ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. G.M. Motors Ltd κ.α., Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1936/09, 1353/09, 3572/10 και 3575/10, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A445 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Συνενωμένων Αγωγών: 1936/09, 1353/09, 3572/10 και 3575/10 Αρ. Αγωγής: 1936/09 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- G.M. Motors Ltd
- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΟΡΦΙΤΗΣ
- ΕΛΕΝΗ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 1353/09 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΟΡΦΙΤΗΣ
- ΕΛΕΝΗ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3572/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- G.M. MOTORS LTD
- ΜΟΡΦΙΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ
- ΜΙΧΑΗΛ ΕΛΕΝΗ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - Αρ. Αγωγής: 3575/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΜΟΡΦΙΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ
- ΜΙΧΑΗΛ ΕΛΕΝΗ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - 31.10.2016 Για τους Ενάγοντες: κα Μαργόνη για ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη Ελένη Μιχαήλ: κ. Ανδρέας Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης Ελένης Μιχαήλ (στο εξής Εναγόμενη) σε όλες τις πιο πάνω συνενωμένες αγωγές, αφορά διάταγμα που να διατάσσει: - την εκποίηση της Υποθήκης υπ' αριθμό Υ10374/05 ημερομηνίας 06.12.2005 η οποία επιβάρυνε το διαμέρισμα αρ. 3 στον 2ο όροφο της πολυκατοικίας MAIROZA No.9 στην οδό Ιθάκης 24 στην περιοχή Νεάπολης της επαρχίας Λεμεσού, με αριθμό εγγραφής 3/56741, Φύλλο/Σχέδιο 54/590201, Τμήμα 3, Τεμάχιο ΕΠΙ 413, εγγεγραμμένο μερίδιο όλο, υποθηκευμένο μερίδιο όλο. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων σε όλες τις αγωγές, όπως φαίνεται μέσα από τις Εκθέσεις Απαίτησης, ότι για εξασφάλιση κάθε υποχρέωσης της εταιρείας G.M. Motors Ltd και του Γρηγόρη Μορφίτη σε όλες τις συμφωνίες δανείων που συνήψαν με τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη παραχώρησε ως υποθήκη προς όφελος των Εναγόντων το πιο πάνω αναφερόμενο διαμέρισμα. Είναι Υπεράσπιση της Εναγόμενης σε όλες τις αγωγές ότι ουδέποτε η ίδια παραχώρησε την επίδικη υποθήκη στους Ενάγοντες και ουδέποτε υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας με βάση την οποία υποθηκεύτηκε το επίδικο διαμέρισμα και αρνείται ότι εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας G.M. Motors Ltd και του Γρηγόρη Μορφίτη. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και στα πλαίσια της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα για τους Ενάγοντες (Μ.Ε.1) Δαμιανού Τσαγγάρη, έγιναν παραδεκτά γεγονότα τα πιο κάτω: - Στην αγωγή 1936/09 το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και
- - Στην αγωγή 1353/09 το οφειλόμενο ποσό είναι επίσης το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου
- - Στην αγωγή 3572/10 το οφειλόμενο ποσό είναι €51.919,52 και - Στην αγωγή 3575/10 το οφειλόμενο ποσό είναι €35.304,
- Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν εγκριθεί από το Δικαστήριο με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 86/86 και παρέμεινε ως αμφισβητούμενο γεγονός το κατά πόσο η Εναγόμενη παραχώρησε την επίδικη υποθήκη προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας G.M. Motors Ltd και του Γρηγόρη Μορφίτη προς τους Ενάγοντες. Είναι κοινή θέση ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου και είναι την υπογραφή αυτού του πληρεξουσίου που αμφισβητεί η Εναγόμενη (Τεκμήριο 13), το οποίο παρουσιάστηκε από το Γρηγόρη Μορφίτη, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 12, με την ιδιότητα του πληρεξούσιου αντιπροσώπου της Εναγόμενης και με βάση το πληρεξούσιο αυτό, ενεγράφη η επίδικη υποθήκη. Το πληρεξούσιο είναι πιστοποιημένο από πιστοποιούντα υπάλληλο και παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο όπου και έγινε αποδεκτό. Το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στο επίδικο πληρεξούσιο δεν ανήκει στην Εναγόμενη, το φέρει η ίδια και για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της κάλεσε το Μάριο Μαρκίδη (Μ.Υ.1). Για τους Ενάγοντες έδωσε μαρτυρία για το ίδιο θέμα η Μάγδα Μαρία Καμπούρη (Μ.Ε.2). Η μαρτυρία και των δύο εμπειρογνωμόνων ήταν μακρά και οι δύο αντεξετάστηκαν έντονα από την αντίδικη πλευρά. Δεν θα παραθέσω το σύνολο της μαρτυρίας των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 αφού η μαρτυρία τους είναι μακρά και η καταγραφή της θα ήταν έργο αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Θα περιοριστώ στην καταγραφή των κύριων σημείων της μαρτυρίας τους, έχοντας βέβαια πάντοτε κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας όπως βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Σταθιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Άντρης Ηρακλέους Π.Ε. 7332 ημερομηνίας 12.1.2005). Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι είναι δικηγόρος, δικαστική γραφολόγος και επιστημονική συνεργάτιδα στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στον τομέα των Ποινικών Επιστημών. Είναι επίσης εγγεγραμμένη στους καταλόγους πραγματογνωμόνων, δικαστικών γραφολόγων των Ελληνικών Δικαστηρίων. Η μάρτυρας αναφέρθηκε περαιτέρω στους τομείς όπου έχει εκπαιδευτεί και μετεκπαιδευτεί και ανέφερε περαιτέρω τις υποθέσεις στις οποίες παρουσιάστηκε ως πραγματογνώμονας. Ανέφερε επίσης ότι έχει συμμετάσχει στη συγγραφή του βιβλίου «Συμβουλές στη Μελέτη της Ανακριτικής» του καθηγητή του ποινικού Δικαίου και της Εγκληματολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Νέστωρα Κουράκη. Εξέτασε με την ιδιότητα της ως δικαστική γραφολόγος τη γνησιότητα ή μη της υπογραφής της Ελένης Λ. Μιχαήλ όπως φαίνεται στο γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 01.09.2004 και ετοίμασε για το θέμα αυτό στις 20.04.2015, έκθεση η οποία έγινε Τεκμήριο
- Τα έγγραφα βάσει των οποίων διενεργήθηκε η γραφολογική διερεύνηση είναι αυτά που περιέχονται στην έκθεση του Μάριου Μαρκίδη ημερομηνίας 26.05.2014 και είναι το γενικό πληρεξούσιο, τα έγγραφα τα οποία έχει χρησιμοποιήσει προς σύγκριση της υπογραφής και 15 δείγματα υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ. Από την έρευνα και τον έλεγχο που διεξήγαγε στα έγγραφα που είχαν τεθεί ενώπιον της, με τα κατάλληλα φωτοοπτικά μέσα και ειδικότερα από τις παρατηρήσεις και την αξιολόγηση των ευρημάτων της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή έχει χαραχθεί από την ίδια την Ελένη Μιχαήλ «ως περιέχουσα βασικούς και ασυνείδητους χαρακτήρες δομής των προς σύγκριση φερομένων υπογραφών της και ως συνάδουσα με το βαθμό της γραφικής της δεξιότητας κατά το χρόνο θέσεως αυτής». Υπάρχει ως σημείωση στο τελικό συμπέρασμα, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 15, η εξής αναφορά: «Τηρουμένης αμιγώς δεοντολογικής επιφύλαξης λόγω του μη πρόσφορου συγκριτικού υλικού». Η βάση μιας θετικής γραφολογικής εξέτασης, όπως ανέφερε η Μ.Ε.2, είναι το διατεθειμένο συγκριτικό υλικό το οποίο προκειμένου να δώσει μια σαφή εικόνα της γραφικής ή της υπογραφικής προσωπικότητας του φορέα του οποίου η γραφή ή υπογραφή αμφισβητείται πρέπει να είναι τόσο κατάλληλο όσο και επαρκές. Τα προς σύγκριση έγγραφα πρέπει να περιέχουν γραφή ή υπογραφές αναμφισβήτητης χρονικής και γραφικής προέλευσης, βεβαίας χρονολογίας η οποία θα πρέπει να είναι είτε σύγχρονη με τη χρονολογία κατά την οποία φέρεται να έχει εγγραφεί η υπό κρίση εγγραφή ή υπογραφή είτε προγενέστερη αλλά μεταγενέστερη και όσο το δυνατό πλησιέστερη της αμφισβητούμενης. Πρέπει επίσης να είναι ικανοποιητικού αριθμό και να έχουν συσταθεί κάτω από ανάλογες γραφικές συνθήκες. Οι 24 αναμφισβήτητες υπογραφές της Ελένης Μιχαήλ παρουσιάζουν μειονεκτήματα από απόψεως γραφολογικής αξιολόγησης της καταλληλότητας τους αφού οι 11 από τις 24 έχουν χαραχθεί με λατινικά στοιχεία στο μεγαλύτερο μέρος τους και μόνο δύο από τις υπογραφές που αφορούν τα έτη 1984 και 1994 φέρουν υπογραφές στην ελληνική γλώσσα. Οι υπόλοιπες 15 υπογραφές με ελληνικά στοιχεία απέχουν 11 χρόνια από το χρόνο της επίδικης υπογραφής και έχουν τεθεί σε «κρίσιμο χρόνο» ενόψει της διενέργειας της εξέτασης και συνεπώς στερούνται των εγγυήσεων που παρέχουν η ανύποπτης γραφικής προέλευσης υπογραφές ενός φυσικού γραφέα. Περαιτέρω, όλες οι υπογραφές έχουν τεθεί κάτω από διαφορετικές γραφικές συνθήκες σε σχέση με τις αντίστοιχες της υπό κρίση υπογραφής. Οι δύο μοναδικές ανύποπτου χρόνου υπογραφής στην ελληνική γλώσσα παρουσιάζουν αρκετά μεγάλες παραλλαγές μεταξύ τους, χωρίς όμως να απομακρύνονται της γραφικής τους ποιότητας αλλά και του μέτριου βαθμού γραφικής της ικανότητας, στοιχείο το οποίο αιτιολογείται από τη μικρή γραφική της εμπειρία. Η ταυτόχρονη χάραξη των 15 δειγματικών υπογραφών της Ελένης Μιχαήλ, ανεξάρτητα του συνειδητού ή ασυνείδητου ή επιμελημένου τρόπου γραφής, οδηγεί, όπως αναφέρει η Μ.Ε.2, στο να «εκτιμώνται γραφολογικώς πολύ στενά και οι 15 υπογραφές ως ένα ενιαίο σύνολο». Αυτό που μπορούν να αποκαλύψουν είναι την υπογραφική της κατάσταση κατά το χρόνο υπογραφής τους, την όποια προσπάθεια εκούσιας μεταβολής τους, κάποια ασυνείδητα γραφολογικά τους γνωρίσματα και την πραγματική τάση παραλλακτικότητας επί μέρους στοιχείων τους η οποία ξεφεύγει του ελέγχου της υπογράφουσας και οι οποίες οδηγούν τελικά στο συμπέρασμα ότι οι πλέον κατάλληλες υπογραφές για τη γραφολογική διερεύνηση είναι οι υπογραφές που τέθησαν στα διαβατήρια της το 1984 και 1994, οι οποίες, παρά τον περιορισμένο τους αριθμό, αποδεικνύουν την τάση της Ελένης Μιχαήλ να διαφοροποιεί συνεχώς και να παραλλάσει τη μορφή και δομή των αντίστοιχων γραμμάτων τους. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το συγκριτικό υλικό που διατίθεται για τη διενέργεια της γραφολογικής διερεύνησης δεν φαίνεται να πληρεί τις δύο από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις καταλληλότητας του, με συνέπεια το γραφολογικό συμπέρασμα να πρέπει να διατυπωθεί με τη δέουσα επιφύλαξη που απαιτούν οι κανόνες και οι αρχές της δικαστικής γραφολογίας. Από τη συγκριτική αντιπαραβολή της αμφισβητούμενης υπογραφής με το σύνολο των διατεθειμένων γνήσιων υπογραφών της Ελένης Μιχαήλ προέκυψαν διαφοροποιήσεις στη φυσιογνωμία των γραμμάτων και στη γραφική τους ευχέρεια. Προέκυψαν όμως και ομοιότητες οι οποίες αφορούν σε εσώτερα και ασυνείδητα γραφολογικά τους γνωρίσματα τα οποία συναντώνται και στις υπογραφές του 2014 οι οποίες δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν στην αμφισβητούμενη υπογραφή, παρά μόνο αν αυτή είχε τεθεί από την ίδια, αποδεικνύοντας έτσι την πραγματική της γραφή και συνεπώς τη γνησιότητά της. Από τη σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις δύο γνήσιες και ανύποπτου χρόνου υπογραφές της (1984 και 1994), παρατηρείται ότι φέρονται με τον ίδιο γραμματικό τύπο, με τις ίδιες μεσογραμματικές αποστάσεις, με τον ίδιο τονισμό και την ίδια θέση των στοιχείων τους στη μεσαία ζώνη του γραφικού χώρου. Από τον έλεγχο της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις ανύποπτου χρόνου υπογραφές της Ελένης Μιχαήλ στην αγγλική γλώσσα, παρατηρείται ότι παρουσιάζονται με τον ίδιο γραμματικό τύπο και θέση στη μεσαία ζώνη του γραφικού χώρου με ομοιότητες στην απόκλιση των αξόνων, στο μέγεθος των γραμμάτων, στη δυσαναλογία διαστάσεων, στις μεσογραμματικές αποστάσεις τους και στην αδυναμία διατήρησης του ευθύγραμμου της γραφικής τους χάραξης και με ομοιότητες δομής, αποδεικνύοντας ομοιότητα ασυνείδητων γραφικών κινήσεων. Από τη σύγκριση επίσης της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις υπογραφές που δόθηκαν το 2014, δηλαδή τα δείγματα υπογραφών, παρατηρείται ότι φέρουν τον ίδιο γραμματικό τύπο, τις ίδιες μεσογραμματικές αποστάσεις και τις ίδιες γραφικές συνήθειες όπως επίσης και με ομοιότητες στην απόκλιση των αξόνων του «Ε» προς τα αριστερά. Από τη σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις γνήσιες υπογραφές της Ελένης Μιχαήλ διαπιστώνεται ότι παρά τις μεγάλες παραλλαγές που παρουσιάζουν μεταξύ τους οι διατεθειμένες προς σύγκριση υπογραφές, χαρακτηρίζονται από κοινά εσωτερικά γραφολογικά γνωρίσματα και ασυνείδητες γραφικές συνήθειες. Ως τελικό συμπέρασμα η μάρτυρας αναφέρει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γνήσια και συνάδει με τη γραφική ικανότητα και το βαθμό γραφικής δεξιότητας της κατά το χρόνο της υπογραφής. Σε σχέση με το τελικό συμπέρασμα του εμπειρογνώμονα Μάριου Μαρκίδη (Μ.Υ.1) περί πλαστότητας της αμφισβητούμενης υπογραφής, η μάρτυρας εκτιμά ότι είναι εσφαλμένο και αβάσιμο. Είναι η θέση της ότι ο Μ.Υ.1 εκτίμησε λανθασμένα και κατά παράβαση των απαιτούμενων για την ασφάλεια μιας γραφολογικής διερεύνησης προϋποθέσεων παραβλέποντας το πλημμελές σε επάρκεια και ποιότητά του και υπερεκτιμώντας σε καταλληλότητα τις κατά 11 χρόνια μεταγενέστερες δειγματικές υπογραφές της Ελένης Μιχαήλ. Εξέτασε, πάντα σύμφωνα με τη Μ.Ε.2, τόσο το υπό έλεγχο όσο και το δειγματικό υλικό κατά τρόπο ελλιπή και αποσπασματικό, κατόπιν επιλογής των συγκρινόμενων υπογραφών με αποτέλεσμα να μη λάβει υπόψη τα πλήρη προς αντιπαραβολή στοιχεία και κατέληξε σε πλαστότητα της αμφισβητούμενης υπογραφής, χωρίς να αιτιολογήσει τον τρόπο που κατά τη γνώμη του διενεργήθηκε αυτή. Όπως αναφέρει περαιτέρω η Μ.Ε.2, ο εμπειρογνώμονας της Εναγόμενης εστιάζει σε διαφορές των αντίστοιχων στοιχείων των συγκρινόμενων υπογραφών, χωρίς να προβληματιστεί για το περιορισμένο του υπογραφικού κύκλου των γνήσιων, παραβλέπει πλήρως τις ομοιότητες, αναφέρει ως διαφορές ευρήματα τα οποία όμως συναντώνται στις προς σύγκριση υπογραφές της Ελένης Μιχαήλ, καταλήγοντας, σύμφωνα με τη μάρτυρα, σε εσφαλμένο συμπέρασμα περί πλαστότητας της υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ. Για την Εναγόμενη έδωσε μαρτυρία ο Μ.Υ.1 ο οποίος, όπως αναφέρει στο βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 21), διορίστηκε στις 12.06.1998 από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της Κ.Δ.Π. 152/
- Είναι πτυχιούχος της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών και τοποθετήθηκε στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών το
- Εκπαιδεύτηκε και ειδικεύθηκε στα εργαστήρια της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου από το 1990 μέχρι το 2013 στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών, στην ψηφιακή φωτογράφηση τεκμηρίων καθώς επίσης και στην εξέταση και αναγνώριση των στοιχείων ασφαλείας που περικλείονται στα έντυπα ασφαλείας. Έτυχε τρίμηνης εκπαίδευσης στα επιστημονικά εργαστήρια της ελληνικής αστυνομίας, όπως επίσης και στην εγκληματολογική υπηρεσία της Πορτογαλίας και της Γερμανίας και μετεκπαιδεύτηκε στην υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας του τμήματος Αλλοδαπών και Τελωνείου στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής σχετικά με την αναγνώριση πλαστών εντύπων. Έτυχε επίσης εκπαίδευσης στο χειρισμό ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού για την εξέταση εγγράφων και εντύπων ασφαλείας στην Ελβετία και συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Αστυνομίας σε δύο ομάδες εργασίας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξέτασε πέραν των 10 χιλιάδων υποθέσεων πλαστογραφίας και κατέθεσε εκατοντάδες φορές ως εμπειρογνώμονας, δικαστικός γραφολόγος ενώπιον δικαστηρίων τόσο σε ποινικές όσο και αστικές υποθέσεις. Στις 14.05.2014 έλαβε εντολή όπως διενεργήσει γραφολογική έρευνα και ετοιμάσει έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης σε σχέση με τη διερεύνηση της γνησιότητας της υπογραφής στο όνομα Ελένη Λ. Μιχαήλ που φαίνεται στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 01.09.
- Στις 19.05.2014 προέβηκε σε γραφολογικές εξετάσεις του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου της Ελένης Μιχαήλ ημερομηνίας 01.09.2004 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Επίσης, την ίδια ημέρα, παρέλαβε από την Ελένη Μιχαήλ το κυπριακό της διαβατήριο έκδοσης 1984, το κυπριακό της διαβατήριο έκδοσης 1994 με υπογραφές δείγματος ανύποπτου χρόνου όπως επίσης και το κυπριακό διαβατήριο έκδοσης 02.10.2003 με υπογραφή δείγματος επίσης ανύποπτου χρόνου. Παρέλαβε επίσης επιστολή του τμήματος τελωνείου με υπογραφή της Ελένης Μιχαήλ ημερομηνίας 18.07.1990, έντυπα δήλωσης συναλλάγματος με ημερομηνίες 04.07.1991, 01.03.1993, 14.07.1996, 02.05.1997 και 09.05.1998 με δείγμα ανύποπτου χρόνου της υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ. Πήρε επίσης από την Ελένη Μιχαήλ 15 δείγματα υπογραφής σε πέντε σελίδες. Σκοπός της εξέτασης ήταν να εξεταστεί κατά πόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα Ελένη Μιχαήλ στο πληρεξούσιο προς το Γρηγόρη Λοΐζου Μορφίτη ημερομηνίας 01.09.2004 ανήκει στην Ελένη Μιχαήλ. Όπως αναφέρει περαιτέρω στην έκθεση του Τεκμήριο 21, η εξέταση μιας υπογραφής απαιτεί να εξακριβωθεί κατά πόσο αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεί προσπάθεια απομίμησης, αντιγραφής ή άλλα ύποπτα σημεία. Η γνήσια υπογραφή ενός ανθρώπου είναι η λέξη που γράφεται με την περισσότερη ευχέρεια και είναι ακόμα η μοναδική λέξη που ένας αμόρφωτος άνθρωπος γράφει με αυτοπεποίθηση. Στη συνέχεια εντοπίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά που υπάρχουν και επαναλαμβάνονται και συγκρίνονται με τα αντίστοιχα που εντοπίζονται στις υπογραφές δείγματα προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχει συνέπεια στη μορφή, στον τρόπο σχηματισμού, στη δομή και τεχνική τους. Αν μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας, τότε αυτές πρέπει να έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο. Οποιαδήποτε χαρακτηριστικά και αν έχουν δύο υπογραφές όμοια μεταξύ τους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο αν περιέχουν έστω και μία βασική διαφορά η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η αμφισβητούμενη υπογραφή στο πληρεξούσιο έγγραφο τοποθετείται το
- Είναι μια υπογραφή που δεν παρουσιάζει οποιεσδήποτε συνδέσεις γραμμάτων με μεγάλες μεσογραμματικές αποστάσεις. Χαρακτηρίζεται από πλούσια γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία βοηθούν τον εμπειρογνώμονα να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Είναι υπογραφή γραμμένη με έντονα στοιχεία διστακτικότητας, τρέμουλου και άλλα ίχνη διορθώσεων. Τα εννέα δείγμα υπογραφής ανύποπτου χρόνου καλύπτουν μια χρονική περίοδο 19 χρόνων, από το 1984 μέχρι το
- Τα δύο είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα και τα υπόλοιπα επτά στην αγγλική γλώσσα. Τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου, παρά τη χρονολογική διαφορά που έχουν αλλά και τη διαφορά στη γλώσσα, συγκρινόμενα μεταξύ τους, παρουσιάζουν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται. Τα 15 δείγματα υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ είναι ελεύθερα γραμμένα, ποσοτικά επαρκή και ποιοτικά κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Έχουν μια χρονολογική διαφορά δέκα χρόνων με την αμφισβητούμενη υπογραφή αλλά, παρά το γεγονός αυτό, έχουν πλούσια γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται. Ως εκ τούτου, ο μάρτυρας θεωρεί ότι είναι ικανοποιητικά για να συγκριθούν με τα αντίστοιχα γραφολογικά γνωρίσματα της αμφισβητούμενης υπογραφής. Ακολούθησε, όπως αναφέρει, τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο η οποία είναι και η διαπιστευμένη μέθοδος σύμφωνα με τις πρόνοιες του ISO
- Σύμφωνα με τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο το ανθρώπινο χέρι παράγει προϊόντα που υπόκεινται σε φυσικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις. Οι παραλλαγές αυτές οφείλονται σε διάφορες αιτίες αλλά περιορίζονται μόνο στα επιφανειακά μέρη της γραφής ενώ τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά παραμένουν αναλλοίωτα και επαναλαμβάνονται. Στους συγκριτικούς πίνακες που ο μάρτυρας παραθέτει στην έκθεσή του, παρατίθενται τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά της αμφισβητούμενης υπογραφής και τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά των δειγμάτων που χρησιμοποιήθηκαν και ο μάρτυρας προχωρεί στην επεξήγηση των διαφορών που, όπως αναφέρει, εντοπίζονται μεταξύ τους. Δεν θα προχωρήσω στην αναλυτική παράθεση των διαφορών που ο μάρτυρας εντοπίζει όπως επίσης δεν θα προβώ στην αναλυτική παράθεση των πινάκων που η Μ.Ε.2 ανέλυσε στη μαρτυρία της, αφού αυτό θα ήταν αχρείαστο και αντιπαραγωγικό έργο και βρίσκεται αναλυτικά καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα της εξέτασής του, ο Μ.Υ.1 αναφέρει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή Ελένη Λ. Μιχαήλ στο γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 01.09.2014 σε σύγκριση τόσο με τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου της Ελένης Μιχαήλ όσο και με τα 15 δείγματα υπογραφής που πήρε από την Ελένη Μιχαήλ, παρουσιάζουν ανεξήγητες διαφορές ουσίας μεταξύ τους ως προς τα ιδιαίτερα γραφολογικά τους γνωρίσματα και κατά τη γνώμη του η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή της Ελένης Μιχαήλ. Στη συνέχεια ο μάρτυρας επεξήγησε τα γραφολογικά του ευρήματα σχετικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή και κατέθεσε αναλυτικούς πίνακες (Τεκμήρια 18 και 19). Σύμφωνα με το πρώτο γραφολογικό πόρισμα, τα δύο δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου που φαίνονται στα διαβατήρια της Ελένης Μιχαήλ 1984 και 1994, είναι η κατάληξη του μάρτυρα ότι, παρά τη χρονολογική τους διαφορά, συγκρινόμενα μεταξύ τους παρουσιάζουν κοινά γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία επαναλαμβάνονται με συνέπεια. Σύμφωνα επίσης με το δεύτερο γραφολογικό πόρισμα, τα επτά δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου στην αγγλική γλώσσα έχουν τέσσερα κοινά γράμματα με τα δείγματα υπογραφής της στην ελληνική γλώσσα. Και τα τέσσερα αυτά γράμματα έχουν την ίδια μορφή τεχνικής σχηματισμού και συνέπειας παρά τη μεγάλη χρονική περίοδο των 13 χρόνων που καλύπτουν. Στο τρίτο γραφολογικό πόρισμα ο μάρτυρας αναφέρει ότι τα 15 δείγματα υπογραφής στην ελληνική γλώσσα που πήρε από την Ελένη Μιχαήλ στις 19.05.2014 είναι ελεύθερα γραμμένα και τα γραφολογικά τους γνωρίσματα επαναλαμβάνονται με συνέπεια. Στο τέταρτο γραφολογικό πόρισμα αναφέρει ότι με βάση τα ευρήματα από τη σύγκριση των 24 δειγμάτων υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ μεταξύ τους, ανεξάρτητα σε ποια γλώσσα είναι γραμμένα και της μεγάλης χρονικής περιόδου των 30 χρόνων που καλύπτουν, διαπιστώνεται ότι:
- Όλα τα δείγματα υπογραφής είναι ελεύθερα γραμμένα,
- Τα γραφολογικά τους γνωρίσματα επαναλαμβάνονται με συνέπεια και δεν ξεφεύγουν από τα πλαίσια των φυσιολογικών παραλλαγών της γνήσιας υπογραφής της, και
- Τα δείγματα υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ ποσοτικά χαρακτηρίζονται ως επαρκή και ποιοτικά κατάλληλα για γραφολογική σύγκριση με την αμφισβητούμενη υπογραφή και εκφορά απόλυτης και ασφαλούς γνώμης. Εξετάζοντας στη συνέχεια τα 24 δείγματα υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ με την αμφισβητούμενη υπογραφή, ο μάρτυρας αναφέρει ότι παρατηρείται διαφορά στη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, και στην αμφισβητούμενη υπογραφή παρατηρείται μια ανομοιομορφία στην κλίση των γραμμάτων, ενώ αντίθετα σε όλα τα δείγματα υπογραφής υπάρχει ομοιομορφία στην κλίση των γραμμάτων όπως φαίνεται παραστατικά στον πίνακα Τεκμήριο 18 στη σελίδα
- Στην αμφισβητούμενη υπογραφή το γράμμα «λ» παρουσιάζει, σύμφωνα με το μάρτυρα, έντονο τρέμουλο στην καταληκτική του γραφική κίνηση και δεν παρατηρείται στα δείγματα και στην αμφισβητούμενη υπογραφή το κεφαλαίο γράμμα «Μ» σχηματίζεται με τέσσερις ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις, που τέτοιο γραφολογικό γνώρισμα δεν παρατηρείται στα δείγματα. Επίσης στην αμφισβητούμενη υπογραφή το γράμμα «λ» του επιθέτου Μιχαήλ παρουσιάζει διορθώσεις επαναλήψεις μετά την πρώτη γραφική κίνηση που δεν παρατηρείται στα δείγματα. Ο μάρτυρας τονίζει στην έκθεση του Τεκμήριο 18 ότι το 2014 όταν η Ελένη Μιχαήλ έδωσε δείγματα γραφής, ήταν 83 χρονών και τα δείγματα αυτά, συγκριτικά με την αμφισβητούμενη υπογραφή του 2004 όταν δηλαδή ήταν 73 χρόνων, έχουν καλύτερη ποιότητα γραμμής. Αν δεχτεί κάποιος, όπως αναφέρει, ότι όλες οι υπογραφές έγιναν από το ίδιο πρόσωπο, τότε έρχεται σε αντίθεση με τους θεμελιώδες κανόνες της δικαστικής γραφολογίας αλλά και τους κανόνες της φύσης του ανθρώπου γιατί η γραφή ενός προσώπου που είναι 73 χρονών, σήμερα στα 83 του χρόνια, σίγουρα θα είναι ποιοτικά χειρότερη και όχι καλύτερη. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε σε σχέση με την έκθεση και την κατάληξη της Μ.Ε.2 ότι η γραφολογική εξέταση, η ανάλυση και τα ευρήματα βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στην εξέταση που έκανε η μάρτυρας από τις έγχρωμες εκτυπώσεις της δικής του έκθεσης. Εξέτασε δηλαδή αντίγραφα φωτογραφιών. Ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι η ποιότητα απεικόνισης των εγγράφων ξεκινά από το πρωτότυπο, ακολουθεί η φωτογραφία, μετά το πρώτο αντίγραφο του πρωτοτύπου και μετά το πρώτο αντίγραφο της φωτογραφίας. Δηλαδή αυτό που εξέτασε η Μ.Ε.2 είναι το τέταρτο σε σειρά ποιότητας και η γραφολογική εξέταση ενός φωτοαντιγράφου και η έκφραση γνώμης δεν επιτρέπεται από τους κανόνες της δικαστικής γραφολογίας αλλά ούτε και από την πάγια δικαστική πρακτική. Περαιτέρω, ο μάρτυρας σχολίασε τις θέσεις που εξέφρασε η Μ.Ε.2 τις οποίες θεωρεί ότι είναι επιστημονικά αστήρικτες και σχολίασε την αναφορά στη σελίδα 11 του Τεκμηρίου 15 όπου η Μ.Ε.2 αναφέρεται σε «προφανές» ότι το άτομο που υπέγραψε το αμφισβητούμενο πληρεξούσιο ήταν σε όρθια θέση και το τραπέζι πάνω στο οποίο τοποθέτησε το πληρεξούσιο έγγραφο ήταν ξύλινο με αμφίβολης υφής επιφάνεια. Ο μάρτυρας θεωρεί ως αυθαίρετο το συμπέρασμα της Μ.Ε.2 ότι οι υπογραφές του 1984 και του 1994 αποδεικνύουν την τάση της Ελένης Μιχαήλ να διαφοροποιεί συνεχώς και να παραλλάσσει τη δομή και μορφή των αντίστοιχων γραμμάτων της. Η θέση αυτή θα έπρεπε, σύμφωνα με το μάρτυρα, να οδηγήσει τη Μ.Ε.2 να καταλήξει ότι αυτές δεν προσφέρονται για γραφολογική σύγκριση με την αμφισβητούμενη υπογραφή εφόσον απουσιάζει από αυτές ως το βασικό γραφολογικό γνώρισμα της συνέπειας και της επανάληψης και αντίθετα με τους κανόνες της δικαστικής γραφολογίας, η Μ.Ε.2, όπως αναφέρει ο μάρτυρας, τις χαρακτηρίζει ως τις πλέον κατάλληλες. Αναφέρει περαιτέρω στο Τεκμήριο 19 ότι η συγκριτική μέθοδος που ακολούθησε η Μ.Ε.2 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο που ακολουθείται σήμερα από όλους τους εγκεκριμένους δικαστικούς γραφολόγους και η σύγκριση ανόμοιων γραφολογικών ευρημάτων, μόνο σε λανθασμένα συμπεράσματα μπορούν να οδηγήσουν. Για υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις σελίδες 11 μέχρι 21 του Τεκμηρίου 19 που αφορούν γραφικές απεικονίσεις. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Όπως είναι σαφές από τα γεγονότα, η υπόθεση και για τις δύο πλευρές στηρίζεται στη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, αφού τα υπόλοιπα επίδικα θέματα έχουν γίνει παραδεκτά και στην απάντηση στο μόνο επίδικο θέμα, αν δηλαδή η υπογραφή στο γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 01.09.2004 είναι γνήσια υπογραφή της Εναγόμενης ή όχι. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτήν. Η μαρτυρία επίσης που δίδεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή και πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αλέξανδρου Κωστάκη
(2008)1 Α.Α.Δ. 432). Ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. «Ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Κατά τα άλλα οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων.» (βλ. Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 και Ανδρέας Καουρής ν. Δημήτρη Δημητρίου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Κρίνοντας με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τα προσόντα αλλά και την εμπειρία τους, ότι τόσο η Μ.Ε.2 όσο και ο Μ.Υ.1 έχουν την εμπειρογνωμοσύνη να δώσουν μαρτυρία για το επίδικο θέμα και θα προχωρήσω στην εξέταση της μαρτυρίας τους. Επειδή ακριβώς πρόκειται για έκφραση γνώμης, θεωρώ ότι η μαρτυρία τους δεν θα κριθεί στο επίπεδο της αξιοπιστίας αλλά στο κατά πόσο οι απόψεις και τα ευρήματα τους τεκμηριώνονται μέσα στα πλαίσια και τα εχέγγυα της επιστημονικής εξέτασης της επίδικης υπογραφής. Οι δύο μάρτυρες ανέπτυξαν τόσο μέσα από τις εκθέσεις τους (Τεκμήριο 15 και Τεκμήριο 21), όσο και μέσα από την προφορική τους μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερα μέσα από την αντεξέτασή τους, που ήταν μακρά, την άποψη και τα ευρήματα τους και εξήγησαν πως κατέληξαν σε αυτά. Η κατάληξη τους ήταν βέβαια εκ διαμέτρου αντίθετη. Η Μ.Ε.2 υποστήριξε ότι η επίδικη υπογραφή ανήκει στην Εναγόμενη ενώ ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι δεν ανήκει σ' αυτήν. Όπως ανέφερα πιο πάνω, το θέμα δεν άπτεται της αξιοπιστίας των μαρτύρων και θεωρώ ότι είναι αδιανόητο ένας εμπειρογνώμονας να καταλήξει σε κατά παραγγελία αποτέλεσμα και δεν αποδέχομαι τη θέση του κ. Γεωργίου, που έχει υποβάλει στη Μ.Ε.2 αλλά έχει τονίσει και στη γραπτή του αγόρευση, ότι ο σκοπός της μαρτυρίας της Μ.Ε.2 ήταν να αντικρούσει τα γραφολογικά ευρήματα του Μ.Υ.1 με οποιοδήποτε τρόπο και όχι να προβεί σε μια επιστημονική γραφολογική εξέταση. Ταυτόχρονα βέβαια δεν μπορεί να ζητούν οι Ενάγοντες μέσω της επιστολής της κας Μαργόνη ημερομηνίας 16.4.2015 όπως «προβείτε σε ετοιμασία έκθεσης με την οποία να αντικρούεται η εν λόγω έκθεση του γραφολόγου κ. Μακρίδη» και θεωρώ ότι δεν είναι αυτό το νόημα της επιστολής, αλλά οφείλεται σε κακό λεκτικό της. Κάθε εμπειρογνώμονας πρέπει να εκφράζει τη γνώμη του ελεύθερα και αντικειμενικά με βάση τις γνώσεις και την εμπειρία του, στοιχεία τα οποία ουδέποτε θα πρέπει να θέτει στην κρίση της αξιοπιστίας του, ανεξάρτητα ποιο θα είναι το αποτέλεσμα και σίγουρα δεν θα πρέπει να είναι σκοπός του να καταλήξει στο επιθυμητό για την πλευρά που τον κάλεσε αποτέλεσμα. Όπως ανέφερα, και οι δύο εμπειρογνώμονες ανέπτυξαν με λεπτομέρειες τις θέσεις τους, ετοίμασαν συγκριτικούς πίνακες τους οποίους ανέλυσαν κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης τους και αναφέρθηκαν επίσης με λεπτομέρεια σ' αυτούς κατά την αντεξέταση τους, και ανέφεραν τον τρόπο και τη μέθοδο που χρησιμοποίησαν στην έρευνα τους για να καταλήξουν ο κάθε ένας στο δικό του εύρημα. Ο Μ.Υ.1 αμφισβητεί ότι η Μ.Ε.2 ακολούθησε τη συγκριτική αναλυτική μέθοδο που χρησιμοποίησε ο ίδιος, που είναι διαπιστευμένη βάσει ISO 17025, και όπως ανέφερε στη μακρά του εμπειρία, δεν έχει συναντήσει ξανά παρόμοιο τρόπο με τον οποίο η Μ.Ε.2 προέβηκε στην εξέταση της. Όπως αναφέρει στην έκθεση του Τεκμήριο 21 ο Μ.Υ.1, η εξέταση μιας υπογραφής απαιτεί να εξακριβωθεί κατά πόσο αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό, χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία προσπάθειας απομίμησης αντιγραφής ή άλλα ύποπτα σημεία. Η γνήσια υπογραφή ενός ανθρώπου είναι η λέξη που γράφεται με την περισσότερη ευχέρεια και είναι η μοναδική εκείνη λέξη που και ένας αμόρφωτος άνθρωπος γράφει με αυτοπεποίθηση. Αν μια ύποπτη υπογραφή συμφωνεί με τα γραφολογικά χαρακτηριστικά του συγκριτικού υλικού που υποβλήθηκε για εξέταση και σύγκριση, τότε πρέπει να έγινε από το συγκεκριμένο πρόσωπο που ανήκουν τα δείγματα υπογραφής. Αντίθετα, αν μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας, τότε αυτές πρέπει να έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο. Η Μ.Ε.2 αναφέρει στη δική της έκθεση ότι τα προς σύγκριση έγγραφα πρέπει να περιέχουν (α) γραφή ή υπογραφή αναμφισβήτητης χρονικής και γραφικής προέλευσης, (β) βέβαιας χρονολογίας η οποία πρέπει να είναι σύγχρονη με τη χρονολογία κατά την οποία φέρεται να έχει υπογραφεί η υπό κρίση και να είναι (γ) ικανοποιητικού αριθμού. Καταλήγει η Μ.Ε.2 ότι το συγκριτικό υλικό της παρούσας υπόθεσης δεν φαίνεται να πληρεί τις δύο από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις καταλληλότητας. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή και αναλυτικά τη μαρτυρία των δύο εμπειρογνωμόνων και παρατηρώ ότι και οι δύο τεκμηριώνουν τις θέσεις τους. Φαίνεται επίσης μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ότι χρησιμοποίησε για σύγκριση με την αμφισβητούμενη υπογραφή 25 δείγματα υπογραφής της Ελένης Μιχαήλ από το 1984 μέχρι το
- Ανέφερε στη μαρτυρία του τη σειρά με την οποία καθορίζεται η ποιότητα απεικόνισης της υπογραφής στα έγγραφα και η σειρά δεν αμφισβητήθηκε και ανέφερε ότι πρώτο στη σειρά είναι το πρωτότυπο της υπογραφής, ακολουθεί η φωτογραφία, μετά το πρώτο αντίγραφο του πρωτοτύπου και μετά το πρώτο αντίγραφο της φωτογραφίας. Ο ίδιος, όπως είπε, χρησιμοποίησε τα πρωτότυπα των υπογραφών. Η Μ.Ε.2 χρησιμοποίησε, όπως ανέφερε, για την έρευνα της έγχρωμο φωτοτυπικό αντίγραφο όπως περιέχεται στην έκθεση του Μ.Υ.1, στοιχείο το οποίο αμφισβητήθηκε έντονα από τον κ. Γεωργίου για την αξία του ως στοιχείο σύγκρισης, αναφέροντας ότι ουσιαστικά η μάρτυρας χρησιμοποίησε την τέταρτη στη σειρά ποιότητας απεικόνιση, όπου πολλά στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για την εξέταση της υπογραφής δεν απεικονίζονται. Ο Μ.Υ.1 έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα 15 δείγματα υπογραφής της Εναγόμενης που, όπως ανέφερε, είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά και κατάλληλα για την αντιπαραβολή με την επίδικη υπογραφή, σε αντίθεση με τη Μ.Ε.2 που έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην υπογραφή της Εναγόμενης σε παλιά διαβατήρια που αφορούν το πρώτο το 1984 και το δεύτερο
- Ενώ η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι ο Μ.Υ.1 υπερεκτίμησε τις κατά 11 χρόνια μεταγενέστερες υπογραφές στα δείγματα υπογραφής, η ίδια έκρινε ως πλέον κατάλληλη υπογραφή της Ενάγουσας 20 χρόνια προγενέστερη. Η Μ.Ε.2 θεωρεί τις υπογραφές στα δύο διαβατήρια ως τις πλέον κατάλληλες «πρώτο γιατί φέρονται επί δημοσίων εγγράφων» χωρίς όμως να εξηγήσει σε τι διαφοροποιείται η υπογραφή στα δημόσια έγγραφα και γιατί θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία επειδή αυτή φέρεται σε δημόσιο έγγραφο. Η Μ.Ε.2 θεωρεί, όπως αναφέρει στη μαρτυρία της, ότι τα 15 δείγματα υπογραφής έχουν τεθεί σε κρίσιμο χρόνο και στερούνται των εγγυήσεων που παρέχουν οι ανύποπτης γραφικής προέλευσης υπογραφές, αφού η Εναγόμενη γνώριζε το σκοπό για τον οποίο τα έδιδε. Θεωρεί ως ελεύθερη την υπογραφή που η Εναγόμενη έθεσε στα διαβατήρια, ως το πλέον αντικειμενικό κριτήριο για την εξέτασή της, θέση η οποία αμφισβητήθηκε από το Μ.Υ.1 αφού, όπως ανέφερε, οι υπογραφές αυτές απέχουν χρονικά από την επίδικη υπογραφή, ιδιαίτερα η υπογραφή του 1984, 20 χρόνια. Περαιτέρω ενώ η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι οι δύο αυτές υπογραφές παρουσιάζουν αρκετά μεγάλες παραλλαγές μεταξύ τους, θεωρεί ότι είναι το πλέον αντικειμενικό κριτήριο. Η Μ.Ε.2 εκτός από την ανάλυση των στοιχείων της υπογραφής και την αντιπαραβολή τους με τις δύο υπογραφές στα διαβατήρια, έλαβε υπόψη της και τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Ότι οι υπογραφές του 2014 «είναι πλέον ακαταλλήλως κατάλληλες διότι φέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο που η γυναίκα έχει αποκτήσει μια υπογραφική εμπειρία.» (β) «Εάν ο Γρηγόρης κατασκεύαζε την υπογραφή βάσει προτύπου, θα την έκανε με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη γραφική δεξιότητα. Δεν θα προέβαινε σε διόρθωση και δεν θα έκανε χαράξεις αφού, έχοντας ως σύμμαχο του τον υπάλληλο, θα μπορούσε να την ξαναφτιάξει.» (γ) Οι εσωτερικές συνθήκες δεν ήταν οι πλέον κατάλληλες από τη στιγμή που η γυναίκα «πήγε να υπογράψει για να υποθηκεύσει το σπίτι της». (δ) «Υπέγραψε όρθια, σε ξύλινο τραπέζι» και, όπως ανέφερε, και χρησιμοποιώ ακριβώς τη δική της φράση «εδώ στα εξωτερικά, εδώ δεν υπογράφουν που είναι οι διάφοροι υπάλληλοι οι δημόσιοι που υπογράφουν τα πληρεξούσια;». Ξεκινώντας από τη θέση της Μ.Ε.2 ότι οι υπογραφές του 2014 είναι πλέον ακατάλληλες γιατί φέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο και η γυναίκα έχει αποκτήσει μια υπογραφική εμπειρία, θεωρώ ότι είναι μια αυθαίρετη θέση αφού τίποτε δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι από τις προηγούμενες υπογραφές μέχρι τις υπογραφές δείγματα του 2014, η Εναγόμενη ασχολείτο με δραστηριότητες τέτοιες που να χρειάζεται συνεχώς να υπογράφει ώστε να αποκτήσει υπογραφική εμπειρία την οποία δεν είχε μέχρι το 2004 όπως η Μ.Ε.2 δέχεται στη μαρτυρία της. Η θέση επίσης της Μ.Ε.2 ότι ο Γρηγόρης αν «κατασκεύαζε» την υπογραφή δεν θα χρειάζετο να προβεί σε διορθώσεις αφού είχε σύμμαχο τον υπάλληλο και θα μπορούσε να την ξαναφτιάξει, και πάλι θεωρώ ότι είναι αυθαίρετη και υποθετική, αφού υπονοεί συνέργεια μεταξύ του Γρηγόρη και του πιστοποιούντα υπαλλήλου. Όσον αφορά τις εσωτερικές συνθήκες κατά το χρόνο υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου και τη θέση της Μ.Ε.2 ότι δεν ήταν οι πλέον κατάλληλες αφού γνώριζε η Εναγόμενη ότι πήγε να υπογράψει για να υποθηκεύσει το σπίτι της, και πάλι θεωρώ ότι είναι μια αυθαίρετη ερμηνεία από τη Μ.Ε.2, αφού η επίδικη υπογραφή αφορά ένα γενικό πληρεξούσιο το οποίο έχει ημερομηνία 1.9.2004 και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό και όχι αποκλειστικά για να υποθηκεύσει το σπίτι της. Εκείνο όμως που θεωρώ ότι είναι το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο των αυθαίρετων παραγόντων που η Μ.Ε.2 έλαβε υπόψη της, είναι η αναφορά της ότι η Εναγόμενη υπέγραψε όρθια, σε ξύλινο τραπέζι. Η περαιτέρω αναφορά της Μ.Ε.2 ότι «εδώ δεν υπογράφουν που είναι οι διάφοροι υπάλληλοι οι δημόσιοι που υπογράφουν τα πληρεξούσια» και το γεγονός ότι έλαβε υπόψη, όπως διεφάνη μέσα από τη μαρτυρία της, τα ξύλινα γραφεία που βρίσκονται στο χώρο του Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η μάρτυρας σχημάτισε μια πιθανή εικόνα των συνθηκών κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε το πληρεξούσιο που, κατά την κρίση της, επηρέασαν την υπογραφή, που όμως δεν τεκμηριώνονται. Περαιτέρω, ενώ η Μ.Ε.2 αναφέρει στην έκθεση της ότι δεν υπάρχουν τα δύο από τα τρία προς σύγκριση στοιχεία, η ίδια δεν ζήτησε να προβεί σε οποιαδήποτε συμπληρωματική έρευνα ή ενέργεια και προχώρησε στην έρευνα της με βάση τα όσα ο Μ.Υ.1 συμπεριλαμβάνει στη δική του έκθεση χρησιμοποιώντας φωτοτυπίες των φωτογραφιών και όχι τα πρωτότυπα και κατά συνέπεια όχι τα ασφαλέστερα συγκριτικά. Παρότι οι παραλλαγές ή διακυμάνσεις σε μια υπογραφή είναι αποδεκτό ότι μπορεί να οφείλονται σε διάφορες αιτίες, αυτές πρέπει να είναι σαφείς και πραγματικές. Με βάση τα πιο πάνω, θεωρώ ότι η Μ.Ε.2 έλαβε υπόψη της κριτήρια όχι επιστημονικά αλλά υποκειμενικά και υποθετικά στοιχεία τα οποία προσδίδουν στα ευρήματα της βαθμό αυθαιρεσίας, αφού με τον τρόπο αυτό παρουσιάζει μια εικόνα που αφορά την Εναγόμενη στο χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού τίποτε από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι υπήρχαν. Αντίθετα, ο Μ.Υ.1 περιορίστηκε στην εξέταση της επίδικης υπογραφής μέσα στα αυστηρά πλαίσια των κανόνων της γραφολογίας και της αντικειμενικής εξέτασης χωρίς να υπεισέλθει σε υποκειμενικά κριτήρια. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η έκθεση την οποία ετοίμασε ο Μ.Υ.1 είναι πιο ασφαλές υπόβαθρο για το Δικαστήριο σε αντίθεση με την έκθεση της Μ.Ε.2 και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Αποδεχόμενη τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη υπογραφή στο γενικό πληρεξούσιο Τεκμήριο 13 δεν ανήκει στην Εναγόμενη. Κατά συνέπεια, η επίδικη υποθήκη δεν τέθηκε νόμιμα από την Εναγόμενη προς όφελος των Εναγόντων και η επίδικη υποθήκη δεν καλύπτει τις υποχρεώσεις του Γρηγόρη Μορφίτη και της εταιρείας G.M. Motors Ltd προς τους Ενάγοντες. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών με αριθμούς 1936/09, 1353/09, 3572/10 και 3575/
- Για τους λόγους πιο αναφέρω πιο πάνω και αφού το επίδικο κοινό θέμα επηρεάζει την ουσία της κάθε αγωγής, όλες οι αγωγές απορρίπτονται εναντίον της Ελένης Μιχαήλ με έξοδα υπέρ της Ελένης Μιχαήλ και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Μέχρι το χρόνο συνένωσης των τεσσάρων αγωγών, τα έξοδα θα υπολογιστούν ξεχωριστά για κάθε αγωγή και μετά τη συνένωση θα υπολογιστούν σε ένα κοινό κατάλογο εξόδων. (Υπ.) .............. Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Πλαστογραφία εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο