Φωστήρας Γεωργίου Ττοουλή κ.α. ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, Αίτηση/Έφεση 1243/13, 29/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A401 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση 1243/13 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Νόμοι 1985-2011) και τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς Και Αναφορικά με την Έφεση της Φωστήρας Γεωργίου Ττοουλή σύζυγος Κύρου Κλεάνθους από Αγγλία Λονδίνο, κατά της Διαιτητικής Απόφασης του Διαιτητή κ. Πανίκου Μούζουρου, με ημερομηνία 14.01.2013, που εκδόθηκε υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού και εναντίον του
- Κύρου Μιχαήλ Κλεάνθους από Λεμεσό και
- Φωστήρας Γεωργίου Ττοουλή σύζυγος Κύρου Κλεάνθους από Αγγλία Λονδίνο ----------------------------------- Aίτηση ημερ. 30.5.2016 για τροποποίηση της Αίτησης/Έφεσης 29 Σεπτεμβρίου 2016 Για εφεσείουσα-αιτήτρια: κα Α. Προδρόμου για Χριστόφορος Χατζηστερκώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση: κα Ντ. Μιχαηλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση/Έφεση η αιτήτρια εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη διαιτητική απόφαση του κ. Πανίκου Μούζουρου ημερομηνίας 14.1.2013 που εκδόθηκε υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και εναντίον της για το ποσό των €729.802,43 πλέον τόκους και έξοδα. Το Συνεργατικό Ταμιευτήριο καταχώρησε στις 11.4.2014 ένσταση στην οποία προβάλλει 25 λόγους ένστασης που αναφέρονται στο ελλιπές και/ή λανθασμένο δικαιοδοτικό υπόβαθρο της αίτησης, στην κανονικότητα της διαιτητικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση κ.α. Στις 30.5.2016 η αιτήτρια προχώρησε στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να της παρέχεται άδεια τροποποίησης της αίτησης/έφεσης με την προσθήκη στο τέλος της νομικής βάσης του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Κάττου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια, ημερομηνίας 30.5.
- Στην ένορκη της δήλωση η Κάττου εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η πελάτιδα της επιζητεί την τροποποίηση της νομικής βάσης της Αίτησης/Έφεσης ότι η ανάγκη τροποποίησης προέκυψε κατά την προετοιμασία της Αίτησης/Έφεσης για την ακρόαση από τον κ. Χατζηστερκώτη, δικηγόρο, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Προσθέτει δε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση το Συνεργατικό Ταμιευτήριο δεν θα υποστεί καμιά ζημιά ή αδικία που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, ενόψει του σταδίου κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση. Τονίζει τέλος το καλόπιστο της αίτησης και την άμεση σπουδή στην προώθηση της μόλις κατέστη εμφανής η ανάγκη τροποποίησης. Η αίτηση για τροποποίηση προσέκρουσε στην ένσταση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου το οποίο προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «
- Το αίτημα αποτελεί αντικείμενο λόγου ένστασης των Εφεσίβλητων στην κυρίως αίτηση/έφεση και το αιτούμενο διάταγμα συνιστά κατάργηση του λόγου αυτού.
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς η Εφεσείουσα να επεξηγεί ή να επεξηγεί ικανοποιητικά το λόγο για την καθυστέρηση αυτή.
- Η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα.
- Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει βέβαιη, σίγουρη και ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόθεση και συμφέροντα των Εφεσίβλητων που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων καθότι οι Εφεσίβλητοι θα υποστούν αλλοίωση και δυσμενή για τα συμφέροντά τους τροποποίηση στην υπόθεση τους για την οποία οι ίδιοι δεν ευθύνονται καθόλου.
- Η μη συμπερίληψη του άρθρου 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, όπως τροποποιήθηκε, στη νομική βάση της κυρίως αίτησης/έφεσης δεν συνιστά παρατυπία εντός της έννοιας της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. 6. Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν δίνει την εξουσία στο Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.» Η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι η Δ.25 θ.θ.1-5, Δ.48 θ.θ. 1- 9, 11 και 13, Δ.39 θ.1, Δ.55 θ.θ. 1- 4, Δ.63, και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 2, 52
(1)(Β) και 52
(2)(Β), 3 και 4 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, (Ν.22/85), όπως έχει τροποποιηθεί, οι θεσμοί 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, τα άρθρα 2, 3 και 20
(2)- 33 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, το άρθρο 30 του Συντάγματος, η νομολογία, οι γενικές αρχές του δικαίου, η σύμφυτη εξουσία και η πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Την ίδια περίπου νομική βάση έχει και η ένσταση. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Θεοδώρας Μιλτιάδους, υπαλλήλου στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 8.7.2016. Στην ένορκη της δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει ιδιαίτερα την κακοπιστία από πλευράς της αιτήτριας καθώς και το καθυστερημένο στάδιο κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση της αίτησης/έφεσης. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης υποστήριξαν τις θέσεις τους με την καταχώριση γραπτών αγορεύσεων παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στα κατάλληλα σημεία. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να επιληφθώ κατά πρώτο του λόγου ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης να διατάξει τροποποίηση της έφεσης, σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Σημειώνεται ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών. Έχω μελετήσει το θέμα και κρίνω ότι η σχετική εισήγηση δεν ευσταθεί. Θα παραθέσω την αιτιολογία μου. Η Αίτηση/Έφεση προς το σκοπό ακύρωσης ή παραμερισμού μιας διαιτητικής απόφασης, στη βάση του άρθρου 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, αποτελεί εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση. Επίσης η Δ.1 θ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προνοεί ότι εναρκτήρια κλήση (originating summons) συνιστά κάθε κλήση που δεν αφορά σε εκκρεμούσα διαδικασία. Η δυνατότητα επίσης τροποποίησης εναρκτήριας διαδικασίας παρέχεται και από τη Δ.25 θ.5 που αναφέρει: "Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία." Η Δ.28 θ.12 του Annual Practice του 1958 που είναι η αντίστοιχη της δικής μας Δ.25 θ.5 αναφέρει τα εξής στη σελ. 637: "General power to amend Effect of this Rule. Rule 1 of this Order is confined to the amendment of an "indorsement or pleading"; and r.11 to correcting errors in "judgments or orders"; but this Rule extends to defects or errors in "any proceedings". And under it every Judge and Master has full power of his own motion to make any amendment which he deems necessary for the purpose of determining the real question at issue between the parties (Nottage v. Jackson, 11 Q.B.D. 627, 638; and see J.A., 1925, s.43, and r.1 of this Order). "Rule 12 does not mean that an order may be made in general terms, but gives a general power to make proper orders in all cases for determining the real question". "to formulate and state in writing the exact amendment for which he asks" (per Farwell, L.J., in Hyams v. Stuart King,
(1908)2 K.B. p.724). "In any proceedings." Under this rule amendments have been made in legal documents of every kind." Συνεπώς οι πρόνοιες της Διαταγής 25 εφαρμόζονται και σε οποιαδήποτε διαδικασία όπου η επιζητούμενη τροποποίηση γίνεται προς το σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων ή επίδικων θεμάτων που εγείρονται στη διαδικασία. Ως εκ τούτου ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Σύμφωνα με τη Δ.25 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων ή οποιασδήποτε διαδικασίας και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd
(1970)1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, συνοψίζονται στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33, 36,
- Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
- Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Στην υπόθεση Ανδριανή Αρακελιάν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A87, Π.Ε. 51/2012, ημερ. 11.2.2016 της οποίας αντικείμενο εξέτασης ήταν η Δ.25 τονίστηκε ότι: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων.» Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί που εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις που προβλήθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων στις γραπτές τους αγορεύσεις σε συνάρτηση με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου με τις Ενόρκους Δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι στην αρχή της νομικής βάσης της Αίτησης/Έφεσης αναφέρεται μόνο το Κεφ.4 αλλά σε άλλο σημείο της νομικής βάσης πιο κάτω περιλαμβάνεται επί λέξει η αναφορά «.τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, αρ.2, 3 - 33.» Συνεπώς ανκαι δεν αναφέρεται ρητά το άρθρο 20
(2)εντούτοις είναι μεταξύ των άρθρων 3 μέχρι 33 του Κεφ.4 που αναφέρονται στην Αίτηση/Έφεση. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση μου θα προχωρήσω να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση εφόσον σκοπός της αίτησης είναι η ειδική αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο. Στην ένορκη δήλωση της Μιλτιάδους που συνοδεύει την ένσταση, δίδεται έμφαση στην κακοπιστία από πλευράς αιτήτριας όπου, κατά την εισήγηση της, η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην πραγματικότητα στην περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αίτησης/Έφεσης. Έχω ανατρέξει στα πρακτικά του φακέλου όπου διαφαίνεται ότι τόσο η αιτήτρια όσο και ο καθ' ου η αίτηση συνέτειναν στην καθυστέρηση εκδίκασης της Αίτησης/Έφεσης. από μεν πλευράς του καθ' ου η Αίτηση με την καταχώρηση αίτησης ημερομηνίας 12.9.2014 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση όπου στις 21.11.2014 εκδόθηκε εκ συμφώνου σχετικό διάταγμα και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 8.12.2014 και άλλης αίτησης στις 8.4.2016 για αναβολή της ακρόασης. Από πλευράς αιτήτριας ζητήθηκε δύο φορές αναβολή της ακρόασης και ενώ η ακρόαση ορίστηκε για τις 14.9.16 προηγήθηκε στις 30.5.2016 η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Συνεπώς δεν μπορεί η πλευρά του καθ' ου η αίτηση να μέμφεται αποκλειστικά την αιτήτρια όταν και η ίδια συνέτεινε κάπως στην καθυστέρηση στην έναρξη της δίκης. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η αιτήτρια με τη συμπεριφορά της προσπαθεί με κακή πίστη να προκαλέσει ζημιά ή επηρεασμό στα δικαιώματα του αντιδίκου της. Σημειώνεται ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, οπότε ο καθ' ου η αίτηση δεν επηρεάζεται δυσμενώς και ούτε θα υποστεί ζημιά που να μη μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα, από άποψη χρόνου. Σ' όσον αφορά το λόγο ένστασης που αποτελεί και σχετική εισήγηση της δικηγόρου του καθ' ου η αίτηση στην γραπτή της αγόρευση ότι η συμπερίληψη του άρθρου 20
(2)του Κεφ.4 στη νομική βάση της αίτησης θα καταργήσει ουσιαστικά το συγκεκριμένο λόγο ένστασης στην Αίτηση/Έφεση προκαλώντας έτσι δυσμενή επηρεασμό στον πελάτη της, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν ενδείκνυται η σε βάθος εξέταση από το Δικαστήριο των θέσεων των διαδίκων επί της Αίτησης/Έφεσης και των λόγων ένστασης και να αποφανθεί ως προς τη βαρύτητα που ενέχει το άρθρο 20
(2)του Κεφ.4 στην επιτυχία της Αίτησης/Έφεσης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα παράλειψης αναφοράς του άρθρου 20
(2)δεν ηγέρθη ως συγκεκριμένος λόγος ένστασης αλλά ηγέρθη στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα στην παράγραφο 4. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1B A.A.Δ.825, 837 στην οποία ηγέρθη παρόμοιο θέμα, «κάθε Ειδοποίηση Ένστασης θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και 'θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης' ... Άλλο είναι οι λόγοι ένστασης και άλλο τα γεγονότα στην οποία στηρίζονται». Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 92 τονίστηκε επίσης ότι «ο συντάξας της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο». Είναι φανερό από την Αίτηση/Έφεση ότι το ζητούμενο από την αιτήτρια είναι ο παραμερισμός της διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται ρητά στην Αίτηση/Έφεση. Μεταξύ των λόγων έφεσης είναι και κακή συμπεριφορά και κακός χειρισμός από μέρους του αιτητή καθώς και παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας. Το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου καθορίζει περιοριστικά τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο έχει εξουσία να προβεί σε ακύρωση διαιτητικής απόφασης που είναι κακή συμπεριφορά ή χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς διαιτητή και παράτυπη διαδικασία η παράτυπη έκδοση απόφασης. Συνεπώς με την εξειδίκευση και καταγραφή στη νομική βάση του άρθρου 20
(2)η πλευρά του καθ' ου η αίτηση δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου. Εξάλλου στη νομική βάση της Αίτησης/Έφεσης περιλαμβάνεται και το άρθρο 52
(4)που δίνει δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο που θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από τη διαιτητική απόφαση να προσφύγει με έφεση στο Δικαστήριο, όπως και έπραξε η αιτήτρια στην παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας αποβλέπει στα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης και στην παρούσα περίπτωση η τροποποίηση αποσκοπεί στο να τεθούν τα επίδικα και πραγματικά θέματα στη σωστή νομική τους βάση για επίλυση. Το γεγονός ότι ένας από τους λόγους ένστασης στην Αίτηση/Έφεση είναι ότι η νομική βάση της έφεσης είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής και/ή λανθασμένη δε σημαίνει απαραίτητα ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα ή ότι η αιτήτρια ενεργεί με κακή πίστη. Ήδη το άρθρο 20
(2)περιλαμβάνεται στη γενική αναφορά «τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρα 2, 3 -33» στη νομική βάση της Αίτησης/Έφεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει σε περίπτωση τροποποίησης και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83, Annual Practice 1959 σελ. 627 και Ανδριανή Αρακελιάν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α. (ανωτέρω) ). Ενόψει του σταδίου που επιχειρείται η τροποποίηση και ότι δεν τέθηκε ενώπιον μου οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι ο καθ' ου η αίτηση θα υποστεί ζημιά που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, η αίτηση εγκρίνεται. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Αίτησης/Έφεσης ως η παράγραφος 1 (α) της αίτησης. Τροποποιημένη Αίτηση/Έφεση να καταχωρηθεί εντός 25 ημερών από σήμερα και ένσταση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 20 ημερών από την καταχώρηση της τροποποιημένης Αίτησης/Έφεσης. Τα έξοδα της αίτησης και εκείνα που θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης (thrown away) επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εφεσείουσας-Αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ/MΠ Subject: Civil / Other Actions / General Applications Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο