← Κύπρος

ΝΑCOMAR SERVICES LIMITED ν. ΑΝΖΕΛΙΚΑ ΒΟΡΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2309/16, 8/9/2016

ΝΑCOMAR SERVICES LIMITED ν. ΑΝΖΕΛΙΚΑ ΒΟΡΕΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2309/16, 8/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A380 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2309/16 Mεταξύ: ΝΑCOMAR SERVICES LIMITED Ενάγουσας/Αιτήτριας και

  1. ΑΝΖΕΛΙΚΑ ΒΟΡΕΑ, από τη Λεμεσό
  2. ΡOSEIDON ARCTIC VOYAGES LTD η οποία είναι εγγεγραμμένη εις το Ηνωμένο Βασίλειο και ενεγράφη στην Κύπρο ως αλλοδαπή εταιρεία Εναγομένων/Καθ'ων η αίτηση ------------------ Αίτηση ημερ. 27.7.16 ------------------ 8.9.16 Για την αιτήτρια-ενάγουσα: κος Α. Αλεξόπουλος για Σωτήρη Πίττα & Σία ΔΕΠΕ Για τους καθ'ων η αίτηση-εναγομένους: κ. Βελάρης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτημα της ενάγουσας εκδόθηκε στις 3.8.16 ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή να μειώσουν την αξία και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιανδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία (συμπεριλαμβανομένων χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό και τραπεζικών λογαριασμών), έχουν και/ή κατέχουν και/ή ελέγχουν στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, είτε είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι οιουδήποτε εξ αυτών, είτε μαζί είτε μαζί με άλλα πρόσωπα, και/ή είτε είναι εγγεγραμμένη και/ή κατέχεται από τρίτα πρόσωπα για λογαριασμό των Εναγομένων αρ. 1 και/ή 2, ούτως ώστε η συνολική αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων να μην είναι μικρότερη των Ευρώ €1.238.710,90 μέχρι την τελική αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Για τα υπόλοιπα αιτητικά, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους καθ'ων η αίτηση-εναγόμενη 1 και εναγόμενη 2 με τα οποία η ενάγουσα ζητά από το Δικαστήριο:

(2)Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει και/ή παγοποιεί οποιαδήποτε αλλαγή στους Διευθυντές και/ή στους μέτοχους και/ή στο μετοχικό κεφάλαιο και/ή στην εταιρική δομή (CORPORATE STRUCTURE) της εναγομένης 2, μέχρι την τελική αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
(3)Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη αρ. 1, όπως εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την επίδοση σ' αυτήν του παρόντος διατάγματος: (Α) Να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους Κύπριους Δικηγόρους των Αιτητών, ένορκη δήλωση με την οποία:
(1)Να αποκαλύπτει και/ή παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας που διατηρούντο και/ή συνεχίζουν να διατηρούνται, συμπεριλαμβανομένων και τις ταυτότητες και διευθύνσεις των προσώπων που ήταν και/ή είναι διαχειριστές (SIGNATORIES) των ανωτέρων λογαριασμών και/ή των προσώπων που διαχειρίζονταν και/ή διαχειρίζονται αυτούς.
(2)Να αποκαλύπτει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έδωσαν οδηγίες και/ή είχαν την πρωτοβουλία για να μεταφερθούν χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόντων εις τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων αρ. 2 και/ή οπουδηποτε αλλού και δια ποιο λόγο έγιναν οι εν λόγω μεταφορές. (Β) Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα των εγγράφων που είναι στην κατοχή και έλεγχο της αναφορικά με τα ακόλουθα ζητήματα:
(1)Έγγραφα που περιέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο
(3)(Α)
(1)και
(2)ανωτέρω.
(2)Έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και καταχωρήθηκαν και/ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη αρ. 1 για το άνοιγμα και/ή την λειτουργία και/ή την συνέχιση της λειτουργίας των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται από την ενάγουσα σε οποιανδήποτε τράπεζα στην Κύπρο ή το εξωτερικό.
(3)Έγγραφα και/ή συμφωνίες οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν δια την μεταφορά χρηματικών ποσών από την ενάγουσα προς την εναγόμενη αρ. 2. (Γ) Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους της ενάγουσας, όλα τα έγγραφα της ενάγουσας, σχετικά με τις συναλλαγές και/ή λογαριασμούς και/ή πληρωμές και/ή δικαιοπραξίες της ενάγουσας και/ή οποιαδήποτε άλλα έγγραφα αυτών, τα οποία παρακρατεί παράνομα. (Δ) Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους της ενάγουσας αντίγραφα όλων των εγγράφων που ευρίσκοντο στην κατοχή, φύλαξη και/ή έλεγχο της και/ή που ευρίσκονται στον έλεγχο και κατοχή της, που μαρτυρούν ή αποδεικνύουν τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο
(3)(Α), (Β) και (Γ) ανωτέρω) συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), αντιγράφων των διαβατηρίων, συμφωνιών καταπίστευσης, εταιρικών εγγράφων, αποφάσεις συμβούλων, αποφάσεις μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων, και κάθε άλλου εγγράφου που βρίσκεται στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της, αναφορικά με τα θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους
(3)(Α), (Β) και (Γ) ανωτέρω.
(4)Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στην ενάγουσα να χρησιμοποιήσει κάθε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί και/ή παραδοθεί στην ενάγουσα και/ή στους δικηγόρους τους από την Εναγόμενη αρ. 1, σύμφωνα με το διάταγμα της παραγράφου
(3)ανωτέρω, προς υποστήριξη και/ή προώθηση της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή οποιωνδήποτε άλλων αστικών διαδικασιών που ήθελον καταχωρηθεί από την ενάγουσα στην Κύπρο ή οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο για την προστασία των δικαιωμάτων αυτής.
(5)Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 2, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 1-19 του Νόμου Αρ. 31(Ι)/92, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, ΘΘ 1-13 και Δ.64, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου NORWICH PHARMACAL και στην διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Vasily Melnik, από τη Ρωσία στην οποία αναφέρει ότι είναι ο ιδιοκτήτης της ενάγουσας εταιρείας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση είναι εντός της δικής του γνώσης και για ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος ενημερώνεται από τον Andrey Pangin. Είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι η εναγομένη 1 σε συνομωσία και με δόλιο σχέδιο με την εναγομένη 2 προβαίνοντας σε κατάχρηση της θέσης της ως συμβούλου της ενάγουσας και σύμβουλος της εναγομένης 2 παραβίασε τα καθήκοντα πίστης και χωρίς την γνώση και συγκατάθεση της ενάγουσας υπεξαίρεσε κεφάλαια ύψους €1.238.710.90 τα οποία ανήκουν νόμιμα στην ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγομένη 1 κατέχει παράνομα έγγραφα της ενάγουσας τα οποία έλαβε κατά τη διάρκεια της θητείας της ως σύμβουλος της ενάγουσας και αρνείται να παραδώσει την κατοχή των εγγράφων σ' αυτή. Αναφέρει περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση ότι το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα απαιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης εναντίον της εναγομένης 1 διότι: (α) Η Εναγόμενη 1 ενεργεί ως Σύμβουλος ή παροχέας υπηρεσιών και για την ενάγουσα και την εναγόμενη 2 και λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητας της, έχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα ως η Αίτηση, διότι το εφαρμοστέο δίκαιο και κανονισμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας, επιβάλλουν τέτοιο καθήκον στους παροχείς υπηρεσιών για να κατέχουν και να κρατούν τέτοιες πληροφορίες και έγγραφα. (β) Η εναγόμενη 1 ήταν η εξουσιοδοτημένη υπογράφουσα (signatory) των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας. (γ) Η εναγόμενη 1 υποχρεούται να γνωστοποιήσει όλες τις πληροφορίες στην ενάγουσα η οποία είναι το θύμα των αδικοπραξιών της για να επικαλεστεί την υπόθεσή της, για να αποδείξει την υπόθεσή της και να ανιχνεύσει ή εντοπίσει άλλους παραβάτες και αδικίες. (δ) Η Εναγόμενη 1 είναι υποχρεωμένη από τους κανόνες της Επιείκειας να υποβοηθήσει την ενάγουσα. Η ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και ο μοναδικός μέτοχος και δικαιούχος είναι όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση ο ίδιος. Η εναγομένη 1 ήταν σύμβουλος και παροχέας εταιρικών υπηρεσιών της ενάγουσας από 26.9.01 μέχρι 1.10.15 και είναι επίσης σύμβουλος από 2.4.14 και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από 1.10.15 της εναγομένης
  1. Η εναγομένη 1 ήταν σε όλο τον ουσιώδη χρόνο η μοναδική εξουσιοδοτημένη υπογράφουσα όλων των τραπεζικών λογαριασμών της ενάγουσας. Η εναγομένη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου και είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αλλοδαπή εταιρεία. Ιδιοκτήτες της ενάγουσας και της εναγομένης 2 μέχρι το Νοέμβριο του 2015 ήταν ο Αndrey Pangin και ο Nikolay Saveliev κατά 50% ο κάθε ένας. Η επιχειρηματική δραστηριότητα τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγομένης 2 ήταν μεταξύ άλλων η πώληση εισιτηρίων για τουρίστες ανά το παγκόσμιο και υπηρεσίες πληρώματος πλοίων. Κατά ή περί τις 28.7.15 οι ιδιοκτήτες των δύο εταιρειών συμφώνησαν το διαχωρισμό των επιχειρήσεων τους. Συμφώνησαν όπως ο κ. Saveliev γίνει ο τελικός ιδιοκτήτης της POSEIDON (εναγόμενη 2) και ο κ. Pangin ο μοναδικός τελικός ιδιοκτήτης της NACOMAR (ενάγουσας). Λόγω της διευθέτησης αυτής, ο κ. Pangin ζήτησε από την εναγομένη 1 να παραιτηθεί από διευθύντρια της ενάγουσας και προέβη στο αίτημα αυτό λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων της εναγομένης 1 αφού οι ιδιοκτήτες της ενάγουσας και της εναγομένης 2 δεν ήταν πλέον οι ίδιοι. Η εναγομένη 1 παραιτήθηκε κατά ή περί την 1.10.
  2. Κατά η περί την 1.11.15 όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, κατέληξε σε συμφωνία με τον κ. Pangin για την αγορά της ενάγουσας οπότε και έγινε ο ίδιος ο μοναδικός ιδιοκτήτης της. Ήταν αναγκαίο να πάρει πληροφορίες και έγγραφα από την εναγομένη 1 ώστε να ολοκληρώσει τη Δέουσα Επιμέλεια της ενάγουσας (Due Diligence) αλλά προς έκπληξη του η εναγομένη 1 αρνήθηκε να του τα παραδώσει. Στις 20.11.15 ο κ. Pangin έλαβε μια επιστολή από τον δικηγόρο κ. Κώστα Βελάρη ο οποίος τον πληροφορούσε ότι η πελάτης του είχε δικαίωμα ενεχύρου επί των εγγράφων που αφορούσαν την ενάγουσα. Όπως ισχυρίστηκε στην επιστολή ο κ. Βελάρης, η εναγομένη 1 ενεργούσε υπό τη διπλή της ιδιότητα δηλαδή ως διευθύντρια της ενάγουσας και ως εργαζόμενη σε αυτή και ζητούσε ποσό €30.000 με €40.000 ως αποζημιώσεις προκειμένου να παραδώσει τα έγγραφα. Αυτό δεν έγινε, όπως περαιτέρω αναφέρει στην ένορκη δήλωση, ποτέ δεκτό ούτε από τον Pangin ούτε από τον ίδιο και η εναγομένη 1 προσπαθούσε να βρει τρόπους για να παρακρατεί τα εταιρικά έγγραφα της ενάγουσας. Είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι η εναγομένη 1 παραιτήθηκε από τη θέση της στην ενάγουσα χωρίς να ζητήσει αποζημιώσεις και ουδέποτε πρόβαλε ισχυρισμό για αποζημιώσεις. Στις 21.12.15 ο κ. Pangin έλαβε άλλη επιστολή από τον κ. Βελάρη με ίδιο περιεχόμενο και επιπρόσθετα του ανέφερε ότι συμβούλευσε την εναγομένη 1 να αποσύρει από οποιοδήποτε λογαριασμό της ενάγουσας τα ποσά που εκείνη πίστευε πως η ενάγουσα της οφείλει. Η άρνηση της εναγομένης 1 να του παρέχει τα έγγραφα της ενάγουσας δημιούργησε σοβαρές υπόνοιες και ξεκίνησε μαζί με τον κ. Pangin έρευνα αναφορικά με την ενάγουσα. Κατά ή περί τις 27.4.16 η JCC εταιρεία που διαχειρίζεται τη διαδικασία πληρωμών μέσω πιστωτικών και χρεωστικών καρτών, πληροφόρησε τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι η ενάγουσα ήταν χειριστής της JCC και λάμβανε πληρωμές μέσω του συστήματος πληρωμών της JCC. Ξεκίνησε έρευνα στη CIM Bank στην Ελβετία για να εντοπίσει κατά πόσο τα ποσά της JCC μεταφέρονταν σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11(α) κατάσταση από τη CIM BANK των ποσών που μεταφέρθηκαν προς και για λογαριασμό της ενάγουσας και ως Τεκμήριο 11(β) κατάσταση των ποσών που μεταφέρθηκαν από το λογαριασμό της ενάγουσας στο λογαριασμό της εναγομένης
  3. Τα τεκμήρια 11(α) και 11(β) δηλώνουν σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ότι τα έσοδα της JCC στην πραγματικότητα μεταφέρονταν στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στη CIM BANK και μεταφέρονταν από εκεί επ' ονόματι της εναγομένης
  4. Συνολικά μεταφέρθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη 2 €1.238.710,90 και οι μεταφορές αυτές όπως τον ενημέρωσε ο κ. Pangin έγιναν χωρίς τη δική του έγκριση. Επιπλέον €559.525,35 μεταφέρθηκαν από την ενάγουσα στην εναγομένη 2 από 5.10.15 μέχρι 6.11.
  5. Στην περίοδο αυτή ο κ. Pangin ήταν ο μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας και κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής δικαιούχος της εναγομένης 2 ήταν ο κ. Saveliev και ο κ. Pangin δεν συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στην εναγομένη
  6. Είναι ακόμη ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ότι η εναγομένη 1 χρησιμοποιώντας τη θέση της ως διευθύντρια και εξουσιοδοτημένη να υπογράφει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της ενάγουσας, δολίως και χωρίς έγκριση μετέφερε ποσά που ανήκουν στην ενάγουσα στην εναγομένη 2 και οι μεταφορές αυτές δείχνουν το λόγο για τον οποίο η εναγομένη 1 αρνείται να του παραδώσει τα έγγραφα της ενάγουσας. Στην αίτηση καταχώρισαν ένσταση οι καθ' ών η αίτηση-εναγόμενη 1 και εναγόμενη 2, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: H Aίτηση εδράζεται σε ανύπαρκτο, λανθασμένο ή ελλιπές νομικό υπόβαθρο. Η Αίτηση δεν είναι συνηρτημένη με οποιαδήποτε βάση αγωγής ούτε και είναι συνακόλουθη με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα (cause of action). H Aίτηση και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν ικανοποιούν τις αρχές και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων. Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν αποκαλύπτει: (α) Καλή βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορούσε μεταγενέστερα να αποκατασταθεί σε περίπτωση μην έκδοσης του διατάγματος.
  7. Η ενάγουσα δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και συγκεκριμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο με σκοπό να εξασφαλίσει μονομερώς διατάγματα στα οποία δεν εδικαιούτο.
  8. Η Αίτηση δεν εμπεριέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις και συνεπώς δεν δικαιολογείται η μονομερής έκδοση διαταγμάτων. Περαιτέρω, η ενάγουσα απέκρυψε στοιχεία τα οποία καθιστούν την Αίτηση μη κατεπείγουσα και/ή καταδεικνύουν εκ μέρους τους μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
  9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη χορήγησης των αιτουμένων διαταγμάτων.
  10. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και εμφορείται από αλλότρια κίνητρα, στοχεύοντας στην εξασφάλιση οφέλους ή κέρδους στα οποία η ενάγουσα δεν δικαιούται νόμιμα.
  11. Το μονομερές εκδοθέν διάταγμα είναι υπερβολικά δραστικό και/ή καταπιεστικό με αποτέλεσμα να προκαλεί υπέρμετρα και δυσβάστακτα προβλήματα στη διαβίωση και/ή τη λειτουργία των Εναγομένων.
  12. Τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης είναι αδικαιολόγητα, εμφορούνται από αλλότρια ελατήρια και προφανώς αποσκοπούν στην αθέμιτη εξασφάλιση εμπιστευτικών πληροφοριών των Εναγομένων. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 η οποία αναφέρει ότι είναι η μόνη διευθύντρια της εναγομένης 2 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί και εκ μέρους της στην παρούσα ένορκη δήλωση. Για τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση έχει προσωπική γνώση και για όσα η γνώση της δεν είναι προσωπική αναφέρει την πηγή γνώσης της. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η απαίτηση της ενάγουσας είναι παντελώς αβάσιμη και τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι σε μεγάλο βαθμό αναληθή ή στηρίζονται σε μισές αλήθειες ή στρεβλώσεις με σκοπό να παραπλανηθεί το Δικαστήριο για την εξασφάλιση των διαταγμάτων. Η ενόρκως δηλούσα αρνείται ότι απέσπασε χρήματα από λογαριασμό που διατηρείτο στο όνομα της ενάγουσας στην CIM BANK προς όφελος της εναγομένης 2 χωρίς την άδεια της ενάγουσας και χωρίς να της το γνωστοποιήσει και αρνείται επίσης τον ισχυρισμό ότι ο Vasily Menlik και ο Andrei Pangin ανακάλυψαν το γεγονός αυτό τυχαία στα πλαίσια πρόσφατης έρευνας. Είναι ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι ο λογαριασμός στη CIM BANK η λειτουργία του και όλες οι κινήσεις του λογαριασμού αυτού ήταν πάντα γνωστά στην ενάγουσα και η ενάγουσα δεν ήταν ποτέ ο πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού αυτού. Ο λογαριασμός είχε ανοιχθεί από την εναγομένη 2 στο όνομα της ενάγουσας σαν αντιπρόσωπος της για να δέχεται πληρωμές που εγίνοντο προς όφελος της εναγομένης 2 από επιβάτες στις κρουαζιέρες της εναγομένης 2 που πλήρωναν με πιστωτική κάρτα μέσω της JCC. Ο λογαριασμός είχε ανοιχθεί στο όνομα της ενάγουσας μόνο για τεχνικούς λόγους. Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε στην παρουσία του Andrei Pangin ο οποίος είχε μεταβεί στην Ελβετία για το σκοπό αυτό με εκπρόσωπο του Nikolay Saveliev. Από την αρχή, από το έτος 2013 οι πληρωμές μεταφέρονταν άμεσα στην εναγομένη 2 με πλήρη γνώση της ενάγουσας η οποία ποτέ δεν ήγειρε οποιαδήποτε ένσταση ή απαίτηση και ο ενόρκως δηλών Vasily Melnik γνώριζε τα πάντα για το λογαριασμό αυτό. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι Saveliev και Pangin ήταν φίλοι και συνέταιροι και η επιχείρηση τους συνίστατο σε δύο κλάδους, ο ένας που ασκείτο από την ενάγουσα και ασχολείτο κυρίως με τις μεταφορές πληρωμάτων και άλλο προσωπικό ναυτιλιακών εταιρειών σαν ταξιδιωτικοί πράκτορες και τελούσε υπό τη διεύθυνση του κ. Pangin και ο άλλος κλάδος ασκείτο από την εναγόμενη 2 και ασχολείτο με τη διοργάνωση πολυτελών κρουαζιέρων και τελούσε υπό τη διεύθυνση του κ. Saveliev. Η ίδια το 2000 μετακόμισε στην Κύπρο και βοηθούσε τον σύζυγο της Nikolay Saveliev και τον συνέταιρο του Αndrei Pangin στις επιχειρήσεις τους και ενημέρωνε κανονικά τους ίδιους στην Μόσχα για όλα τα θέματα που διαχειριζόταν στην Κύπρο. Τα γραφεία στη Μόσχα ενημερώνονταν πάντα για όλες τις κινήσεις χρημάτων των κυπριακών εταιρειών και τους στέλνοντο τακτικά καταστάσεις όλων των τραπεζικών λογαριασμών. Το άτομο που ενημέρωνε στη Μόσχα και της έδιδε οδηγίες εκ μέρους του κ. Pangin ήταν η Olga Zhimolostnova. Yπεύθυνη επίσης για την ενάγουσα από το 2014 ήταν και η Anastasia Pugatcheva η οποία ήταν πλήρως ενήμερη για το λογαριασμό στη CIM BANK και τις κινήσεις του λογαριασμού αυτού. Παραδέχεται ότι κατά τον Ιούλιο του 2015 οι δύο συνέταιροι αποφάσισαν να τερματίσουν τη συνεργασία τους και συμφώνησαν να διαχωρίσουν τις επιχειρήσεις τους. O κ. Pangin ανέλαβε τις δραστηριότητες της ενάγουσας και ο κ. Saveliev τις δραστηριότητες της εναγομένης 2 τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό. Κατά την περίοδο εκείνη αφέθηκε να νοηθεί ότι η ίδια θα παρέμενε διευθυντής σε μια από τις δύο εταιρείες (ενάγουσα και εναγομένη 2) σε όποια θα επέλεγε αλλά θα συνέχιζε να διευθύνει ζητήματα στην Κύπρο και των δύο εταιρειών κάτω από τους ίδιους όρους όπως και προηγουμένως. Οι συνέταιροι ζήτησαν τη βοήθεια της Interstatus Βusiness Services Ltd για την εφαρμογή της απόφασης τους για το διαχωρισμό η οποία τους συνέστησε τον Vasily Manlik ο οποίος παρουσιάστηκε σαν δικηγόρος που μπορούσε να ενεργήσει για όλα τα μέρη στη σκοπούμενη δικαιοπραξία. Η ίδια πληροφορήθηκε για το πρόσωπο αυτό στις αρχές Ιουλίου με Αύγουστο του 2015 όταν ο κ. Pangin την πληροφόρησε ότι θα την επισκεπτόταν για να του παράσχει πληροφόρηση ή βοήθεια για τους σκοπούς του διαχωρισμού των δραστηριοτήτων των δύο πρώην συνεταίρων. Κατά τον Αύγουστο του 2015 τον συνάντησε για πρώτη φορά και ξανασυναντήθηκαν στη συνέχεια όπου τον ενημέρωσε για όλα τα θέματα που αφορούσαν τις κυπριακές εταιρείες και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς περιλαμβανομένου και του λογαριασμού στη CIM BANK. Απάντησε σε όλες του τις ερωτήσεις και ο ίδιος τήρησε λεπτομερείς σημειώσεις για όσα του ανέφερε. Στις 31.8.15 στο γραφείο συμβολαιογράφου στη Μόσχα και ενεργούντως του Vasily Menlik ολοκληρώθηκε ο διαχωρισμός των επιχειρήσεων των δύο συνεταίρων. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι ενώ ο Vasily Manlik ισχυρίζεται πιθανή δική της σύγκρουση συμφερόντων, δεν αποκάλυψε στην ένορκη του δήλωση ότι ενεργούσε σαν νομικός σύμβουλος των εναγομένων για θέματα που σχετίζονται με την παρούσα απαίτηση της ενάγουσας και χρησιμοποίησε πληροφορίες τις οποίες πήρε εμπιστευτικά από τους εναγομένους σαν πελάτες του εναντίον τους και όταν ενεργούσε σαν νομικός σύμβουλος για τους εναγόμενους, παρέλειψε να τους αναφέρει ότι είχε προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Ο Vasily Menlik όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, όφειλε να δώσει λεπτομέρειες για την ιδιότητα του και το ρόλο του όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την εξασφάλιση του ενδιάμεσου διατάγματος. Στις 3.11.15 ο Vasily Menlik την επισκέφθηκε στο γραφείο της στη Λεμεσό και απαίτησε να του παραδώσει τα κλειδιά του γραφείου, να τον πληροφορήσει τι από το περιεχόμενο του γραφείου περιλαμβανομένων της επίπλωσης και του εξοπλισμού ανήκε στην ενάγουσα και της ανέφερε ότι είχε διευθετήσει συνάντηση με εκπρόσωπο του ιδιοκτήτη του γραφείου για να αναλάβει την κατοχή του. Όταν η ίδια ζήτησε το λόγο για αυτές τις απαιτήσεις του, της είπε για πρώτη φορά ότι τα ζητούσε σαν αντιπρόσωπος επενδυτών που στο μεταξύ είχαν αποκτήσει την ενάγουσα, θέση που μετέβαλε αργότερα για να ισχυριστεί ότι αυτός ήταν ο νέος ιδιοκτήτης της ενάγουσας. Ακολούθησε νέα συνάντηση με τον κ. Menlik και την επόμενη δηλαδή 5.11.15 της απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 5). Mε το μήνυμα αυτό ο Vasili Menlik ζητούσε πληροφόρηση για το λογαριασμό στη CIM BANK και στις 6.11.15 η ίδια ανταποκρίθηκε με πλήρη επεξήγηση για το λογαριασμό (Τεκμήριο 6). Στο τεκμήριο 6 φαίνεται όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, ο πραγματικός δικαιούχος του λογαριασμού όπως και ο λόγος για τον οποίο είχε μεταφέρει οτιδήποτε βρισκόταν σε αυτόν μετά το διαχωρισμό των επιχειρήσεων των δύο συνεταίρων. Ο λογαριασμός αυτός σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, ανοίχθηκε στη CIM BANK το
  13. Η εναγομένη 2 χρησιμοποιούσε σαν τράπεζα της την Τράπεζα Κύπρου. Τα πλείστα εισιτήρια για τις κρουαζιέρες που οργάνωνε η εναγομένη 2 πληρώνονταν με πιστωτικές κάρτες και έτσι αποτάθηκε στη JCC Κύπρου για να ανοίξει λογαριασμό στο όνομα της εναγομένης
  14. Ενημερώθηκε ότι δεν ήταν δυνατό η εναγόμενη 2 να ανοίξει τέτοιο λογαριασμό γιατί τότε δεν είχε εταιρική παρουσία στην Κύπρο και έτσι η Τζούλια Παλόχη της JCC τη συμβούλευσε να ανοίξει το λογαριασμό στο όνομα κάποιας άλλης ημεδαπής εταιρείας η οποία να ενεργεί σαν εντολοδόχος της εναγομένης 2 η οποία θα ήταν και ο πραγματικός δικαιούχος. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκ.6Α παράρτημα 1, συμφωνία που όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει ότι οι πληρωμές θα γίνονταν στο όνομα της εναγομένης
  15. Έκτοτε και μέχρι το 2013 οι πληρωμές που γίνονταν μέσω της JCC μεταφέρονταν στο λογαριασμό της ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου και από εκεί αμέσως μεταφέρονταν στο λογαριασμό της εναγομένης 2 στην ίδια τράπεζα. Αυτή η διευθέτηση ήταν γνωστή σε όλους τους ενδιαφερόμενους περιλαμβανομένου και του κ. Pangin. Το 2013 η εναγομένη 2 υπέστη μεγάλες ζημιές συνεπεία του κουρέματος καταθέσεων στην Τράπεζα Κύπρου και αποφάσισε να αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου σαν παραλήπτη των πληρωμών με κάρτα μέσω JCC με τη CIM BANK ενώ ο λογαριασμό στη JCC παρέμεινε σαν το όχημα για τέτοιες πληρωμές. Για να μη διαταραχθεί η υφιστάμενη διευθέτηση με τη JCC και λαμβάνοντας υπόψη τις καλές σχέσεις μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης 2 ο νέος λογαριασμός ο οποίος θα ήταν συνδεδεμένος με τη JCC ανοίχθηκε στο όνομα της ενάγουσας. Ο λογαριασμός αυτός ήταν σε γνώση και αντίληψη και με τη συγκατάθεση του κ. Pangin και όλων των συνεργατών του ότι ανήκε δικαιωματικά στην εναγομένη
  16. Η ίδια όπως αναφέρει, ενημέρωσε για το θέμα αυτό το Vasili Menlik και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 6Β σχετική αλληλογραφία. Επισυνάπτει επίσης τα Τεκμήρια 7 και 8 όπου σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα φαίνεται η αλληλογραφία με το Vasily Menlik για το κλείσιμο του λογαριασμού στη CIM BANK. Το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση αντικρούει όπως αναφέρει, τα όσα ο Vasily Menlik αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι δήθεν δεν του παρείχε πληροφόρηση σε μια προσπάθεια του για να δικαιολογήσει το αίτημα του. Για ενίσχυση όπως αναφέρει του ισχυρισμού της ότι η ενάγουσα και ο Vasili Manlik γνώριζαν πάντα για το λογαριασμό στη CIM BANK και όλες τις κινήσεις σχετικά με το λογαριασμό αυτό, την 1.12.15 ειδοποίησε την Olga Zhimolostnova ότι όλα τα χρήματα από το λογαριασμό από τη CIM BANK είχαν μεταφερθεί στην εναγομένη 2 εκτός από ένα ποσό €800 που παρέμεινε για πιθανά έξοδα της τράπεζας. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα επεσύναψε καταστάσεις λογαριασμού της CIM BANK μεταξύ των οποίων και του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 10). Στις 3.12.15 η Αnastasia Pugatcheva που ήταν ο νέος ελεγκτής της ενάγουσας, της απέστειλε απόσπασμα από τα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας με αναφορά στην απόσυρση και μεταφορά στην εναγομένη 2 όλων των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 33 της ένορκης δήλωσης του Vasily Menlik συμποσούμενα σε €559.525,35 και της ζήτησε να τιμολογήσει τα ποσά αυτά για την ενάγουσα (Τεκμήριο 11). Στο Τεκμήριο 11(α) επιβεβαιώνεται όπως αναφέρει ότι τα υπόλοιπα μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης 2 αναφορικά με το λογαριασμό στη CIM BANK ήταν μηδενικά και σύμφωνα με το τεκμήριο 12 ο Vasily Menlik ήταν πάντα γνώστης για οτιδήποτε αφορούσε την ενάγουσα αφού όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 12 οι καινούργιοι ελεγκτές της ενάγουσας εξέφραζαν ικανοποίηση για την πληροφόρηση και τις λεπτομέρειες που η ίδια είχε δώσει για την προετοιμασία των λογαριασμών της εταιρείας. Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι ο Vasily Menlik στην ένορκη του δήλωση παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα συνειδητά και ολοφάνερα παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε για το λογαριασμό με τη CIM BANK πριν την έρευνα των δικηγόρων του και παραπλάνησε το Δικαστήριο ισχυριζόμενος ότι δεν είχε πληροφόρηση για τα περιουσιακά στοιχεία και δραστηριότητες της ενάγουσας. Είναι φανερό ότι ή ενάγουσα είχε όλη την πληροφόρηση που ήταν αναγκαία για να εντοπίσει τους εναγομένους και τη βάση της αγωγή της. Τα αιτητικά για διατάγματα τύπου Pharmacal δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να παρακάμψουν και ή να ακυρώσουν το δικαίωμα επίσχεσης που έχει. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η Εύη Λάμπρου δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση η ενάγουσα-αιτήτρια απαντά στους ισχυρισμούς της εναγομένης 1-καθ'ης η αίτηση τόσο σε σχέση με την γνώση του κ. Pangin για τον επίδικο λογαριασμό στη CIM BANK και τον δικαιούχο του λογαριασμού, όσο και στους ισχυρισμούς ότι λόγω της θέσης του ως κοινός δικηγόρος των συνεταίρων απέκτησε εμπιστευτικές πληροφορίες από τους εναγομένους, όπως επίσης και σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της η εναγομένη
  17. Η Εύη Λάμπρου ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ότι δεν είναι αλήθεια ότι ο Vasily Menlik απέκρυψε ότι γνώριζε την ύπαρξη του λογαριασμού στη CIM BANK και παραπέμπει στο περιεχόμενο της παραγράφου 16 της ένορκης του δήλωσης. Σε σχέση επίσης με τον ισχυρισμό της εναγομένης 1 για τον δικαιοιύχο του λογαριασμού στη CIM BANK η Εύη Λάμπρου επισυνάπτει στη δήλωση της τα τεκμήρια 1 και 1Α όπου προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς. Στο περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που καταχώρισε η ενάγουσα θα επανέλθω και στη συνέχεια. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από την αιτήτρια μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ της ενάγουσας στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στη περιορισμένη έκταση εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις και από τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στις περιπτώσεις όπου οι ενόρκως δηλούντες αντεξετάζονται. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το πλαίσιο για το ενδιάμεσο διάταγμα: "Θα επαναλάβουμε έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί πως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της". Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149). Η ένσταση αναφέρεται μεταξύ άλλων σε δύο θέματα τα οποία κατά την εισήγηση του κ. Βελάρη όπως αναπτύχθηκαν στην αγόρευση του είναι τόσο καθοριστικής σημασίας που αν γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία του άρθρου 32. Το πρώτο θέμα αφορά την απόκρυψη κατά τους καθ'ων η αίτηση ουσιωδών γεγονότων από τον Vasily Menlik και το δεύτερο την έλλειψη του κατεπείγοντος. Ενόψει της σοβαρότητας των θεμάτων θα εξετάσω πρώτα τους ισχυρισμούς αυτούς αφού αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να εξετάσει την ουσία του (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.α. v. Π.Κ. Καμπανέλλα
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606). Όπως απορρίφθηκε στη Γρηγορίου (πιο πάνω): «Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου το οποίο αρνείται να ακούσει πλέον αυτό που το εξαπάτησε και ακυρώνει τη διαταγή». Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται «στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών και ότι πρέπει να αποκαλυφθεί είναι γεγονότα γνωστά στον αιτητή τα οποία σχετίζονται με το βάσιμο των δικαιωμάτων του όπως αναφέρονται στα δικόγραφα στη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρει καθώς και την πιθανότητα επιτυχία». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1719 αναφέρθηκε ότι: «Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράληψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση να διατάξει την συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους». Η παράλειψη του Vasily Menlik να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ήταν κοινός δικηγόρος των πρώην συνεταίρων, δεν θεωρώ ότι είναι τέτοιας καταλυτικής σημασίας για τα θέματα που αφορούν το προσωρινό διάταγμα ούτε και η παράλειψη αυτή δημιούργησε οποιοδήποτε θέμα που θα διαφοροποιούσε κατά την κρίση μου την απόφαση του Δικαστηρίου αν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τεθεί ενώπιον του. Ο ισχυρισμός αυτός της Ανζέλικα Βορέα σε συσχετισμό με την αναφορά της για την γνώση του για εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες προσπαθεί να αξιοποιήσει προς ίδιο όφελος, είναι θέματα που αφορούν και θα κριθούν κατά το στάδιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Το δεύτερο θέμα που προβάλλει ιδιαίτερα η πλευρά των εναγομένων και στηρίζει τον ισχυρισμό για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων είναι τα γεγονότα σε σχέση με το λογαριασμό της ενάγουσας στη CIM BANK θέμα που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό αφού ο λογαριασμός αυτός και η δέσμευση του αποτελεί τη βάση του εκδοθέντος διατάγματος. Στην ένορκη του δήλωση ο Vasily Menlik αναφέρει ότι όταν κατά ή περί τις 20.12.15 έλαβε μια επιστολή από τον κ. Βελάρη σε σχέση με το λόγο για τον οποίο η εναγομένη 1 δεν παρέδιδε τα έγγραφα της ενάγουσας όπως της ζήτησε και η άρνηση της να συμμορφωθεί με το αίτημα του αυτό, δημιούργησε σοβαρές υπόνοιες τόσο στον ίδιο και στον κ. Pangin που ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της ενάγουσας που τους έδωσαν την αφορμή για να ξεκινήσουν μια έρευνα αναφορικά με την ενάγουσα. Τον πληροφόρησε ο κ. Pangin ότι ανακάλυψε καταστάσεις λογαριασμών της CIM BANK από τη Γενεύη όπου φαίνεται ότι η εταιρεία JCC διαχειρίζετο τη διαδικασία των πληρωμών μέσω πιστωτικών καρτών αλλά δεν φαινόταν που μεταφέρθηκαν τα ποσά αυτά. Για το λόγο αυτό το Μάρτιο του 2016 ανέθεσε στους δικηγόρους του να διερευνήσουν αν η ενάγουσα χρησιμοποιούσε τη JCC με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά ή περί τις 20.7.16 η CIM BANK εντόπισε τα ποσά από την JCC και εντόπισε σε ποιο πρόσωπο μεταφέρονταν αυτά τα ποσά από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας. Τα τεκμήρια που εξασφάλισε από τη CIM BANK δηλώνουν όπως ισχυρίζεται ότι τα έσοδα από την JCC στην πραγματικότητα μεταφέρονταν στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στη CIM BANK και από εκεί μεταφέρονταν στο λογαριασμό της εναγομένης
  1. Οι μεταφορές αυτές όπως ισχυρίζεται έγιναν χωρίς την έγκριση του κ. Pangin. Τους ισχυρισμούς αυτούς αρνείται η εναγομένη 1 στη δική της ένορκη δήλωση και ισχυρίζεται ότι ο Vasily Menlik ψεύδεται όταν ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε μέχρι πολύ πρόσφατα για τον επίδικο λογαριασμό. Eπισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση το Τεκμήριο 5 που αφορά επικοινωνία του Vasily Menlik μαζί με την ενόρκως δηλούσα στις 5.11.15 όπου φαίνεται αναφορά του Vasily Menlik στο λογαριασμό στη CIM BANK. Eπισυνάπτει επίσης στην ένορκη της δήλωση το Τεκμήριο 6 που έχει ημερομηνία 6.11.15 και απευθύνεται στο Vasily Menlik. Το τεκμήριο 6 αναφέρεται στο λογαριασμό της ενάγουσας με τη CIM BANK και αναφέρεται σε προηγούμενες οδηγίες που δόθηκαν στην ενόρκως δηλούσα από τον Vasily Menlik να μην κλείσει το λογαριασμό και σε οδηγίες που της δόθηκαν από την Olga Zhimolostnova να κλείσει το λογαριασμό. Αναφέρει περαιτέρω η εναγομένη 1 στο ίδιο τεκμήριο και απευθύνεται στο Vasily Menlik ότι αν επιθυμεί το κλείσιμο του λογαριασμού θα πρέπει να της στείλει γραπτές οδηγίες. Όπως αναφέρει επίσης, στο λογαριασμό αυτό παραμένει ένα υπόλοιπο €800 για τα έξοδα της τράπεζας. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5 και 6 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε, καταδεικνύει ότι ο Vasily Menlik όχι μόνο γνώριζε για την ύπαρξη του λογαριασμού από το Νοέμβριο του 2015, αλλά γνώριζε και τις διευθετήσεις μέσω του λογαριασμού αυτού (Τεκμήριο 5 παράγραφος 4.1). Ισχυρίζεται επίσης η ενόρκως δηλούσα ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε στη CIM BANK μετά από προσωπική επίσκεψη στην Ελβετία του Pangin με την Μαρίνα Βλάσοβα, εκπρόσωπο του Νikolay Saveliev, ισχυρισμός που δεν αμφισβητήθηκε και ο τρόπος λειτουργίας του λογαριασμού φαίνεται στο παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 6(Α). Απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του Vasily Menlik καταδεικνύει ότι δεν περιλαμβάνει τίποτε από τις αναφορές στις οποίες προβαίνει στη δική της ένορκη δήλωση η εναγομένη
  2. Ο ισχυρισμός της Εύης Λάμπρου ότι γίνεται αναφορά για το θέμα αυτό στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του Vasily Menlik, δεν συμφωνώ ότι καλύπτει το θέμα και δεν έχει αυτό το περιεχόμενο. Στην παράγραφο 16 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι η ενημέρωση που είχε από τον κ. Pangin ήταν ότι ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν ανενεργός. Τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 δεν υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι η γνώση του περιορίζετο μόνο στην ύπαρξη ανενεργού λογαριασμού. Η παράλειψη του Vasily Menlik να αναφερθεί στις λεπτομέρειες που η εναγομένη 1 αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση οι οποίες καταδεικνύουν ότι ο ενόρκως δηλών είχε προσωπική γνώση για τον επίδικο λογαριασμό και τη λειτουργία του, πολύ πριν από τον Ιούλιο 2016, θεωρώ ότι είναι καταλυτικής σημασίας. Το ερώτημα στο στάδιο αυτό δεν είναι ποιος είναι ο δικαιούχος του λογαριασμού, θέμα που παραμένει ανοικτό, αλλά αν ο ενόρκως δηλών γνώριζε και από πότε για την ύπαρξη και λειτουργία του λογαριασμού. Η μη αποκάλυψη της αλληλογραφίας και των λεπτομερειών που αναφέρει στην ένορκη της δήλωση η εναγομένη 1 όπου φαίνεται η γνώση του Vasily Menlik για τον επίδικο λογαριασμό από το Νοέμβριο του 2015 διασαλεύει τη βάση του διατάγματος και πλήττει κατά την κρίση μου καταλυτικά τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να καταλήξει ότι η ενάγουσα-αιτήτρια ενήργησε με την ύψιστη πίστη που όφειλε ερχόμενη μονομερώς και ζητώντας δραστική θεραπεία αφού εκτός από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5 και 6 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Ανζέλικα Βορέα και αναφέρθηκα πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 που στάληκε την 1.12.15 στην Olga Zhimolostnova που ενεργούσε εκ μέρους του κ. Pangin, αλλά ούτε και το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 11 και 12 όπου γίνονται αναφορές με θέμα το λογαριασμό στη CIM BANK και το υπόλοιπο του λογαριασμού. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι το διάταγμα που εκδόθηκε θα πρέπει να ακυρωθεί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 597 το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και θεωρώ ότι εάν στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Vasily Menlik υπήρχαν οι αναφορές αυτές, το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε μονομερώς το διάταγμα. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο ότι δεν υπήρχε το κατεπείγον κατά το χρόνο που η αιτήτρια προσήλθε μονομερώς στο Δικαστήριο και ζήτησε την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Είναι ισχυρισμός που προβάλλει στην ένορκη δήλωση του Vasily Menlik ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε για τις μεταφορές στο λογαριασμό μετά από την έρευνα των δικηγόρων του τον Απρίλιο του 2016 και όταν στις 20.7.16 η CIM BANK εντόπισε τα ποσά της JCC που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό. H αίτηση καταχωρήθηκε στις 27.7.16 και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο αμέσως μόλις ενημερώθηκε για τις μεταφορές από τον επίδικο λογαριασμό. Η αλληλογραφία όμως που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της εναγομένης 1 και τα όσα αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με την απόκρυψη γεγονότων, συνδέονται άμεσα και με το χρόνο που η ενάγουσα προσέφυγε στο Δικαστήριο. Ενώ είχε υπόψη του ο ενόρκως δηλών τα γεγονότα που αφορούν το λογαριασμό από το Νοέμβριο 2015, προσήλθε στο Δικαστήριο τον Ιούλιο 2016. Κατά συνέπεια πάντα σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν υπήρχε ούτε το στοιχείο του κατεπείγοντος ώστε να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος μονομερώς και το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και γι' αυτό το λόγο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα εξετάσω και την ουσία του άρθρου 32 στην περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω κατάληξη δεν είναι ορθή, ξεκινώντας από το κατά πόσο η ενάγουσα αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Η αιτήτρια εκτός από το διάταγμα που αιτήθηκε και εκδόθηκε, ζητά την έκδοση διατάγματος τύπου NORWICH PHARMACAL. Όπως φαίνεται στην οπισθογράφηση της απαίτησης και είναι ισχυρισμός της ενάγουσας η εναγόμενη 1 παρέβηκε τα εμπιστευματικά καθήκοντα (FIDUCIARY DUTIES) που είχε έναντι της ενάγουσας, ως Διευθύντρια της ενάγουσας και είναι υπόλογη μαζί με την εναγόμενη 2 έναντι της ενάγουσας να την αποζημιώσουν για όλες τις ζημιές και/ή τις απώλειες που υπέστη η ενάγουσα. Ισχυρίζεται επίσης ότι είναι υπόλογοι να δώσουν λογαριασμό (TO ACCOUNT) για όλα τα μυστικά κέρδη (SECRET PROFITS) που διενήργησαν οι εναγόμενοι και/ή αποκόμισαν σε βάρος της ενάγουσας. Δεν έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης και οι περαιτέρω ισχυρισμοί της ενάγουσας φαίνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών στηρίζονται και οι υπόλοιπες αξιώσεις της ενάγουσας όπως φαίνεται μέσα από την οπισθογράφηση της απαίτησης μεταξύ των οποίων είναι και αποζημιώσεις. Από το περιεχόμενο της οπισθογράφησης της απαίτησης φαίνεται η ενάγουσα να έχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, όμως με την μαρτυρία που έχει προσκομίσει η εναγομένη 1 η οποία στο μεγαλύτερο της μέρος δεν έχει αμφισβητηθεί και με τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα δημιουργούνται πολλά ερωτηματικά κατά πόσο η ενάγουσα καταδεικνύει πιθανότητα επιτυχίας. Στο στάδιο αυτό όπως είναι βασική αρχή, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα θέματα που αφορούν την ουσία της υπόθεσης παραμένουν ανοικτά για να αποφασιστούν στο τέλος της δίκης. Οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι όπως αναφέρω πιο πάνω, στο μεγαλύτερο τους μέρος παραμένουν αναντίλεκτοι και παρά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της ενάγουσας στην ουσία δεν απαντήθηκαν, στοιχείο που καθορίζει τουλάχιστο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και την επιτυχία της υπόθεσης της. Στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal έχει αναφερθεί ότι η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο (βλ. Avila Management Services κ.ά. ν. Stepanek κ.ά. Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12 με παραπομπή στην Μitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625). Στην ίδια απόφαση αναφέρθηκε επίσης ότι το ζητούμενο δεν είναι η επιθυμία λήψης των πληροφορίων αλλά η αναγκαιότητα για την έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε, φαίνεται ότι για τη δημιουργία, διατήρηση και λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ενημερώνονταν και άλλα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στην υπηρεσία της ενάγουσας και κατά συνέπεια οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν και με άλλους διαθέσιμους τρόπους. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, θεωρώ ότι και στην ουσία η αίτηση δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας αφού δεν στοιχειοθετείται η δεύτερη προϋπόθεση αλλά και στην περίπτωση επιτυχίας θεωρώ ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση την ίδια την απαίτηση της ενάγουσας. Περαιτέρω όμως θεωρώ ότι ούτε στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογείται για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η διατήρηση του διατάγματος. Η αίτηση αποτυγχάνει και στην ουσία της και απορρίπτεται. Το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - ενδιάμεσο διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.