητου που αφορά η παρούσα αίτηση, η πλευρά του καθ΄ ου η αίτηση παραθέτει αόριστες και αστήρικτες τοποθετήσεις.»΄΄ Η δε αναφορά του εναγομένου 2, ότι δηλαδή τα εμπράγματα βάρη που αναφέρονται στην σχετική έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας σε ορισμένες περιπτώσεις αφορούν το ίδιο χρέος, δεν συνοδεύεται με ειδική αναφορά για συγκεκριμένο χρέος και συγκεκριμένο ποσό και εν πάση περιπτώση, δεν αλλοιώνει το δικαίωμα των εναγόντων να προσφύγουν προσωπικά και ξεχωριστά εναντίον του εναγόμενου 2 ως εγγυητή και αλληλέγγυου και/ή κεχωρισμένως οφειλέτη, η περιουσία μάλιστα του οποίου υπολείπεται σε αξία του αξιούμενου ποσού, ενισχύοντας επομένως την ανησυχία των εναγόντων ότι δεν θα είναι δυνατή η απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να παραμείνει άνευ ουσίας η έκδοση απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους εναγομένους. Τα όσα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 περί απόκρυψης και παραπλάνησης του Δικαστηρίου αναφορικά με τα waivers και την ερμηνεία που ο εναγόμενος 2 απέδωσε αυτά, δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι μέσα από το λεκτικό αυτών, οι ενάγοντες αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως απαλλάξουν το ανάλογο ακίνητο και νοουμένου ότι καταβληθούν σε αυτούς το ανάλογο ποσό και έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι πωλήθηκαν μόνο από ένα διαμέρισμα στα έτη 2013 και 2014, εντείνουν τις ανησυχίες των εναγόντων και γέρνει ακόμα περισσότερα την πλάστιγγα του Δικαστηρίου στο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και εγκρίνει την αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη το ισοζύγιο της ευχέρειας και κρίνοντας ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ο εναγόμενος 2 με την έκδοση του Διατάγματος και ούτε έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο, ενώ η μη έκδοση του θα ισοδυναμούσε με πολύ ορατό κίνδυνο το λαβείν των εναγόντων να είναι εξαιρετικά επισφαλές, έχοντας υπ΄ όψη τις υποχρεώσεις των εναγομένων αλλά και του εναγομένου 2 ως εγγυητή, σε συνδυασμό με την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία είναι ήδη επιβαρυμένη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται προσωρινό Διάταγμα ως το (α) της αίτησης, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ εναγόντων και εναντίον του εναγομένου 2 ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή η παρούσα αίτηση ήταν ευθύς εξ΄ αρχής δια κλήσεως και όχι μονομερής, δεν δίνονται οδηγίες όπως οι ενάγοντες καταχωρήσουν οποιαδήποτε εγγύηση (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ν - Δέσπω Στυλιανού ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση 354/2013 ημερ. 4/12/2015), όπου στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι όταν μια μονομερής αίτηση καταστεί δια κλήσεως με τις οδηγίες που δίνονται όπως αυτή επιδοθεί, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση η υπό εκδίκαση αίτηση ήταν ευθύς εξ΄ αρχής διακλήσεως. Βεβαίως το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, δεν παρέβλεψε και την υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄αυτούς των διαταγμάτων, πλην όμως η τοποθέτηση του ότι όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί, όπως έγινε ευθύς εξ΄ αρχής στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 δεν έχουν τόπο, δικαιολογούν την μη έκδοση οδηγιών για ανάληψη υποχρέωσης παροχής εγγύησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο