← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Soboh Nidal Mohamed κ.α., Αγωγή αρ.: 768/14, 21/9/2016

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Soboh Nidal Mohamed κ.α., Αγωγή αρ.: 768/14, 21/9/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 768/14 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Soboh Nidal Mohamed, εκ Γερμασόγειας

  1. Soboh Aiman Mohamed, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 9/2/2016 για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Μ. Μαστορούδης για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Οικονόμου) Για εναγόμενο 1-καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Ιωάννου για Χ.Π. ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Ανδρέου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιούν από τους εναγόμενους την πληρωμή του ποσού των €183.377,59 πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση δανείου που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1, την αποπληρωμή του οποίου εγγυήθηκε ο εναγόμενος
  2. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες - αιτητές αιτούνται: «(α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου κατάθεσης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης περαιτέρω εγγράφων των εναγόντων σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.14 για 15 μέρες από την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου. (β) Οιανδήποτε ετέραν θεραπείαν ήθελε το Σεβαστόν Δικαστήριον κρίνει εύλογον και δίκαιον υπό τας περιστάσεις. (γ) Τα έξοδα της παρούσας Αιτήσεως.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.1, 2, 3 και Δ.48 θ. 1-3, θ.8

(1)(z)(qq), Δ.57 θ.2 και στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κουντούρη, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένου, ο οποίος αναφέρει αυτολεξεί τα εξής: «
  1. Κατά ή περί την 23.12.14 εξεδόθησαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων τόσον αναφορικά με τον ενάγοντα όσον και αναφορικά με τους εναγόμενους. Οι ενάγοντες στις 4.2.15 δια ένορκης δήλωσης απεκάλυψαν τα έγγραφα τα σχετιζόμενα με τα εγειρόμενα θέματα της παρούσας αγωγής. Εις την παράγραφο 3 της εν λόγω ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 2.2.15 ο ενόρκως δηλών ανέφερε το εξής: «Επιφυλάσσομαι όπως αποκαλύψω περαιτέρω έγγραφα εάν αυτά έρθουν στην αντίληψή μου, νοουμένου βέβαια ότι προηγηθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων.»
  2. Κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση κατά/ή περί την 27.1.16 εντόπισα εις τον φάκελο της υπόθεσης τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία τιτλοφορούνται ως ακολούθως:
  3. Υποθηκευτήριο έγγραφο Υ3823/10 ημερ. 20.4.2014 μετά του εσωτερικού εγγράφου υποθήκης ίδιας ημερομηνίας και μετά τίτλου εγγραφής 0/
  4. Έγγραφο συμφωνίας ημερ. 7.4.
  5. Εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 7.4.
  6. Κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων ημερ. 7.4.
  7. Έγγραφο δικηγόρου ημερ. 8.4.
  8. Τα εν λόγω 5 έγγραφα δεν είχαν εντοπιστεί προηγουμένως εκ παραδρομής και λόγω του ότι τα προαναφερθέντα 5 έγγραφα βρίσκονταν σε φακέλους διαφόρων υποκαταστημάτων των εναγόντων, κάτι το οποίο δυσχέραινε την ανεύρεσή τους. Ως εκ τούτου, για την περισυλλογή των εγγράφων αυτών ήταν απαραίτητη η προσωπική μου ανάμειξη λόγω της θέσης και των καθηκόντων μου στην Υπηρεσία των εναγόντων και λόγω του ότι έχω πρόσβαση σε όλους τους φακέλους που βρίσκονται σε όλα τα υποκαταστήματα των εναγόντων. Σημειώνω δε ότι μόλις περιήλθαν στην προσοχή μου τα προαναφερθέντα έγγραφα, ενημέρωσα τους δικηγόρους μας που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση.
  9. Έχω στην κατοχή μου και/ή έλεγχό μου τα έγγραφα που εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν έχουν κατατεθεί και/ή αποκαλυφθεί στην ένορκη δήλωση ημερ. 4.2.
  10. Μόλις εγκριθεί η παρούσα αίτηση θα προβώ άμεσα στην αποκάλυψη των σχετικών εγγράφων δια να γνωρίζει και η άλλη πλευρά τα πλήρη στοιχεία της υπόθεσης.
  11. Πιστεύω ότι και από νομική συμβουλή που έχω λάβει ότι οι εναγόμενοι δεν θα επηρεασθούν από την καθυστερημένη αποκάλυψη αυτών των εγγράφων εφ' όσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει, αντίθετα δε η έγκριση της παρούσας αίτησης αποσκοπεί στην ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη εκ μέρους των εναγόντων των σχετικών με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης εγγράφων, για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του Δικαστηρίου.» Ο εναγόμενος 2, διά του δικηγόρου του, δεν έφερε ένσταση στην Αίτηση. Ο εναγόμενος 1 κατεχώρησε Ένσταση, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
  12. Η Αίτηση είναι πρόωρη, αβάσιμη, παράτυπη, αστήρικτη και ελλιπής και/ή λανθασμένη τόσο σε σχέση με το νόμο και τη νομική βάση της, όσο και στην ουσία της.
  13. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης της αιτούμενης άδειας.
  14. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει κανένα καλό και/ή νομολογιακά αποδεκτό λόγο γιατί δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν και/ή προσκομίσουν τα έγγραφα αυτά τα οποία αποσκοπούν να παρουσιάσουν τώρα δια μέσου συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά το στάδιο της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων ημερ. 2/2/
  15. Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  16. Τόσο η αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση περιέχουν μόνο γενικούς αόριστους και κατασκευασμένους ισχυρισμούς που δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος.
  17. Οι Αιτητές όφειλαν στην αρχική ένορκο δήλωση τους ημερομηνίας 2/2/2015 να προβούν σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων εις τα οποία εδράζετο η αξίωσις τους πράγμα που δεν έπραξαν και έτσι δεν είναι ορθό να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  18. Δεν ζητείται συμπληρωματική αποκάλυψη για έγγραφα που προέκυψαν μετά την αρχική αποκάλυψη, αλλά για έγγραφα τα οποία ευρίσκοντο στην κατοχή των Εναγόντων και η μη εύρεση των δεν συνάδει με την Ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2/2/
  19. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα δυσχεράνει τη θέση των Εναγομένων, οι οποίοι δεν έτυχαν της πρέπουσας αποκάλυψης σεβασμού και ικανοποιητικής αντιμετώπισης από τους Αιτητές πριν την έναρξη της ακρόασης.
  20. Οι Αιτητές όφειλαν να εξειδικεύσουν τους λόγους και να πείσουν το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία για καλό λόγο και ότι τα γεγονότα που προσπαθεί να εισάξει με συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ουσιαστικά και θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να κρίνει ότι έχει ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος για να δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  21. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ημερομηνίας 9.2.2016, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, αφού ενώ οι Αιτητές είχαν διαταχθεί να επιτρέψουν επιθεώρηση των εγγράφων από τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση, αγνόησαν την διαταγή του Δικαστηρίου καταφρονώντας την όχι μία φορά αλλά επανειλημμένα.
  22. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θέτει εν αμφιβόλω τις αρχές της Δίκαιης Δίκης της καλής πίστης και το καθήκον να προσέρχονται στη Δίκη οι διάδικοι με «καθαρά χέρια».
  23. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή γίνεται με πρόθεση και σκοπό άλλο απ' αυτόν που θέτει ο νόμος αποτελεί οιωνεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου βάση της πρότερης συμπεριφοράς των Αιτητών και αποζητά δικονομικά μέσα που της παρέχονται παρά την μη συμμόρφωση με δικονομικά διαβήματα των Εναγομένων και συνεπακόλουθα Διατάγματα και Οδηγίες του Δικαστηρίου.» Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 30 και 162 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.1-14, Δ.39, Δ.48 θ.1, 2
(1), 3 και 4, Δ.57, στο άρθρο 44 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (όπως έχει τροποποιηθεί), στη νομολογία, καθώς και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Νικόλα Ανδρέου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Χ. Π. ΙΩΑΝΝΟΥ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του εναγόμενου 1, δεόντως εξουσιοδοτημένου, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «
  1. Κατά την 23/12/2014 εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων με το οποίο οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με καταχώρηση Ένορκης Δήλωσης του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2/02/
  2. Κατά την 18/03/2015 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου κατόπιν Αίτησης του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 19/02/2015 ώστε να δίνονταν αντίγραφα και να παρουσιάζονταν για επιθεώρηση προς τον Εναγόμενο 1 εντός 45 ημερών τα έγγραφα που αναφέρονταν στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2/2/
  3. Το διάταγμα ημερομηνίας 18/03/2015 αγνοήθηκε πλήρως από τους Ενάγοντες και δεν εφαρμόστηκε εντός της προθεσμίας που έδωσε το Δικαστήριο, ως εκ τούτου κατά την επόμενη δικάσιμο στις 19/05/2015 δόθηκαν νέες οδηγίες από το Δικαστήριο και παρατάθηκε η προθεσμία ούτως ώστε τα έγγραφα που αναφέρονταν στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2/2/2015 παραδίδονταν στους Εναγόμενους εντός 30 ημερών.
  4. Οι οδηγίες και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/05/2015 και πάλι αγνοήθηκαν πλήρως και δεν εφαρμόστηκαν από τους Ενάγοντες ως εκ τούτου κατά την 17/6/2015 δόθηκαν νέες Οδηγίες από το Δικαστήριο για να παραδώσουν τα έγγραφα που αναφέρονταν στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2/2/2015 στους Εναγόμενους εντός νέας προθεσμίας, των 30 ημερών.
  5. Οι οδηγίες και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/06/2015 και πάλι αγνοήθηκαν πλήρως και δεν εφαρμόστηκαν από τους Ενάγοντες ως εκ τούτου κατά την 17/12/2015 και παρότι η Υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση, αυτή αναβλήθηκε ώστε να δοθούν νέες Οδηγίες από το Δικαστήριο για να παραδώσουν οι Ενάγοντες τα έγραφα που αναφέρονταν στην Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2/2/2015 στους Εναγόμενους εντός νέας προθεσμίας, των 60 ημερών.
  6. Οι οδηγίες του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/12/2015 και πάλι δεν τηρήθηκαν από τους Ενάγοντες οι οποίοι στις 9/02/2016 καταχώρησαν Αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο Διάταγμα για παράταση του χρόνου κατάθεσης ένορκης δήλωσης αποκάλυψης περαιτέρω εγγράφων σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/12/2014.» Είναι περαιτέρω θέση του ενόρκως δηλούντος πως τα έγγραφα που επιθυμούν να αποκαλύψουν, στο παρόν στάδιο, οι ενάγοντες, ήταν «στην κατοχή, αντίληψη και γνώση τους», όχι μόνο κατά τον χρόνο (2.2.2015) που καταχώρισαν την Ένορκη τους Δήλωση (συμμορφούμενοι με το Διάταγμα Αποκάλυψης Εγγράφων), αλλά και κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Τούτο καταδεικνύεται, τονίζει, από τις αναφορές στην Έκθεση Απαίτησης, στο υποθηκευτήριο έγγραφο Υ3823/10, ημερομηνίας 20.4.2014, στην έγγραφη συμφωνία, ημερομηνίας 7.4.2010 και στο εγγυητήριο έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας. Η αναφορά, προσθέτει, στην Ένορκη τους Δήλωση ημερομηνίας 2.2.2015 ότι «ουδέποτε είχαν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο οιονδήποτε έγγραφο σχετικό με τα εγειρόμενα ζητήματα πέραν αυτών που αποκαλύφθηκαν", είναι ασυμβίβαστη και αντιφατική με τα όσα δηλώνουν προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης. Διατείνεται, τέλος, πως «οι αιτητές καταχρώνται τις δικαστικές διαδικασίες και προωθούν την παρούσα αίτηση με αλλότρια κίνητρα και σκοπό». Κατά τις αγορεύσεις που ακολούθησαν, ο κ. Μαστορούδης εκ μέρους των εναγόντων εισηγήθηκε πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όχι μόνο δεν θα προκαλέσει ζημιά στην άλλη πλευρά, αλλά αντίθετα θα «ωφελήσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Ο κ. Ιωάννου, από την πλευρά του εναγόμενου 1, εισηγήθηκε πως οι ενάγοντες θα έπρεπε να αιτηθούν άδειας του Δικαστηρίου για περαιτέρω αποκάλυψη και όχι να ζητούν παράταση του χρόνου συμμόρφωσης στο ήδη εκδοθέν διάταγμα. Και τούτο επειδή έχουν ήδη προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων βάσει του Διατάγματος της 23.12.
  7. Δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, κατέληξε, πως οι ενάγοντες αγνόησαν επανειλημμένα τις οδηγίες του και δεν επέτρεψαν στους εναγόμενους να επιθεωρήσουν τα αποκαλυφθέντα, εκ μέρους των έγγραφα και να λάβουν αντίγραφα τούτων. Τούτο, κατά τον ίδιο, συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την νομολογία, η αποκάλυψη εγγράφων βάσει της δικονομικής πρόνοιας Δ.28 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντίστοιχης της παλιάς Αγγλικής διαταγής Ο.31 r.12, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο δύναται να εξετάσει το θέμα μέσω των δικογράφων, ενόρκων δηλώσεων ή και οποιασδήποτε διαδικασίας μέσα στην ίδια την αγωγή και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η αποκάλυψη εγγράφων έχει ως σκοπό τη λήψη πληροφοριών και την παρουσίαση εγγράφων που έχουν σχέση με την αντιδικία των μερών για την προετοιμασία της ακρόασης, μπορεί δε να ζητηθεί, είτε γενική είτε εξειδικευμένη, από οποιονδήποτε από τους διαδίκους και συνήθως ζητείται μετά το κλείσιμο της δικογραφίας οπότε τα επίδικα θέματα θα έχουν καθοριστεί με ακρίβεια. Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων απορρίπτεται είτε όταν θεωρηθεί ότι δεν είναι αναγκαία για την δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης είτε όταν εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε. Δεν επιτρέπεται δε η αποκάλυψη όταν ζητείται για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας. Σχετικά είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες οι οποίες μπορεί να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του ή να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες, άμεσα ή έμμεσα, ανεξάρτητα αν μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία. (Βλ. μεταξύ άλλων Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 12, σελ. 2 - 34, The Annual Practice 1956, σελ. 516 επ., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)C.L.R. 40, Nissho lwai Corporation and others v. Lizard Shipping Company Ltd
(1991)ΑΑΔ 31, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.α.
(1995)1ΑΑΔ, 600, G.A.P. Navig. Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1624, Τυλληρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2271). Ένας από τους στόχους της Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι να αποτρέψει τον αιφνιδιασμό κατά την ακροαματική διαδικασία και να δοθεί η δυνατότητα στην κάθε πλευρά να εκτιμήσει σωστά την δύναμη της υπόθεσης της, ενόψει των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Η αποκάλυψη προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Τυλληρή ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει.... στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό............................................................................................... Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη». Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν [Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & EΙ 215]. Στην ρηθείσα υπόθεση (Mitchell) λέχθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και υφίσταται και μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, μπορεί δε να γίνει είτε με συμπληρωματική δήλωση είτε με σχετική ειδοποίηση. Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ.28 θ.1 που αντιστοιχεί στην αγγλική διάταξη Ο.31 r.12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 θ.11 που αντιστοιχεί στην Ο.31 r. 19A
(3). Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των εναγόντων έχει ήδη προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων με την ένορκη δήλωση του Μάριου Κουντούρη ημερομηνίας 2.2.2015, με την οποία απεκαλύφθησαν διάφορα έγγραφα. Η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε προς συμμόρφωση στο Διάταγμα Αποκάλυψης που εκδόθηκε εκ συμφώνου για όλες τις πλευρές. Με την υπό κρίση Αίτηση αυτό που ουσιαστικά επιζητούν οι ενάγοντες είναι να τους επιτραπεί να αποκαλύψουν περαιτέρω έγγραφα. Παρόλο που η Αίτηση παρουσιάζει κάποια προβλήματα όσον αφορά τη σύνταξη της, εντούτοις είναι φανερό ποιο είναι το αίτημα των εναγόντων. Επιζητούν να τους επιτραπεί να αποκαλύψουν τα πέντε
(5)έγγραφα που κατονομάζουν στην συνοδεύουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, τα οποία όπως διατείνονται εντόπισαν αφού είχαν ήδη προβεί σε αποκάλυψη εγγράφων συμμορφούμενοι με το Διάταγμα της 23.12.2014. Τα συγκεκριμένα αυτά έγγραφα σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Όπως διατείνονται, η μη αποκάλυψη τους οφείλεται σε «λάθος και/ή παραδρομή». Στο Annual Practice 1958, από τα σχόλια στην Ο.31 r.12 και Ο.31 r. 19Α
(3), προκύπτει πως το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιτρέψει περαιτέρω αποκάλυψη, τόσο σε σχέση με γενική όσο και ειδική αποκάλυψη που έχει προηγηθεί. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 716:"Where the affidavit is insufficient in form a further affidavit will be ordered". Αυτό προκύπτει και από αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, reissue, Τόμος 37, παρ. 555. Στο ίδιο σύγγραμμα (Annual Practice 1958), στη σελίδα 725, αναφέρεται επίσης πως μια εκ πρώτης όψεως περίπτωση σχετικότητας και κατοχής των εγγράφων είναι αρκετή για να επιτραπεί το διάταγμα ("A prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order"). Στην ίδια περικοπή και ειδικά σε σχέση με την Ο.31 r. 12 (Δ.28 θ.2) αναφέρεται ότι: "A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted". Μετά το αρχικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No2)
(1997)1 All E.R. 614, αναφέρθηκε ότι η χρήση του ενεστώτα, και του αόριστου στην αγγλική δικονομική πρόνοια δεν καλύπτει έγγραφα που δεν υπάρχουν όταν καταρτίζεται ο κατάλογος εγγράφων ή η ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Υποδείχθηκε ότι "... the rule stated in the Supreme Court Practice is not only the practice but the law". Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται μέχρι και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Επίσης υποδεικνύεται ότι η μορφή που θα πάρει η όποια περαιτέρω αποκάλυψη δηλαδή κατά πόσο θα είναι με επίσημο κατάλογο ή απλά με επιστολή, είναι αδιάφορη. Η ουσία της υποχρέωσης είναι ότι δεν πρέπει να αποσιωπάται η αποκρύπτεται η ύπαρξη εγγράφων σχετικών με την επίδικη διαφορά είτε ο διάδικος σκοπεύει να τα παρουσιάσει στη δίκη είτε όχι. Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.α. Αγωγή αρ. 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακος, η Πρόεδρος (τότε) του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα, σε ενδιάμεση απόφαση της ημερ. 18.10.2012 ανέφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd v. Budd
(1992)2 WWR 453, επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας ("...the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd, ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη και όταν επιχειρήθηκε να κατατεθούν έγγραφα ως τεκμήρια, ο συνήγορος της άλλης πλευράς έφερε ένσταση καθότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν είχαν αποκαλυφθεί με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Το διάταγμα για αποκάλυψη δεν αναφερόταν σε υποχρέωση αποκάλυψης μελλοντικών εγγράφων. Τα έγγραφα (φωτογραφίες) που επιθυμούσαν να καταθέσουν, δημιουργήθηκαν μετά την έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης και κρίθηκε ότι υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να τα αποκαλύψουν ενωρίτερα. Έτσι το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν θα επηρεαζόταν δυσμενώς η άλλη πλευρά, επέτρεψε την κατάθεση των φωτογραφιών υπό τον όρο ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν σχετική συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εντός δύο ημερών σύμφωνα με την Δ.28 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο που έχει τεθεί προς υποστήριξη τόσο της Αίτησης όσο και της Ένστασης αντίστοιχα, την δικογραφία και τις προαναφερόμενες νομοθετικές και νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι το αίτημα των εναγόντων θα πρέπει να γίνει αποδεκτό για τους εξής λόγους: (Ι) Τα συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία προτίθενται να αποκαλύψουν οι ενάγοντες είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, πράγμα που καταδεικνύεται από τις έγγραφες προτάσεις. (ΙΙ) Οι ενάγοντες στην Αρχική Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης ημερομηνίας 2.2.2015, επεφύλαξαν το δικαίωμα τους να αποκαλύψουν όσα έγγραφα περιέλθουν μεταγενέστερα στην αντίληψη τους. Υπενθυμίζω ότι η υποχρέωση αποκάλυψης είναι συνεχής και υφίσταται και μετά την καταχώρηση της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί και να ληφθεί υπόψη πως η μη αποκάλυψη εγγράφων δεν συνεπάγεται αυτόματα και την μη παρουσίαση τους κατά την δίκη, δεδομένου του ότι εάν καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη, θα μπορεί ενδεχομένως να επιτραπεί η προσκόμιση τους. (ΙΙΙ) Δεν τίθεται θέμα υπέρμετρης καθυστέρησης καθότι μόλις τα έγγραφα περιήλθαν στην αντίληψη των εναγόντων, οι τελευταίοι προχώρησαν στην καταχώρηση της Αίτησης. Υπενθυμίζω και επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό, εκ του περισσού βέβαια, ότι με βάση την νομολογία, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Εν προκειμένω τα έγγραφα εντοπίστηκαν από τους ενάγοντες μετά την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους των. (IV) Δεν έχει προκύψει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας με την έννοια της προώθησης παράλληλων μέτρων. (V) Με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν θα προκληθεί καθυστέρηση στη εκδίκαση της υπόθεσης, εφόσον η αγωγή θα προγραμματιστεί για ακρόαση. (VI) Δεν έχει καταδειχθεί κακοπιστία εκ μέρους των εναγόντων εφόσον τα έγγραφα των οποίων επιζητείται η αποκάλυψη, εντοπίστηκαν μετά την αρχική Ένορκη Δήλωση. Για τους προαναφερόμενους λόγους, κρίνω πως θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια και να εγκρίνω το αίτημα των εναγόντων. Δια ταύτα, επιτρέπεται η καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους των εναγόντων, στα πλαίσια περαιτέρω αποκάλυψης εγγράφων. Η Ένορκη Δήλωση να καταχωρηθεί εντός τριάντα
(30)ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της Αίτησης, σε σχέση με τον εναγόμενο 1, ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, κρίνω πως αυτά θα πρέπει να είναι έξοδα στην πορεία της υπόθεσης. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.