ΞΕΝΟΦΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΗ ν. Δημήτρης Παπαδόπουλος κ.α., Αρ. Αγωγής 5033/09, 26/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A397 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5033/09 Μεταξύ: ΞΕΝΟΦΩΝ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΗ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και
- Δημήτρης Παπαδόπουλος, από Λεμεσό
- Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΜΟΥΜΟΥΡΗ, από Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------- Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα Μαρία Ιακώβου για κ. Γ. Τσίκκο (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Αναξαγόρα) Για τον εναγόμενο 1: κα Κατερίνα Πετρίδου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χριστοφή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την πληρωμή του ποσού των €162.317,13 (Λ.Κ.95.000.-) με τόκο προς 9% ετησίως από 2.8.1998 μέχρι εξόφλησης, στη βάση «γραμματίου υπό κοινή μορφή και/ή γραμματίου και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους ημερομηνίας 2.5.1998». Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο εναγόμενος 1 κατά ή περί την 2.5.1998, έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε στη Λεμεσό, προς όφελος του ενάγοντα, γραμμάτιο υπό κοινή μορφή και/ή γραμμάτιο και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους, για το ποσό των Λ.Κ.95.000.- πληρωτέο «σε διαταγή του ενάγοντα», την 2.8.
- Η Εναγόμενη 2 αυθημερόν (2.5.1998) υπέγραψε το εν λόγω γραμμάτιο ως εγγυήτρια του εναγόμενου
- Από την ημερομηνία που το οφειλόμενο ποσό θα καθίστατο πληρωτέο (2.8.1998), οι εναγόμενοι υποχρεούντο στην καταβολή τόκου προς 9% ετησίως, μέχρι εξόφλησης. Οι εναγόμενοι αν και εκλήθησαν επανειλημμένα από τον ενάγοντα και τον δικηγόρο του να πληρώσουν το αξιούμενο ποσό, αρνήθηκαν να το πράξουν. Αν και οι δύο εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία, η εναγόμενη 2 (ο Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας της) παρέλειψε να καταχωρήσει Υπεράσπιση και εναντίον της εκδόθηκε στις 4.7.2012, απόφαση ως η απαίτηση. Ο εναγόμενος 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και αιτείται την απόρριψη της αγωγής. Ειδικότερα αρνείται ότι έλαβε το ισχυριζόμενο ποσό των Λ.Κ.95.000.- ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, είτε σε μετρητά είτε ως δάνειο είτε άλλως πως. Είναι η θέση του πως «δεν υφίσταται νόμιμο αντάλλαγμα». Περαιτέρω αρνείται ότι υπέγραψε «γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή κοινού τύπου και/ή έγγραφη αναγνώριση χρέους και/ή άλλως πως» και ισχυρίζεται ότι το εν λόγω έγγραφο δεν «πληροί τους όρους και/ή προϋποθέσεις του Νόμου και/ή δεν υφίσταται έγκυρο και/ή δεσμευτικό γι' αυτόν γραμμάτιο». Ισχυρίζεται επίσης πως «σ' όλο τον ουσιώδη χρόνο που, κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα, υπέγραψε το εν λόγω γραμμάτιο, απουσίαζε στο εξωτερικό, ήταν πτωχεύσας και ουδέποτε ο ενάγοντας αξίωσε είτε από τον ίδιο είτε από τον Επίσημο Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του, το αξιούμενο ποσό». Προβάλλει, τέλος, πως η αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται πως εάν έθεσε την υπογραφή του επί του εν λόγω εγγράφου, τούτο έγινε χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ότι υπέγραφε γραμμάτιο συνήθους τύπου ή άλλο έγγραφο και/ή συμφωνία δανείου και πως δεν του επεξηγήθηκε η φύση και οι νομικές συνέπειες του εγγράφου. Ισχυρίζεται, επίσης, διαζευκτικά πως «εάν επί του εν λόγω γραμματίου υπάρχει η υπογραφή του», αυτή εξασφαλίστηκε με «πλαστογραφία και/ή δόλο και/ή με απάτη και/ή άλλως πως από τον ενάγοντα και/ή τους αντιπροσώπους του και/ή τους υπαλλήλους του». Ο ενάγοντας στην Απάντηση του, αρνείται τις θέσεις του εναγόμενου 1 και επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρισμούς. Αναφέρει περαιτέρω πως το επίδικο γραμμάτιο υπεγράφη από τον εναγόμενο 1 προς όφελος του ιδίου και του γαμβρού του Πέτρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν στην υπηρεσία του. Διατείνεται πως το όνομα του Πέτρου Κωνσταντίνου τέθηκε στο επίδικο γραμμάτιο για τυπικούς λόγους και πως ο τελευταίος παραχώρησε πλήρως τα δικαιώματα του που προκύπτουν από το εν λόγω γραμμάτιο, στον ενάγοντα. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο το αναφερόμενο στην Έκθεση Απαίτησης γραμμάτιο, είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το κατά πόσο οι όροι του συνάδουν με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ. 149, είναι καθαρά νομικό ζήτημα που κρίνεται στην βάση των όρων όπως αποτυπώνονται στο πρόσωπο του εγγράφου. Το κατά πόσο αυτό υπεγράφη από τον οφειλέτη ενώπιον δύο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, είναι ζήτημα γεγονότων όπως θα τα εξεύρει το Δικαστήριο αφού εξετάσει την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων είναι καταλυτική στην έκβαση της απαίτησης του ενάγοντα, καθότι εάν το επίδικο έγγραφο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, η αγωγή θα πρέπει να αποτύχει. Και τούτο επειδή η αξίωση εδράζεται αποκλειστικά στο επίδικο γραμμάτιο. Ως διαζευκτική βάση αγωγής προβάλλεται η «αναγνώριση χρέους». Έχει όμως νομολογιακά αποφασισθεί πως έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους δεν αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής (βλ. Ιγνατίου κ.ά. ν. Λεμονάρη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1562). Συνιστά απλά μαρτυρία προς απόδειξη αιτίας αγωγής. Kατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσε ο ενάγοντας Ξενοφών Δημητρίου Φούης (Μ.Ε.1) και η Εύη Παπαδοπούλου (Μ.Ε.2). Από πλευράς εναγόμενου 1 δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Η μαρτυρία του συνοψίζεται ως εξής. Ο εναγόμενος 1 ήταν επιστήθιος φίλος του. Στις 2.5.1998 του δάνεισε, κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, το ποσό των Λ.Κ.95.000.-. Έδωσε το ποσό σε μετρητά. Συμφώνησαν να του επιστραφεί στις 2.8.1998. Ο εναγόμενος 1 την ίδια ημέρα υπέγραψε προς όφελος του γραμμάτιο, φωτοαντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (το πρωτότυπο του εγγράφου κατατέθηκε ως τεκμήριο κατά την διαδικασία απόδειξης της υπόθεσης εναντίον της εναγόμενης 2). Το γραμμάτιο, αφού πρώτα είχε συμπληρωθεί, υπεγράφη στο γραφείο του στη Λεμεσό στην παρουσία δύο μαρτύρων, του υιού του Δημήτρη Δημητρίου (εδώ και πεντέμιση μήνες είναι σε αναρρωτήριο στην Παλώδια Λεμεσού λόγω του ότι υπέστη ανεύρυσμα, δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον και γι' αυτό δεν μπορεί να καταθέσει στο Δικαστήριο) και της Εύης Παπαδοπούλου (Μ.Ε.2), η οποία υπήρξε συνεργάτης του στο γραφείο για είκοσι δύο
(22)χρόνια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του γραμματίου το ποσό των Λ.Κ.95.000.- ήταν πληρωτέο την 2.8.1998, θα έφερε δε τόκο προς 9% ετησίως μέχρι εξόφλησης. Την ίδια ημέρα (2.5.1998) η Αντωνία Χριστοδούλου Μουρμούρη, εναγόμενη 2, υπέγραψε το γραμμάτιο ως εγγυήτρια του εναγόμενου 1. Ο τελευταίος γνώριζε πολύ καλά το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψε και ήταν δική του εισήγηση να το υπογράψει ώστε ο ίδιος (ο ενάγοντας) να είναι πλήρως εξασφαλισμένος. Όταν καλούσε τον εναγόμενο 1 να πληρώσει, ο τελευταίος «αναγνώριζε πάντοτε το χρέος του» και του υποσχόταν ότι θα διευθετούσε την οφειλή του πλην όμως μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει. Στον εναγόμενο 1 απέστειλε και συστημένη επιστολή ημερομηνίας 24.4.2009 (Τεκμήριο 2) μέσω του δικηγόρου του. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εισαγωγέας αυτοκινήτων (είχε ένα από τα μεγαλύτερα γραφεία στην Κύπρο) και γι΄ αυτό είχε πάντοτε λεφτά στο χρηματοκιβώτιο («κάσια») του «διότι αγόραζε αυτοκίνητα τοις μετρητοίς». Την συγκεκριμένη ημέρα είχε το ποσό αυτό στο χρηματοκιβώτιο του. Ήταν «λίγο διστακτικός» στο να δανείσει στον εναγόμενο 1 τα χρήματα, αλλά όταν ο τελευταίος πρότεινε να υπογράψει γραμμάτιο, συναίνεσε. Ο εναγόμενος 1 συνοδεύετο από την εναγόμενη 2 την οποία ο ίδιος ήξερε αρκετά καλά. Εκτός από την επιστολή, Τεκμήριο 2, στον εναγόμενο 1 έστειλε και παλαιότερα επιστολή, το 1998 μέσω του προηγούμενου δικηγόρου του, χωρίς να υπάρχει καμία ανταπόκριση. Διευκρίνισε πως η επιστολή του 1998 (αντίγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3) στάληκε για μικροποσά που ο εναγόμενος 1 του όφειλε, στη βάση επιταγών που δεν ετιμήθησαν. Και στο παρελθόν είχε δανείσει στον εναγόμενο 1 χρήματα, μικροποσά όμως. Έτυχε και στο παρελθόν ο τελευταίος να υπογράψει γραμμάτιο προς όφελος του. Τούτο έγινε όταν και οι δύο έπαιζαν χαρτιά στη λέσχη «ΑΜΑΘΟΥΣ». Απέρριψε τη θέση πως ο εναγόμενος 1 εξαπατήθηκε, «είχε εργοστάσιο αλουμινίου, ήταν επιχειρηματίας, έκαμνε δουλειές τεράστιες και δεν υπήρχε περίπτωση να εξαπατηθεί», τόνισε. Ο Πέτρος Κωνσταντίνου είναι ο γαμβρός του και «εδούλευε κοντά του», ήταν ο λογιστής της εταιρείας του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο περίμενε έντεκα
(11)χρόνια για να καταχωρήσει την αγωγή, απάντησε «διότι εβρισκούμαστιν καθημερινώς και οι απαντήσεις του ήταν θα πάρεις τα λεφτά σου». Η Εύη Παπαδοπούλου (Μ.Ε.2) αναγνώρισε την υπογραφή της στο Τεκμήριο 1. Όπως κατέθεσε, ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 ήταν παρόντες και υπέγραψαν το γραμμάτιο (Τεκμήριο 1) μπροστά της. Χαρακτηριστικά κατέθεσε «πρέπει να ήταν μπροστά για να υπογράψω ότι τους είδα να υπογράφουν». Αντεξεταζόμενη κατέθεσε πως εργαζόταν για αρκετά χρόνια στον ενάγοντα, περίπου δεκαπέντε
(15), από το
- Για κάποιο διάστημα εργαζόταν στο λογιστήριο, στο τμήμα πωλήσεων κινητών τηλεφώνων, ποτέ όμως δεν είχε χρόνο για «να κάμει τη δουλειά της secretary». Τον εναγόμενο 1 τον γνώριζε, τον έβλεπε συχνά στο γραφείο του ενάγοντα αλλά δεν ήξερε «τις σχέσεις τους». Δεν θυμόταν εάν η περίοδος που υπεγράφη το έγγραφο (Τεκμήριο 1) ήταν καλοκαίρι ή χειμώνας, θυμόταν όμως ότι της φώναξαν να πάει στο γραφείο τους και να υπογράψει ότι «τους βλέπει να υπογράφουν». Το επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 1) τιτλοφορείται «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ» και αναφέρεται στο ποσό των ΛΚ95.000.-. Καταγράφεται ότι «την 2α Αυγούστου 1998 ο υποφαινόμενος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ εκ ΜΙΣΙΑΟΥΛΗ & ΚΑΒΑΖΟΓΛΟΥ 79, ΟΜΟΝΟΙΑ, Λ/ΣΟΣ χρεωστώ να πληρώσω εις την διαταγήν του εκ Λ/ΣΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ & ΞΕΝΟΦΩΝ ΦΟΥΗ το άνω ποσόν Λιρ. Κύπρου ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΜΟΝΟ (£95.000) ΙΣΑΞΙΟΝ ΛΗΦΘΕΝ ΕΙΣ ΜΕΤΡΗΤΑ». Στο Τεκμήριο 1 προνοείται επίσης η πληρωμή τόκου προς 9% «κατά την λήξη» καθώς και όλων των δικαστικών εξόδων, σε περίπτωση καταχώρησης αγωγής. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κα Ιακώβου, εκ μέρους του ενάγοντα, υπεστήριξε πως η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη καθότι ο ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε επί των ουσιωδών ισχυρισμών του, τους οποίους ο εναγόμενος 1 αμφισβητεί στην Υπεράσπιση του. Το ίδιο ισχύει, τόνισε, και για την μαρτυρία της Εύης Παπαδοπούλου (Μ.Ε.2). Σχολίασε επίσης πως η μη προσκόμιση μαρτυρίας εκ μέρους του εναγόμενου 1, καθιστά τους προβαλλόμενους στην Υπεράσπιση του ισχυρισμούς, μετέωρους. Ως προς την νομική πτυχή της υπόθεσης, η κα Ιακώβου υπεστήριξε πως ο ενάγοντας με την μαρτυρία που προσκόμισε, κατάφερε να αποδείξει πως το Τεκμήριο 1 είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου αφού πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Η κα Πετρίδου εκ μέρους του εναγόμενου 1, εισηγήθηκε πως η μαρτυρία του ενάγοντα βρίθει από αντιφάσεις, ανακρίβειες και αναλήθειες, (αναφέρθηκε σ' αυτές εκτενώς) και γι' αυτό θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Το ίδιο ισχύει, τόνισε, και για την Εύη Παπαδοπούλου (Μ.Ε.2). Υπεστήριξε περαιτέρω πως ακόμη και εάν η μαρτυρία και των δύο ήταν αξιόπιστη, ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει, ως όφειλε, πως το επίδικο έγγραφο (Τεκμήριο 1) καταρτίστηκε σωστά και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Νόμου, Κεφ.149, ώστε να θεωρείται γραμμάτιο συνήθους τύπου. Καμία μαρτυρία, τόνισε, δεν προσκομίστηκε, ότι οι φερόμενοι ως μάρτυρες του εγγράφου ήσαν, κατά τον επίδικο χρόνο, ενήλικες, είχαν σώας τας φρένας και ήσαν ικανοί προς το συμβάλλεσθαι. Η κα Πετρίδου, προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα, υπεστήριξε πως δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι υπήρχαν δύο μάρτυρες παρόντες κατά την κατάρτιση του επίδικου γραμματίου. Επικαλέστηκε την μαρτυρία της Εύης Παπαδοπούλου για να τονίσει πως η τελευταία δεν έκαμε καμία αναφορά στον Δημήτρη Δημητρίου, ο οποίος είναι ο κατ' ισχυρισμόν δεύτερος μάρτυρας, αλλά σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε, τα μόνα άτομα που ήσαν παρόντα ήταν ο ενάγοντας, ο εναγόμενος 1 και η ίδια. Η κα Πετρίδου σχολίασε επίσης και το γεγονός πως ενώ το επίδικο έγγραφο (Τεκμήριο 1) αναφέρει δύο πρόσωπα ως από κοινού δικαιούχους - πιστωτές, η αγωγή κινήθηκε μόνο από τον ένα. Επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 45 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, για να υποστηρίξει πως «τα κοινά δικαιώματα παραμένουν κοινά προς αξίωση» και «εκτός αν η συμφωνία προνοεί αντίθετη πρόθεση τότε το δικαίωμα αξίωσης προς εκπλήρωση της υπόσχεσης κατέχεται κοινώς από όλους τους συνδανειστές». Βάσει των ανωτέρω, κατέληξε, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί αφού «ο ενάγοντας δεν έχει δικαίωμα προς αξίωση από μόνος του». Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). ΄Ενας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207) η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1(A) A.A.Δ.455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 165). Την μαρτυρία της Εύης Παπαδοπούλου (ΜΕ2) την εξέτασα σ' όλη της την έκταση. Δεν εντόπισα κανένα σημείο το οποίο να με οδηγήσει στη μη αποδοχή της. Την αποδέχομαι στο σύνολο της και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Τη μαρτυρία του ενάγοντα επίσης την εξέτασα με την ίδια προσοχή. Η θέση του πως παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 2 ήταν ο Δημήτρης Δημητρίου, ο οποίος υπέγραψε ως μάρτυρας, δεν γίνεται αποδεκτή καθότι τούτο έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Εύης Παπαδοπούλου (ΜΕ2). Υπενθυμίζω πως σε ερώτηση της συνηγόρου του ενάγοντα προς τη ΜΕ2, «ποιοι ήσαν παρόντες και υπέγραψαν αυτό το έγγραφο», η μάρτυρας απάντησε «ο κύριος Παπαδόπουλος τζιαι ο κύριος Φούης και υπέγραψαν μπροστά μου». Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της η ΜΕ2 τοποθετεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και δη τον Δημήτρη Δημητρίου, να είναι παρών κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 από τον εναγόμενο και να υπογράφει σ' αυτό ως μάρτυρας. Βάσει της αποδεχθείσης μαρτυρίας είναι εύρημα του Δικαστηρίου πως το τεκμήριο 2 υπεγράφη από τον εναγόμενο 1 στις 2 Μαΐου του 1998,στην παρουσία της Εύης Παπαδοπούλου, η οποία υπέγραψε σ' αυτό ως μάρτυρας. Όσον αφορά την δικαιοπρακτική ικανότητα της ΜΕ2, έχω ικανοποιηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται αφού, σύμφωνα με την αποδεχθείσα μαρτυρία, η ΜΕ2 κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως υπάλληλος στο γραφείο του ενάγοντα. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου διέπεται από τα άρθρα 78-81 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Το άρθρο 78 προνοεί ότι: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής"». Στην Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1970)1 C.L.R. 11, αναφέρεται ότι οι πρόνοιες του άρθρου 78 πρέπει να τηρούνται αυστηρά για να θεωρηθεί ένα γραμμάτιο ως γραμμάτιο συνήθους τύπου και ότι είναι πολύ σημαντικό οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απόλυτα. Η υπόθεση Παπαστράτης υιοθετήθηκε από την υπόθεση Λοϊζος Κώστα Λοϊζίδης ν. Ανδρέα Μιχαήλ Τσιακλή και άλλος
(1997)1 Α.Α.Δ. 1418, στην οποία λέχθηκε επίσης πως: «Το 'γραμμάτιο συνήθους τύπου' είναι εκ του νόμου έγγραφο τυπικό. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται αυστηρή εφαρμογή των προνοιών του νόμου καθόσον αφορά το λεκτικό του κειμένου και την κατάρτιση (execution) του εγγράφου.» Στην υπό κρίση υπόθεση το Τεκμήριο 2 δεν συμμορφώνεται ως προς την κατάρτιση του, με τις πρόνοιες του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 148, καθότι δεν υπεγράφη από τον εναγόμενο 1 (οφειλέτη) στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, αλλά στην παρουσία μόνο ενός μάρτυρα, της Εύης Παπαδοπούλου. Κατά συνέπεια, το τεκμήριο 2 δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου και η αξίωση που εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου, δεν μπορεί να επιτύχει. Ενδεχομένως, το τεκμήριο 2 θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς απόδειξη της απαίτησης του ενάγοντα σε αγωγή με αιτία το παραχωρηθέν δάνειο. Όμως στην παρούσα αγωγή, τέτοια διαζευκτική βάση αγωγής δεν δικογραφείται. Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου, τα υπόλοιπα θέματα που ήγειρε η κα Πετρίδου αποκτούν ακαδημαϊκό πλέον ενδιαφέρον και δεν θα τα εξετάσω. Διά ταύτα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου 1 και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Γραμμάτιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο