← Κύπρος

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. F.B.M.E BANK LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 1968/16, 6/10/2016

ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. F.B.M.E BANK LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 1968/16, 6/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A413 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1968/16 ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγουσα εναντίον 1) F.B.M.E BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθ΄ ως επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως αλλοδαπής εταιρείας (υποκατάστημα) μέσω του εκάστοτε γενικού διαχειριστή και/ή ειδικού διαχειριστή 2) ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΩΣ ΑΡΧΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 6/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Χριστόδουλος Ονουφρίου για Ανδρέα Κυπρίζογλου Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση 1 για το υποκατάστημα στην Κύπρο της F.B.M.E BANK LIMITED και για την καθ΄ ης η αίτηση 2 για Αλέκο Ευαγγέλου ο κ. Παύλος Κούρτελλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή ενδιάμεση αίτηση της, η ενάγουσα ζητούσε την έκδοση τριών προσωρινών Διαταγμάτων. Το πρώτο είναι τύπου quia timet και χωρίς να παρατίθεται αυτολεξεί το ακριβές παρακκλητικό, ζητά από την εναγόμενη 1 και τους αντιπροσώπους, διαχειριστές και διαδόχους της, όπως μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες που έχουν ως σκοπό την αποξένωση ή επιβάρυνση (μαζί με άλλους συναφείς όρους) συγκεκριμένων ποσών, τα οποία στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων περιόρισε στο ποσό του επίδικου λογαριασμού, αποδίδοντας το σε τυπογραφικό λάθος και που έχουν απομειωθεί, αποξενωθεί και εγκλωβιστεί από την εναγόμενη

  1. Το δεύτερο αφορά την απαγόρευση λήψης οποιονδήποτε μέτρων και αποφάσεων (πάλι μαζί με τους συναφείς όρους και χαρακτηρισμούς) από τους εναγόμενους και τους αντιπροσώπους, διαχειριστές και διαδόχους των εναγομένων και που έχουν ως σκοπό την απομείωση, μείωση εξάλειψη, επιβάρυνση και γενικά οτιδήποτε που θα είχε ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό του τραπεζικού λογαριασμού της ενάγουσας, ως αυτή καταγράφεται, μέχρι τον καθορισμό σχετικής αποζημίωσης. Το τρίτο και τελευταίο, για το οποίο εκδόθηκε και προσωρινό Διάταγμα (από Δικαστήριο με άλλη σύνθεση) ενώ για τα άλλα δύο δόθηκαν οδηγίες όπως αυτά επιδοθούν, αφορούσε σχεδόν πανομοιότυπο παρακλητικό με τα πιο πάνω και που αφορούσε τους εναγόμενους και τους αντιπροσώπους τους ως αυτοί περιγράφονται και με το οποίο απαγορευόταν όπως προβούν σε οποιεσδήποτε από τις ενέργειες που περιγράφονται επίσης στο προσωρινό Διάταγμα και που θα είχαν ως αποτέλεσμα την αποξένωση, επιβάρυνση, μείωση ή απομείωση (μαζί με τους συναφείς όρους και χαρακτηρισμούς) του τραπεζικού λογαριασμού της και για το ποσό που αναγράφεται λεπτομερώς. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ίδια ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, μετά από συμβουλές της εναγόμενης 1 και των αντιπροσώπων της σε υποκατάστημα της Λεμεσού, όπως προβεί και τελικώς προέβηκε σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Τανζανία, όπου είναι η εγγεγραμμένη έδρα της και διατηρεί υποκαταστήματα στην Κύπρο. Ακολούθως η ενάγουσα προβαίνει σε μια αναφορά ως προς το καθεστώς της εναγόμενης 1, ήτοι υπό το καθεστώς ειδικής διαχείρισης, για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσεων. Συνεπεία της εν λόγω κατάστασης, ο τραπεζικός της λογαριασμός εγκλωβίστηκε στην Τανζανία και δεν κατέστη δυνατό να ανακτήσει το ποσό της κατάθεσης της και δεν δύναται να εκμεταλλευθεί το σύστημα προστασίας καταθέσεων μέχρι του ποσού των €100,
  2. Ακολούθως, αναφέρεται στον ρόλο της εναγόμενης 2 ως αρχής εξυγίανσης και η οποία δεν της ζητήθηκε από την ΜΟΚΑΣ όπως λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εναγόμενης 1, ως είναι η θέση της ενάγουσας και παρέπεμψε σε συγκεκριμένο τεκμήριο στην ένορκη της δήλωση και που διαψεύδει την εναγόμενη
  3. Περαιτέρω η ενάγουσα, επικαλείται διάφορες λεπτομέρειες αμέλειας και γενικά παραβίασης υποχρεώσεων που πηγάζουν από το νομοθετικό πλαίσιο που επικαλείται και γενικά την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων έναντι της ενάγουσας ως καταθέτη, επικαλούμενοι οι εναγόμενοι σχετική απόφαση της αρχής εξυγίανσης και γενικά στο ότι δεν λήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην περιέλθει η κατάσταση στην οποία περιέγραψε, την οποία αποδίδει επίσης σε κακή πίστη, δόλου, βαριά αμέλεια και παρανομία και που εν τέλει έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια και εγκλωβισμό των καταθέσεων της ενάγουσας. Εξέφρασε την άποψη ότι εάν δεν εκδοθούν τα σχετικά Διατάγματα, θα είναι αδύνατο να αποζημιωθεί στο μέλλον, θα υποστεί ανεπανόρθωτη και μη αναστρέψιμη ζημιά, διότι τα κεφάλαια θα αποξενωθούν οριστικά, η περιουσία πιθανόν θα καταμεριστεί στους πιστωτές, ως επίσης και οι αποφάσεις που θα ληφθούν εναντίον της εναγομένης 1, αλλά και της ενδεχόμενης αποξένωσης των κεφαλαίων της τράπεζας, παραπέμποντας σε σχετικό τεκμήριο που έχει επισυνάψει. Προ μιας εβδομάδας της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, έλαβε απάντηση, μετά από οχλήσεις της, για το αν και πως θα μπορούσε να αποζημιωθεί και η απάντηση που έλαβε, είναι ότι δεν θα μπορεί ουσιαστικά να αποζημιωθεί, διότι ο λογαριασμός της δεν τηρείται στο υποκατάστημα της Κύπρου για να εφαρμοστεί το σχετικό σχέδιο προστασίας καταθέσεων, παραμένοντας χωρίς αποζημίωση, εκφράζοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι είναι κατεπείγον όπως τα αιτούμενα Διατάγματα εκδοθούν, διότι με τα Διατάγματα τα συμφέροντα της επί της κατάθεσης της προστατεύονται, ενώ τα συμφέροντα και το status quo δεν αλλάζουν και δεν καταστρατηγούνται και εάν δεν εκδοθούν, θα είναι δύσκολο να να αποκατασταθεί ζημιά και να απονεμηθεί Δικαιοσύνη. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας, το status quo των περιουσιακών στοιχείων δεν μεταβάλλεται και χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος μεταβολής τους. Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, δεν ήταν συχνό φαινόμενο η διάλυση μιας τράπεζας λόγω υποψιών και ανεξακρίβωτων και παραπλανητικών πληροφοριών τρίτων προσώπων και δεν θα πρέπει να ζημιωθεί η ενάγουσα ένεκα της παράλειψης των εναγομένων να λάβουν έγκαιρα μέτρα και να δύναται η άλλη πλευρά να επικαλείται την εφαρμογή νομοθετημάτων και την υλοποίηση υποχρεώσεων έναντι τρίτων και σε ορισμένες περιπτώσεις, δύναται με βάση την νομολογία και τις αρχές της επιείκιας, να καμφθεί η ακραία εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων και που στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που πλήττεται είναι το οικοδόμημα της συναλλακτικής πίστης και της ασφάλειας των συναλλαγών. Δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την ενάγουσα και που είχε ως επίκεντρο το ζήτημα της Δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και ιδίως της κατά τόπο, όπου γίνεται ειδική αναφορά στο ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε μετά από υποδείξεις του εδώ υποκαταστήματος και η αίτηση υποβλήθηκε στο υποκατάστημα στην Λεμεσό και η διαχείριση γινόταν από το εν λόγω υποκατάστημα. Η εναγόμενη 1 και πιο συγκεκριμένα το υποκατάστημα Κύπρου, υπό ειδική διαχείριση μέσω του ειδικού διαχειριστή, έφερε ένσταση στην συνέχιση του εκδοθέντος Διατάγματος και στην έκδοση των υπολοίπων αιτούμενων Διαταγμάτων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.39 θ. 1-21, Δ.48 θ. 1-13, Δ.58 θ.1-3, Δ.64 θ.1-2, τα άρθρα 1-5, 7-8 και 9, σε διάφορα άρθρα των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, του περί Συμβάσεων Νόμου, του περί Εταιρειών Νόμου, του περί Επιβαρρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, στους νόμους περί εγγυήσης των καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, στον νόμο που αφορά την Κεντρική Τράπεζα, στο σχετικό Διάταγμα ημερομηνίας 21/7/2014 με την Κ.Δ.Π. 356/2014 που αφορά την πώληση των εργασιών της εναγόμενης 1, ήτοι το υποκατάστημα στην Κύπρο, σε άρθρα του Συντάγματος, στην Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, στις γενικές αρχές έκδοσης προσωρινών Διαταγμάτων και Διαταγμάτων τύπου Mareva. Eγείρονται σειρά προδικαστικών ενστάσεων και που άπτονται την καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα ότι εμπίπτουν στην δικαιοδοσία διοικητικού δικαίου και που οι επίδικες ενέργειες προέρχονται από διοικητική πράξη και πιο συγκεκριμένα από το Διάταγμα που σχετίζεται με την Κ.Δ.Π. 356/2014, ότι δεν υπάρχει κατά τόπο δικαιοδοσία, (ως προς την ένσταση που αφορούν την μη κάλυψη των διαταγμάτων από την κλίμακα εξόδων έγινε ρητή αναφορά και περιορισμός από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων κατά το στάδιο των αγορεύσεων και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος ένστασης κατέστη άνευ αντικειμένου), ότι η έκδοση των Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με παράβαση σχετικών νόμων και κανονισμών και εν κατακλείδι, ότι το Δικαστήριο στην βάση της τριπλής διάκρισης των Εξουσιών, δεν δύναται να παρεμποδίσει τη εμβέλεια νομοθετημάτων των δύο άλλων εξουσιών σε σχέση με μέτρα που λήφθησαν λόγω δημοσίου συμφέροντος. Ακολούθως, προβαίνει σε σειρά άλλων λόγων ένστασης, που άπτονται στην μη τήρηση των προυποθέσεων για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, στην ακαταλληλότητα του ημεδαπού forum, στην σύγχυση που προκαλείται με την περιγραφή της εναγόμενης 1 στον τίτλο της αγωγής και στο λανθασμένο αυτής, στην έλλειψη δυνατότητας Δικαστικής παράστασης του υποκαταστήματος της τράπεζας μέσω του ειδικού διαχειριστή εκ μέρους της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, με άμεσο αντίκτυπο την εσφαλμένη έγερση αγωγής εναντίον του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Κύπρο, ένεκα του ότι η κατ΄ ισχυρισμόν συμβατική σχέση αφορά αλλοδαπή τράπεζα. Τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με υπέρβαση δικαιοδοσίας, διότι θα έρχονταν σε αντίθεση με τις εξουσίες του ειδικού διαχειριστή του υποκαταστήματος στην Κύπρο και του νομοθετικού πλαισίου που τον διέπει, τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα δυσχέρενε και θα ματαίωνε την διαδικασία που υπάρχει σε εξέλιξη με την εξυγίανση της τράπεζας με βάση το Διάταγμα που εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης και δημοσίου συμφέροντος και το οποίο παράγει έννομες συνέπειες μέχρι την ακύρωση του. Επίσης τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων, θα καθιστούσε την ενάγουσα σε προνομιακή μεταχείριση έναντι των πιστωτών, δυσμενή διάκριση με τους καταθέτες του υποκαταστήματος στην Κύπρο και θα γινόταν πρόωρη παρεμβολή στην εκτέλεση των καθηκόντων του ειδικού διαχειριστή. Αναφέρει ότι η υπό κρίση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, έλαβε χώρα αδικαιολόγητη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την μη απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο με αναφορά σε κεφαλαιουχική επάρκεια και ρευστότητα των εναγομένων, στο αβάσιμο της μαρτυρίας για να στηριχθεί η έκδοση των Διαταγμάτων, στο ότι δύναται να αποζημιωθεί η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας με την καταβολή αποζημιώσεων και εν κατακλείδι, προβάλλεται ως λόγος ένστασης την καταχρηστικότητα και το κακόπιστο της αίτησης που αποσκοπεί την ματαίωση των σκοπών για τους οποίους διορίστηκε ο ειδικός διαχειριστής. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Ιακωβίδη. Αρχικά ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τα προσόντα και καθήκοντα του και την ιδιότητα του ως ειδικού διαχειριστή. Βεβαίως, ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ο ίδιος, αλλά και υιοθετεί γραπτή μαρτυρία άλλου προσώπου σε άλλη διαδικασία και που αφορά το ιστορικό και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του Διατάγματος με βάση την Κ.Δ.Π. 356/2014, ως επίσης και τις Δικαστικές διελκυστίνδες μεταξύ της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, τους μετόχους της, την Κυπριακή Δημοκρατία, σε Κύπρο, αλλά και στο εξωτερικό, ως επίσης και στις Η.Π.Α με τις αρμόδιες εκεί αρχές και την εν λόγω τράπεζα και μετόχους. Βεβαίως, κοινός παρονομαστής, είναι το ότι η εγγεγραμμένη τράπεζα στην Τανζανία ουσιαστικά απεκόπη από τις διεθνείς συναλλαγές και δεν δύναται να συναλλάσσεται γενικώς με το νόμισμα του δολλαρίου των Η.Π.Α. συνεπεία της έκθεσης της αρμόδιας αρχής των Η.Π.Α. ήτοι της μονάδας χρηματοικονομικής πληροφόρησης του Αμερικανικού υπουργείου οικονομικών FinCen (US Department of the Treasury Financial Crimes Network), όπου εμπλέκει την τράπεζα με χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων και πιο συγκεκριμένα με την Χισπολλάχ, αλλά και με αδιαφανείς διαδικασίες και πρακτικές που αφορούν το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και γενικά πρακτικές που αφορούν νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες πράξεις και αποφυγή καταβολής φορολογιών. Η τράπεζα και οι μετόχοι βρίσκονται σε έντονη Δικαστική διελκυστίνδα ενώπιον της Αμερικάνικης Δικαιοσύνης λόγω της πιο πάνω έκθεσης και της λήψης του πέμπτου ειδικού μέτρου, το οποίο χαρακτηρίζεται και ως death sentence για την τράπεζα, ένεκα και του ότι οι ανταποκρίτριες τράπεζες δεν συνεργάζονται πλέον μαζί της. Για αποφυγή τυχόν αρνητικού αντίκτυπου από την πιο πάνω έκθεση, αλλά και για λόγους δημοσίου συμφέροντος, έχει εκδοθεί το σχετικό Διάταγμα με βάση την Κ.Δ.Π. 356/2014, με βάση το οποίο διορίστηκε ειδικός διαχειριστής και εκκρεμεί ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων διαδικασία με την οποία υπάρχει αίτημα για διορισμό εκκαθαριστή από το Δικαστήριο και όσον αφορά στην Τανζανία, επίσης η τράπεζα τελεί πλέον υπό καθεστώς διαχείρισης και γενικά γίνεται ειδική αναφορά στο πλαίσιο των γεγονότων που οδήγησαν και ακολούθησαν του καθεστώτος ειδικής διαχείρισης, με επιπρόσθετη παραπομπή σε σχετικές Δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο, αλλά και στο εξωτερικό, όπου ενάγεται η Κυπριακή Δημοκρατία από τους δύο μετόχους της τράπεζας, οι οποίοι είναι αδέλφια, στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών υιοθετεί τους λόγους ένστασης, διανθίζοντας τους με γεγονότα, αλλά και τοποθετήσεις ουσίας και νομικής επιχειρηματολογίας και θα γίνεται ειδική αναφορά στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσων και της εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, στα αναγκαία βεβαίως πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όπως επιβάλλει το νομολογιακό πλαίσιο το οποίο εκτίθεται πιο κάτω, για να διαπιστωθεί το δικαιολογημένο ή όχι της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα και χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται στην ουσία της αγωγής σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ως προς την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αναφέρεται στην μη αποκάλυψη του νομικού καθεστώτος και της σχετικής νομολογίας που αφορούν την τράπεζα, με την διαφορετικότητα στην νομική υπόσταση και τις ξεχωριστές διαδικασίες διαχείρισης σε Κύπρο και Τανζανία αντίστοιχα και την διαφορετικότητα υπαγωγής των λογαριασμών στις δύο αυτές χώρες, ως επίσης και στην απόκρυψη σχετικών Δικαστικών διαδικασιών όπου γίνεται ειδική αναφορά. Η εναγόμενη καθ΄ ης η αίτηση 2 καταχώρησε επίσης ένσταση με σχεδόν πανομοιότυπους λόγους ένστασης. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε το άρθρο 28 του Συντάγματος, άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και του περί Δικαστηρίων Νόμου, άρθρα νομοθετημάτων που επικαλέστηκε και το υποκατάστημα της τράπεζας στην Κύπρο με κάποιες παραλλαγές, ως επίσης και σε δάφορους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Ως προς το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και το πλέγμα των γεγονότων θα γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Γιάγκου Δημητρίου, ο οποίος αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τα καθήκοντα του, την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του. Αναφέρεται στην ιδιότητα της εναγόμενης 2, τις εξουσίες και τα καθήκοντα της, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ένορκες δηλώσεις του ιδίου που επισυνάπτονται σε άλλη διαδικασία και προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου εκεί γίνεται ειδική αποδοχή. Τοποθετείται ο ενόρκως δηλών στο ότι η ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και παρέθεσε επιλεκτικά έγγραφα και ανακοινώσεις, ενώ για πλείστα θέματα η ενάγουσα στερείται ειδικής γνώσης ή έχει ελλειπή γνώση. Η υιοθέτηση των λόγων ένστασης γίνεται με κάποια διάνθηση γεγονότων και τοποθετήσεων, ως επίσης και επιχειρηματολογίας με νομική επένδυση. Παραθέτει τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το Διάταγμα με βάση την Κ.Δ.Π. 356/2014, υπεραμυνόμενος της ορθότητα, νομιμότητα και το αναγκαίο αυτού, διαχωρίζοντας την διαχείριση του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Κύπρο από την διαχείριση της τράπεζας στην Τανζανία, όπου βρίσκεται η έδρα και το εγγεγραμμένο γραφείο αυτής. Ακολούθως προβαίνει σε μια αναφορά σε Δικαστικές διαμάχες στην Κυπριακή Δημοκρατία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε Επαρχιακά Δικαστήρια, αλλά και σε διεθνή Δικαστήρια, από όπου έχουν εκδοθεί και προσωρινά μέτρα, σε συνδυασμό με τις ενέργειες και αποφάσεις της FinCen όπου επιβεβαιώθηκε η λήψη των μέτρων και η παραδοχή της τράπεζας στην Τανζανία ως προς τις συνέπειες που επιφέρει η εν λόγω απόφαση. Επίσης αναφέρεται στα μέτρα που λήφθησαν για προστασία των καταθετών και για σκοπούς χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, εν΄ όψει και της μη λήψης προσφορών για πώληση των εργασιών της τράπεζας και την μη ύπαρξη συνεργασίας από τους φερόμενους ως μετόχους και τον διαχειριστή στην Τανζανία και δίνει ιδιαίτερη έμφαση ότι τα οποιαδήποτε μέτρα και αρμοδιότητες, έχουν εφαρμογή και επηρεάζουν τις εργασίες, τις καταθέσεις και γενικά οτιδήποτε σχετίζεται με το υποκατάστημα της τράπεζας στην Κύπρο και όχι στην Τανζανία και την συμβατική σχέση της ενάγουσας με την τράπεζα στην Τανζανία. Διαχώρισε την θέση του αναφορικά με σχετική αλληλογραφία της ΜΟΚΑΣ αναφορικά με διάψευση ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της απόφασης της FinCen και της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας, τονίζοντας ότι έχει επιβληθεί πρόστιμο λόγω μη συμμόρφωσης με το νομοθετικό πλαίσιο για την χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τις θέσεις της ενάγουσας και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, τονίζει ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί επειδή δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής και εν πάση περιπτώση σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια για να ικανοποιηιεί η απαίτηση της ενάγουσας, έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι η απαίτηση της είναι χρηματική. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα ερχόταν σε σύγκρουση με την υπάρχουσα διαδικασία εκκαθάρισης η οποία συνάδει με το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και συνακόλουθα τα Διατάγματα θα έρχονταν σε σύγκρουση με αυτά και θα επερχόταν αναστολή των ενεργειών και γενικά τα όσα έχουν λάβει χώρα με την Κ.Δ.Π. 356/
  4. Εν κατακλείδι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έχει λάβει χώρα απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και ότι η ενάγουσα δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, έχοντας υπ΄ όψη ότι δεν έχει αποκαλυφθεί ότι η λήψη μέτρων εξυγίανσης αφορούσε το υποκατάστημα της τράπεζας στην Κύπρο και όχι στην Τανζανία, την παράλειψη αναφοράς σε συγκεκριμένη επιστολή από την ΜΟΚΑΣ και της μονάδας εξυγίανσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τα υπό εξέταση 1 και 2 παρακλητικά της υπό εξέταση αίτησης και για τα οποία δεν έχουν εκδοθεί μονομερώς Διατάγματα ισχύουν τα ακόλουθα: Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αρκεί να αναφέρω ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Ως προς το τρίτο παρακκλητικό της υπό εξέταση αίτησης και για το οποίο εκδόθηκε μονομερώς Διάταγμα και επιδιώκεται η οριστικοποίηση του, ισχύουν τα ακόλουθα: Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Χρήσιμη αναφορά σχετικά με το θέμα και πιο συγκεκριμένα με τον τύπο και την φύση του πρώτου αιτούμενου Διατάγματος, ήτοι το Διάταγμα τύπου quia timet αυτό μπορεί να γίνει στην υπόθεση Szabo v. Esat Digifone Limited [1998] 2 ILRM 102, 110 στην οποία υποδεικνύεται: «for a quia timet injunction to be granted there would have to be a proven substantial risk of danger». Στον Goldrein (ανωτέρω) αναφέρεται ότι η απειλούμενη βλάβη πρέπει να είναι βέβαιη («certain») ή πολύ επικείμενη («very imminent»). Εις το Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται: «(7 Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» Εις την Α. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «. . no one can obtain a quia timet Order by merely saying «Timeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Εις την υπόθεση Α. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «. . ... no one can obtain a quia timet Order by merely saying «Timeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Στο Σύγγραμμα Injunctions, David Bean 10η έκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 3 στην παράγρ. 1.02 αναφέρονται τα ακόλουθα: "An injunction may be granted even though the claimant's legal rights have not as yet been infringed; in such a case the claimant is described as having obtained the injunction quia timet - "because he fears" - that wrong will be done to him if the order is not made. In Redland Bricks Ltd v. Morris [1970] A.C. 652, Lord Upjohn said at 664G: "to prevent the jurisdiction of the courts being stultified equity has invented the quia timet action, that is an action for an injunction to prevent an apprehended legal wrong, though none has occurred at present". But, as Lord Dunedin had observed in Attorney-General for Canada v. Ritchie Contracting Supply Co [1999] A.C 999 at 1005, "no one can obtain a quia timet order by merely saying Timeo. He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights". Τέλος στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγρ. 832 αναφέρονται τα ακόλουθα: "832. Threatened invasion of legal right. Where a plaintiff has established that he has a right which has been infringed and that further infringement is threatened to a material extent, he is entitled to an injunction to restrain the threatened infringement upon the ordinary principles upon which the Court acts in granting injunctions. . . . Therefore . . . . an injunction may be granted to restrain the commission of an apprehended or threatened act, on the ground that if the act is done it will violate the plaintiff's legal right, if he can show strong probability that the apprehended mischief will in fact arise. However, no one can obtain a quia timet order by merely saying «timeo». He must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights. . The court will not restrain future acts of a wrongdoer unless it is plain that they will be of a wrongful nature . . . . . However, if the defendant claims and insists upon his right or gives distinct notice of his intention or threatens or intends to commit an act which, if committed, would in the court's opinion, violate the plaintiff's right, an injunction will be granted . ." Και σ΄ ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «. Απειλουμένη παραβίαση νομικών δικαιωμάτων. Όπου ο ενάγοντας έχει εδραιώσει ότι έχει κάποιο δικαίωμα το οποίο έχει παραβιασθεί και ότι απειλείται περαιτέρω παραβίαση του σε σημαντικό βαθμό, τότε δικαιούται στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος . για να εμποδίσει την απειλουμένη παραβίαση. Έτσι . απαγορευτικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί για να εμποδίσει την τέλεση μιας επίφοβης ή απειλούμενης πράξης στη βάση ότι αν η πράξη τελεσθεί, θα παραβιάσει τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα, αν μπορεί ν΄ αποδείξει ισχυρή πιθανότητα ότι η επίφοβη αυτή κακή ενέργεια (mischief) θα προκύψει. Ωστόσο κανένας δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα quia timet (λόγω φόβου) διάταγμα, λέγοντας απλώς «timeo» (φόβος). Πρέπει να διατείνεται και να αποδείξει ότι εκείνο που συμβαίνει, σκοπό έχει να παραβιάσει τα δικαιώματα του . Το δικαστήριο δεν θ΄ απαγορεύσει τις μελλοντικές ενέργειες ενός παραβάτη εκτός αν είναι σαφές ότι είναι παράνομες . . . . . . . . . . . Ωστόσο αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται και επιμένει στο δικαίωμα του ή δίνει σαφή ένδειξη της πρόθεσης του ή απειλεί ή προτίθεται να τελέσει κάποια πράξη που αν τελείτο, θα παραβίαζε κατά τη γνώμη του δικαστηρίου, το δικαίωμα του ενάγοντα, τότε το απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται». ΕΞΕΤΑΣΗ ΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη από την μια τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα όπως προκύπτουν μέσα από την αίτηση και τις ενστάσεις αλλά και τους ισχυρισμούς που δεν έχουν αμφισβητηθεί και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα θα πρέπει να παύσει να ισχύει. Παρ΄ όλον τον όγκο της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως επίσης και οι εκτενείς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων μέσα από τις γραπτές τους αγορεύσεις οι οποίες ήταν πολύ βοηθητικές για το Δικαστήριο, τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και γενικά διαδικασίας, είναι απλά, διότι αυτό που έχει διαφανεί μέσα από όλην διαδικασία, είναι ότι ο λογαριασμός της ενάγουσας και αυτό δεν αμφισβητείται, είναι ότι τηρείται στην Τανζανία και συνακόλουθα το ποσό των καταθέσεων της ενάγουσας βρίσκεται στην Τανζανία. Ακόμα και να γινόταν αποδεκτή από αυτό το στάδιο η θέση της ενάγουσας ότι ο εν λόγω λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό και ότι αυτός ανοίχθηκε μέσα από προτροπές των αντιπροσώπων και υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Τράπεζας στην Λεμεσό, αποδίδοντας κατά τόπο αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δεν αλλοιώνει το ξεκάθαρο νομικό καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Κύπρο μετά την έκδοση της Κ.Δ.Π. 356/2014 που και οι δύο πλευρές επικαλούνται, με διαφορετική όμως προσέγγιση και ερμηνεία. Δηλαδή με βάση το εν λόγω Διάταγμα, αλλά και τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται δυνάμει του εν λόγω Διατάγματος, αλλά και της ισχύουσας νομοθεσίας, αφορούν αμιγώς και αποκλειστικά τα υποκαταστήματα της τράπεζας στην Κύπρο ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα και όχι της Τανζανίας. Τα υποκαταστήματα στην Κύπρο έχουν αδειοδοτηθεί στην Κύπρο και υπάγονται στο εδώ νομικό πλαίσιο και οποιαδήποτε μέτρα λήφθηκαν, αφορούν και επηρεάζουν τις καταθέσεις και εν γένει τις εργασίες και περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν θα μπορούσαν βεβαίως να επεκταθούν στην εγγεγραμμένη τράπεζα στην Τανζανία, όχι μόνο λόγω αβρότητας στις διεθνείς σχέσεις, αλλά κυρίως λόγω του ότι η τράπεζα στην Τανζανία διατηρεί την δική της αυτοτέλεια στις καταθέσεις, εργασίες και περιουσιακά της στοιχεία και η οποία, μέσα και από την αναντίλεκτη μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση, έχει διοριστεί εκεί διαχειριστής, ήτοι ο κ. Lawrence Mafuru. Συνακόλουθα, η ενάγουσα δεν απεκάλυψε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, αλλά ακόμα και να κρινόταν ότι αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και κατά τόπο αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου μέσα από τους ισχυρισμούς για εμπλοκή των αντιπροσώπων και υπαλλήλων του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Λεμεσό στο άνοιγμα και διαχείριση του επίδικου λογαριασμού, δεν αλλοιώνει την υφιστάμενη κατάσταση, ήτοι ότι οποιαδήποτε μέτρα λήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν είχαν αντίκτυπο στο πάγωμα και γενικά στον εγκλωβισμό της κατάθεσης της ενάγουσας στην Τανζανία, παρά μόνο εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συγκεκριμένα, μέσα από το όλο μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η όλη κατάσταση και γενικά καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας, προέρχεται μέσα από το Διάταγμα που εκδόθηκε με την Κ.Δ.Π. 356/2014 και τις μετέπειτα ενέργειες, διοικητικής φύσεως από τα αρμόδια όργανα και υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει και των εκάστοτε νομοθετημάτων που αφορούν της τραπεζικές εργασίες και την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των σχετικών κανονισμών. Ακόμα και αν επηρεαζόταν η κατάθεση της ενάγουσας, που δεν επηρεάζεται, αλλά ακόμα και να τηρείτο ο λογαριασμός στην Κυπριακή Δημοκρατία ή ακόμα και να γινόταν από αυτό το στάδιο δεκτή η θέση της ενάγουσας ότι ο λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό, ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό ως ζήτημα ουσίας στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης (και συνακόλουθα δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο για αυτόν τον λόγο), δεν παύει ότι όλα φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και Συνταγματικότητας, μέχρι την ανατροπή του από το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που ασκεί διοικητική Δικαιοδοσία που είναι πλέον το νεοσυσταθέν, μετά από τροποποίηση του Συντάγματος, Διοικητικό Δικαστήριο σε πρώτο βαθμό και Ανώτατο Δικαστήριο σε δεύτερο βαθμό. Σε αυτό το στάδιο αξίζει να σημειωθεί ότι έχει γίνει εκτενής αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους όπου οδήγησε την FinCen στην έκδοση της σχετικής έκθεσης και του ειδικού μέτρου, τις συνέπειες αυτού, την ορθότητα και νομιμότητα αυτού, την εκκρεμοδικία που υπάρχει ενώπιον της Αμερικανικής Δικαιοσύνης και την εκκρεμοδικία σε Διεθνές Δικαστήριο με εναγόμενη την Κυπριακή Δημοκρατία από τους δύο μετόχους - αδέλφια της τράπεζας, με την οποία ζητούνται αποζημιώσεις για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί αναφορικά με το υποκατάστημα της τράπεζας στην Κύπρο. Η ενάγουσα έκανε αναφορά στην ένορκη της δήλωση και το έθιξε, έστω και επιγραμματικά, αποδίδοντας και χαρακτηρίζοντας αυτήν την εξέλιξη ως η πρώτη φορά που γίνεται αυτό στην βάση ατεκμηρίωτων και παραπλανητικών πληροφοριών από τρίτους. Αυτά τα ομολογουμένως ιδιόμορφα γεγονότα και γενικά εάν τελικώς ορθώς και νομίμως λήφθησαν τα εν λόγω μέτρα, θα κληθούν να αποφασίσουν τα αρμόδια καθ΄ ύλην και κατά τόπο Δικαστήρια και όχι το παρόν Δικαστήριο, το οποίο μέχρις στιγμής έχει ενώπιον του πράξεις και γενικά ενέργειες οι οποίες απολαμβάνουν του μαχητού τεκμηρίου της νομιμότητας(βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ - ν - ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 2010 1 Α.Α.Δ. σελ. 1079) και συνακόλουθα για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, παραμένει αναλλοίωτο το γεγονός ότι το υποκατάστημα της τράπεζας βρίσκεται υπό εξυγίανση με ενέργειες που τεκμαίρονται μέχρις στιγμής ως νόμιμες και η κατάθεση της ενάγουσας βρίσκεται στην Τανζανία και δεν επηρεάζεται από την διαδικασία εξυγίανσης - εκκαθάρισης που βρίσκεται σε εξέλιξη (βλ. άρθρο 33Β του Ν.66
(1)/1997, Ν. 22
(1)/2016 ο οποίος διατηρεί σε ισχύ μέτρα που λήφθησαν με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς με βάση το άρθρο 115, ως επίσης και με βάση την Κ.ΔΠ. 356/2014) και που περιορίζεται σε καταθέσεις, περιουσία και εργασίες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων, θα ισοδυναμούσε με υπέρβαση καθ΄ ύλην Δικαιοδοσίας των πιο πάνω Δικαστηρίων από το παρόν Δικαστήριο, αλλά και έμπρακτη αναστολή και παρεμπόδιση της εδώ διαδικασίας διαχείρισης και εκκαθάρισης του υποκαταστήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία από καθ΄ ύλην αναρμόδιο Δικαστήριο με την εμβολή της ενάγουσας ως πιστώτριας της τράπεζας στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα θα υφάρπαζε εξουσίες του διαχειριστή της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, όπου υπάγεται ο επίδικος λογαριασμός και εκ των πιο πάνω, η διατήρηση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος, με βάση του ισοζύγιο της ευχέρειας, θα απέληγε εις βάρος άλλων πιστωτών - καταθετών σε υποκαταστήματα στην Κύπρο, δημιουργώντας έτσι ανισότητα διότι θα εξομοιόνονταν και θα τύγχαναν χειρισμού και αντιμετώπισης με ίσο τρόπο ανόμοιες καταστάσεις επειδή η ενάγουσα δεν είναι καταθέτης στην Κύπρο σε αντίθεση με τους εδώ καταθέτες, ως επίσης θα απέληγε εις βάρος της διαδικασίας διαχείρισης και εκκαθάρισης και γενικά των ενεργειών των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες ενέργειες τεκμαίρονται μέχρις στιγμής ότι είναι νόμιμες, παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα και είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα, μέχρις ότου ακυρωθούν από ο αρμόδιο καθ΄ ύλην Δικαστήριο (βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ - ν - ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 2010 1 Α.Α.Δ. σελ. 1079). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."* Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Έτσι και στην υπό εξέταση αίτηση, η πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους, είναι αυτή της μη παρεμβολής στις διαδικασίες εξυγίανσης και εκκαθάρισης του εδώ υποκαταστήματος με τις ενέργειες από την μια να τεκμαίρονται ως νόμιμες και Συνταγματικές και επιπρόσθετα της μη συμπερίληψης της ενάγουσας και γενικά του χειρισμού της κατάθεσης της στην Τανζανία με το ίδιο καθεστώς που ισχύει με τους εδώ καταθέτες, δημιουργόντας σε αντίθετη περίπτωση ίση μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων και επιπρόσθετα θα ισοδυναμούσε με υφαρπαγή εξουσιών του διαχειριστή της τράπεζας στην Τανζανία και γενικά υφαρπαγή Δικαιοδοσίας από τα Δικαστήρια της Τανζανίας. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται επίσης ξεκάθαρα η διαφορετικότητα της νομικής και γενικά Δικαστικής παράστασης (locus standi) του εδώ υποκαταστήματος σε σχέση με την εγγεγραμμένη τράπεζα στην Τανζανία, έχοντας υπ΄ όψη ότι με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η νομική υπόσταση είναι η ακόλουθη, ήτοι η τράπεζα FBME έχει ως έδρα την Τανζανία και διατηρεί υποκαταστήματα σε Λευκωσία και Λεμεσό με βάση την άδεια που δόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και έχοντας υπ΄ όψη την ορολογία της ΄΄τράπεζας΄΄ ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε σύμφωνα με την νομοθεσία τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στην Δημοκρατία, ως ο Ν. 66
(1)/1997 ορίζει. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ούτε η τρίτη προυπόθεση έχει καταδειχθεί ότι ισχύει. Έχει παραμείνει αναντίλεκτη η μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση 2 και πιο συγκεκριμένα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 53 αυτής, ότι η καθ΄ ης η αίτηση 2 έχει δικά της περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, είναι πέραν από αρκετά για να καλύψει την απαίτηση της ενάγουσας και επιπρόσθετα δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε περί αφερεγγυότητας της καθ΄ ης η αίτηση 2 με απτή και λεπτομερή μαρτυρία. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω) λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η "καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939" (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633)* Στον Kerly's (πιο πάνω), παρα. 15 - 68 το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί."** Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360 - 61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο".*** * "Delay in taking proceedings. Delay, unless explained, in making or pursuing an application for an interlocutory injunction is generally fatal, though the courts will balance the question of delay against the likelihood of the plaintiff ultimately succeeding in the action, and will take into account whether or not the defendant has been led into expense or lulled into security or misled by the inaction of the plaintiff. But the tendency of modern decisions is not to refuse an injunction at the hearing of the action merely on acount of delay in instituting proceedings, subject to the provisions of the Limitation Act 1939." ** "Interim injunction refused on account of delay. Any significant, unnecessary delay in applying for interlocutory relief is likely to tilt the balance of convenience against the plaintiff. That does not mean that proceedings should be started without warning; delay due to failure of the defendants to answer letters may be excused." *** "Mere delay after knowledge of the infringement to take proceedings is not a bar to the right to an injunction at the trial. But delay may cause the Court to refuse an interlocutory injunction, especially if the defendant has built up a trade in which he has notoriously used the mark." Σύμφωνα με το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας ("balance of convenience"). Παραπέμπουμε στην παρα. 6.16: "Το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilantibus, non dormientibus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Επιπλέον εάν με την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόμενο να δημιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση με την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυμο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόμενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζημιά της υπόθεσης του ενάγοντα."* * "An interlocutory injunction is a discretionary remedy. Unexplained delay by the plaintiff has always been a bar to such relief. This has been said to be an application of the equitable maxim: vigilantibus, non dormientibus, jura sebvenient. A more modem approach is that the very fact of delay demonstrates that the plaintiff does not need the immediate and exceptional relief provided by an interlocutory injunction. Moreover, if by his delay the plaintiff knowingly allows the defendant to build up his business in the activity complained of, it would be inequitable to grant the plaintiff relief until he has fully proved his case. The extent of delay necessary to prevent the grant of relief in any particular case will depend upon the individual circumstances and no hard and fast rules can be given. The court may be willing to disregard delay which is satisfactorily accounted for even though the defendant has during that time increased his activities but may hold that the balance of convenience and/or the status quo have altered to the detriment of the plaintiff's case." Παρ΄ όλο που η τύχη της υπό εξέταση αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη με βαση την πιο πάνω αξιολόγηση, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ναι μεν η ενάγουσα κάνει μια αναφορά σε γεγονότα που έχουν λάβει χώρα λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, πλην όμως παρέμεινε αναντίλεκτη η απάντηση της καθ΄ ης η αίτηση 2 και ειδικότερα τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 56 της ένορκης δήλωσης όπου απαντά στην ανησυχία της ενάγουσας ως αναγράφεται στην παράγραφο 14 της δικής της ένορκης δήλουσας περί φόβου αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και ειδικότερα διαφαίνεται ότι η ανακοίνωση εκείνη, προέρχεται από μη διάδικο της παρούσας υπόθεσης, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την πιο πάνω αξιολόγηση που έγινε επί αυτού του θέματος, καθιστώντας έτσι το ζήτημα της καθυστέρησης άνευ περαιτέρω σημασίας και αναγκαιότητας για περαιτέρω αξιολόγηση. Ως προς την απόκρυψη ουσιωδών θεμάτων, η νομολογιακή αρχή είναι γνωστή, πλούσια και πάγια. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Η μη αποκάλυψη σχετικής αλληλογραφίας που προέρχεται ή σχετίζεται με την ΜΟΚΑΣ για να καταδείξει την αναγκαιότητα, ορθότητα και δικαιολογημένο των ενεργειών που είχαν ως αποτέλεσμα το σημερινό καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας, κρίνονται ως επουσιώδη υπό τις περιστάσεις, διότι ως αξιολογήθηκε ανωτέρω, αυτό αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από καθ΄ ύλην αρμόδια Δικαστήρια, αλλά και αντικείμενο εξέτασης σε διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο με τις εκεί διαδικασίες και αντικείμενο εξέτασης. Ως προς την μη αποκάλυψη άλλων Δικαστικών διαδικασιών, δεν θα πρέπει να επιρριφθεί ευθύνη στην ενάγουσα για μη γνώση της ή μη αποκάλυψη άλλων διαδικασιών στην οποία δεν είναι διάδικος. Ως προς το παρακλητικό τύπου quia timet, ούτε αυτό θα μπορούσε να επιτύχει, διότι με βάση την πιο πάνω νομική ανάλυση και την πιο πάνω αξιολόγηση της αίτησης και ενστάσεων ταυτόχρονα, δεν έχει καταδειχθεί είτε βεβαιότητα ή σοβαρή πιθανότητα απειλής ή επέμβασης στο δικαίωμα, ήτοι στην κατάθεση της ενάγουσας, για τον απλούστατο λόγο ότι η κατάθεση της ενάγουσας βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε τράπεζα, ήτοι στην Τανζανία, όπου δεν έχουν εμβέλεια, εφαρμογή και γενικά δεν επηρεάζεται η κατάθεση της ενάγουσας στην Τανζανία από τις ενέργειες που γίνονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, εν΄ όψει και της αυτοτέλειας και της εδώ διαδικασίας που αφορά το υποκατάστημα στην Κύπρο σε σχέση με την τράπεζα στην Τανζανία και της μη εξουσίας του εδώ υποκαταστήματος και της καθ΄ ης η αίτηση 2 να επιδράσει έναντι του λογαριασμού που διατηρεί η ενάγουσα στην Τανζανία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται, τα υπόλοιπα παρακλητικά απορρίπτονται με έξοδα εις βάρος της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα quia timet cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.