ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΥΙΑΝΝOS HADJIMITSIS MOTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης 638/14, 23/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A391 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 638/14 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Αιτητών -και- ΥΙΑΝΝOS HADJIMITSIS MOTORS LIMITED (ΗΕ80895), από τη Λεμεσό
- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ"ΜΙΤΣΗ (Α.Δ.Τ.659176), από τη Λεμεσό
- ΜΑΡΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ Χ"ΜΙΤΣΗ (Α.Δ.Τ.734710), από τη Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση ----------------------------------------------- 23 Σεπτεμβρίου 2016 Για αιτητές: κα Ο. Κωνσταντίνου για Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σία (κα Φ. Μιχαηλίδου ν' ακούσει απόφαση) Για καθ' ων η αίτηση: κα Ε. Σωκράτους για Π. Κλεοβούλου (κα Σ. Κωνσταντινίδου ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι αιτητές με την παρούσα αίτηση εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 1.6.2012, ως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου. Η αίτηση έχει ως νομική βάση τα άρθρα 3, 4, 52
(1)(β) και 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, τη Δ.47 και Δ.48 θ.θ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, το άρθρο 37
(1)
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και τη γενική πρακτική και εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από τις ένορκες δηλώσεις του κ. Χριστάκη Δημητρίου, Λειτουργού του Τμήματος Ανάρτησης Χρεών των αιτητών η πρώτη ημερομηνίας 3.11.2014 και η συμπληρωματική 29.2.2016. Σ' αυτές επισυνάπτει τη διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 1.6.2012, που προτίθεται να εγγραφεί, καθώς και τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης της στους καθ' ων η αίτηση. Μετά την επίδοση που έγινε προσωπικά στον καθ' ου η αίτηση 2 και για λογαριασμό της συζύγου του-καθ' ης η αίτηση 3 καθώς και της καθ' ης η αίτηση 1, εταιρείας, οι καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν την αίτηση-έφεση 51/2013 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με την οποία ζητούσαν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Η αίτηση-έφεση μετά από αριθμό αναβολών, κατόπιν αιτημάτων από πλευράς των καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου που είναι επίσης τεκμήρια στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Δημητρίου, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 12.9.2014 λόγω μη προώθησης της (σφραγισμένο αντίγραφο του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου επίσης επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση). Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση η οποία έχει ως νομική βάση τα άρθρα 9 και 26 του Συντάγματος, τα άρθρα 5
(1)
(2)
(3)
(4)και Παράρτημα (Ι)(ιζ) του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου (Ν.93(1/96), τον Νόμο 160
(1)/99), τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες οι οποίες ενσωματώθηκαν από την Κυπριακή Νομοθεσία, το άρθρο 4 του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, το άρθρο 74 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, το άρθρο 19 του Νόμου 106
(1)/2010, τα άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 12 και 13 του Νόμου 197
(1)/2003, την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (4ο Τμήμα ημερ. 30.4.2014, C- 26/12, το Μέρος ΧΙΙΙ και ΧVI του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, τα άρθρα 10 και 30 του Κεφ.4, τη Δ.2, 16, 19, 20, 21, 22, 23, 31, 33, 34, 47 και 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 37 και 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 ημερομηνίας, 15.6.
- Στην ένσταση προβάλλονται 17 λόγοι ένστασης που είναι οι εξής: «
- Η μη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για να δικαιούνται οι Αιτητές την έκδοση των αιτούμενων.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
- Η λεγόμενη απόφαση ουδεμία νομική ισχύ έχει καθ' ότι εξεδόθη από πρόσωπο αναρμόδιο.
- Ο διορισμός του εν λόγω προσώπου έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς χωρίς την συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο εν λόγω διορισμός παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96, και συγκεκριμένα του άρθρου 5
(1)
(2)
(3)
(4)και του Παραρτήματος, παράγραφος 1 (ιζ) κατά τις οποίες απαγορεύεται η κατάργηση της προσφυγής στο Δικαστήριο και της άσκησης των ενδίκων μέσων και της υποχρέωσης του δανειολήπτη να αποδέχεται διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις και άλλους περιορισμούς, οι οποίοι απαριθμούνται στο Νόμο.
- Η διαδικασία από την οποία εκπορεύθηκε η λεγόμενη απόφαση ήταν παράτυπη καθ' ότι δεν τηρήθηκαν τα δικονομικά θέσμια και παρεβιάσθη κάθε έννοια φυσικής δικαιοσύνης, ήτοι: (ί) Δεν εδόθη στους Καθ' ων δικογραφημένη απαίτηση της Αιτήτριας. (ii) Δεν εδόθη στους Καθ' ων η ευκαιρία να υπερασπίσουν την υπόθεση τους. (iii) Δεν διεξήχθη καμία δίκη ούτε εδόθη καμία μαρτυρία, ούτε εδόθη στους Καθ' ων δικαίωμα να αντεξετάσουν κανένα μάρτυρα. (ϊν) Ουσιαστικά δεν ετέθη στους Καθ' ων κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός και καμία μαρτυρία δεν υποστήριξε κανένα ισχυρισμό. (ν) Δεν ετηρήθησαν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. (νΐ) Δεν ετηρήθησαν πρακτικά. (vii) Ο λεγόμενος διαιτητής διορίσθηκε μονομερώς από την Αιτήτρια, υπήρξε συνεργάτης και/ή υπάλληλος του Συνεργατισμού και δεν εδόθη το δικαίωμα στους Καθ' ων να αποδεχθούν τέτοιο διορισμό. (viii) Η λεγόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη.
- Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις, οι εν λόγω καταχρηστικές χρεώσεις επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς τούτων, σε παράνομες χρεώσεις υπερημερίας και στη συνέχεια σε κεφαλαιοποιήσεις των και ανατοκισμού των, σε χρεώσεις καταχρηστικές και/ή αδικαιολόγητες, όπως χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και/ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τοκίζονται, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο.
- Η δανειακή σύμβαση εβασίσθη επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (εφ' εξής καλουμένου «ο Νόμος 160(Ι)/99») ο οποίος Νόμος, αφού κατήργησε τον προϋπάρχοντα περί Τόκου Νόμο 2/77, που προστάτευε αρκούντως τον δανειολήπτη από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών και από τις καταχρηστικές τους χρεώσεις, παρέχει, πλέον, την απόλυτη ελευθερία στις τράπεζες να χρεώνουν παρανόμως, με απαράδεκτα ποσά τον δανειολήπτη και να επιβάλλουν στο λογαριασμό του δανειολήπτη μονομερώς και αυθαίρετα, οποιοδήποτε επιτόκιο και να κεφαλαιοποιούν τον παράνομο τόκο και να τον ανατοκίζουν δύο φορές τον χρόνο.
- Οι αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός στο σύνολό του και/ή εν μέρει ως ακολούθως: Λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας: (α) Οι πρόνοιές του δεν εναρμονίζονται με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, ότι ο Νόμος πρέπει να προβλέπει την πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν και με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. (β) Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99, αφήνει ελεύθερο πεδίο στις τράπεζες να μεταχειρίζονται απάνθρωπα και ταπεινωτικά τους δανειολήπτες, δεν αφήνει περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε και την διαβίωσή τους υπό συνθήκες κοινωνικής ασφάλειας και κυρίως δεν τους προστατεύει, ως η επιταγή του άρθρου 26 του Συντάγματος προβλέπει, από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών αλλά, τουναντίον, παραδίδει αυτούς έρμαιο στην απόλυτη αυθαιρεσία των τραπεζών, οι οποίες, μονομερώς και κατά το δοκούν, προβαίνουν σε καταχρηστικές χρεώσεις και επιβάλλουν καταχρηστικά επιτόκια στους λογαριασμούς των δανειοληπτών, τοκίζουν τις επιβληθείσες καταχρηστικές χρεώσεις με καταχρηστικά επιτόκια, κεφαλαιοποιούν τους παραγόμενους, κατά τον ως άνω αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, τόκους και ανατοκίζουν τα παραγόμενα ποσά μέχρι δύο φορές τον χρόνο, όπως ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 τους επιτρέπει, με αποτέλεσμα να διογκούται το χρέος κατά τρόπο εξωφρενικά παράλογο και ο δανειολήπτης και οι κληρονόμοι της περιουσίας του να καθίστανται δανείου υποτελείς στις Τράπεζες και να αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του και συνεπεία τούτου τα ατομικά του δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες του δανειολήπτη και των κληρονόμων της περιουσίας του να περιορίζονται, να τίθενται υπό δοκιμασία και να περιστέλλονται. (γ) Ο Νόμος 160(Ι)/99, όπως προαναφέρεται, κατήργησε το προϋπάρχοντα περί τόκου Νόμο 2/77, εφ' εξής «ο Νόμος 2/77», ο οποίος προστάτευε αρκούντως τους δανειολήπτες, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ο Νόμος 2/77: i. Απαγόρευε επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από το Νόμο και/ή του αρμοδίου Υπουργού, ii. Απαγόρευε την κεφαλαιοποίηση του τόκου και/ή τον ανατοκισμό. iii. Απαγόρευε οιανδήποτε χρέωση πέραν του καθορισμένου ως άνω επιτοκίου iv. Απαγόρευε την είσπραξη τόκου, ο οποίος στο σύνολο του, μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. (δ) Ο Νόμος 160(Ι)/99 κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος κατάργησε τον Νόμο που απαγόρευε την τοκογλυφία των τραπεζών και θέσπισε ένα απόλυτα τοκογλυφικό νόμο που επιτρέπει στις τράπεζες να κατακλέβουν τους δανειολήπτες, αφού: i. Ελευθεροποιεί το επιτόκιο και αφήνει τις τράπεζες απεριόριστες να επιβάλλουν αυθαίρετα, μονομερώς και άδικα επιτόκιο και πέραν του εν λόγω επιτοκίου να χρεώνουν τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με οποιαδήποτε χρέωση αποφασίσουν αυθαίρετα οι τράπεζες και το παραγόμενο ποσό να το κεφαλαιοποιούν μέχρι και δύο φορές το χρόνο και να το τοκίζουν ξανά και τον παραγόμενο τόκο να τον κεφαλαιοποιούν ξανά και να τον επανατοκίζουν. ii. Αφήνει της τράπεζες ελεύθερες να κηρύσσουν τους δανειολήπτες ως υπερήμερους και αφού τους κηρύξουν ως τέτοιους να τους χρεώνουν με τιμωρητικό τόκο, λεγόμενο τόκο υπερημερίας, και τον τόκο που παράγεται να τον κεφαλαιοποιούν και να τον επανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. iii. Με τις ως άνω καταχρηστικές χρεώσεις των δανειοληπτών, τις οποίες ο Νόμος 160(Ι)/99 επιτρέπει στις τράπεζες, να επιβάλλουν τα δάνεια των δανειοληπτών πολλαπλασιάζονται με τρόπο παράνομο και με αλματώδη ρυθμό οι τράπεζες να κερδοσκοπούν και πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος των δανειοληπτών και ενώ με τον προϋπάρχοντα Νόμο 2/77 το κεφάλαιο με τους προστιθέμενους τόκους μπορούσε να διπλασιασθεί, στη χειρότερη για το δανειολήπτη περίπτωση, σε δεκατρία χρόνια, με το Νόμο 160(Ι)/99 το αρχικό ποσό χρέους, προστιθεμένων των καταχρηστικών χρεώσεων και των παράνομων τοκισμών μπορεί να διπλασιασθεί σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια το εν λόγω διπλασιαζόμενο χρέος να ξανά διπλασιαστεί και ούτω καθ' εξής το χρέος να συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται χωρίς τέρμα, χωρίς όριο και χωρίς περιορισμό.
- Διαζευκτικά ο εν λόγω Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες εξεδόθησαν κατά καιρούς ως ακολούθως Λεπτομέρειες δυσαρμονίας των προνοιών του Ν. 160(Ι)/99 με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς και/ή νομοθεσία (α) Επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι δύο φορές, ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιτρέπουν κεφαλαιοποίηση του τόκου μόνο μία φορά κατά το τέλος του έτους. (β) Επιτρέπει τον ετήσιο υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 360 μέρες το έτος ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιβάλλουν τον υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 365 μέρες του έτους. (γ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα ειλικρινή και διαφανή χειρισμό των λογαριασμών του δανειολήπτη με αποτέλεσμα η Τράπεζα να ενεργεί εις βάρος του δανειολήπτη ανεξέλεγκτα (δ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα να ενημερώνει τον δανειολήπτη με σαφή και ειλικρινή τρόπο για τους όρους της δανειακής του σύμβασης πριν από την υπογραφή της σύμβασης, με αποτέλεσμα η Τράπεζα, κάνοντας χρήση της δεσπόζουσας θέσης της στη σύναψη της δανειακής σύμβασης να εξαναγκάζει τον δανειολήπτη να υπογράφει την σύμβαση χωρίς να έχει την ευκαιρία να την μελετήσει και ο δανειολήπτης έχοντας πλήρη άγνοια των όρων της άγεται και φέρεται από την τράπεζα χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης και χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, ως το αδύνατο μέρος της Σύμβασης, χωρίς δυνατότητα αμφισβήτησης των αυθαιρεσιών της τράπεζας στον λογαριασμό του, και χωρίς δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταχρηστικές χρεώσεις, τους παράνομους τοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς. (ε) Επιτρέπει στις τράπεζες να καταστρατηγούν τους κανόνες ελεύθερου ανταγωνισμού και να νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος εάν αφήνετο ελεύθερος θα δημιουργούσε συνθήκες, που θα επενεργούσαν υπέρ του δανειολήπτη, αφού αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες χωρίς προληπτική και/ή κατασταλτική εποπτεία και χωρίς να τους επιβάλλει αποτρεπτικούς, περιορισμούς να εφαρμόζουν εναρμονισμένη και συντονισμένη μεταξύ τους πρακτική η οποία νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταστρατηγεί τους όρους λειτουργίας του με αποτέλεσμα οι τράπεζες να εφαρμόζουν εναρμονισμένη μεταξύ τους πολιτική και πρακτική όσον αφορά τα δικαιώματα των τραπεζών αλλά έτι περαιτέρω και τις αυθαιρεσίες, καταχρήσεις και παρανομίες εις βάρος των δανειοληπτών. (στ) Εν γένει ο Νόμος αυτός, κατά πνεύμα και γράμμα, λειτουργεί και εφαρμόζεται από τις τράπεζες κατά παράβαση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και/ή Ευρωπαϊκών οδηγιών, ευλογεί τις αυθαιρεσίες και παρανομίες των τραπεζών και καταπατεί τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες των δανειοληπτών αφού τους καθιστά δανείου υποτελείς στις Τράπεζες.
- Διαζευκτικά η εν θέματι δανειακή σύμβαση είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, Νόμου 93(Ι)/96, ως ακολούθως: (α) Οι ρήτρες της εν λόγω Σύμβασης περί τοκισμού και χρεώσεων διατυπώνονται κατά τρόπο ασαφή και/ή δυσερμηνευόμενο και/ή μη κατανοητό. (β) Οι εν λόγω Σύμβαση και οι ρήτρες της, στο σύνολο τους και/ή συγκεκριμένα οι περί τοκισμού και χρεώσεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα της Αιτήτριας και εκ των πραγμάτων οι Καθ΄ ων δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της. (γ) Οι εν λόγω Δανειακή Σύμβαση και /ή διαλαμβανόμενες σε αυτή ρήτρες και/ή συγκεκριμένα οι ρήτρες περί χρεώσεων και/ή τοκισμού του λογαριασμού των Καθ΄ ων δημιουργούν εις βάρος των Καθ΄ ων ανισότητα υπέρ των δικαιωμάτων της Αιτήτριας αφ' ενός και εις βάρος των υποχρεώσεων των Καθ΄ ων αφ' ετέρου (δ) Η διαπραγματευτική αδυναμία των Καθ΄ ων κατά την υπογραφή της εν λόγου Δανειακής Σύμβασης αφ' ενός και ο τρόπος και ο βαθμός του καταχρηστικού και άδικου χειρισμού του λογαριασμού των Καθ΄ ων παραβιάζει την απαίτηση της καλής πίστης, την οποία η Αιτήτρια όφειλε να επιδείξει στην εν λόγω Δανειακή Σύμβαση. (ε) Επιτρέπουν στην Αιτήτρια μονομερώς και αυθαίρετα να επιβάλλει τόκους υπερημερίας, να καθορίζει το επιτόκιο, να προβαίνει σε χρεώσεις ανεξέλεγκτα να προβαίνει σε επίσχεση κεφαλαίων των Καθ΄ ων.
- Η εν θέματι Δανειακή Σύμβαση, ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολό της ως καταχρηστική και/ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική, και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς.
- Εις ήν περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, οι ρήτρες περί αυθαιρέτων και μονομερών χρεώσεων του λογαριασμού των Καθ΄ ων και περί μονομερούς επιβολής επιτοκίου και τόκων και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων και ανατοκισμών είναι ανίσχυροι όροι και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα.
- Η Αιτήτρια μονομερώς, παρανόμως, αυθαίρετα και καταχρηστικά επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αδικαιολόγητες και/ή παράνομες χρεώσεις, επέβαλαν επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα και/ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κεφαλαιοποίησε τις παράνομες χρεώσεις και/ή τους παραγόμενος παράνομους τόκους επέβαλε μονομερώς και παράνομα τιμωρητικές και/ή ποινικές ρήτρες στο λογαριασμό, τις οποίες ονόμασε τόκους υπερημερίας και όλα αυτά τα ποσά δια της κεφαλαιοποίησης τα ενσωμάτωσε στο ληφθέν δάνειο, τα τόκισε τα κεφαλαιοποίησε επαναλαμβανόμενες φορές, δύο και/ή περισσότερες φορές το χρόνο, τόκισε και ανατόκισε τα εν λόγω ποσά και συνεχίζει μέχρι σήμερα την εν λόγω παράνομη πρακτική.
- Η ως άνω περιγραφόμενη πρακτική της Αιτήτριας υπερφόρτωσε το λογαριασμό μου με καταχρηστικές χρεώσεις και τόκους με ρυθμό αλματώδη, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο να πολλαπλασιάζεται από περίοδο σε περίοδο, δηλαδή περίπου ανά πενταετία διπλασιάζεται.
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες ανατοκίζουν τον τόκο κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου
- Η εν λόγω πρακτική της Αιτήτριας πλήττει τα δικαιώματα των Καθ' ων. Προκαλεί κατάφωρη αδικία μη συνάδουσα με ευνομούμενη πολιτεία και η πολιτεία ενώ οφείλει να ασκεί εποπτεία προληπτική και/ή κατασταλτική στην αυθαιρεσία της Αιτήτριας, εντούτοις παραμένει αμέτοχη και/ή συνεργός στην εν λόγω τεκταινόμενη, χωρίς έλεος, παρανομία.» Στην ένορκη του δήλωση ο καθ' ου η αίτηση 2 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει ότι δεν γνώριζε για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης εφόσον την παρέλαβε μέσω του πρώην δικηγόρου του που τον εκπροσωπούσε στην Αίτηση-Έφεση με Αρ.51/13 και δεν πληροφορήθηκε για την απόρριψη της αίτησης. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους. Η μεν δικηγόρος των αιτητών κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έθεσε ο νομοθέτης παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε νομολογία. Από την άλλη η δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση απλά υιοθέτησε τους λόγους ένστασης, που αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης των πελατών της, και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Στην περίπτωση όμως που προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εγγεγραμμένης Εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου της και μέλους της, πρώην μέλους, προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους αναφορικά με τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας εφαρμόζεται ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (Ν.22/85)ως έχει τροποποιηθεί, σε συνάρτηση με τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87) ως έχουν τροποποιηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του πιο πάνω Νόμου, η διαφορά θα παραπέμπεται υφ' οιουδήποτε εκ των πιο πάνω προσώπων στον Έφορο χωρίς να αποκλείει τη δυνατότητα προσφυγής Συνεργατικής Εγγεγραμμένης Εταιρείας σε αρμόδιο Δικαστήριο. Το άρθρο 52
(2)του ιδίου Νόμου προνοεί ότι ο Έφορος δύναται επί τη λήψη της παραπομπής για διαιτησία να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν της διαφοράς ή να παραπέμπει την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν η οποία διεξάγεται συμφώνως προς τις διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. Τη διαδικασία παραπομπής της διαφοράς στον Έφορο σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο ρυθμίζει ο Κανονισμός 78 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 και έχει ως εξής: «78.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αύτη παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι΄ εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογήται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτην, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειας αυτής.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγήν, ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις ένα ή τρεις διαιτητάς». Το άρθρο 52
(4)του πιο πάνω Νόμου προβλέπει ότι «οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένον από την απόφαση οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως». Η παράγραφος 5 του άρθρου 52 τέλος προνοεί ότι «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Το Άρθρο 52 του πιο πάνω Νόμου υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α
(2008)1 ΑΑΔ 716 όπου στη σελίδα 719 αναφέρθησαν τα εξής: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄ αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Την ίδια προσέγγιση ακολούθησε και η υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707 όπου αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ.714 και 715: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του και ορθά εφάρμοσε τις προαναφερόμενες νομικές αρχές». Σχετική με το άρθρο 52 είναι επίσης και η πρόσφατη υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Π.Ε. 87/11, ημερομηνίας 20.6.2014 όπου αναφέρθησαν τα εξής: "Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα." Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην Αίτηση Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 ΑΑΔ 827, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη σελ. 831 ανάφερε τα εξής: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου .. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε οποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει». Από την πιο πάνω νομολογία συνάγεται ότι το θέμα εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και οποιεσδήποτε ενστάσεις μπορούν να προβληθούν θα πρέπει να έχουν σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Δεν παρέχεται κανένα περιθώριο εξέτασης της ουσίας της διαφοράς για την οποίαν παραπέμφθηκε σε διαιτησία και ούτε αναθεώρησης της απόφασης του διαιτητή. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου έχω ικανοποιηθεί ότι την 1.6.2012 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η εγγραφή με την παρούσα αίτηση. Η απόφαση έχει γνωστοποιηθεί στους καθ' ων η αίτηση και αυτό επιβεβαιώνεται από τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που επισυνάπτονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Δημητρίου που συνοδεύει την αίτηση. Συγκεκριμένα η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον καθ' ου η αίτηση 2 προσωπικά στις 4.1.2013, για την καθ' ης η αίτηση 3 εταιρεία επιδόθηκε στον διευθυντή της Γιαννάκη Χ"Μιτσή που είναι ο καθ' ου η αίτηση 2 την 4.1.2013 και για την καθ' ης η αίτηση 2, στο σύζυγο και συγκάτοικο της που είναι ο καθ' ου η αίτηση 2, στις 4.1.2013. Το γεγονός της επίδοσης της διαιτητικής απόφασης και συνακόλουθα της πληροφόρησης των καθ' ων η αίτηση για την έκδοση της απόφασης επιβεβαιώνουν επίσης και η καταχώρηση από πλευράς των καθ' ων η αίτηση της αίτησης/έφεσης 51/13 Ε.Δ. Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας στις 31.3.2014 και 26.5.2014 ο καθ' ου η αίτηση εμφανίζετο προσωπικά στη διαδικασία και ζητούσε αναβολή προς το σκοπό διορισμού δικηγόρου ή για διευθέτηση του χρέους. Αυτό δηλώνουν τα ίδια τα πρακτικά του Δικαστηρίου για τις πιο πάνω δικασίμους. Σ' όσον αφορά την επίδοση της απόφασης στην καθ' ης η αίτηση 2, μέσω του συζύγου και συγκάτοικου της, δεν ενέχει οτιδήποτε το μεμπτό αλλά η επίδοση είναι σύμφωνη με τη Δ.5 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σημειώνεται ότι η αίτηση/έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό ημερ. 12.9.2014 που είναι τεκμήριο στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Δημητρίου, γεγονός που καθιστά την απόφαση τελική δυνάμει και σύμφωνα με το άρθρο 52
(5)του πιο πάνω Νόμου. Σ' όσον αφορά τους λόγους ένστασης που αναφέρονται σε κατάχρηση διαδικασίας, ότι η απόφαση εκδόθηκε από αναρμόδιο πρόσωπο ή χωρίς τη συγκατάθεση των καθ' ων η αίτηση ή ο διορισμός του διαιτητή παραβιάζει πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96, η ότι η απόφαση είναι παράτυπη γιατί δεν τηρήθηκαν τα δικονομικά θέσμια, ή το χρέος προέρχεται από παράνομες χρεώσεις περιλαμβανομένων και παράνομων τόκων αποτελούν ζητήματα που εκφεύγουν του δικαστικού ελέγχου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και συνεπώς δεν μπορούν να εξεταστούν. Τα ζητήματα αυτά θα μπορούσαν να εγερθούν με την Αίτηση/Έφεση 51/13 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία όμως έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο και δεν λήφθηκαν μέτρα για επαναφορά της ή άσκηση έφεσης. Σε σχέση με το λόγο ένστασης για αντισυνταγματικότητα του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160
(1)/99 ή δυσαρμονίας προνοιών του με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες δεν είναι θέματα που μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, όπου η εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό θέμα και τα επίδικα θέματα της διαδικασίας περιορισμένα. Θέματα συνταγματικότητας είναι πέραν των πλαισίων που έχει καθορίσει η νομολογία. Σ' όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αυθαίρετης και καταχρηστικής συμπεριφοράς από μέρους των αιτητών ή της συμπερίληψης καταχρηστικής ή ποινικής ρήτρας στις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα παραβίαση συγκεκριμένων νομοθετημάτων ή Διεθνών Συμβάσεων, είναι θέματα που θα έπρεπε να εγερθούν είτε πριν τη διεξαγωγή της διαιτησίας με την καταχώρηση αγωγής είτε κατά τη διαδικασία της διαιτησίας ή τέλος κατ' έφεση και όχι στο τελικό στάδιο που επιζητείται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Συνοψίζοντας, τα όσα καταγράφονται στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει σε σχέση με τη νομιμότητα και εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης θα έπρεπε να είχαν τεθεί ενώπιον του διαιτητή ή τέλος να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης. Στην παρούσα διαδικασία τονίζεται ότι δεν υπάρχει δυνατότητα αναθεώρησης της απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι κατάληξη μου ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης σε βάρος των καθ' ων η αίτηση. Κατά συνέπεια η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΞΠ Subject: Civil / General Application / Interim Αναφορά: Αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο