PHIL. ANDREOU PUBLIC LTD ν. N.G. KYRIAKOU AUTOSERVICES LTD, Αρ. Αγωγής: 6060/2010, 23/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6060/2010 Μεταξύ: PHIL. ANDREOU PUBLIC LTD, από τη Λεμεσό Ενάγοντες -και- N.G. KYRIAKOU AUTOSERVICES LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενοι ...................... Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2016 Για Ενάγοντες: κ. Γ. Ον. Χριστοφίδης με κα Μ. Χριστοφίδη, για ν' ακούσει απόφαση κα Μ. Χριστοφίδη. Για Εναγόμενους: κ. Π. Τσαγκάρης με κ. Σ. Τσαγκάρη, για ν' ακούσει απόφαση κ Σ. Τσαγκάρης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα Αγωγή απαιτούν από τους εναγόμενους το ποσό των €2.424,73σ πλέον τόκο 9% από 1.12.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, με βάση την εμπορική συνεργασία την οποία είχαν μεταξύ τους οι διάδικοι, κατόπιν προφορικής και/ή γραπτής συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και εναγομένων η οποία έγινε κατά και/ή περί το 2006 πώλησαν στους εναγόμενους διάφορα προϊόντα και/ή υπηρεσίες και οι ενάγοντες εξέδωσαν και παρέδωσαν τιμολόγιο και/ή τιμολόγια αρ. 26000 ημερ. 10.10.06 όπου το ισόποσο τους καταγράφηκε στον χρεωστικό λογαριασμό των εναγομένων ο οποίος την 1.12.08 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €2.424,73σ. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς και την απαίτηση των εναγόντων. Προβάλλουν δε ότι οι ενάγοντες ήταν πελάτες των εναγομένων εφόσον οι ενάγοντες αγόραζαν και/ή αποδέχονταν υπηρεσίες από τους εναγόμενους οι οποίοι ασχολούνται με την επιδιόρθωση αυτοκινήτων όπου και επιδιόρθωναν τα αυτοκίνητα των εναγόντων. Για τις εν λόγω εργασίες εκδίδονταν τιμολόγια από τους εναγόμενους τα οποία γίνονταν αποδεκτά από τους ενάγοντες ή αντιπροσώπους τους κατά την παράδοση των επιδιορθωμένων αυτοκινήτων. Για τις εν λόγω εργασίες εκδόθηκαν τιμολόγια συνολικού ποσού €9.528,99σ τα οποία μέχρι σήμερα παραμένουν απλήρωτα. Οι εναγόμενοι ήγειραν ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων προβάλλοντας ότι κατά ή περί τον Μάιο 2006 αντιπρόσωπος και/ή υπάλληλος των εναγόντων επ' ονόματι Κώστας Μάρκου κάλεσε τους εναγόμενους σε συνεργασία και συγκεκριμένα όπως οι εναγόμενοι αναλάβουν την επιδιόρθωση αυτοκινήτων των εναγόντων. Με την αποδοχή της πρότασης από μέρους των εναγομένων, οι ενάγοντες μέσω του αντιπροσώπου τους ανέφεραν στους εναγόμενους ότι είχαν στη κατοχή τους 4 βαρέλια με λάδι αυτοκινήτου τα οποία θα έδιναν στους εναγόμενους στην τιμή των €1.178,94σ περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. έναντι των μελλοντικών εργασιών που θα έκαναν οι εναγόμενοι, όπως και έγινε αποδεκτό από μέρους των εναγομένων. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι συνέχισαν τη συνεργασία τους με τους ενάγοντες μέσω του αντιπροσώπου και/ή υπαλλήλου των εναγόντων Γιώργου Σωτηρίου στον οποίο παρέδιδαν στις εγκαταστάσεις των εναγόντων τα τιμολόγια για τις επιδιορθώσεις των αυτοκινήτων. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διήρκησε μέχρι τον Νοέμβριο 2006 όπου οι ενάγοντες σταμάτησαν να δίδουν οδηγίες στους εναγόμενους για επιδιόρθωση των αυτοκινήτων. Τα τιμολόγια τα οποία εκδόθησαν από τους εναγόμενους δεν είχαν εξοφληθεί παρά τις προφορικές παρακλήσεις των εναγομένων και παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο €8.350,05σ μετά την αφαίρεση της αξίας του λαδιού. Με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόμενων, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης. Κατά την ακρόαση κατέθεσαν εκ μέρους των εναγόντων ο Φιλόκυπρος Ανδρέου (ΜΕ1) διευθυντής των εναγόντων, ο Μάριος Στυλλή (ΜΕ2) οικονομικός διευθυντής των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο και η Έφη Ελευθερίου (ΜΕ3) υπάλληλος των εναγόντων. Από μέρους υπεράσπισης μαρτυρία έδωσε ο Χρίστος Δημητρίου (ΜΥ1) υπάλληλος εις το τμήμα οδικών μεταφορών και ο Νεκτάριος Γεωργίου (ΜΥ2) διευθυντής των εναγομένων. Κατατέθηκαν επίσης 12 τεκμήρια εις το περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο. Μετά το πέρας της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προφορικά υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Κατά την ακρόαση, η απαίτηση συνεκδικάστηκε με την ανταπαίτηση. Για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης, έλαβα υπόψη μου ολόκληρη τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, μελέτησα τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν κατά τη δίκη και έλαβα υπόψη μου τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων. Ακολούθως θα καταγράψω συνοπτικά τα όσα αναφέρθηκαν από κάθε μάρτυρα αξιολογώντας ταυτόχρονα την προσκομισθείσα μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε έχοντας πάντοτε κατά νου τις καθιερωμένες αρχές της νομολογίας, οι οποίες κρίνεται αχρείαστο να επαναληφθούν. Ο ΜΕ1, εκτελεστικός πρόεδρος των εναγόντων, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, δεν κατέδειξε ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης αλλά και των όσων ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, ο ρόλος του στην εταιρεία των εναγόντων ήταν εποπτικός και έλεγχε τους υπεύθυνους των τμημάτων και όταν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα ενημερωνόταν για να βρεθεί λύση ή θα το επέλυε το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Για την παρούσα υπόθεση το μόνο που ήξερε να αναφέρει είναι ότι ο Κώστας Μάρκου, ο οποίος δεν δεσμεύει την εταιρεία, του ανέφερε σε κάποια στιγμή να συνεργαστούν με τους εναγόμενους οι οποίοι θα αγόραζαν λάδια από τους ενάγοντες και αυτοί θα έφτιαχναν τα αυτοκίνητα τους. Δεν γνώριζε όμως να αναφέρει κάτι περισσότερο αναφορικά με τα πιο πάνω και κατά πόσο έγινε όντως η πιο πάνω συμφωνία για συνεργασία και δεν φάνηκε να είχε σχέση με την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών Τεκμήρια 1 και
- Σύμφωνα με την γραπτή του δήλωση οι ενάγοντες αποδέχονται τα τιμολόγια τα οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι και περιλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Στη συνέχεια όμως συνέδεσε την πώληση των λαδιών με την πώληση αυτοκινήτου προς τους εναγόμενους, εφόσον αποτέλεσε θέση του ότι έδωσε οδηγίες να αποδεσμευτούν τα λάδια και γι' αυτό πώλησαν οι ενάγοντες σε αυτή την τιμή όπως είπε, το αυτοκίνητο. Αυτό που διεφάνηκε από την μαρτυρία του ΜΕ1, είναι ότι κατά τους ενάγοντες, πώλησαν στους εναγόμενους ένα αυτοκίνητο, εξέδωσαν ένα τιμολόγιο το Τεκμήριο 3 το οποίο καταγράφηκε στο Τεκμήριο 2 με αποτέλεσμα να προκύψει οφειλόμενο υπόλοιπο εναντίον των εναγομένων. Στην έκθεση απαίτησης καμία αναφορά γίνεται σε πώληση αυτοκινήτου ή κατάρτιση συμφωνίας προς τούτο, ούτε ποιο αυτοκίνητο αφορούσε η πώληση η οποία ανέφερε ο ΜΕ1 ούτε σε ποια τιμή συμφωνήθηκε η πώληση. Ο μάρτυρας αυτός παρουσίασε στο Δικαστήριο μια συγκεχυμένη εικόνα των όσων διαδραματίστηκαν μεταξύ των διαδίκων. Παρατηρώ ότι στην παρ. 5 της γραπτής δήλωσης του αναφέρει τα εξής: «
- Η Εναγόμενη εταιρεία ήταν πελάτης των εναγόντων από τους οποίους αγόραζε προιόντα και κατασκευές στη βάση εκδιδομένων τιμολογίων και με την ετοιμασία χρεοπιστωτικών λογαριασμών και καταστάσεων λογαριασμών.» Και ενώ αναφέρεται πιο πάνω σε αγορά από μέρους των εναγομένων προϊόντων και κατασκευών, ακολούθως στην παρ. 6 αναφέρει ότι η εναγόμενη αγόρασε και παρέλαβε από τους ενάγοντες διάφορα προϊόντα και υπηρεσίες μεταξύ των οποίων και λάδια και ένα αυτοκίνητο και οι ενάγοντες εξέδωσαν το τιμολόγιο με αρ. 260001 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, χωρίς να δίδονται περαιτέρω λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου ή της ισχυριζόμενης πώλησης. Από την μαρτυρία του ΜΕ1 δεν προέκυψε η πώληση κατασκευών στους εναγόμενους ως αναφέρεται στην παρ. 5 της γραπτής δήλωσης του ούτε η παροχή υπηρεσιών όπως αναφέρεται στην παρ.
- Εις ότι αφορά την πώληση προϊόντων η μόνη μαρτυρία η οποία δόθηκε είναι η πώληση του λαδιού και του αυτοκινήτου. Εις ότι αφορά την πώληση του λαδιού να αναφερθεί ότι προωθήθηκαν δυο θέσεις από μέρους του ΜΕ
- Η μια ότι πωλήθηκε το λάδι στους εναγόμενους εξού και πωλήθηκε το αυτοκίνητο στην τιμή που πωλήθηκε και η άλλη ότι έγινε συμφωνία ανταλλαγής του λαδιού με υπηρεσίες τις οποίες θα παρείχαν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες. Ανεξαρτήτως τούτου, κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 αναφορικά με την κατάρτιση της όποιας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Η ίδια μπερδεμένη εικόνα προκύπτει και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 το οποίο κατέθεσε ο ΜΕ1, την επιστολή ημερ. 8.10.10 η οποία στάληκε από τους συνηγόρους των εναγόντων στους εναγόμενους. Με το πιο πάνω τεκμήριο οι ενάγοντες καλούν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν το ποσό των €2.424,73σ πλέον τόκους αναφορικά «..με υπόλοιπο τιμήματος και/ή της αξίας προϊόντων και/ή υλικών και/ή μηχανημάτων και/ή αυτοκινήτου που προμήθευσαν οι πελάτες μας προς εσάς μετά από γραπτή και/ή προφορική συμφωνία μεταξύ σας και των πελατών μας που έγινε στη Λεμεσό για πώληση και/ή για παραγγελία για κατασκευή και/ή μεταφορά και/ή τοποθέτηση προϊόντων και άλλου τεχνικού εξοπλισμού και/ή προσφορά υπηρεσιών..». Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία δεν διακρίνεται από σαφήνεια, θολώνει ακόμα περισσότερο το τοπίο των γεγονότων εφόσον προκαλεί σύγχυση αναφορικά με την πραγματική φύση των συναλλαγών και συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων αλλά και τι αφορά το αξιούμενο υπόλοιπο και τι καλούνται οι εναγόμενοι να πληρώσουν. Παρατηρώ επίσης ότι ενώ γίνεται λόγος και δικογραφείται η ύπαρξη κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήρια 1 και 2) εις την οποία γίνονταν χρεοπιστώσεις για τις συναλλαγές των διαδίκων, ο ΜΕ1 δεν παρέθεσε οποιοδήποτε στοιχείο ή λεπτομέρεια εν σχέση με το περιεχόμενο των δυο καταστάσεων λογαριασμού. Η μόνη αναφορά του ΜΕ1 εις το Τεκμήριο 1 είναι ότι αυτό αφορά κατάσταση λογαριασμού εις την οποία φαίνονται οι εργασίες τις οποίες έκαναν οι εναγόμενοι και οι ενάγοντες τις έχουν αποδεχτεί και το Τεκμήριο 2 αφορά κατάσταση λογαριασμού εις την οποία φαίνεται τι αγόρασαν οι εναγόμενοι από τους ενάγοντες. Αποτέλεσε θέση του ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι έλαβαν γνώση των καταστάσεων λογαριασμών και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Κάτι τέτοιο δεν κρίνεται πειστικό, εφόσον στήριξε την θέση του αυτή στο γεγονός και μόνο ότι σύμφωνα με τις διαδικασίες οι οποίες ακολουθούνται στους ενάγοντες οι καταστάσεις λογαριασμού πάντοτε στέλνονται μια φορά το χρόνο ηλεκτρονικά στους πελάτες. Ο ίδιος του δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει κατά πόσο οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού στάλησαν στους εναγόμενους. Εις ότι αφορά την ανταπαίτηση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι όταν κινήθηκε η παρούσα Αγωγή μόνο τότε οι εναγόμενοι προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες χρωστούσαν κάποια τιμολόγια. Η θέση του αυτή δεν υποστηρίζεται από την υπόλοιπη μαρτυρία εφόσον σύμφωνα με την ΜΕ3 μετά όπου ζητήθηκε η εξόφληση του υπολοίπου από τους εναγόμενους και πριν καταχωρηθεί η παρούσα Αγωγή, ο διευθυντής των εναγομένων ανέφερε στην ΜΕ3 ότι οι ενάγοντες οφείλουν στους εναγόμενους κάποια τιμολόγια τα οποία ζητηθήκαν και ληφθήκαν από τους ενάγοντες. Εις ότι αφορά τα τιμολόγια τα οποία περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 7 και τα οποία οι ενάγοντες δεν αναγνωρίζουν, ο ΜΕ1 προβάλλει αντιφατικές θέσεις οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία του. Παράδειγμα αποτελεί η αναφορά του στην παρ. 9 της δήλωσης του ότι κάποια από τα τιμολόγια δεν έχουν παραλειφθεί από τους ενάγοντες και δεν λήφθηκαν υπόψη ίσως και να μην αφορούν τους ενάγοντες. Από την άλλη στην παρ. 12 της δήλωσης του καταγράφει ότι όλα τα άλλα τιμολόγια, δηλαδή του Τεκμηρίου 7, δεν τα αποδέχονται και δεν αφορούν υπηρεσίες προς την εταιρεία των εναγόντων. Τα πιο πάνω προβάλλουν μια συγκεχυμένη θέση του ΜΕ1 εφόσον δεν μπορεί από την μια να λέει ότι ίσως τα τιμολόγια να μην αφορούν τους ενάγοντες ενώ πιο κάτω να αναφέρει ότι δεν τα αποδέχεται. Τονίζεται δε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να παραθέσει οποιοδήποτε γεγονός ή συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε η επίδικη αξίωση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο σύμφωνα με τον ΜΕ1 φαίνεται να προέκυψε μετά την πώληση του αυτοκινήτου σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Για την εν λόγω συναλλαγή πέραν της κατάθεσης του Τεκμηρίου 3 ο ΜΕ1 δεν παρέθεσε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Δεν γνωρίζει ποιος ετοίμασε το τιμολόγιο και από ποιον υπογράφηκε. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 3 δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή είτε από μέρους των πωλητών ή των αγοραστών. Η εξήγηση του ΜΕ1 είναι ότι το τιμολόγιο είναι αντίγραφο και γι' αυτό δεν φέρει υπογραφή προσθέτοντας ότι μόνο τα πρωτότυπα τιμολόγια υπογράφονται. Κατατέθηκε όμως και το Τεκμήριο 5, ίδιο τιμολόγιο με το Τεκμήριο 3, το οποίο και πάλι είναι αντίγραφο αλλά φέρει υπογραφή στο μέρος των πωλητών. Τα πιο πάνω κλονίζουν ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία του. Προσπάθησε επίσης να πείσει το Δικαστήριο αναφορικά με την ισχυριζόμενη πώληση του αυτοκινήτου λέγοντας ότι το αυτοκίνητο ΗΡΝ 384 ήταν των εναγόντων μέχρι που πωλήθηκε στους εναγόμενους. Μέχρι σήμερα όπως είπε το βλέπει να κυκλοφορά αλλά δεν ξέρει από ποιον οδηγείται. Ήταν σίγουρος ότι έγινε η μεταβίβαση του αυτοκινήτου διότι ο ίδιος του υπέγραψε την φόρμα μεταβίβασης και δεν βρίσκεται στα αρχεία της εταιρείας. Παρ' όλη τη βεβαιότητα του ότι το αυτοκίνητο μεταβιβάστηκε δεν ανέφερε ούτε πότε έγινε η μεταβίβαση ούτε σε ποιον μεταβιβάστηκε. Η πιο πάνω θέση του έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Κατά πρώτο σύμφωνα με τον ΜΥ1, Χρίστο Δημητρίου, επόπτη οδικών μεταφορών η μαρτυρία του οποίου ως θα διαφανεί κατωτέρω γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, το όχημα το οποίο κατ' ισχυρισμό πωλήθηκε στους εναγόμενους σήμερα είναι εγγεγραμμένο σε κάποιο Ιωάννη Πιριπίτση όπου η εγγραφή έγινε στις 18.6.07 και προηγούμενος ιδιοκτήτης ήταν οι ενάγοντες από 28.9.01 μέχρι 18.6.
- Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 και τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 η ισχυριζόμενη πώληση του αυτοκινήτου στους εναγόμενους έγινε στις 10.10.06, χωρίς όμως να καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ποιος μεταβίβασε το αυτοκίνητο εις τον Πιριπίτση. Κατά δεύτερο, σύμφωνα με τον ΜΕ2 ο οποίος έλεγξε τα αρχεία των εναγόντων, μέχρι το 2010 το αυτοκίνητο δεν έχει μεταβιβαστεί. Ενόψει των πιο πάνω ο ΜΕ1 δεν κρίνεται πειστικός ούτε μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του για την διεξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων εφόσον τα όσα ανέφερε δεν έχουν τεκμηριωθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ίδιος του δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση ή εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεση. Για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία και σε πολλά σημεία δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ο ΜΕ2, Μάριος Στυλλής ήταν ο οικονομικός διευθυντής των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εξήγησε ότι το Τεκμήριο 1 είναι κατάσταση λογαριασμού πιστωτή δηλαδή αφορούσε ποσά τα οποία οφείλονται στους εναγόμενους από τους ενάγοντες, το Τεκμήριο 2 η κατάσταση λογαριασμού χρεώστη και το Τεκμήριο 3 το τιμολόγιο πώλησης του αυτοκινήτου. Ανέφερε ότι τα τιμολόγια τα οποία εκδοθήκαν από τους εναγόμενους, Τεκμήριο 6, είχαν εγκριθεί από τον ίδιο και φαίνονται εις το Τεκμήριο 1, ενώ τα τιμολόγια τα οποία εκδοθήκαν από τους εναγόμενους, Τεκμήριο 7, δεν υπάρχουν στοιχεία για να επιβεβαιωθεί κατά πόσο έγινε η αναφερόμενη εργασία από μέρους των εναγομένων. Αυτό το οποίο ανέφερε ουσιαστικά είναι ότι εις το Τεκμήριο 1 παρατηρείτο υπόλοιπο προς όφελος των εναγομένων και οι ενάγοντες προχώρησαν σε συμψηφισμό του εν λόγω λογαριασμού με τις εγγραφές εις τις οποίες έκαναν στο Τεκμήριο 2 όπου καταγράφηκε η πώληση λαδιού και του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να προκύψει το αξιούμενο ποσό εναντίον των εναγομένων. Παρατηρώντας το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και 2, τα όσα ανέφερε ο ΜΕ2 δεν προκύπτουν με καθαρότητα και σαφήνεια. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω ότι εις το Τεκμήριο 1 περιέχονται ως εγγραφή με αναφορά «UNKNOWN» δυο ποσά για τα οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τον μάρτυρα. Επαναλαμβάνω ότι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων είναι η ύπαρξη λογαριασμού μεταξύ των διαδίκων εις τον οποίο χρεώνονταν οι εκάστοτε πωλήσεις και/ή υπηρεσίες οι οποίες προσφέρονταν από τους ενάγοντες στους εναγόμενους. Καμία αναφορά γίνεται στην έκθεση απαίτησης για ύπαρξη δυο λογαριασμών οι οποίοι εν τέλει έχουν συμψηφιστεί. Ο ΜΕ2 δεν φαίνεται επίσης να λέει την αλήθεια αναφορικά με το θέμα της μεταβίβασης του αυτοκινήτου. Ενώ ο ίδιος του ανέφερε ότι έκανε έρευνα και το αυτοκίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί μέχρι το 2010, σύμφωνα με τα πιο πάνω και τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 το αυτοκίνητο είχε μεταβιβαστεί σε κάποιο Πιριπίτση στις 18.6.
- Η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν κρίνεται επίσης πειστική αναφορικά με το ζήτημα της πώλησης του αυτοκινήτου στους εναγόμενους. Πέραν του ότι καμία αναφορά έγινε από τον μάρτυρα σε συμφωνία πώλησης του αυτοκινήτου, ο ίδιος του φαίνεται να μην είχε προσωπική γνώση είτε για την έκδοση του τιμολογίου είτε για την ισχυριζόμενη παράδοση του αυτοκινήτου στους εναγόμενους, εφόσον κατά τον ίδιο το αυτοκίνητο και τιμολόγιο παραδόθηκαν στους εναγόμενους από τον Κώστα Μάρκου, ο οποίος δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει, αφήνοντας έτσι τα όσα λέχθηκαν γύρω από το πρόσωπο του χωρίς επιβεβαίωση. Ανέφερε επίσης, ότι απ' όσα θυμάται δεν υπήρχε διαφωνία από τους εναγόμενους για να πληρωθεί το τιμολόγιο των εναγόντων και απ' ότι τον ενημέρωσε η Έφη (ΜΕ3), όπως είπε, ο ΜΥ2 ανέφερε στην ίδια εφόσον οι ενάγοντες δεν πληρώνουν τα τιμολόγια των εναγομένων με την δικαιολογία ότι αυτά είναι ανυπόγραφα, τότε ούτε και οι εναγόμενοι θα πληρώσουν το τιμολόγιο των εναγόντων το οποίο είναι επίσης ανυπόγραφο. Τα πιο πάνω λεχθέντα του ΜΕ2 δεν υποστηρίζονται ούτε επιβεβαιώνονται από τα όσα ανέφερε η ΜΕ3 στο Δικαστήριο η οποία ουδεμία αναφορά έκανε εις τα πιο πάνω. Εις ότι αφορά τα τιμολόγια τα οποία οι εναγόμενοι απαιτούν την πληρωμή τους, ήταν η θέση του ότι σύμφωνα με την διαδικασία η οποία ακολουθείται, οι εν λόγω υπηρεσίες ζητούνταν μέσω του τμήματος αγορών αναλόγως των αναγκών των εναγόντων εν σχέση με τα αυτοκίνητα τους. Υπεύθυνοι για τα αυτοκίνητα όπως είπε ήταν οι Μάρκου και Σωτηρίου οι οποίοι κυρίως έκριναν ποιες εργασίες χρειάζονταν για τα αυτοκίνητα και έδιδαν σχετικές οδηγίες. Επέμενε ότι τα τιμολόγια Τεκμήριο 7 δεν τα αποδέχονται οι ενάγοντες για τον λόγο ότι τους παραδόθηκαν πολύ αργότερα και δεν είχαν στοιχεία για να επιβεβαιώσουν ότι πράγματι έγιναν οι εργασίες λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω τιμολόγια ήταν χωρίς υπογραφή. Τέτοια εξήγηση δεν κρίνεται πειστική, ούτε υποστηρίζεται από τα όσα έχει πει, λαμβάνοντας υπόψη την θέση του ότι αποκλειστική γνώση για τα ζητήματα των αυτοκινήτων και άμεση εμπλοκή είχαν οι Μάρκου και Σωτηρίου και όχι ο ίδιος. Ενόψει των όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα όσα ανέφερε δεν κρίνονται πειστικά και αληθή κατά τρόπο που να μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί στην μαρτυρία του ΜΕ2 για την διεξαγωγή οποιονδήποτε συμπερασμάτων. Τελευταία μάρτυρας από μέρους των εναγόντων, παρουσιάστηκε η Έφη Ελευθερίου ΜΕ
- Η εν λόγω μάρτυρας εργάζεται στους ενάγοντες από το 1999, στο τμήμα αγορών. Αναγνώρισε τα τεκμήρια 1 και 2, τα οποία όπως είπε ετοίμασε η ίδια. Ανέφερε ότι ζήτησε από το Νεκτάριο (διευθυντή εναγομένων ΜΥ2) να πληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο ο οποίος της ανέφερε ότι δεν δέχεται το αξιούμενο ποσό για τον λόγο ότι οι ενάγοντες οφείλουν κάποια τιμολόγια στους εναγόμενους. Τα εν λόγω τιμολόγια (Τεκμήριο 7) στάλησαν στους ενάγοντες αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις ή σημειώσεις που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τις εργασίες οι οποίες αναφέρονταν στα τιμολόγια των εναγομένων. Στην προσπάθεια της να πείσει το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους εναγόμενους, ήταν έντονη ότι κάποια από τα αυτοκίνητα τα οποία καταγράφονται εις τα τιμολόγια Τεκμήριο 7, δεν ανήκουν στους ενάγοντες. Ήταν μάλιστα έντονη εξηγώντας ότι έλεγξε κατά πόσο τα αυτοκίνητα τα οποία αναφέρονται εις τα τιμολόγια ανήκουν στους ενάγοντες και διαπίστωσε ότι τα αυτοκίνητα με αριθμούς EYE 224 και EPM 703 δεν ανήκουν στους ενάγοντες ενώ το αυτοκίνητο KIA δεν το γνωρίζει. Η μαρτυρία της ΜΕ3 παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις οι οποίες κλονίζουν ουσιαστικά την αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Παρά την πιο πάνω θέση της ως προς την ιδιοκτησία των αυτοκινήτων, προέκυψε κατά την αντεξέταση της ότι το αυτοκίνητο ΕΥΕ224 αναφέρεται στα τιμολόγια 1320 και 1323 του Τεκμηρίου 6, τα οποία έγιναν αποδεκτά από μέρους των εναγόντων. Προσπαθώντας να δικαιολογήσει και πάλι για ποιο λόγο δεν πληρώθηκε το τιμολόγιο 1339 και 1364 του Τεκμηρίου 7 τα οποία αφορούν το αυτοκίνητο ΕΥΕ224, προέβαλε δυο μπερδεμένες εκδοχές από την μια ότι κάποια αυτοκίνητα δεν ανήκουν στους ενάγοντες και από την άλλη ότι δεν υπήρχαν στοιχεία ότι παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες οι οποίες αναφέρονται σε κάθε τιμολόγιο του Τεκμηρίου
- Εν τέλει, με την καταχώρηση των Τεκμηρίων 8 και 9 εξήγησε ότι το αυτοκίνητο ΕΥΕ224 ανήκε σε εταιρεία του ομίλου των εναγόντων, αναφέροντας τελικά ότι δεν αρνήθηκαν οι ενάγοντες ότι είχαν το αυτοκίνητο, αφήνοντας να νοηθεί ότι για τους ενάγοντες είτε τα αυτοκίνητα ήταν εγγεγραμμένα στους ίδιους ή στην εταιρεία So Easy Stores η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών, για τους ενάγοντες δεν έχει διαφορά, αναιρώντας έτσι την αρχική της θέση ότι για το αυτοκίνητο ΕΥΕ 224 δεν πλήρωσαν τα τιμολόγια για το λόγο ότι δεν ανήκε στους ενάγοντες. Εις ότι αφορά το αυτοκίνητο εις το τιμολόγιο 1394 του Τεκμηρίου 7 με αρ. ΕΡΜ703, διευκρινίστηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι ο ορθός αριθμός είναι ΗΡΜ 703 όπου η ΜΕ3 αποδέχθηκε ότι ανήκει στους ενάγοντες. Εις ότι αφορά το αυτοκίνητο μάρκας ΚΙΑ η απλή αναφορά της ότι δεν το είχε υπόψη της και πάλι δεν κρίνεται πειστική λαμβάνοντας υπόψη προς τούτο και την μαρτυρία του ΜΥ2 εις την οποία θα αναφερθώ κατωτέρω και ο οποίος ανέφερε ότι παρέλαβε το αυτοκίνητο ΚΙΑ από τις εγκαταστάσεις των εναγόντων. Πέραν τούτου η ΜΕ3 όπως ανέφερε υπεύθυνος για τα αυτοκίνητα ήταν ο Σωτηρίου, ο οποίος ενδεχομένως θα μπορούσε να επιβεβαιώσει την θέση αυτή της ΜΕ3, ο οποίος όμως δεν κλήθηκε να καταθέσει στην υπόθεση. Τέλος, κρίνεται ότι η ΜΕ3 δεν ήταν μάρτυρας η οποία θα μπορούσε να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβηκε μεταξύ των διαδίκων είτε για σκοπούς απαίτησης είτε ανταπαίτησης, εφόσον ανέφερε ότι όλες οι εργασίες οι οποίες γίνονταν από μέρους των εναγόμενων προς όφελος των εναγόντων, τις γνώριζε μόνο ο Σωτηρίου ο οποίος επικοινωνούσε με τον Νεκτάριο (διευθυντή εναγομένων ΜΥ2) ή οι οδηγοί των αυτοκινήτων. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι ούτε η ίδια ούτε ο ΜΕ2 παρελάμβαναν τα αυτοκίνητα από τους εναγόμενους, αλλά ο Μάρκου αρχικά και στη συνέχεια ο Σωτηρίου. Πέραν των πιο πάνω, η ΜΕ3 επαναλαμβάνοντας τα όσα ανέφεραν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ανέφερε ότι όλες οι συνεννοήσεις αναφορικά με τα αυτοκίνητα γίνονταν μέσω του Μάρκου και Σωτηρίου και μετά την παραλαβή τιμολογίων μιλούσε μαζί τους προτού γίνει οποιαδήποτε καταχώρηση. Παρ' όλα αυτά όμως η ΜΕ3 δεν ανέφερε κατά πόσο έλεγξε τα εν λόγω τιμολόγια του Τεκμηρίου 7 με τα πιο πάνω πρόσωπα και όπως είπε δεν θυμάται να μίλησε με τον Σωτηρίου για τα εν λόγω τιμολόγια τα οποία αμφισβητούνται. Ήταν επίμονη ότι δεν μπορούσε να βρει στοιχεία στο ημερολόγιο το οποίο διατηρούσε αναφορικά με τα αυτοκίνητα τα οποία πήγαιναν για επιδιόρθωση προς επιβεβαίωση του περιεχομένου του Τεκμηρίου
- Παρ' όλα αυτά κανένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει την θέση της αυτή δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο ούτε το ίδιο το ημερολόγιο εργασιών, ενώ της ζητήθηκε κατά την αντεξέταση της να το παρουσιάσει. Εις ότι αφορά τις εγγραφές τις οποίες κατέγραψε στα Τεκμήρια 1 και 2 ανέφερε ότι τις δίνονταν οι πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα χωρίς να κατονομάσει αυτά ή να δώσει λεπτομέρειες για τα όσα κατέγραψε. Επομένως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΕ3 το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί την μαρτυρία της, η οποία χαρακτηρίζεται από ουσιαστικές αντιφάσεις, στερείτε πειστικότητας και όπως προέκυψε, η ίδια της δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή είτε εις την ισχυριζόμενη πώληση του αυτοκινήτου είτε στις υπηρεσίες τις οποίες προσέφεραν κατ' ισχυρισμό οι εναγόμενοι στους ενάγοντες. Πρώτος μάρτυρας από μέρους υπεράσπισης, παρουσιάστηκε ο Χρίστος Δημητρίου ΜΥ1, στην μαρτυρία του οποίου ήδη αναφέρθηκα συνοπτικά πιο πάνω. Η μαρτυρία του ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Όπως προανάφερα ο ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 10 και 11 πληροφορίες από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή τον οποίο χρησιμοποιεί στο τμήμα οδικών μεταφορών όπου εργάζεται. Τα εν λόγω τεκμήρια καταγράφουν ότι από 28.9.01 μέχρι την 18.6.07 ιδιοκτήτης του οχήματος ΗΡΝ384, ήταν οι ενάγοντες και από 18.6.07 ενεγράφη στον Ιωάννη Πιριπίτση. Η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν τυπική, δεν έχει αμφισβητηθεί και αποδέχομαι αυτή στην ολότητα της. Μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης έδωσε στο Δικαστήριο ο Νεκτάριος Κυριάκου Γεωργίου ΜΥ2, διευθυντής των εναγομένων, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο Β γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 σημειώσεις από το ημερολόγιο του όπου κατά τον ίδιο κατέγραφε τις ημερομηνίες όπου παρελάμβανε κάποιο αυτοκίνητο των εναγόντων και τις εργασίες τις οποίες εκτέλεσε για κάθε αυτοκίνητο. Ήταν η θέση του ότι τον Μάιο 2006 υπάλληλος των εναγόντων, Κώστας Μάρκου ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό των εναγόντων, τον κάλεσε να συνεργαστούν ζητώντας του όπως οι εναγόμενοι αναλάβουν την επιδιόρθωση αυτοκινήτων των εναγόντων. Η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από μέρους των εναγομένων. Με την αποδοχή της πρότασης ο Κώστας Μάρκου ανέφερε στον μάρτυρα ότι οι ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους 4 βαρέλια λάδι αυτοκινήτου των 200 λίτρων έκαστο και ότι θα τα έδιναν στην τιμή των €1,178.94σ (ΛΚ. 690), ως ποσό έναντι για τις εργασίες που θα έκαναν οι εναγόμενοι προς όφελος των εναγόντων. Από πλευράς εναγόντων έγινε προσπάθεια αμφισβήτησης της πιο πάνω θέσης του ΜΥ2, υποβάλλοντας του ότι η μόνη σχέση που είχαν οι εναγόμενοι με τον Μάρκου ήταν η πώληση του λαδιού και του αυτοκινήτου. Η θέση όμως την οποία προσπάθησαν να προωθήσουν οι ενάγοντες δεν υποστηρίζεται ούτε καν από την μαρτυρία την οποία προσκόμισαν οι ίδιοι, εφόσον σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 υπεύθυνοι για την διαχείριση των αυτοκινήτων των εναγόντων ήταν ο Μάρκου αρχικά και στη συνέχεια ο Σωτηρίου, οι οποίοι, όπως ανέφερε η ΜΕ3, ήταν τα πρόσωπα τα οποία γνώριζαν τις ανάγκες τις οποίες είχαν τα αυτοκίνητα και έδιδαν οδηγίες για την επιδιόρθωση τους. Σύμφωνα επίσης με την ΜΕ3, η οποία επιβεβαιώνει προς τούτο τον ΜΥ2, τα αυτοκίνητα παραλαμβάνονταν μετά την επιδιόρθωση από τον Σωτηρίου κατόπιν παραδόσεως τους από τους εναγόμενους στις εγκαταστάσεις των εναγόντων. Παρέθεσε την θέση του ότι έκανε όλες τις εργασίες προς όφελος των εναγόντων ως αυτές καταγράφονται στα Τεκμήρια 6 και 7 ως επίσης έχουν καταγραφεί από τον ίδιο στο ημερολόγιο του Τεκμήριο 12 και ήταν πειστικός τόσο με τα όσα ανέφερε για σκοπούς κυρίως εξέτασης του όσο και κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε αγόρασε αυτοκίνητο από τους ενάγοντες. Παρατηρώ δε ότι το περιεχόμενο των τιμολογίων Τεκμήριο 6 είναι αποδεκτό από τους ενάγοντες καθώς και το ότι κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο των τιμολογίων Τεκμήριο 7 ή εργασιών τις οποίες κατέγραψε ο ΜΥ2 στο Τεκμήριο 12 όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε το ποσό κάθε εργασίας η οποία καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Σε υποβολή ότι δεν είχε οδηγίες να προχωρήσει στις εργασίες οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 απάντησε ότι τις οδηγίες τις λάμβανε από τον Μάρκου και στη συνέχεια από τον Σωτηρίου. Τονίζεται ότι από πλευράς εναγόντων ουδέποτε αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι οι Μάρκου και Σωτηρίου έδιδαν οδηγίες για την παραλαβή και επισκευή των αυτοκινήτων από τους εναγόμενους εφόσον σύμφωνα με τους ΜΕ2 και ΜΕ3 τα πιο πάνω πρόσωπα διαχειρίζονταν τα αυτοκίνητα των εναγόντων. Παρέμεινε επίσης αδιαμφησβήτητο ότι οι εναγόμενοι αγόρασαν 4 βαρέλια λάδι 200 λίτρων έκαστο από τους ενάγοντες για το συνολικό ποσό των ΛΚ. 690, το οποίο οι εναγόμενοι αποδέχονται να αφαιρεθεί από το συνολικά αξιούμενο ποσό εναντίον των εναγόντων. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες αραδέχονται ότι δεν έχουν πληρώσει ούτε 1 σεντ για τις εργασίες τις οποίες έκαναν οι εναγόμενοι στα αυτοκίνητα τους. Δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΥ
- Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από συνοχή, απλότητα και ειλικρίνεια. Εξήγησε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η συμφωνία μεταξύ εναγομένων και εναγόντων για την αγορά λαδιού έναντι των εργασιών τις οποίες θα εκτελούσαν οι εναγόμενοι προς όφελος των εναγόντων, εξήγησε τις εργασίες τις οποίες έγιναν και οι οποίες προκύπτουν από τα Τεκμήρια 6, 7 και
- Δεν παρατηρώ οποιαδήποτε αντίφαση στην μαρτυρία του, την οποία αποδέχομαι στην ολότητα της. Ενόψει της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας και των όσων παρέμειναν αδιαμφησβήτητα μεταξύ των διαδίκων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι ενάγοντες μέσω του υπαλλήλου τους Κώστα Μάρκου, συμφώνησαν με τους εναγόμενους όπως οι εναγόμενοι αγοράσουν από τους ενάγοντες 4 βαρέλια λάδι αυτοκινήτου προς ΛΚ. 690 περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α. καθώς επίσης οι εναγόμενοι συμφώνησαν να επιδιορθώνουν τα αυτοκίνητα των εναγόντων. Το ποσό των ΛΚ. 690.- για την αγορά των λαδιών υπολογίστηκε ως πληρωμή έναντι των εργασιών τις οποίες θα εκτελούσαν οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι μέσω του διευθυντή τους παρελάμβαναν τα αυτοκίνητα των εναγόντων από τις εγκαταστάσεις των εναγόντων και τα παρέδιδαν στις εγκαταστάσεις τους τα οποία παρελάμβαναν αρχικά ο Κώστας Μάρκου και στη συνέχεια ο Γιώργος Σωτηρίου. Οι εναγόμενοι εξέδωσαν τα τιμολόγια Τεκμήρια 6 και 7 για τις εργασίες τις οποίες προσέφεραν στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες αναγνωρίζουν τα τιμολόγια του Τεκμηρίου
- Οι εναγόμενοι εκτέλεσαν εργασίες σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται εις το Τεκμήριο 6 και 7 εξετάζοντας αυτά υπό το φως του Τεκμηρίου 12, ύψους €9.528.99σ. Το ποσό το οποίο παραμένει υπόλοιπο για τις εργασίες τις οποίες εκτέλεσαν οι εναγόμενοι ανέρχεται σε €8.350.05σ αφαιρουμένου του ποσού των €1.178,94σ αξία του λαδιού. Οι ενάγοντες ουδέν ποσό πλήρωσαν έναντι του οφειλόμενου ποσού. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της απαίτησης των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση βαραίνει τους ενάγοντες ενώ το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης βαραίνει τους εναγόμενους. Το επίπεδο του βάρους αυτού της απόδειξης της απαίτησης και ανταπαίτησης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Οι ενάγοντες όπως και οι εναγόμενοι για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης, έχουν υποχρέωση να προσκομίσουν στο Δικαστήριο τέτοια μαρτυρία, η οποία αφού κριθεί αξιόπιστη, να είναι ικανή να αποσείσει το πιο πάνω επίπεδο απόδειξης. Όπως υποστήριξε ο κ Χριστοφίδης με την τελική αγόρευση του η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συνιστά συμφωνία ανταλλαγής. Κάτι τέτοιο όμως δεν δικογραφείται ούτε προέκυψε με σαφήνεια από την μαρτυρία των εναγόντων ποια ήταν κατά τους ενάγοντες η συμφωνία μεταξύ τους. Επομένως τέτοια θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Κυριακή Σ. Αθανασίου και άλλος, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος V Αντώνη Κουνούνη, 1Β Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων και ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό και ούτε αποδεικνύει τίποτα. Στην παρούσα υπόθεση η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από μέρους των εναγόντων κρίθηκε αναξιόπιστη και απορρίφθηκε επομένως δεν μπορεί να αποδείξει οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Παρ΄ όλα αυτά θεωρώ αναγκαίο για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης να καταγράψω τα ακόλουθα εν σχέση με το τιμολόγιο Τεκμήριο 3 και καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 1 και
- Όπως έχει διαφανεί κατά την Ακρόαση ουσιαστικά οι ενάγοντες επικαλούνται την ύπαρξη υπολοίπου προς όφελος τους το οποίο προέκυψε από την πώληση ενός αυτοκινήτου στους εναγόμενους. Κατέθεσαν προς τούτο το τιμολόγιο Τεκμήριο
- Τα τιμολόγια αποτελούν σημειώσεις, η αξιοπιστία των οποίων συναρτάται με τη γνώση και την αξιοπιστία του προσώπου που τα καταρτίζει. Παραπέμπω στις αποφάσεις Palatino Developments Limited v. Teletronics Communication Limited
(2002)1 (B) A.A.Δ. 962, Οργανισμός Κυπριακής Γαλακτοκομικής Βιομηχανίας ν. Κώστα Α. Ζαχαρίου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 705 και Θεοδώρου ν. Χριστάκης Χ¨Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ.
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία την οποία παρέθεσαν οι ενάγοντες δεν έχει αποδειχθεί το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και ενώπιον μου δεν έχει τεθεί πειστική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να τεκμηριώσει την ισχυριζόμενη πώληση. Δεν τέθηκε επίσης μαρτυρία η οποία να καταδυκνείει ότι το αυτοκίνητο παραδόθηκε και από ποιο πρόσωπο στους εναγόμενους, εφόσον κανείς από τους μάρτυρες των εναγόντων δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε άμεση σχέση με την κατ' ισχυρισμό πώληση του αυτοκινήτου. Πέραν των πιο πάνω, οι ενάγοντες παρουσίασαν δυο καταστάσεις λογαριασμού τα Τεκμήρια 1 και
- Σημειώνεται ότι μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται, (βλ. ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΓΙΑΝΝΟΥΛΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/6/2016 στην οποία επαναλήφθηκαν τα όσα λεχθήκαν στις D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαραίτητα να αποδειχθούν (βλ. A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christie Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Οι καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις, θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να επαληθευθεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής. Από μέρους των εναγόντων οι εγγραφές του Τεκμηρίου 1 για τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 6 είναι αποδεκτές ως εργασίες τις οποίες προσέφεραν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες, τα όσα όμως ακολουθούν με τις εγγραφές για την πώληση αυτοκινήτου στους εναγόμενους και ο συμψηφισμός ο οποίος ακολούθησε ούτε δικαιολογήθηκε από τους ενάγοντες ούτε όμως απέδειξαν την πώληση του αυτοκινήτου, η οποία αποτελεί συναλλαγή όπου κατά τους ενάγοντες δημιούργησε το οφειλόμενο και αξιούμενο υπόλοιπο το οποίο κατά τους ενάγοντες όφειλαν οι εναγόμενοι. Επομένως η απαίτηση των εναγόντων δεν έχει αποδειχθεί. Εις ότι αφορά την ανταπαίτηση, τονίζεται ότι το ποσό που αφορά τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 6 δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Αποτέλεσε θέση τους όμως ότι λόγω της πώλησης του λαδιού και του αυτοκινήτου στους εναγόμενους δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς. Εις ότι αφορά τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 7, υπενθυμίζω ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τα ποσά τα οποία αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια. Η μόνη θέση η οποία προβλήθηκε από μέρους των εναγόντων είναι ότι δεν αποδέχονται τα εν λόγω τιμολόγια του Τεκμηρίου 7 για τον λόγο ότι ήταν ανυπόγραφα και δεν μπορούσαν να ελέγξουν κατά πόσο έγιναν οι εργασίες. Δεν παραβλέπω επίσης την θέση του ΜΕ1 στην γραπτή δήλωση του ότι τα εν λόγω τιμολόγια ίσως να μην αφορούν τους ενάγοντες, χωρίς επομένως να αποκλείει το ενδεχόμενο να έγιναν οι εργασίες. Όπως έχει διαφανεί πιο πάνω, η μαρτυρία των εναγομένων κρίθηκε καθ' όλα αξιόπιστη. Οι εναγόμενοι παρουσίασαν στο Δικαστήριο τιμολόγια. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Η ύπαρξή τους συνεκτιμάται με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και αξιολογούνται σύμφωνα με τις αρχές οι οποίες έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Η θέση και μόνο των εναγόντων ότι τα τιμολόγια δεν ήταν υπογραμμένα από τους ίδιους δεν αποτελεί λόγο για να μην αποδεχθώ τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 7 λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε. Τα όσα ανέφερε ο ΜΥ2 ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία κρίθηκαν αληθή και συνεκτιμώντας αυτά με τα τιμολόγια του Τεκμηρίου 6, τα οποία δεν αμφισβητούνται, και αυτά του Τεκμηρίου 7 αλλά και με τα όσα καταγράφονται εις το ημερολόγιο του ΜΥ2 Τεκμήριο 12, καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό ότι δικαιούνται απόφαση ως η ανταπαίτηση τους εφόσον παρέθεσαν με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και με αξιόπιστη μαρτυρία τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εναγόμενοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους ενάγοντες, ποιες εργασίες εκτέλεσαν και το ποσό το οποίο οφείλεται από τους ενάγοντες. Επαναλαμβάνω ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν το ύψος των χρεώσεων των τιμολογίων του Τεκμηρίου 7. Επομένως, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Η ανταπαίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων για το ποσό των €8.350,05σ πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της ανταπαίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Ενόψει της συνεκδίκασης Απαίτησης και Ανταπαίτησης να υπολογιστεί ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other Actions/Final/6060-10statementofaccount cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο