BUNKERNET LTD ν. PNO SHIPMANAGEMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4911/11, 30/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A405 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4911/11 Μεταξύ: BUNKERNET LTD, από Λεμεσό Ενάγουσας και
- PNO SHIPMANAGEMENT LTD, από Λεμεσό
- Πανίκου Ονουφρίου, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------- 30.9.2016 Για Ενάγουσα: κ. Θεοφίλου (Για να ακούσει απόφαση κα Μιχαηλίδου) Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Παύλου Εναγόμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η TΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η Ενάγουσα στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμα της σε τραπεζιτική επιταγή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης της, όπως αυτή τροποποιήθηκε βάσει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.6.15, η Εναγόμενη 1 κατά ή περί την 17.2.11 παρέδωσε στην Ενάγουσα την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας (HELLENIC BANK) με αριθμό 92334754 για το ποσό των $180.000 πληρωτέα την 1.6.11 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η επίδικη επιταγή). Περί την 15.12.09 η Εναγόμενη 1 είχε παραδώσει στην Ενάγουσα άλλη επιταγή της με αριθμό 92334753 επί της ιδίας τράπεζας και για το ίδιο ποσό, πληρωτέα την 1.6.10, ως εγγύηση πληρωμής εκείνου του μέρους των οφειλόμενων ποσών από πωλήσεις καυσίμων, που αναλογούσαν στους τόκους που αναφέρονται σε τιμολόγια πετρέλευσης, τα οποία παραδόθηκαν σε πλοία της Εναγόμενης 1 κατά τα έτη 2008 και
- Κατά την παράδοση της επιταγής με αριθμό 92334753 οι τόκοι ανέρχονταν σε $402.268 όμως συμφωνήθηκε ότι αν οι τόκοι πληρώνονταν πριν την 1.6.10 η Ενάγουσα θα αποδεχόταν πληρωμή του 1/2 ποσού δηλαδή $201.
- Επειδή έγινε ακριβώς αυτό, η επιταγή με αριθμό 92334753 ουδέποτε κατατέθηκε για είσπραξη, συμφωνήθηκε όμως και κρατήθηκε από την Ενάγουσα για κάλυψη των αναμενόμενων να προκύψουν νέων τόκων επί νέων τιμολογίων και με συμφωνία ότι θα αντικαθίστατο με άλλη επιταγή πριν τη λήξη της. Η Ενάγουσα στις 26.9.10 απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) ζητώντας την έκδοση νέας επιταγής, επειδή η επιταγή με αριθμό 92334753 θα έληγε την 1.12.
- Η Eναγόμενη 1 ειδοποίησε την Eνάγουσα περί το τέλος Νοεμβρίου ότι θα εκδίδετο νέα επιταγή μόλις συμφωνούντο τα οφειλόμενα ποσά σε διαπραγματεύσεις που είχαν ήδη αρχίσει από τις αρχές Νοεμβρίου του
- Η Εναγόμενη 1 την 17.2.11, στα πλαίσια υπογραφής γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που υπεγράφη την ίδια ημερομηνία, παρέδωσε στην Ενάγουσα την επίδικη επιταγή σε αντικατάσταση της προηγούμενης, για εξόφληση, μετά από σχετική έκπτωση, του μέρους του συμφωνηθέντος στη συμφωνία ημερομηνίας 17.2.11 οφειλόμενου χρέους της Εναγόμενης 1 που αντιστοιχούσε σε τόκους (financial charges) μέχρι 17.2.11 επί των ποσών των τιμολογίων που αναφέρονται στην ως άνω συμφωνία. Στην εν λόγω συμφωνία δεν περιλήφθηκαν οι τόκοι για την πετρέλευση του πλοίου "ALFA K" μέχρι 17.2.11 επειδή πληρώθηκαν με την επίδικη επιταγή. Περιλήφθηκαν όμως οι τόκοι στα τιμολόγια που εκδόθηκαν για την πετρέλευση του ιδίου πλοίου μετά την 17.2.
- Ο Εναγόμενος 2 υπόγραψε ως εγγυητής τη συμφωνία ημερομηνίας 17.2.11 και περαιτέρω έδωσε ρητή προσωπική εγγύηση για την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Η Ενάγουσα παρουσίασε την επίδικη επιταγή, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε για τον λόγο ότι η Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγόμενου 2, ανακάλεσε την πληρωμή της αδικαιολόγητα και/ή παράνομα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 στο δικόγραφο της κοινής υπεράσπισης τους παραδέχονται καταρχήν την έκδοση από την Εναγόμενη 1 της επίδικης επιταγής. Αρνούνται όμως ότι αυτή παραδόθηκε στην Ενάγουσα κατά την 17.2.
- Αρνούνται επίσης ότι εξεδόθη για εξόφληση συμφωνηθέντων τόκων. Σύμφωνα με το δικόγραφο της υπεράσπισης τους, η επίδικη επιταγή εξεδόθη περί τις 29.11.10, σε αντικατάσταση προηγούμενης επιταγής για το ίδιο ποσό, ως εξασφάλιση τρεχούμενου λογαριασμού και με ρητή δέσμευση της Ενάγουσας ότι δεν θα την παρουσίαζε στην τράπεζα για πληρωμή παρά μόνο μετά από τη συγκατάθεση της Εναγόμενης
- Η Ενάγουσα όμως κατά παράβαση της ως άνω δέσμευσης της παρουσίασε την επίδικη επιταγή για πληρωμή στις 9.6.
- Παραδέχονται ότι ο ένας εκ των λόγων που δεν πληρώθηκε η επίδικη επιταγή ήταν η ανάκληση της πληρωμής της. Προβάλλουν επίσης ως δεύτερο λόγο της μη πληρωμής της, το ότι η υπογραφή του εκδότη της ήταν διαφορετική. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο διευθυντής της Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Ε.1) και η Μαρία Χ'' Σολωμού (Μ.Ε.2), υπεύθυνη του λογιστηρίου της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε ότι η Ενάγουσα ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή καυσίμων και λιπαντικών σε πλοία. Μεταξύ των ετών 2008 μέχρι 2011 η Ενάγουσα συνεργαζόταν με την Εναγόμενη 1 με προμήθειες πετρελαίου και λιπαντικών σε πλοία που βρίσκονταν υπό τη διαχείριση και/ή κυριότητα της Εναγόμενης
- Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής η Εναγόμενη 1 καθυστερούσε, σχεδόν πάντοτε, την πληρωμή των τιμολογίων της Ενάγουσας στην ημερομηνία που αυτά ήταν πληρωτέα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πάντοτε μεγάλα ποσά οφειλόμενα στην Ενάγουσα μαζί με σχετικούς συμφωνημένους τόκους, που ονομάζονταν και financial charges, μετά από κάποια ημερομηνία χάριτος. Περί την 15.12.09, με δική του απαίτηση, η Εναγόμενη 1 είχε εκδώσει προς την Ενάγουσα τη μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 92334753 επί της Ελληνικής Τράπεζας για το ποσό των $180 000 πληρωτέα κατά την 1.6.10, ως εγγύηση πληρωμής εκείνου του μέρους των οφειλόμενων ποσών από πωλήσεις καυσίμων που αναλογούσαν στους τόκους, που αναφέρονται στα τιμολόγια πετρέλευσης, τα οποία παραδόθηκαν σε πλοία της Εναγόμενης 1 μέχρι 15.12.
- Κατά την έκδοση της ως άνω επιταγής οι τόκοι ανέρχονταν σε $402.268,00, όμως συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 ότι αν πληρωνόταν το 1/2 του ως άνω ποσού πριν την ημερομηνία πληρωμής της ως άνω επιταγής, ολόκληρο το ως άνω ποσό θα θεωρείτο ως εξοφληθέν. Η εν λόγω επιταγή ουδέποτε κατατέθηκε για είσπραξη επειδή με δύο εμβάσματα, ημερομηνίας 21.12.09 και 8.4.10 για τα ποσά των $137.989, 56 και $63.143, 22 αντίστοιχα, πληρώθηκε κατ' ουσία το 1/2 του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Από τον Μάρτη του 2010 είχαν αρχίσει συζητήσεις με τους εναγόμενους και ακόμα δύο παναμαϊκές εταιρείες, συγκεκριμένα την KINGFISHER MARITIME CORP και την EVERGLADES SHIPPING CORP που ήταν οι πλοιοκτήτριες των πλοίων «ALFA K» και «BRAVO P», τα οποία διαχειριζόταν η Εναγόμενη 1 και στα οποία η Ενάγουσα παρέδωσε πετρέλαια, για την υπογραφή συμφωνίας αποπληρωμής των οφειλόμενων στην Ενάγουσα ποσών, περιλαμβανομένων των μη πληρωθέντων μέχρι τότε financial charges, τόσο για την περίοδο πριν την 15.12.09 όσο και για τα νέα financial charges που προέκυψαν μετά την ως άνω ημερομηνία. Στις 13.4.10 υπογράφη τελικά με τους Εναγόμενους 1 και 2 και τις ως άνω περιγραφόμενες εταιρείες συμφωνία για την αποπληρωμή των οφειλόμενων στην Ενάγουσα ποσών (Τεκμήριο 6). Επειδή και πάλι τα οφειλόμενα στην Ενάγουσα ποσά δεν μειώνονταν σημαντικά, παρά την υπογραφή της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2010 επανάρχισαν συζητήσεις με τους Εναγόμενους 1 και 2 και τις ίδιες εταιρείες για την υπογραφή νέας συμφωνίας, στην οποία θα καταγράφονταν τα νέα οφειλόμενα ποσά και θα συμφωνείτο χρονοδιάγραμμα σύντομης αποπληρωμής τους. Στις 26.11.10 απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο 7), ζητώντας από αυτούς την έκδοση νέας επιταγής, επειδή η επιταγή με ημερομηνία πληρωμής 1.6.10 θα έληγε την 1.12.10, λόγω παρόδου 6 μηνών από την ημερομηνία πληρωμής της. Γύρω στις 30.11.10 ειδοποιήθηκαν από το λογιστήριο της Εναγόμενης 1 ότι είχαν οδηγίες να εκδώσουν σχετική επιταγή, θα την παρέδιδαν όμως όταν θα κατέληγαν σε συγκεκριμένα ποσά. Τελικά στις 17.2.11 τους παρέδωσαν την επίδικη επιταγή, όχι πλέον ως εγγύηση είσπραξης, αλλά για εξόφληση των τόκων επί των τιμολογίων του πλοίου «ALFA K» για την περίοδο μέχρι 17.2.
- Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων βασικό θέμα διαφοράς αποτελούσε το ποσοστό του επιτοκίου των financial charges που στα τιμολόγια ήταν 2%. Επειδή στη συμφωνία ημερομηνίας 13.4.10 (Τεκμήριο 6) υπήρχε πρόνοια για χρέωση επιτοκίου με 1%, οι εναγόμενοι ζητούσαν το ίδιο επιτόκιο και για τα νέα τιμολόγια. Το συνολικό ποσό των τόκων μέχρι την ως άνω ημερομηνία ανέρχετο σε $194.824,00 όμως συμφώνησαν τελικά να μειωθούν οι τόκοι σε $180.
- Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις κατέληξαν τελικά στην υπογραφή συμφωνίας κατά την 17.2.11 (Τεκμήριο 8), στην οποία δεν περιλαμβάνονταν τα financial charges για το πλοίο «ALFA K» μέχρι την 17.2.
- Τα μόνα financial charges που περιλήφθηκαν στη συμφωνία στις 17.2.11 ήταν αυτά που αφορούσαν τα τιμολόγια του πλοίου «BRAVO P» μέχρι 17.2.11 μειωμένα όμως κατά το ½ τα οποία προστέθηκαν στην υπόλοιπη οφειλή του «BRAVO P» και πληρώθηκαν με αυτήν. Στη συμφωνία ημερομηνίας 17.2.11 αναφέρονται ρητά όλες οι επιταγές που δόθηκαν από τους εναγόμενους ως εγγύηση για την εφαρμογή της. Στις επιταγές αυτές δεν περιλαμβάνεται η επίδικη επιταγή, ακριβώς επειδή δόθηκε για την κάλυψη των τόκων, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονταν στη συμφωνία. Πέραν από την κάλυψη των financial charges με την επίδικη επιταγή, όπως επεξηγείται πιο πάνω, έθεσε ως όρο για την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 17.2.11 ότι ο Εναγόμενος 2 θα εγγυόταν και θα αναλάμβανε προσωπική ευθύνη για την πληρωμή της επίδικης επιταγής, κάτι με το οποίο ο Εναγόμενος 2 ρητά συμφώνησε και ανέλαβε προσωπική ευθύνη. Δεν ζήτησε όπως η εγγύηση του Εναγόμενου 2 δοθεί γραπτώς, πιστεύοντας ότι ο Εναγόμενος 2 θα τηρούσε την εγγύηση που έδωσε και ότι ο ίδιος δεν θα άφηνε το θέμα να καταλήξει σε ποινικό αδίκημα εναντίον του, αφού ήταν αυτός που υπόγραψε την επίδικη επιταγή. Στις 9.6.11 η επίδικη επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα για πληρωμή όμως δεν τιμήθηκε, τόσο επειδή η υπογραφή που υπήρχε σε αυτή διέφερε από την υπογραφή του εκδότη της όσο και για τον λόγο ότι ανακλήθηκε η πληρωμή της από την Εναγόμενη
- Η Μ.Ε.2 κατέθεσε ότι κατά την περίοδο 2010 ‑ 2011 ήταν βοηθός υπεύθυνη του λογιστηρίου της Ενάγουσας. Από τη θέση αυτή χειριζόταν την έκδοση τιμολογίων και είχε τον έλεγχο πληρωμής τους, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τα πλοία «ALFA K» και «BRAVO P» που διαχειριζόταν η Εναγόμενη
- Κάθε φορά που εξέδιδαν ένα τιμολόγιο το απέστελλαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (email) στους πελάτες και, επιπρόσθετα, για τους πελάτες με γραφεία στην Κύπρο παρέδιδαν πάντοτε ένα πρωτότυπο στα γραφεία τους. Από το 2008 και μετά δημιουργήθηκαν μεγάλα απλήρωτα υπόλοιπα σε σχέση με τα πλοία «ALFA K» και «BRAVO P». Με οδηγίες του Μ.Ε.1, κάποιες φορές, επικοινώνησε, κατά το 2010, με το λογιστήριο της Εναγόμενης 1 για διευκρίνιση κάποιων θεμάτων σε σχέση με τις χρεώσεις τους ώστε να συμφωνούνται τα οφειλόμενα ποσά. Ήταν πολιτική της Ενάγουσας να δίνεται περίοδος χάριτος, που συνήθως ήταν 30 μέρες, για πληρωμή του ποσού του κάθε τιμολογίου. Μετά τη λήξη της ως άνω περιόδου χρεώνονταν τόκοι 2% μηνιαίως στο ποσό του κάθε τιμολογίου μέχρι εξοφλήσεως του. Κατά τις διάφορες επαφές που η ίδια είχε με το λογιστήριο της Εναγόμενης 1 συζητούσαν και τα ποσά των financial charges σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών που ετοίμαζε. Στις διάφορες καταστάσεις λογαριασμών δεν αναφέρονταν οι τόκοι, επειδή το ποσό τους δεν ήταν γνωστό, μέχρι την ημερομηνία που πληρωνόταν το κάθε τιμολόγιο. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 2009 οι τόκοι στα τιμολόγια που εξέδωσαν ανέρχονταν, για τα πλοία «ALFA K» και «BRAVO P», σε $402.268,00 με ποσοστό επιτοκίου 2%. Στις 15.12.09 πληρώθηκε με έμβασμα ποσό $137.989, 56 έναντι του ως άνω ποσού των τόκων. Τότε είχαν στα χέρια τους την επιταγή ‑ Τεκμήριο 5 - που, όπως της αναφέρθηκε από τον Μ.Ε.1, ήταν εγγύηση έναντι της οφειλής των financial charges, αλλά δεν θα εξαργυρωνόταν χωρίς την προηγούμενη έγκριση του Μ.Ε
- Μετά την πληρωμή του ποσού $137.989,56 ο Μ.Ε.1 της ζήτησε να ελέγχει την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των financial charges. Στις 8.4.10 πληρώθηκε με έμβασμα επιπρόσθετο ποσό $63.143,
- Όταν ενημέρωσε τον Μ.Ε.1 για το ως άνω έμβασμα, αυτός της ζήτησε να εξοφλήσει στα βιβλία της Ενάγουσας ολόκληρο το ποσό των financial charges που οφείλετο μέχρι 15.12.09 και ανέρχετο σε $402.268,
- Ο Μ.Ε.1 της ζήτησε επίσης να παρακολουθεί την ημερομηνία που θα έληγε η πληρωμή της επιταγής ‑ Τεκμήριο 5 ‑ και όταν θα πλησίαζε η ως άνω ημερομηνία να τον ειδοποιούσε σχετικά, κάτι το οποίο έκαμε στις 26.11.
- Ο Μ.Ε.1 την ενημέρωσε αργότερα ότι είχε στείλει στους εναγόμενους την επιστολή ‑ Τεκμήριο 7 ‑ για αντικατάσταση της επιταγής ‑ Τεκμήριο
- Τελικά ο Μ.Ε.1 την ενημέρωσε ότι συμφώνησε με τους εναγόμενους ότι η ως άνω επιταγή θα αντικαθίστατο στα πλαίσια νέας συμφωνίας, την οποία διαπραγματευόταν με την Εναγόμενη
- Στις 15.2.2011 ετοίμασε, με οδηγίες του Μ.Ε.1, κατάσταση των οφειλών του πλοίου «BRAVO P» μέχρι 17.2.11 με τα financial charges προς 1% (Τεκμήριο 9). Με οδηγίες του Μ.Ε.1 την απέστειλε αυθημερόν προς την Εναγόμενη
- Αναφορικά με το πλοίο «ALFA K» οι οδηγίες του Μ.Ε.1 ήταν να ετοιμάσει κατάσταση των τόκων με επιτόκιο 2% μέχρι 17.2.11 και να του την παραδώσει κατεπειγόντως, πριν την τηλεφωνική συνομιλία που θα είχε με αντιπροσώπους της Εναγόμενης
- Στις 17.2.11 ο Μ.Ε.1 την πληροφόρησε ότι κατέληξαν σε συμφωνία με την Εναγόμενη 1 και της παρέδωσε δύο πρωτότυπα συμβόλαια υπογεγραμμένα από τον ίδιο και, όπως είδε αργότερα, από τον Εναγόμενο
- Της ζήτησε δε να αρχειοθετήσει το ένα και το άλλο να το παραδώσει στο γραφείο της Εναγόμενης 1, συγκεκριμένα στον Σωτήρη Χ'' Σάββα (Μ.Υ.1) μαζί με την επιταγή ‑ Τεκμήριο 5 ‑ η οποία φυλασσόταν στο λογιστήριο της Ενάγουσας. Πήγε αμέσως στα γραφεία της Εναγόμενης 1 και ζήτησε να δει τον Μ.Υ.
- Όπως της είπαν όμως, αυτός απουσίαζε αλλά είχε αφήσει εκεί την επίδικη επιταγή, την οποία της παρέδωσαν, ενώ η ίδια τους παρέδωσε το υπογεγραμμένο συμβόλαιο μαζί με την επιταγή‑ Τεκμήριο
- Στη συνέχεια ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Ε.1, ο οποίος της ζήτησε να κρατήσει στο λογιστήριο της Ενάγουσας την επίδικη επιταγή, εξηγώντας της ότι αυτή δόθηκε για εξόφληση των financial charges για τα τιμολόγια του πλοίου «ALFA K» με μια έκπτωση $14.824,
- Της ζήτησε δε να φροντίσει ώστε η επίδικη επιταγή να εισπραχθεί πριν τη λήξη της. Για την Υπεράσπιση κατέθεσαν ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.3), ο Σωτήρης Χ'' Σάββας (Μ.Υ.1) και ο Αστ. 3512 Μιχάλης Περικλέους (Μ.Υ.2). Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ότι μεταξύ των ετών 2003 μέχρι 2006 εργαζόταν στον Όμιλο Εταιριών PNO ως επιχειρησιακός διευθυντής και στη συνέχεια ανέλαβε καθήκοντα γενικού διευθυντή στην Εναγόμενη
- Καθ' όλη τη διάρκεια της εργοδότησης του στην Εναγόμενη 1, με τη γνώση και τη συγκατάθεση της, παρείχε υπηρεσίες συμβούλου και στην Ενάγουσα. Λόγω της ιδιότητας του ως γενικού διευθυντή της Εναγόμενης 1 είχε την απόλυτη εξουσία να διενεργεί όλες τις επαφές και να διαπραγματεύεται με τους διάφορους προμηθευτές των πλοίων που διαχειριζόταν η Εναγόμενη
- Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε αναμειγνυόταν στις διαπραγματεύσεις ή ερχόταν σε επαφή με τους προμηθευτές ή άλλους συναλλασσόμενους, εκτός σε 2‑ 3 περιπτώσεις. Η συνεργασία της Εναγόμενης 1 με την Ενάγουσα ξεκίνησε τον Δεκέμβρη του 2007, κατόπιν των επαφών που είχε με τον Μ.Ε.1, τον οποίο γνώριζε καλά και διατηρούσε φιλικές σχέσεις μαζί του. Η διευθέτηση που είχε κάμει με τον Μ.Ε.1 ήταν ότι για κάθε παραγγελία πετρελαιοειδών θα συμφωνούσαν την ακριβή τιμή χρέωσης και η Εναγόμενη 1 θα είχε περίοδο χάριτος 60 ημερών για την πληρωμή κάθε τιμολογίου. Όταν παρέλαβε τα πρώτα τιμολόγια διαπίστωσε ότι σε αυτά αναγραφόταν περίοδος χάριτος 30 ημερών και ποσοστό επιτοκίου 2% μηνιαίως για καθυστερημένες πληρωμές. Επικοινώνησε αμέσως με τον Μ.Ε.1 και τον υπενθύμισε την περίοδο χάριτος που είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους. Του δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν θα αποδεχόταν οποιοδήποτε τόκο για καθυστερήσεις. Ο Μ.Ε.1 τον καθησύχασε, τονίζοντας του ότι θα ίσχυε η μεταξύ τους διευθέτηση και όχι τα τυπικά που αναγράφονταν στα τιμολόγια. Τα πρώτα στάδια της συνεργασίας τους κυλούσαν σχετικά ομαλά. Είχε δημιουργηθεί τρεχούμενος λογαριασμός στον οποίο καταγράφονταν οι χρεώσεις και οι πιστώσεις αντίστοιχα της Εναγόμενης
- Όλες οι πληρωμές της Εναγόμενης 1 γίνονταν με έμβασμα στον τραπεζιτικό λογαριασμό της Ενάγουσας. Περί τις αρχές Απριλίου του 2010 ο Μ.Ε.1 του παραπονέθηκε ότι ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 είχε φτάσει σε ψηλά επίπεδα, κάτι που του δημιουργούσε προβλήματα με τους συνεργάτες της Ενάγουσας, τον παρακάλεσε δε να ζητήσει από τον Εναγόμενο 2 όπως εκδώσει μια μεταχρονολογημένη επιταγή για ποσό $180 000 που θα ήταν πληρωτέα την 1.6.10, ώστε να καθησυχάσει τους συνεργάτες της Ενάγουσας. Τον διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειτο να την καταθέσει για πληρωμή, εκτός αν ο ίδιος τον ενημέρωνε ρητά να το πράξει. Επειδή είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Μ.Ε.1, αποτάθηκε στον Εναγόμενο 2 και του ζήτησε να εκδώσει την επιταγή που του ζήτησε ο Μ.Ε.
- Παρ' όλες τις αρχικές αντιδράσεις του, ο Εναγόμενος 2 πείστηκε και εξέδωσε τελικά την επιταγή ‑Τεκμήριο
- Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, επειδή το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 βρισκόταν σε ψηλά επίπεδα ο Μ.Ε.1 του ζήτησε επιτακτικά να γίνει γραπτή συμφωνία στην οποία θα επιβεβαιωνόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο και θα καθοριζόταν χρονοδιάγραμμα για την αποπληρωμή του. Στις 13.4.10 υπογράφηκε πράγματι σχετική συμφωνία (Τεκμήριο 6). Στις 26.11.10 πήρε από τον Μ.Ε.1 επιστολή με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ‑Τεκμήριο 7‑ με την οποία τον πληροφορούσε ότι η επιταγή ‑Τεκμήριο 5 ‑ θα έληγε την 1.12.10 και τον παρακαλούσε να μεριμνήσει για την έκδοση νέας επιταγής. Μόλις παρέλαβε την επιστολή του Μ.Ε.1 επικοινώνησε μαζί του και πληροφορήθηκε από αυτόν ότι ήθελε την νέα επιταγή ως ασφάλεια, όπως συνέβηκε με την προηγούμενη. Τον διαβεβαίωσε δε ότι δεν πρόκειτο να την καταθέσει για πληρωμή εκτός αν τον ενημέρωνε σχετικά. Μετά τις ως άνω διαβεβαιώσεις του Μ.Ε.1, έπεισε τον Εναγόμενο 2 να εκδώσει την επίδικη επιταγή, την οποία παρέδωσε στον Μ.Ε.1 στις 29 ή 30 Νοεμβρίου του 2010, αφού παρέλαβε την προηγούμενη. Λόγω της συνέχισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, οι εργασίες της Εναγόμενης 1 είχαν μειωθεί σημαντικά, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο της στην Ενάγουσα να διατηρείται σε ψηλά επίπεδα. Ο Μ.Ε.1 άρχισε να γίνεται πιεστικός για εξεύρεση τρόπου μείωσης του χρεωστικού υπόλοιπου. Περί τις αρχές του Φεβρουαρίου του 2011 του έθεσε επιτακτικά θέμα υπογραφής νέας συμφωνίας, στην οποία θα καθοριζόταν το οφειλόμενο υπόλοιπο και χρονοδιάγραμμα για την αποπληρωμή του, διαφορετικά θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε αγωγή και να προβεί σε σύλληψη των πλοίων της Εναγόμενης 1, όπως του είπε. Συζήτησε το θέμα με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος κάτω από την πίεση στην οποία βρέθηκαν οι εναγόμενοι, αναγκάστηκε να συγκατατεθεί στην υπογραφή της συμφωνίας που ζητούσε ο Μ.Ε.
- Στις 15.2.11 αποστάληκε με ηλεκτρονική μορφή στο γραφείο της Εναγόμενης 1 προσχέδιο της προτεινόμενης συμφωνίας, στην οποία ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε κάποιες τροποποιήσεις. Στις 17.2.11 ο Μ.Ε.1 επισκέφθηκε τα γραφεία της Εναγόμενης 1, προσκομίζοντας δύο αντίγραφα της συμφωνίας στη μορφή που την παρέλαβαν στις 15.2.
- Ειδοποίησε σχετικά τον Εναγόμενο 2, ο οποίος βρισκόταν σε άλλο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας, για την άφιξη του Μ.Ε.
- Κατά τη συνάντηση που είχαν, ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε οποιεσδήποτε αλλαγές στο κείμενο της συμφωνίας και έτσι, στην παρουσία του, ο Μ.Ε.1 και ο Εναγόμενος 2 έθεσαν την υπογραφή τους επί του κειμένου της συμφωνίας (Τεκμήριο 8). Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 8 ζήτησε από τον Μ.Ε.1 να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή όμως εκείνος, παρόλο ότι συμφώνησε, ουδέποτε το έπραξε. Δεν ανησύχησε για τη μη επιστροφή της επίδικης επιταγής για τον λόγο ότι και σε προηγούμενες περιπτώσεις ο Μ.Ε.1 δεν επέστρεψε επιταγές που είχαν δοθεί ως ασφάλεια, τις οποίες ουδέποτε κατέθεσε για πληρωμή. Επειδή περί τα μέσα Απριλίου του 2011 η Ενάγουσα έστειλε στους εναγόμενους ειδοποίηση για την έναρξη διαιτησίας με την οποία διεκδικούσαν ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο, μέσα στο οποίο περιλαμβανόταν και το ποσό της επίδικης επιταγής, ο τότε σύμβουλος της Εναγόμενης 1 Ονούφριος Ονουφρίου στις 27.5.11 απέστειλε επιστολή προς την Ελληνική Τράπεζα με την οποία ανακάλεσε την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Στις 9.6.11 ο Μ.Ε.1, χωρίς να τον ενημερώσει, κατέθεσε την επίδικη επιταγή για πληρωμή η οποία όμως δεν πληρώθηκε από την τράπεζα. Όταν ο Μ.Ε.1 ενημερώθηκε για τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής επικοινώνησε μαζί του για να του ζητήσει εξηγήσεις. Τον πληροφόρησε ότι ανακάλεσαν την πληρωμή της επειδή το ποσό της περιλαμβανόταν στο ποσό που διεκδικούσαν με διαιτησία και αν εξοφλείτο θα την πληρώνονταν διπλά. Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.3) κατέθεσε ότι το έτος 2007 δημιούργησε την Εναγόμενη 1, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των ποντοπόρων φορτηγών πλοίων «ALFA K» και «BRAVO P», που αγοράστηκαν το ίδιο έτος από εταιρείες, συμφερόντων δικών του και της οικογένειας του. Μεταξύ των εργοδοτουμένων της Εναγόμενης 1 ήταν και ο Μ.Υ.1 ο οποίος κατά τα έτη 2007‑ 2011 εκτελούσε καθήκοντα γενικού διευθυντή. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ο Μ.Υ.1 συμβαλλόταν με προμηθευτές καυσίμων για την προμήθεια καυσίμων στα πλοία της Εναγόμενης
- Από το έτος 2007 ο Μ.Υ.1 τον ενημέρωσε ότι η Ενάγουσα επιλέγηκε ως ένας εκ των προμηθευτών καυσίμων, αφού είχε προσυμφωνήσει με τον διευθυντή της (Μ.Ε.1) με τον οποίο είχε επαγγελματικές σχέσεις στο παρελθόν, ότι η εξόφληση των σχετικών τιμολογίων θα γινόταν εντός 60 ημερών από την σχετική πετρέλευση, χωρίς να συμφωνηθεί οτιδήποτε σε σχέση με τόκους υπερημερίας μετά την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας. Τότε δεν τίθετο τέτοιο ζήτημα, λόγω της οικονομικής ευρωστίας του συγκροτήματος των πλοιοκτητριών εταιριών καθώς και της Εναγόμενης 1 που ήταν η πλοιοδιαχειρίστρια. Ο ίδιος δεν είχε λάβει μέρος σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, όμως ενέκρινε τα όσα είχαν συμφωνηθεί από τον Μ.Υ.
- Επίσης είχε υπογράψει τις συμφωνίες ημερομηνίας 13.4.10 (Τεκμήριο 6) και 17.2.11 (Τεκμήριο 8). Στις υπό αναφορά συμφωνίες ουδεμία υποχρέωση αναλήφθηκε για αναγνώριση πληρωμής τόκων υπερημερίας λόγω καθυστέρησης στην πληρωμή τιμολογίων. Αντίθετα, η οποιαδήποτε τέτοια υποχρέωση αφορούσε σε καθυστέρηση πληρωμής των συμφωνηθεισών δόσεων. Όλες οι πληρωμές προς την Ενάγουσα γίνονταν με τραπεζικά εμβάσματα. Επιταγές δίνονταν μόνο προς εξασφάλιση της Ενάγουσας, όταν αυτή το απαιτούσε, πλην όμως ουδέποτε εξαργυρώθηκε οποιαδήποτε επιταγή. Αυτές επιστρέφονταν ή έπρεπε να επιστραφούν όταν εξοφλούνταν τα σχετικά ποσά μέσω των τραπεζικών εμβασμάτων. Η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον ίδιο την 30.11.10 και παραδόθηκε στον Μ.Υ.1 με σκοπό την παράδοση της στον Μ.Ε.1, μετά από απαίτηση του τελευταίου, η οποία τους κοινοποιήθηκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 26.11.10 (Τεκμήριο 7), σε αντικατάσταση άλλης επιταγής ημερομηνίας 1.6.10 (Τεκμήριο 5) την οποία ο Μ.Ε.1 κατακρατούσε και η οποία ξεπέρασε το χρονικό όριο πληρωμής της. Η έκδοση της επίδικης επιταγής αποτελούσε εγγύηση τρεχούμενου λογαριασμού και κατά την υπογραφή της συμφωνίας της 17.2.11 (Τεκμήριο 8) κατέστη άνευ αξίας, γι' αυτό έπρεπε να είχε επιστραφεί στον εκδότη της. Ουδεμία προφορική εγγύηση έδωσε στον Μ.Ε.1 σε σχέση με την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 15.2.11 (Τεκμήριο 9) την οποία η Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι τους απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η θέση του ήταν ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή αυτή. Μετά από υπολογισμό, στον οποίο προέβηκε, των τόκων υπερημερίας επί των τιμολογίων του πλοίου «ALFA K» με ποσοστό επιτοκίου 2% κατέληξε ότι το συνολικό ποσό ανέρχεται σε $70.072,00 (Τεκμήριο 19) και όχι σε $194.824,00 όπως ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες της Ενάγουσας. Επίσης προέβηκε σε υπολογισμό των τόκων επί των τιμολογίων του πλοίου «BRAVO P» υπολογίζοντας τους με ποσοστό 1% τον μήνα και κατέληξε ότι αυτοί ανέρχονται σε $23.150,19 (Τεκμήριο 20). Ουδέποτε συμφώνησε με τον Μ.Ε.1 ούτε και αποδέχθηκε τη χρέωση τόκων υπερημερίας ύψους $194.824,00 για τα τιμολόγια που αφορούν το πλοίο «ALFA K», όπως ήταν ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1, ούτε συμφώνησε μαζί του να εκδώσει την επίδικη επιταγή για εξόφληση του ποσού αυτού, όπως επίσης ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.
- Στις 15.2.11 η Ενάγουσα απέστειλε στο γραφείο του, σε ηλεκτρονική μορφή, τη συμφωνία ‑Τεκμήριο 8 ‑ η οποία δεν έφερε ημερομηνία. Όταν την μελέτησε πληροφόρησε τον Μ.Ε.1 ότι δεν συμφωνούσε ως προς το ποσό της, συγκεκριμένα αμφισβητούσε τις χρεώσεις τόκων που καταχωρίστηκαν στην κατάσταση λογαριασμού στο παρελθόν. Επίσης δεν αποδεχόταν να εγγυηθεί τη συμφωνία προσωπικά. Το απόγευμα της 17.2.11 ο Μ.Ε.1 μετέβηκε στα γραφεία της Εναγόμενης
- Κατά τη συνάντηση που είχαν ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε να προβεί σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις της συμφωνίας σε σχέση με τόκους που αυθαίρετα, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία, εισήχθησαν στην κατάσταση λογαριασμού των εναγομένων. Αρνήθηκε επίσης να τον απαλλάξει από την προσωπική εγγύηση της συμφωνίας. Τον απείλησε δε ότι αν δεν την υπέγραφε ως είχε, θα προχωρούσε άμεσα στην καταχώρηση αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 και παράλληλα στη σύλληψη του πλοίου «ALFA K», παρεμποδίζοντας κατά αυτό τον τρόπο την ολοκλήρωση της πώλησης του. Κάτω από τον εκβιασμό, εξαναγκασμό και εκφοβισμό του Μ.Ε.1 υπόγραψε τη συμφωνία, τόσο προσωπικά όσο και για λογαριασμό των εμπλεκομένων εταιριών, έχοντας όμως κατά νου ότι όταν εξέλειπαν οι πιο πάνω αναφερόμενες συνθήκες θα μπορούσε να την καταγγείλει. Οι υπογραφές επί της πιο πάνω συμφωνίας τέθηκαν ταυτόχρονα από τον ίδιο και τον Μ.Ε.1 στην παρουσία του Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ότι στις 27.6.11 δέχτηκε καταγγελία από τον Μ.Ε.1 για τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής. Σε σχέση με την ως άνω καταγγελία πήρε κατάθεση από τον Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 17). Στη συνέχεια ξεκίνησε τη διερεύνηση υπόθεσης για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα. Όταν ολοκλήρωσε τις εξετάσεις του διαβίβασε την υπόθεση στη Νομική Υπηρεσία για οδηγίες ως προς τον παραπέρα χειρισμό της. Την 1.3.12 η υπόθεση επιστράφηκε από τη Νομική Υπηρεσία για να ταξινομηθεί ως μη αστυνομικής φύσεως υπόθεση. Μετά από επιστολή που λήφθηκε την 7.11.12, ο φάκελος παραπέμφθηκε και πάλι στη Γενική Εισαγγελία για να ξαναμελετηθεί. Στις 28.1.13 ο φάκελος επιστράφηκε από τη Γενική Εισαγγελία και ταξινομήθηκε ως μη αστυνομικής φύσεως υπόθεση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγηση τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, ECLI:CY:AD:2014:A661, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτει ότι τόσο η έκδοση της επίδικης επιταγής από την Εναγόμενη 1 όσο και η μη πληρωμή της, όταν αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον εκδότη της, αποτελούν κοινό τόπο. Υπό αμφισβήτηση τέθηκε η ημερομηνία κατά την οποία αυτή εκδόθηκε και παραδόθηκε στην Ενάγουσα καθώς και το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκε. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι τους παραδόθηκε κατά την 17.2.11, που είναι η ημερομηνία υπογραφής της μεταξύ των μερών συμφωνίας ‑Τεκμήριο 8‑ και ότι το ποσό της αντιπροσωπεύει τους συμφωνηθέντες τόκους, άλλως financial charges, επί του ποσού των τιμολογίων που αφορούν το πλοίο «ALFA K» μέχρι την 17.2.11. Αντίθετα, η πλευρά των εναγομένων ισχυρίζεται ότι αυτή εκδόθηκε περί την 29 ή 30 Νοεμβρίου του 2010, συγκεκριμένα πριν την ημερομηνία λήξης της πληρωμής της επιταγής ‑Τεκμήριο 5‑ ως εγγύηση του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα. Ο Μ.Ε.1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, αυθορμητισμό χωρίς να αφήσει οποιοδήποτε σημείο της εκδοχής του ασαφή ή αδιευκρίνιστο. Πέραν της θετικής εικόνας που ο Μ.Ε.1 άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τη θέση του ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε προς εξόφληση συμφωνηθέντων τόκων και όχι ως εγγύηση για την πληρωμή του τρεχούμενου λογαριασμού της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης. Από τη στιγμή που το συνολικό ποσό που οφειλόταν στην Ενάγουσα υπερέβαινε το $1.000.000, όπως διαφαίνεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των γραπτών συμφωνιών ‑ Τεκμήρια 6 και 8‑ η λογική του πράγματος υπαγορεύει ότι το ύψος του ποσού της εγγύησης που θα ζητούσε θα ήταν ανάλογο του ύψους του χρέους της Εναγόμενης 1 και όχι το ποσό των $180.000 για το οποίο εξεδόθη η επίδικη επιταγή. Αναμφίβολα δεν υπάρχει καμιά λογική αντιστοιχία μεταξύ του ποσού αυτού με το ύψος του οφειλόμενου χρέους, το οποίο επισημαίνω ότι βάσει του Τεκμηρίου 8 ανέρχεται σε $1.329.175,71. Θα πρέπει επίσης να τονίσω ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας ‑Τεκμήριο 8‑ είχαν εκδοθεί από τους εναγόμενους, ως εγγύηση, επιταγές για πολύ μεγαλύτερα ποσά, συγκεκριμένα για ποσό €700.000 όπως περιγράφεται στην παράγραφο 5.1 της συμφωνίας καθώς και για ποσό $ 353 301, 50 όπως περιγράφεται στο παράρτημα 2 (Schedule Two) παράγραφος (ii). Πέραν των πιο πάνω αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό και τη θέση του ότι το ποσό των συμφωνηθέντων τόκων για τα τιμολόγια του πλοίου «ALFA K» δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία της 17.2.11 ‑ Τεκμήριο 8, ακριβώς επειδή καλύφθηκαν με την επίδικη επιταγή, σε αντίθεση με το ποσό των τόκων που είχε συμφωνηθεί για τα τιμολόγια που αφορούσαν το πλοίο «BRAVO P». Θα πρέπει να επισημάνω ότι η θέση αυτή βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8. Όπως ο μάρτυρας επεξήγησε πολύ πειστικά, οι πληρωμές που περιγράφονται στις παραγράφους (
- i)και (
- ii)του «Παραρτήματος Δύο» (Schedule Two) της συμφωνίας, συμποσούμενες σε συνολικό ποσό $503.301,50 αφορούσαν τα ποσά των τιμολογίων καθώς και τους συμφωνηθέντες επ' αυτών τόκους σε σχέση με το πλοίο «BRAVO P». Από μια απλή μαθηματική πράξη στην οποία προέβηκα, προσθέτοντας τα ποσά των τιμολογίων του «BRAVO P» όπως αυτά περιγράφονται στο "Παράρτημα Ένα" της συμφωνίας (Schedule One) διαπίστωσα ότι αυτά ανέρχονται σε $461.690,78. Το ποσό που υπολείπεται μέχρι τα $503.301,50 ανέρχεται σε $41.610,72 που, όπως ο μάρτυρας επεξήγησε με πειστικότητα, αφορά το ποσό των συμφωνηθέντων τόκων επί των τιμολογίων που εκδόθηκαν για το «BRAVO P», οι οποίοι υπολογίστηκαν μέχρι την ημερομηνία της συμφωνίας, ήτοι την 17.2.11. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι τα ως άνω περιγραφόμενα ποσά καταγράφονται και στην επιστολή ‑Τεκμήριο 9 ‑ ημερομηνίας 15.2.11 η οποία ετοιμάστηκε από την Μ.Ε.2. Αξίζει να τονιστεί ότι η πληρωμή του συνολικού ποσού των $503.301,50 από τους εναγόμενους υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Όσον αφορά τα τιμολόγια που αφορούν το πλοίο «ALFA K», όπως αυτά περιγράφονται λεπτομερώς στο "Παράρτημα Ένα" (Schedule One) της συμφωνίας, με μια απλή πρόσθεση του ποσού του καθενός κατέληξα ότι συμποσούνται σε $867.484,93. Προσθέτοντας δε σε αυτό και το συνολικό ποσό των τιμολογίων που αφορούν το «BRAVO P» καταλήγουμε στο ποσό των $1.329.175,71 που είναι το συνολικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1.1 του Τεκμηρίου 8. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο ως άνω συνολικό ποσό δεν φαίνεται να έχει συμπεριληφθεί το ποσό των τόκων των τιμολογίων του πλοίου «BRAVO P». Δεν χωρεί όμως αμφιβολία ότι το ποσό αυτό έχει συμπεριληφθεί στο συνολικό ποσό των $503.301,50 που περιγράφεται στις παραγράφους (
- i)και (
- ii)του "Schedule Two" της συμφωνίας, το οποίο, όπως έχω ήδη αναφέρει εξοφλήθηκε από τους εναγόμενους. Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρω πιο πάνω δεν θα μπορούσα να μην αποδεχτώ τη θέση του μάρτυρα ότι ο σκοπός της έκδοσης της επίδικης επιταγής ήταν η πληρωμή των τόκων επί των τιμολογίων του πλοίου «ALFA K» οι οποίοι είχαν συμφωνηθεί στο ποσό των $180.000 μέχρι την 17.2.11 και συμφωνήθηκε όπως πληρωθούν ξεχωριστά από τα υπόλοιπα ποσά που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 8, με την έκδοση της επίδικης επιταγής. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας επεξήγησε, κατά τρόπο πειστικότατο, τον λόγο που η επίδικη επιταγή εκδόθηκε μεταχρονολογημένη, με μακρινή ημερομηνία πληρωμής. Ο λόγος ήταν ότι ο Εναγόμενος 2 του είχε ζητήσει χρόνο για να "αναπνεύσει" οικονομικά μετά που θα πωλούσε το πλοίο «BRAVO P». Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου η δήλωση που περιέχεται στη γραπτή του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 17), συγκεκριμένα στον Μ.Υ.2, στα πλαίσια της καταγγελίας που υπέβαλε εναντίον των εναγομένων, ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε ως εγγύηση για τις οφειλές των εναγομένων. Είναι φανερό ότι η δήλωση αυτή είναι αντιφατική με τα όσα υποστήριξε στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του. Δεν θεωρώ όμως ότι η ως άνω προηγούμενη δήλωση του μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Πέραν της επεξήγησης που έδωσε κατά την αντεξέταση του, όταν του υποδείχθηκε η ως άνω προηγούμενη δήλωση του, συγκεκριμένα ότι δεν είχε λόγο να μπει σε πιο λεπτομερή στοιχεία ως προς το τι αντιπροσωπεύει η επίδικη επιταγή, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολία ότι αυτή εκδόθηκε για την πληρωμή τόκων, οι οποίοι περιγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω. Οι ίδιες παρατηρήσεις μου ισχύουν και αναφορικά με παρόμοιας φύσης δήλωση των συνηγόρων της Ενάγουσας που αναφέρεται στην αίτηση τους ημερομηνίας 3.8.11 προς το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο (Τεκμήριο 11). Δεν διαφεύγει ακόμα της προσοχής μου ότι σε αίτημα του ευπαίδευτου συνήγορου των Εναγομένων για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες που περιέχεται σε επιστολή του με ημερομηνία 22.12.2012 (Τεκμήριο 12Α), οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Ενάγουσας απαντούν, με επιστολή ημερομηνίας 2.1.2012 (Τεκμήριο 12Β), ότι η επίδικη επιταγή αφορά υπόλοιπο από πωλήσεις καυσίμων που χρονικά προηγήθηκαν των τιμολογίων στις οποίες αναφέρεται η συμφωνία της 17.2.2011. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι οι ως άνω λεπτομέρειες είχαν δοθεί πριν την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, με βάση τη διαταγή του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.6.2015, με την οποία εισήχθησαν οι ισχυρισμοί ότι η επίδικη επιταγή εξεδόθη για εξόφληση των τόκων για τα τιμολόγια του πλοίου «ALFA K» μέχρι την 17.2.2011. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του μάρτυρα όσον αφορά το χρόνο παράδοσης από τους Εναγόμενους της επίδικης επιταγής. Παρά το ότι ο ίδιος είχε στείλει την επιστολή ημερομηνίας 26.11.2010 - Τεκμήριο 7 - με την οποία ζητούσε την έκδοση νέας επιταγής πριν την ημερομηνία λήξης της επιταγής - Τεκμήριο 5 - εντούτοις επεξήγησε με πειστικότητα το λόγο για τον οποίο οι Εναγόμενοι δεν του παρέδωσαν την επίδικη επιταγή πριν τη λήξη της επιταγής - Τεκμήριο 5 - αλλά κατά το χρόνο υπογραφής της μεταξύ τους συμφωνίας - Τεκμήριο 8. Φυσικά δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην κατάθεση του προς την αστυνομία - Τεκμήριο 17 - αναφέρει ότι η επίδικη επιταγή εξεδόθη κατά τον Ιανουάριο του 2011. Δεν θεωρώ όμως ότι πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία του. Πέραν των πιο πάνω αποδέχομαι και τη θέση του ότι ο Εναγόμενος 2, διευθυντής της Εναγόμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε εγγυηθεί την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Έχοντας κατά νου ότι ο Εναγόμενος 2, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, εγγυήθηκε προσωπικά τη συμφωνία της 17.2.2011, θεωρώ απόλυτα λογικό να είχε αναλάβει προσωπική υποχρέωση και για την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Την ίδια θετική εντύπωση με τον Μ.Ε.1 έχει αφήσει στο Δικαστήριο και η Μ.Ε.2. Είχε πλήρη επίγνωση της υποχρέωσης της να αποκαλύψει όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση. Περιέγραψε με σαφήνεια και καθαρότητα τα γεγονότα, όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της, χωρίς να αποκρύψει ή να παραποιήσει οτιδήποτε που θα μπορούσε να δώσει προβάδισμα στην υπόθεση της Ενάγουσας. Αποδέχομαι ότι τα γεγονότα επεσυνέβησαν όπως τα περιέγραψε στη μαρτυρία της. Ειδικότερα, αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τη θέση της ότι απέστειλε στον Μ.Υ.1 την επιστολή ‑ Τεκμήριο 9 ‑ στην ηλεκτρονική του διεύθυνση, η οποία περιγράφεται στην υπό αναφορά επιστολή. Αποδέχομαι επίσης ότι είχε υπολογίσει τους τόκους επί των τιμολογίων, τόσο σε σχέση με το πλοίο «BRAVO P», καθώς και το πλοίο «ALFA K». Θα πρέπει να επισημάνω ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τους υπολογισμούς των τόκων, στους οποίους προέβηκε παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Αφού εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία τόσο της Μ.Ε.2 όσο και του Μ.Ε.1, τις οποίες και αντιπαρέβαλα, δεν έχω διαπιστώσει κάποια ουσιώδη αντίφαση μεταξύ τους, η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία τους. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες της πλευράς της Ενάγουσας, ο Μ.Υ.1 άφησε αλγεινή εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο αποκόμισα, παρακολουθώντας τον με προσοχή στο εδώλιο του μάρτυρα, ήταν μια στοχευμένη προσπάθεια, μέσα από μια κατασκευασμένη εκδοχή, να προωθήσει, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τις θέσεις που εξυπηρετούσαν την υπόθεση των Εναγομένων. Βασικές πτυχές της εκδοχής του στερούνται πειστικότητας, αλλά και λογικότητας. Αμέσως πιο κάτω θα προσπαθήσω να περιγράψω με την απαιτούμενη λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. α) Η θέση του ότι η επίδικη επιταγή θα έπρεπε να επιστραφεί στους Εναγόμενους, στερείται πειστικότητας. Δεδομένου του ότι αφενός είχε εκδοθεί μεταχρονολογημένη, αφετέρου ότι είχε παραμείνει απλήρωτο υπόλοιπο, το οποίο θα εξοφλείτο με μηνιαίες πληρωμές, βάσει της συμφωνίας της 17.2.2011, λογικά, θα έπρεπε να παραμείνει στην κατοχή της Ενάγουσας ως εξασφάλιση της εξόφλησης του οφειλόμενου υπόλοιπου το οποίο, όπως απεκάλυψε η ενώπιον μου μαρτυρία, δεν εξοφλήθηκε όπως προνοούσε η συμφωνία της 17.2.2011. Δεν έδωσε κάποια πειστική επεξήγηση γιατί έπρεπε να επιστραφεί στην Εναγόμενη 1. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω την αποτυχία του να καταδείξει στο Δικαστήριο με καθαρότητα και σαφήνεια ότι το ποσό της επίδικης επιταγής περιελήφθη στη συμφωνία της 17.2.2011, κατά τον ισχυρισμό του, όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον ευπαίδευτο Συνήγορο της Ενάγουσας. Για να καταδειχθεί η ασάφεια των απαντήσεων του, θεωρώ ορθό θα μεταφέρω το ακόλουθο απόσπασμα από την εξέταση του: «A. Δεν αναφέρεται η επιταγή μέσα στη συμφωνία. Αλλά εγώ όπως σας είπα προηγουμένως η επιταγή αυτή είχε εκδοθεί, η πρώτη, αρχές Απριλίου με ημερομηνία κατάθεσης αρχές Ιουνίου. Η επόμενη προς αντικατάσταση της πρώτης αρχές, πριν τις αρχές του Δεκέμβρη πριν την δευτέρα του Δεκέμβρη με σκοπό αντικατάστασης της προηγούμενης. Όλα τα ποσά που εκκρεμούσαν είχαν συμπεριληφθεί στη συμφωνία της 17ης του Φλεβάρη. E. Δείξετε μου το. A. Όλα τα ποσά που εκκρεμούσαν. Η επιταγή αυτή αποτελούσε ασφάλεια για το excess στην πίστωση που είχαμε, για την υπέρβαση της πίστωσης που είχαμε. Γι' αυτό όταν έγινε η συμφωνία προφανώς η επιταγή που ήταν μια ασφάλεια για αυτό για το μεγάλο υπόλοιπο, δεν συμπεριλήφθηκε. Η συμφωνία όμως συμπεριέλαβε όλα τα ποσά που εκκρεμούσαν μέχρι εκείνη τη μέρα.» β) Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 15), η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίας εξέτασης του, ισχυρίζεται ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας της 17.2.2011, ζήτησε από τον ΜΕ1 να του επιστρέψει την επίδικη επιταγή, όμως εκείνος, παρά το ότι συμφώνησε, ουδέποτε το έπραξε. Εφησύχασε όμως για το λόγο ότι ο ΜΕ1 και σε άλλες περιπτώσεις δεν επέστρεψε επιταγές που είχαν δοθεί ως ασφάλεια, όπως για παράδειγμα την επιταγή για το ποσό των €700.000.00, την επιταγή για το ποσό των $353.301.50, καθώς και την επιταγή ‑ Τεκμήριο 5. Κατά την αντεξέταση του όμως παραδέχτηκε ότι ο ΜΕ1 τους είχε επιστρέψει όλες τις ως άνω επιταγές. Από τη στιγμή λοιπόν που ο ΜΕ1 είχε επιστρέψει τις ως άνω επιταγές που είχε στα χέρια του ως ασφάλεια, λογικά θα ανέμενα ότι θα επέστρεφε και την επίδικη επιταγή, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είχε δοθεί στον ΜΕ1 ως εγγύηση του τρεχούμενου λογαριασμού. Από την άλλη, εάν πράγματι ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ότι ο ΜΕ1 είχε παραλείψει να τους επιστρέψει την επίδικη επιταγή, παρά το ότι του είχε ζητήθει, λογικά θα ανέμενα ότι θα προέβαιναν στην ανάκληση της πληρωμής της άμεσα και όχι να την ανακαλούν μόλις στις 27.5.2011, δηλαδή λίγες μέρες πριν την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Θα ανέμενα ακόμα ότι θα προέβαιναν στην ανάκληση της γι' αυτό ακριβώς το λόγο, συγκεκριμένα ότι έπαψε πλέον να ισχύει, από τη στιγμή που είχε υπογραφεί η συμφωνία της 17.2.2011. Όπως όμως ισχυρίστηκε, ο λόγος για τον οποίο ανακάλεσαν την πληρωμή της ήταν γιατί το ποσό της περιλαμβανόταν στο υπόλοιπο που διεκδικούσε η Ενάγουσα με τη διαιτησία. (γ) ΄Εναυσμα για την ανάκληση της πληρωμής της επίδικης επιταγής αποτέλεσε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η ειδοποίηση που παράλαβαν από την Ενάγουσα, περί τα μέσα Απριλίου του 2011, για την έναρξη διαιτησίας με την οποία διεκδικείτο ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο. Όμως όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας προς το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο ‑ Τεκμήριο 11 ‑ το σχετικό αίτημα υπεβλήθη μόλις στις 3.8.2011. Διερωτώμαι πώς ήταν δυνατό να είχαν παραλάβει ειδοποίηση για την έναρξη διαιτησίας από τον Απρίλιο του 2011 από τη στιγμή που το σχετικό αίτημα υπεβλήθη 4 περίπου μήνες μετά. Επισημαίνω την παράλειψη του να καταθέσει στο Δικαστήριο τη σχετική ειδοποίηση για την έναρξη διαιτησίας, την οποία ισχυρίστηκε ότι παράλαβαν, από την οποία θα μπορούσε να διαφανεί η ημερομηνία της. δ) Αίσθηση προκάλεσε στο Δικαστήριο και η επιμονή του ότι δεν παράλαβε την επιστολή της Μ.Ε.2 ‑ Τεκμήριο 9 ‑ παρά το ότι αυτή απευθύνεται στην ορθή ηλεκτρονική του διεύθυνση. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για την επιστολή στην οποία καταγράφεται το συνολικό ποσό των εκκρεμούντων τιμολογίων για το πλοίο «BRAVO P», καθώς και το ποσό των τόκων, το οποίο υπολογίστηκε από την Μ.Ε.2. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι με την ως άνω επιμονή του στόχευε στο να αποκρύψει από το Δικαστήριο ότι είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τον υπολογισμό του ποσού των τόκων, το οποίο και αποδέκτηκαν. Επισημαίνω ότι το ποσό των τόκων επί των τιμολογίων του πλοίου «BRAVO P», περιελήφθηκε στη συμφωνία της 17.2.2011, επιπλέον δε ότι, όπως αποκάλυψε η ενώπιον μου μαρτυρία, ολόκληρη η οφειλή για το πλοίο αυτό πληρώθηκε από τους Εναγόμενους. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω τη μαρτυρία του, ως παντελώς αναξιόπιστη. Την ίδια αλγεινή εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και ο Εναγόμενος 2. Αυτό το οποίο έχω διακρίνει ήταν μια αγωνιώδης και απέλπιδα προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε συμφωνία για την πληρωμή οποιωνδήποτε τόκων στην Ενάγουσα, η οποιαδήποτε δε χρέωση τόκων έγινε αυθαίρετα από τον Μ.Ε.1. Η ως άνω προσπάθεια του όμως κάθε άλλο παρά έπεισε το Δικαστήριο. α) Ο ισχυρισμός του ότι στις δύο συμφωνίες που υπέγραψε με την Ενάγουσα ‑ Τεκμήρια 6 και 8 ‑ δεν αναλήφθηκε υποχρέωση για πληρωμή τόκων υπερημερίας συνεπεία καθυστέρησης στην πληρωμή των τιμολογίων καταρρίπτεται από το ίδιο το περιεχόμενο των ρηθεισών συμφωνιών, στις οποίες ρητά γίνεται αναφορά σε πληρωμή τόκων επί των καθυστερημένων τιμολογίων. Ειδικά στην παράγραφο Β)[1] της συμφωνίας ‑ Τεκμήριο 6 ‑ αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν και αποδέχονται ότι οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των ληγμένων τιμολογίων θα χρεώνεται με τόκο (financial charges) προς 1% μηνιαίως. Επίσης στην παράγραφο (iii) του «Παραρτήματος Δύο» του Τεκμηρίου 8 αναφέρεται ότι οι τόκοι θα χρεώνονται όταν το κάθε μηνιαίο τιμολόγιο διευθετείται. Αξίζει να επισημάνω ότι όλα τα καθυστερημένα τιμολόγια, σε σχέση με τα οποία υπεγράφη η συμφωνία της 17.2.2011, περιγράφονται λεπτομερώς στο «Παράρτημα Ένα» της συμφωνίας. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο ισχυρισμός του ότι αυτό το οποίο συμφωνήθηκε ήταν πληρωμή τόκων σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των συμφωνηθεισών δόσεων, δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο των υπό αναφορά συμφωνιών. β) Ο ισχυρισμός του ότι ο Μ.Ε.1 επέβαλε, κατ' ουσία, μονομερώς τους όρους της συμφωνίας της 17.2.2011, την οποία υπέγραψε κάτω από τον εκβιασμό, εξαναγκασμό και εκφοβισμό για οικονομικές απώλειες κρίνεται ως προϊόν δεύτερης σκέψης του, που σκοπό είχε να δικαιολογήσει την από μέρους του υπογραφή της ρηθείσας συμφωνίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε τεθεί στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να τη σχολιάσει και να μπορέσει να πάρει θέση. Όπως είναι νομολογημένο, η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, ώστε να έχουν δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων (PAL κ.α. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, 590). Στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R.383, λέχθηκε ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Υπεράσπιση για την παράλειψη της να θέσει ένα τόσο ουσιώδη ισχυρισμό στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του, ώστε να απαντήσει δεόντως. Συνεπώς δεν παρέχεται άλλη επιλογή στο Δικαστήριο εκτός από την απόρριψη του. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί ούτε και οι ισχυρισμοί του σε σχέση με τους δικούς του υπολογισμούς των τόκων, τους οποίους παρουσίασε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 19, 20 και 21). Λογικά θα ανέμενα ότι τα έγγραφα με τους υπολογισμούς του θα τίθεντο ενώπιον των μαρτύρων της Ενάγουσας, ειδικά ενώπιον της Μ.Ε.2, που ασκούσε λογιστικά καθήκοντα στην Ενάγουσα και ήταν αυτή που υπολόγισε τα ποσά των τόκων επί των καθυστερημένων τιμολογίων, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να απαντήσει δεόντως. Αντίθετα, όπως έχω ήδη αναφέρει, η μαρτυρία της Μ.Ε.2 αναφορικά με τους δικούς της υπολογισμούς των τόκων, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. γ) Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή αποτελούσε εγγύηση τρεχούμενου λογαριασμού, γι' αυτό κατά την υπογραφή της συμφωνίας της 17.2.2011, στην οποία καθορίστηκαν πλέον οι εγγυήσεις του τρεχούμενου λογαριασμού, κατέστη άνευ αξίας. Είναι όμως άξιον απορίας γιατί να μην συμπεριληφθεί και η επίδικη επιταγή στις εγγυήσεις της ρηθείσας συμφωνίας, δεδομένου ότι αφενός η ημερομηνία πληρωμής της είχε μετατεθεί την 1.6.2011, αφετέρου η προθεσμία πληρωμής της επιταγής των €700.000.00, που επίσης κρατείτο ως εγγύηση, έληγε την 28.2.2011. Λογικά θα ανέμενα ότι θα γινόταν ρητή αναφορά και στην επίδικη επιταγή ότι είχε δοθεί ως ασφάλεια του χρεωστικού υπόλοιπου. Επιπρόσθετα, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν την εκδοχή του ότι αυτή είχε δοθεί ως εγγύηση, διερωτώμαι πώς ήταν δυνατό να είχε καταστεί άνευ αξίας από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι, βάσει της συμφωνίας της 17.2.2011, ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν στην Ενάγουσα το υπόλοιπο της συμφωνίας, που ανερχόταν στο ποσό των $867.484.83 με μηνιαίες πληρωμές των $250.000.00 ξεκινώντας από την 15.3.2011. Η ύπαρξη του ως άνω χρεωστικού υπόλοιπου, κάθε άλλο παρά κατέστησε την επίδικη επιταγή άνευ αξίας. δ) Ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος ουδέποτε συμφώνησε να περιληφθούν στη συμφωνία της 17.2.2011 οι τόκοι επί των τιμολογίων του πλοίου «BRAVO P» καταρρίπτεται από τα αδιάσειστα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει διαφανεί, το συνολικό ποσό των τιμολογίων του πλοίου αυτού τα οποία περιγράφονται στο «Παράρτημα Ένα» της συμφωνίας συμποσούνται σε $.461.690,71. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους (
- i)και (
- ii)του «Παραρτήματος Δύο» της συμφωνίας είχε πληρωθεί το συνολικό ποσό των $.503.301,50. Επισημαίνω ότι δεν έχει δώσει οποιαδήποτε επεξήγηση στο Δικαστήριο ως προς το τι αντιπροσώπευε το επιπλέον ποσό των $41.610,72 που πληρώθηκε πέραν του ποσού των $.461.690,78. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε κατά την αντεξέταση του σε σχετικές υποβολές του ευπαίδευτου συνήγορου της Ενάγουσας κάθε άλλο παρά ξεκάθαροι ήταν. Για να καταδειχθεί η ασάφεια των απαντήσεων του θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του: «Ε. Και όμως ακριβώς το ποσό των τόκων του τεκμηρίου 9, περιλήφθηκε στη συμφωνία τεκμήριο 8; Α. Δεν συμφωνώ με αυτό που λέτε ότι συμπεριλήφθηκε, η συμφωνία είναι εκεί, αν και εγώ γνωρίζω ότι συμφώνησα, παραταύτα δεν θα μπω στο θέμα εγώ να ξαναπώ, να θεωρηθεί ότι ερμηνεύω εγώ τη συμφωνία, είναι θέμα του Δικαστηρίου. Όμως διαφωνώ και με τον υπολογισμό τον οποίο κάμνετε. Φαίνεται ότι εσείς, ο ενάγων, φαίνεται ότι έφερε τους αριθμούς, εστίασε τους αριθμούς για να μας δείξει - ............ Ο ενάγων φαίνεται ότι προσπάθησε να φτιάξει, να μαγειρέψει τους αριθμούς για να ταιριάζουν και αυτό το λέω γιατί τα τιμολόγια στα οποία αναφέρεστε, είναι 8 τιμολόγια τα οποία αναφέρονται και στο παράρτημα της συμφωνίας, τεκμήριο 8 και ο υπολογισμός ο οποίος μας λέτε εσείς αυτήν τη στιγμή, αναφέρεται σε 14 τιμολόγια. Επαναλαμβάνω ότι είναι 8 τα τιμολόγια που αναφέρονται στο παράρτημα και όχι 14 τα τιμολόγια που αναφέρονται σύμφωνα με τον ισχυρισμό τον δικό σας, ότι αποτελούν τόκους που δήθεν συμφωνήσαμε, ουδέποτε συμφωνήσαμε. Εγώ τουλάχιστον προσωπικά, ουδέποτε συμφώνησα οτιδήποτε για να πληρωθούν τέτοιοι τόκοι προς τους ενάγοντες και ουδεμία τέτοια συζήτηση εγώ προσωπικά είχα, με τον Γρηγόρη Γρηγορίου». Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω και αυτού τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν περισσότερο τυπικής φύσεως. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Το Δικαστήριο την αποδέχεται στην ολότητα της. Με βάση την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, καταλήγω στα ακολούθα ευρήματα: Η επίδικη επιταγή εξεδόθη από την Εναγόμενη 1 και παραδόθηκε στην Μ.Ε.2 κατά την 17.2.2011. Ο σκοπός για τον οποίο εξεδόθη, ήταν η πληρωμή των συμφωνηθέντων τόκων επί των τιμολογίων που αφορούσαν το πλοίο «ALFA K», το ποσό των οποίων δεν είχε περιληφθεί στα ποσά της συμφωνίας της 17.2.2011, αλλά συμφωνήθηκε όπως πληρωθεί ξεχωριστά με την επίδικη επιταγή. Οι τόκοι είχαν υπολογιστεί αρχικά στο ποσό των $194.824.00 για την περίοδο μέχρι 17.2.2011, συμφωνήθηκε όμως όπως μειωθούν στο ποσό των $180.000.00, ποσό για το οποίο εξεδόθη η επίδικη επιταγή. Σε αντίθεση με τους τόκους των τιμολογίων του πλοίου «ALFA K», οι τόκοι για τα τιμολόγια του πλοίου «BRAVO P», περιελήφθηκαν στη συμφωνία της 17.2.2011 και πληρώθηκαν από τους Εναγόμενους με την καταβολή του συνολικού ποσού των $503.301.50, με το οποίο εξοφλήθηκε το ποσό των $461.690.78, που ήταν το ποσό των τιμολογίων, όπως αυτά περιγράφονται στο «Παράρτημα Ένα» της συμφωνίας, πλέον το ποσό των $41.610.72, που ήταν οι συμφωνηθέντες τόκοι επί των ως άνω τιμολογίων μέχρι 17.2.2011. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την πληρωμή της επίδικης επιταγής. Η πληρωμή της ανακλήθηκε από την Εναγόμενη 1 κατά την 27.5.2011, με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί όταν αυτή παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα κατά την 9.6.2011 στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη. Ο Μ.Ε.1 ενημέρωσε το Μ.Υ.1 για τη μη πληρωμή της. Νομική πτυχή Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ενάγουσα στηρίζει την αξίωση της σε τραπεζική επιταγή η οποία δεν πληρώθηκε από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή. Στην υπόθεση Ηeatron Co. Ltd v. Σωκράτους
(2012)1 Α.Α.Δ.1034 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη νομική φύση της επιταγής: «Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H [1977] 2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2) [1950] 1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais [1991] 1 Α.Α.Δ. 239). Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ονομαζόταν τότε, στην υπόθεση Nova (Jersey) Knit Ltd, πιο πάνω, μία συναλλαγματική (ή επιταγή) θα πρέπει, σύμφωνα με το S.3 του Bills of Exchange Act 1882, το οποίο είναι πανομοιότυπο με το δικό μας Άρθρο 3 του Κεφ. 262, να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε στην περίπτωση πώλησης, ότι αυτή διενεργείται επί πιστώσει, με όλες τις νομικές συνέπειες. Όπως εξηγείται περαιτέρω στην απόφαση, η συναλλαγματική ή επιταγή είναι από μόνη της μια σύμβαση, ξεχωριστή από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με το Λόρδο Wilberforce, είναι γι' αυτό το λόγο που ο αγγλικός νόμος δεν επιτρέπει την προβολή υπερασπίσεων, εκτός εκείνων που επιτρέπονται από το Νόμο και στηρίζονται σε δόλο, στη μη εγκυρότητα της επιταγής και σε αποτυχία της αντιπαροχής. Πάνω σ' αυτή την αρχή στηρίζεται και η μεγάλη εμπορική επιτυχία και αποδοχή της επιταγής, ως ενός ουσιαστικού μέσου συναλλαγής. Το αγώγιμο δικαίωμα εγείρεται όταν μια συναλλαγματική και κατ' εφαρμογή του Άρθρου 73, μια επιταγή παρουσιαστεί δεόντως για πληρωμή (Άρθρο 45), δεν τιμηθεί (Άρθρο 47), δοθεί ειδοποίηση προς τον εκδότη για το γεγονός της μη τίμησης (Άρθρο 48), εκτός αν η μη αποστολή ειδοποίησης δικαιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Δικογραφικά, ο ενάγων έχει υποχρέωση στην Έκθεση Απαίτησής του να αναφέρει, μεταξύ άλλων, την ημερομηνία της επιταγής, το ποσό, το όνομα του εκδότη και δικαιούχου ή κατόχου. Επίσης, θα πρέπει να δικογραφούνται λεπτομέρειες ότι η επιταγή δεν τιμήθηκε και ότι παραμένει απλήρωτη (βλ. Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings). Το ζήτημα της αντιπαροχής ρυθμίζεται από τα Άρθρα 27-30 του Νόμου. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(1)του Κεφ. 262, κάθε αντάλλαγμα που θα ήταν ικανοποιητικό δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου, θεωρείται καλό αντάλλαγμα και στην περίπτωση συναλλαγματικής ή επιταγής. Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991).» Στην υπό εξέταση υπόθεση, συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη, όταν αυτή κατέστη πληρωτέα, όμως δεν πληρώθηκε λόγω του ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον Ονούφριο Ονουφρίου, ο οποίος ενεργούσε ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Ε.1 ενημέρωσε τον Μ.Υ.1 για την επιστροφή της επιταγής ως απλήρωτης. Επισημαίνω ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του δέχτηκε ότι ο Μ.Ε.1 επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε διευκρινίσεις για την ανάκληση της πληρωμής της επιταγής. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο σώμα της επίδικης επιταγής υπάρχει η χειρόγραφη σημείωση με ημερομηνία 9.6.2011 «DRAWERS SIGNATURE DIFFERS». Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο λόγος για τη μη πληρωμή της επιταγής ήταν η ανάκληση της πληρωμής της από την Εναγόμενη
- Με βάση τα όσα περιγράφω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέσεισε το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένη. Από πλευράς τους οι Εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν την έλλειψη αντιπαροχής. Το Δικαστήριο, για τους λόγους που επεξήγησε λεπτομερώς σε προγενέστερο σημείο της απόφασης του απέρριψε τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η επίδικη επιταγή είχε δοθεί ως ασφάλεια του τρεχούμενου λογαριασμού που τηρούσε η Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα και, με την υπογραφή της συμφωνίας της 17.2.2011, κατέστη άνευ αξίας. Αντίθετα το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη θέση των μαρτύρων της πλευράς της Ενάγουσας ότι αυτή εκδόθηκε προς τον σκοπό της πληρωμής των συμφωνηθέντων τόκων για τα τιμολόγια που αφορούσαν το πλοίο «ALFA K» μέχρι 17.2.
- Όμως θα πρέπει να αναφέρω ότι, ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν την εκδοχή των Εναγομένων, ότι είχε δοθεί ως εγγύηση του τρεχούμενου λογαριασμού, και πάλι θα κατέληγα ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν δικαίωμα να ανακαλέσουν την πληρωμή της. Από τη στιγμή που υπήρχε απλήρωτο υπόλοιπο από τα τιμολόγια που αφορούσαν το πλοίο «ALFA K», καλώς η Ενάγουσα επεδίωξε, κατά την άποψη μου, την είσπραξη της. Προβλήθηκε ακόμα εκ μέρους του Μ.Υ.1 ο ισχυρισμός ότι ο λόγος της ανάκλησης της επίδικης επιταγής είναι ότι το ποσό της περιλαμβάνετο στη διαδικασία της διαιτησίας που καταχώρησε η Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων, γι' αυτό αν η επιταγή εξοφλείτο θα πληρωνόταν διπλά. Ακόμα και αν έτσι είχαν τα πράγματα, είμαι της άποψης ότι και πάλι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνταν να ανακαλέσουν την πληρωμή της. Αντίθετα, θα μπορούσαν να επικαλεστούν την πληρωμή της επιταγής στη διαδικασία της διαιτησίας. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος με το οποίο ήταν επιφορτισμένοι, συγκεκριμένα ότι δεν είχε δοθεί αντιπαροχή από πλευράς Ενάγουσας για την έκδοση της επίδικης επιταγής. Συνεπώς η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό της επίδικης επιταγής. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για ποσό $180.000 ή και το ισάξιο του σε ευρώ πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως ημερομηνία ισοτιμίας των δύο νομισμάτων καθορίζεται η σημερινή. (Υπ.) ............ Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Tραπεζική επιταγή [1] Β) Τhe CUSTOMER further acknowledges and admits that any delays in settlement of each of the overdue invoices as detailed on the attached Statement, are subject to financial charges of 1% per month pro-rata. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο