ΑΡΙΑΔΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:4684/2012, 26/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A440 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:4684/2012 Μεταξύ:
- ΑΡΙΑΔΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ
- ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενου και
- ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
- ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
- AN. CHRISTOU PROPERTIES & CONSTRUCTIONS LTD Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Λαζάρου για Κ. Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Τριτοδιάδικο-Καθ'ου η αίτηση 1: κ. Κ. Γεωργιάδης για Δημήτρη Αραούζο (κα Αρμεύτη για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Τριτοδιάδικο-Καθ'ου η αίτηση 2:κ. Βλαδιμήρου για Κώστα Τσιρίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Τριτοδιάδικο-Καθ'ου η αίτηση 3:κ. Φλώρου για Λυσάνδρου & Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΡΙΤΟΔΙΑΔΙΚΟΥ) Το αντικείμενο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, αποτελεί το τροχαίο δυστύχημα που έγινε στις 27.2.11 μεταξύ του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KVB 943 ιδιοκτησίας της ενάγουσας 1 και οδηγό τον τριτοδιάδικο 1 και του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΗΜΗ 713 με ιδιοκτήτη και οδηγό τον εναγόμενο ( στο εξής θα καλείται το δυστύχημα). Εναντίον του Εναγόμενου η Ενάγουσα 1 άξιοί το ποσό των €171.- πλέον τόκους και η Εναγόμενη 2 το ποσό των €11.129.- πλέον τόκους, ποσό που κατέβαλε στην Ενάγουσα 1 δυνάμει ασφαλιστηρίου και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της. Δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 16.5.14 το Δικαστήριο χορήγησε άδεια στον εναγόμενο για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου στους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 οι οποίοι αφού τους επιδόθηκε η σχετική ειδοποίηση καταχώρησαν εμφάνιση στη διαδικασία. Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος οφείλεται αποκλειστικά και ή κατά το μέγιστο βαθμό στη συντρέχουσα αμέλεια του τριτοδιάδικου 1 που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής KVB 943 και των τριτοδιάδικων 2 και 3 οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενώ εκτελούσαν έργα για την ανακατασκευή και διαμόρφωση της διασταύρωσης των οδών όπου προκλήθηκε το δυστύχημα, αφαίρεσαν όλες τις σημάνσεις και τις πινακίδες του σήματος ΣΤΟΠ με αποτέλεσμα οι οδηγοί των διερχόμενων οχημάτων να μην γνωρίζουν ποιος δρόμος ήταν ο κύριος και ποιος η πάροδος. Στις 6.5.16 και αφού στο μεταξύ μεσολάβησε η εκδίκαση αριθμού άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων, μεταξύ τριτοδιαδίκων και εναγόμενου, ο τελευταίος καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση Διαταγμάτων: Α. Για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιαδίκων. B. Όπως οι τριτοδιάδικοι δικαιούνται να εμφανιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής και συμμετάσχουν κατά τον τρόπο που καθορίζεται από το Δικαστήριο και να δεσμευτούν από το αποτέλεσμα της δίκης. Γ. Όπως το ζήτημα της ευθύνης των τριτοδιαδίκων να αποζημιώσουν τον εναγόμενο και/ή να συνεισφέρουν σε τέτοια έκταση όπως το δικαστήριο θα καθορίσει στην απαίτηση των εναγόντων εκδικαστεί κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή αμέσως μετά από αυτή όπως θα καθορίσει το Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.10 Θ. 7 και 8 και Δ.48 Θ. 1-9 και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Θεονίτσας Κωνσταντίνου. Η υπό κρίση αίτηση συνάντησε την ένσταση εκάστου των τριτοδιαδίκων η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.10, Δ.39 και Δ.
- Οι λόγοι της ένστασης τους είναι εμφανείς από το σώμα των γραπτών ειδοποιήσεων ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύει και δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους αλλά αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Η Δ.10 Θ.1 που περιέχει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άδεια για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και τον τρόπο καταχώρησης της σχετικής αίτησης προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Όταν σε οποιανδήποτε αγωγή ο Εναγόμενος απαιτεί εναντίον οιουδήποτε προσώπου που δεν είναι ήδη διάδικος στην αγωγή, (σ' αυτή τη Διάταξη καλείται «τριτοδιάδικος»). α) Ότι δικαιούται συνεισφοράς ή αποζημιώσεως ή β) Ότι δικαιούται θεραπεία σχετική με τα αρχικά αίτια της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια ή μερική θεραπεία που απαιτείται από τον Ενάγοντα ή, γ)Ότι οιονδήποτε ζήτημα σχετικό με το αντικείμενο της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με το ζήτημα που αναφύεται μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου και έπρεπε κανονικά να εκδικασθεί όχι μόνον μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου αλλά μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου και του τριτοδιαδίκου ή μεταξύ οιουδήποτε εξ αυτών, το Δικαστήριον ή ο Δικαστής μπορεί να δώσει άδεια στον Εναγόμενον να εκδώσει και να επιδόσει «ειδοποίηση τριτοδιαδίκου». Στην υπόθεση Ιωάννου v. Βιολάρης
(2001)1Β Α.Α.Δ 1424 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η Δ.10,θ1 (α)(β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης δεν διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας αναφορικά με οτιδήποτε άλλο.» Αφού διαπιστωθεί ότι πληρείται η πιο πάνω προϋπόθεση τότε το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χορηγήσει την άδεια, όπως έχει πράξει και στη παρούσα περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη την αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών και τη δημιουργία περαιτέρω εξόδων. Παράλληλα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα ταλαιπωρίας στον ενάγοντα ή την πρόκληση καθυστέρησης στην υπόθεση. Η Δ.10 Θ.7 ρυθμίζει την αίτηση για οδηγίες που ακολουθεί την έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Στα πλαίσια των οδηγιών το Δικαστήριο εξετάζει δυνάμει της εν λόγω διαταγής την εγκυρότητα της ειδοποίησης και τυχόν ενστάσεις του τριτοδιαδίκου. Είναι αναγκαίο δε να εξεταστεί αρχικά κατά πόσον η υπόθεση εμπίπτει σε οποιανδήποτε από τις περιπτώσεις που προβλέπει η Δ.10 Θ.1 (βλ. Baxter v. France & Others
(1895)1 QB 455 και Ιωάννου v. Κ. Βιολάρης (πιο πάνω)). Στην υπόθεση Asimenos v. Chrysostomou κ.α.
(1982)1 C.L.R 145 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is clear, however, form the said notes in the Annual Practice and the authorities referred to therein that questions such as embarrassment or delay to the plaintiff or where the questions at issue cannot be completely disposed in the action, or whether the procedure will be allowed to continue, are matters which will have to be considered on the application for directions and not on the application for leave to issue the notice. It is also presumed that if a prima facie case is made out which would bring the matter within any paragraph of rule 1 and leave to issue a third party notice is granted the court will not, in granting leave, consider the merits of the claim." Προκύπτει συνεπώς ότι το ορθό στάδιο για την υποβολή ένστασης στην έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου είναι αυτό της κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.10 Θ.7. Ο τριτοδιάδικος όμως δεν στερείται του δικαιώματος να καταχωρήσει ξεχωριστή αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.10 Θ.7
(3), η ειδοποίηση τριτοδιαδίκου μπορεί να ακυρωθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Asimenos πιο πάνω). Η καθυστέρηση όμως στην καταχώρηση της αίτησης μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην ακύρωση της ειδοποίησης (βλ. Κουμούλη v. Yasmingh
(1999)1A A.A.Δ. 323). Κατά την εκδίκαση της αιτήσεως για οδηγίες, η απόρριψη της αιτήσεως τερματίζει και την διαδικασία προσεπίκλησης τριτοδιαδίκου. (βλ. Asimenos πιο πάνω Annual Practice 1959, σελ. 393 και το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12th ed. Σελ. 174). Στην υπόθεση (Νικήτα v. Medcon Construction Ltd κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 646) λέχθησαν τα ακόλουθα: «Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης τριτοδιάδικου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπιση του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R.534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η απαίτηση του εναγομένου εναντίον των τριτοδιάδικων όπως αυτή αποκρυσταλλώνεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης του, στις λεπτομέρειες που παρατίθενται στην υπό κρίση αίτηση αλλά και την αίτηση βάση της οποίας πέτυχε την προσεπίκληση των τριτοδιάδικων, στηρίζεται στην θέση ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται αποκλειστικά και ή κατά τον μέγιστο βαθμό στην συντρέχουσα αμέλεια των τελευταίων. Είναι επίσης προφανές ότι ο εναγόμενος διεκδικεί εναντίον των τριτοδιάδικων την ανάλογη συνεισφορά τους στην περίπτωση που διαταχθεί από το δικαστήριο να καταβάλει αποζημιώσεις στους ενάγοντες. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω και εφαρμόζοντας τις νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ένστασης των καθ' ων η αίτηση-τριτοδιάδικων. Πριν προχωρήσω όμως στο στάδιο αυτό θεωρώ χρήσιμο να σημειώσω ότι η άδεια του δικαστηρίου για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου χορηγήθηκε στη βάση της μονομερούς αίτηση του εναγόμενου ημερομηνίας 28.4.14 δια της οποίας ο τελευταίος παράλληλα με την προσεπίκληση των τριτοδιάδικων 1, 2 και 3 αιτήθηκε και τη χορήγηση παράτασης του χρόνου καταχώρησης της αίτησης, εφόσον είχε παρέλθει η προβλεπόμενη από τους Θεσμούς προθεσμία, αφού η έκθεση υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 5.12.
- Νομική βάση της αίτησης ημερομ. 28.4.14 απετέλεσε μεταξύ άλλων η Δ.10 και η Δ.57 θ. 2 και υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Θεονίτσας Κωνσταντίνου. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αναφερόμενη αίτηση η καθυστέρηση στην προσεπίκληση των τριτοδιάδικων αποδίδεται αποκλειστικά σε καλόπιστο λάθος των δικηγόρων του εναγόμενου. Μεταξύ άλλων η ενόρκως δηλούσα Θεονίτσα Κωνσταντίνου αναφέρει ότι τα γεγονότα της παρούσας αγωγής είναι τα ίδια με τα γεγονότα της αγωγής με αριθ.6026/11 που έχει ως αντικείμενο το ίδιο δυστύχημα, με ενάγοντα εκεί το τριτοδιάδικο 1 και εναγόμενο, τον εναγόμενο της παρούσας αγωγής. Αναφέρει περαιτέρω ότι στα πλαίσια της αγωγής αριθ.6026/11 έγινε η προσεπίκληση των τριτοδιάδικων 2 και 3 στην παρούσα. Μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή ξεκίνησαν μεταξύ των δικηγόρων των εναγόντων και του εναγόμενου προσπάθειες για συμβιβασμό της υπόθεσης οι οποίες κράτησαν μέχρι τον Μάρτιο του 2014 και οι δύο πλευρές συναίνεσαν όπως το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος αποφασισθεί στα πλαίσια της εκδίκασης της αγωγής με αριθ. 6026/11 που αφορά το ίδιο δυστύχημα. Όπως επίσης προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι του Εναγόμενου υποστήριξαν περαιτέρω την πιο πάνω αίτηση ημερομ. 28.4.14 καταθέτοντας γραπτή αγόρευση και παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση τότε) αφού εξέτασε όλα τα στοιχεία του τέθηκαν ενώπιον του ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια επέτρεψε την παράταση του χρόνου καταχώρησης της Αίτησης και την έκδοση προσεπίκλησης των τριτοδιάδικων 1, 2 και
- Επανερχόμενη στην υπό κρίση αίτηση και εξετάζοντας τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου διαπιστώνω πως κεντρικός άξονας της ένστασης των καθ' ων η αίτηση- τριτοδιάδικων, είναι η έκδοση του Διατάγματος ημερομηνία 16.5.14 δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του εναγόμενου για παράταση του χρόνου καταχώρησης της αίτησης για την έκδοση και επίδοση της ειδοποίησης των τριτοδιάδικων. Εισηγούνται ότι το εν λόγω Διάταγμα εκδόθηκε εσφαλμένα, δεν ήταν δικαιολογημένο κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ήταν αποτέλεσμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του εναγόμενου-αιτητή . Αντίθετη ήταν η εισήγηση της πλευράς του εναγόμενου που υποστήριξε την ορθότητα του Διατάγματος. Στη βάση των πιο πάνω θα πρέπει πρωταρχικά να εξεταστεί αν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να παραμερίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 16.5.14 με το οποίο δόθηκε άδεια για την παράταση του χρόνου καταχώρησης της αίτησης για την προσεπίκληση των τριτοδιαδίκων. Στην υπόθεση Έλλη Νικολαϊδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620 οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι με αίτηση διά κλήσεως ζήτησαν και εξασφάλισαν από το επαρχιακό δικαστήριο την ακύρωση εντάλματος κατοχής ακινήτου που εκδόθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αιτήσεως που είχε υποβληθεί από τους ενάγοντες / εφεσείοντες. Η εν λόγω αίτηση βασιζόταν στην Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι παρείχετο δικαιοδοσία για την ακύρωση του εντάλματος κατοχής δυνάμει του πιο πάνω θεσμού. Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, πρώτο, πως η ανάληψη δικαιοδοσίας και η επακόλουθη έγκριση της αίτησης ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη αναθεώρηση δικαστικής απόφασης από ομόβαθμο δικαστήριο ως εάν αυτό να ήταν δευτεροβάθμιο. Δεύτερο, ότι η χορήγηση της άδειας από το επαρχιακό δικαστήριο, όσο και αν εκδόθηκε μετά από ex parte αίτηση, σήμαινε το τέλος του θέματος σε ό,τι αφορούσε στο επαρχιακό δικαστήριο. Τέλος, ότι δικαιοδοσία παραμερισμού της χορηγηθείσας άδειας και του εντάλματος κατοχής είχε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με προνομιακό ένταλμα. Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα των εφεσειόντων και επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση. Πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την σελίδα 1626 της απόφασης: «Η Δ.48, θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για την χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνομε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο την χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48, θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουσθεί με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίησή του. Η έκδοση εντάλματος κατοχής μπορεί να γίνει ex parte, όπως ρητά ορίζει η Δ.43 Α, και οι εφεσίβλητοι, ως επηρεαζόμενοι, είχαν την δυνατότητα να επιδιώξουν τον παραμερισμό της δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4).». Σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο δικαστήριο παραμερίζοντας το προηγούμενο διάταγμά του, που είχε εκδοθεί μονομερώς, δεν προέβη σε αναθεώρηση προηγούμενης απόφασής του. Κρίθηκε δε, πως εφόσον το επαρχιακό δικαστήριο είχε διαπιστώσει ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ο παραμερισμός ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή προσέγγιση. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει διάταγμά του που εκδόθηκε μονομερώς (Βλ., επίσης, Re Ανδρέα Πεδίου, Αίτηση Αρ. 165/04
(2004)1 ΑΑΔ 1995, Re Αντώνη Βούρου, Αίτηση Αρ. 70/03
(2003)1 ΑΑΔ 1176 και Re Αδάμου Μανώλη κ.α., Αίτηση Αρ. 114/04
(2004)1 ΑΑΔ 1443). Στην Re Εταιρεία Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ, Αίτηση Αρ. 131/96
(1996)1 ΑΑΔ 822 λέχθηκε, ότι διάταγμα που εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως μπορεί να προσβληθεί δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)μόνο με αίτηση διά κλήσεως και όχι μονομερώς (Βλ., επίσης, In the matter of application by Julia Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429). Περαιτέρω, στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 438 διασαφηνίσθηκε, ότι η διαδικασία διά κλήσεως δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Με άλλα λόγια, εξουσία για παραμερισμό διατάγματος δεν έχει μόνο ο Δικαστής που επιλήφθηκε της μονομερούς αιτήσεως στην βάση της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το αντίθετο θα ήταν ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θεσμού 8 (Βλ. Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. πιο πάνω). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επανεξετάσει το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το αναφερόμενο διάταγμα ημερομηνίας 16.5.14 δυνάμει του οποίου χορηγήθηκε παράταση της προθεσμίας για την προσεπίκληση των τριτοδιάδικων. Στην προκειμένη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση δεν υπέβαλαν αίτηση παραμερισμού του διατάγματος έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιάδικου δυνάμει της Δ.48 Κ.8
(4)αλλά καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για οδηγίες τριτοδιάδικου. Η εξουσία του Δικαστηρίου πηγάζει από τη Δ.10 θ.7
(1)(γ), στην οποία αναφέρεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση και από τη Δ.10 θ.7
(3)στην οποία προνοείται ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου μπορεί οιαδήποτε στιγμή να παραμερισθεί από το Δικαστήριο. Νομολογιακά επιβεβαιώνεται τούτο από την απόφαση Ασημένος, πιο πάνω, στην οποία αναφέρεται ότι το Δικαστήριο αφού πετύχει η ένσταση και απορριφθεί η αίτηση το Δικαστήριο τερματίζει τη διαδικασία τριτοδιάδικου. Ο λόγος, για τον οποίον σύμφωνα με τους καθ΄ ων η αίτηση -τριτοδιάδικους θα πρέπει να παραμερισθεί το προσβαλλόμενο διάταγμα κυρίως επικεντρώνεται στο γεγονός της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης του εναγόμενου δεδομένου ότι αυτή καταχωρήθηκε 16 μήνες μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης. Σύμφωνα με την πρόνοια της Δ.10 θ.1
(2), το αργότερο που μπορεί να υποβληθεί αίτηση για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου είναι πριν την πάροδο ενός
(1)μηνός από την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης. Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας διέπεται από την Δ.57 Θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Όπως προκύπτει από την σχετική επί του θέματος νομολογία η εξουσία του Δικαστηρίου να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας που ασκείται δικαστικά αφού ληφθούν υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης και με αποκλειστικό οδηγό το συμφέρον της δικαιοσύνης (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 Δημοκρατία v. Χριστοδούλου
(1997)3 ΑΑΔ 241). Στην υπόθεση Ιωάννουv. Θεοδούλου κ.α
(2000)1 ΑΑΔ 7 γίνεται αναφορά στην Σολιάτης κ.ά. v. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162, στην οποία το Εφετείο αρνήθηκε να παρατείνει το χρόνο υποβολής έφεσης, αναγνωρίζοντας, εντούτοις, ότι σφάλμα δικηγόρου μπορεί, ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, να θεμελιώσει αίτημα προς παράταση του χρόνου για τη λήψη δικονομικού μέτρου, όπως ήταν, η περίπτωση στη Χόππη v. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, στην οποία χορηγήθηκε παράταση του χρόνου για την υποβολή έφεσης, μετά τη διαπίστωση ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε σφάλμα του δικηγόρου. Αυτό στη υπόθεση Χόππη κρίθηκε ότι δικαιολογούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης, που αποτελεί το γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα : «Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης, σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθά τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ..Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.» Στη προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές κρίνω πως η εισήγηση των τριτοδιάδικων σύμφωνα με την οποία εσφαλμένα χορηγήθηκε η παράταση του χρόνου καταχώρησης της αίτησης δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Εξετάζοντας όλα τα δεδομένα και στοιχεία που περιβάλλουν την προκειμένη περίπτωση και ειδικότερα ότι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε ενόσω ακόμα η αγωγή βρισκόταν στο στάδιο των οδηγιών και πριν οριστεί για ακρόαση, η απουσία οποιουδήποτε στοιχείου, το οποίο να καταδεικνύει ότι επενέργησε οποιοσδήποτε άλλος λόγος από το σφάλμα του δικηγόρου στην εμπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης, ότι η παρούσα αγωγή έχει ως αντικείμενο το ίδιο δυστύχημα με την αγωγή με αριθ.6026/11 με ενάγοντα εκεί τον τριτοδιαδικος 1 στην παρούσα και στα πλαίσια αυτής ο εναγόμενος κάλεσε στη διαδικασία ως τριτοδιάδικους τους καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 σε συνδυασμό και με το γεγονός που καταγράφεται και στα πρακτικά που τηρούνται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ότι μεταξύ εναγόντων και εναγόμενου στη παρούσα εξετάζεται σοβαρά το ενδεχόμενο όπως το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος ακολουθήσει το αποτέλεσμα της αγωγής με αριθ.6026/11 και συνυπολογίζοντας αυτά με την απουσία συγκεκριμένου λόγου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων των τριτοδιάδικων, θεωρώ ότι αποτελούν επαρκή στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ της παράταση της προθεσμίας προσεπίκλησης των τριτοδιαδίκων αφού υπό τις περιστάσεις αυτή κρίνεται πως επενεργεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης Όπως αναφέρθηκε στην Νικήτα ν. Medcon Construction Ltd κ.α. (πιο πάνω) : «Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιάδικου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom [1923] 1 KB221 στη σελ. 226. Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar [1968] 1 All E.R. 753 και την ChatsworthInvestments v. Amoco Ltd [1968] 3 All E.R. 357." Οι τριτοδιάδικοι εισηγούνται περαιτέρω ότι η έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 15.5.14 ήταν αποτέλεσμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Δεν διαπιστώνεται όμως να έχουν παραθέσει ποια συγκεκριμένα γεγονότα απέκρυψε ο εναγόμενος η μη αποκάλυψη των οποίων να συνδέεται άμεσα με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το μόνο που προσδιορίζεται μέσα από την ένσταση τους σε σχέση με το ζήτημα αυτό είναι η θέση τους ότι οι προσπάθειες εξεύρεσης συμβιβασμού της παρούσας αγωγής στις οποίες αναφέρθηκε ο εναγόμενος προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παράταση της προθεσμίας, έγιναν πολύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης του. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν διακρίνω ότι ο εναγόμενος απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα επηρέαζαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η παράταση του χρόνου για την προσεπίκληση των τριτοδιάδικων. Αντίθετα με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση του ημερ. 28.4.14 η καθυστέρηση στην προσεπίκληση των τριτοδιάδικων αποδίδεται ξεκάθαρα σε καλόπιστο λάθος των δικηγόρων του ενώ παράλληλα γίνεται ρητή αναφορά ότι οι προσπάθειες διευθέτησης της αγωγής άρχισαν μετά από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης. Είναι περαιτέρω εισήγηση των τριτοδιάδικων ότι η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση οδηγιών θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι καταχωρήθηκε υπέρμετρα καθυστερημένα και συγκεκριμένα δύο χρόνια μετά την έκδοση του Διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η έκδοση και επίδοση ειδοποίησης των τριτοδιάδικων. Συνιστά γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση φαίνεται να καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση δύο ετών από την έκδοση του Διατάγματος προσπίκλησης των τριτοδιάδικων. Το θέμα όμως θεωρώ πως δεν τελειώνει εδώ. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και είναι αποδεκτό από όλες τις πλευρές στο χρόνο που μεσολάβησε προηγήθηκε η καταχώρηση και η εκδίκαση άλλων ενδιάμεσων αιτήσεων μεταξύ τριτοδιάδικων και εναγόμενου. Μεταξύ αυτών και αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από τον τριτοδιάδικο 1 για ακύρωση του Διατάγματος προσεπίκλησης του ημερ. 16.5.14 καθώς και αίτηση με την οποία ζητήθηκε η θεραπεία της εκ μέρους του εκπρόθεσμης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Είναι επίσης σημαντικό και δεν μπορεί να παραγνωρισθεί πως ο εναγόμενος μετά την έκδοση του Διατάγματος ημερ.16.5.14 δεν παρέμεινε αδρανής αφού μετά την επίδοση της ειδοποίησης στους τριτοδιάδικους και συγκεκριμένα στις 21 .7.14 καταχώρησε αίτηση ίδιας φύσης με την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των τριτοδιάδικων και αφού οδηγήθηκε σε ακρόαση το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση τότε) με την απόφαση του ημερομηνίας 16.4.16 την απέρριψε λόγω παρατυπίας χωρίς να προχωρήσει να εξετάσει την ουσία της. Στη βάση συνεπώς των πιο πάνω δεδομένων η εισήγηση των τριτοδιάδικων για απόρριψη της υπό κρίση αίτησης ένεκα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται Ακόμα μία εισήγηση η οποία τέθηκε από τους τριτοδιάδικους 1 και 3 είναι ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Στην υπόθεση S.A. Constantinou Ltd κ.ά. ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1A A.A.Δ.754, εξετάστηκε όμοια εισήγηση ότι δηλαδή πρέπει να αγνοηθεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο αείμνηστος Δικαστής Τ. Ηλιάδης ανέφερε τα εξής: «Η πιο πάνω εισήγηση είναι ανεδαφική. Κανένας από τους θεσμούς που έχουν επικληθεί δεν απαγορεύει την υπογραφή μιας ένορκης δήλωσης πριν από την καταχώριση μιας ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου. Η Διαταγή 39, θεσμός 3 προνοεί απλά ότι μια ένορκη δήλωση θα τιτλοφορείται με το θέμα ή για το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται. Μια ένορκη δήλωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικανονική όταν αυτή καταχωρείται πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και το πρόβλημα θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Όπως έχει τονιστεί στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.ά. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ.389, μια ένορκη δήλωση θεωρείται αντικανονική και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη όταν υπογράφηκε πριν από την καταχώριση της αγωγής, αν και σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να απαιτήσει την ανάληψη υποχρέωσης επανόρκισης και κατάθεση μιας νέας ένορκης δήλωσης.» Περαιτέρω εισήγηση που υποβλήθηκε από τον τριτοδιάδικο 2 είναι ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι η έκδοση του Διατάγματος είναι αχρείαστη και δεν προσφέρει οτιδήποτε το ουσιαστικό στον εναγόμενο. Εισηγείται περαιτέρω ο τριτοδιάδικος 2, ότι ο ίδιος σε σχέση με τον εναγόμενο θα υποστεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημιά από την έκδοση του Διατάγματος. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Χριστίνας Χρίστου που συνοδεύει την ένσταση του δεν διαπιστώνονται οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν τις πιο πάνω εισηγήσεις του τριτοδιάδικου και ούτε προβάλλει οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο που να υποστηρίζει ότι η αξίωση του εναγόμενου δεν εμπίπτει στη Δ.10 Θ 1. Η θέση της ενόρκως δηλούσας, Χριστίνας Χρίστου, ότι ο εναγόμενος είχε στη διάθεση του άλλες λιγότερο δαπανηρές διαδικασίες έχει τεθεί με γενικό τρόπο και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αποτελέσει βάσιμο λόγο για την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης και το τερματισμό της διαδικασίας της προσεπίκλησης του ως τριτοδιαδίκου. Επίσης η θέση της ότι ο εναγόμενος στη περίπτωση που φέρει ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα, οφείλει να αποζημιώσει τους ενάγοντες πλήρως και μετά να στραφεί εναντίον των τριτοδιαδίκων αν και εφόσον αυτοί έχουν ευθύνη δεν βρίσκει έρεισμα στις νομολογημένες αρχές όπως αυτές αναλύονται πιο πάνω (Βλ. Νικήτα v. Medcon Construction Ltd (πιο πάνω). Τέλος ο τριτοδιάδικος 3 με την ένσταση του προβάλλει περαιτέρω ότι η επίδοση προς τον ίδιο της ειδοποίηση ήταν παράτυπη για το λόγο ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να του επιδώσει την μονομερή αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση βάση της οποίας επιτράπηκε η παράταση του χρόνου και η έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Πρόκειται για παρατυπία με την οποία δεν διαπιστώνεται να επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του, αφού, φαίνεται ότι το περιεχόμενο της αναφερόμενης αίτησης και της ένορκης δήλωσης είχε περιέλθει εις γνώση του από το χρόνο καταχώρησης της ένστασης του ημερομηνίας 23.1.15 στην προηγηθείσα αίτηση του εναγόμενου για την έκδοση οδηγιών τριτοδιάδικου. Δεν κρίνεται συνεπώς η παράλειψη αυτή αρκετή για να ακυρώσει την διαδικασία τριτοδιάδικου (βλ. ALPHA BANK CYPRUS LTD v. SI SENH DAU και άλλοι
(2013)1Γ Α.Α.Δ 1935). Είναι επίσης σαφές πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του τριτοδιάδικου 3 ότι ο εναγόμενος απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι προηγήθηκε εκ μέρους του η καταχώρηση άλλης αίτηση ίδιας φύσης με την υπό εξέταση αίτηση δεδομένου ότι η προηγηθείσα αυτή αίτηση βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και εκδικάστηκε από το Δικαστήριο όπως πιο πάνω αναφέρεται Καταληκτικά εξετάζοντας την αίτηση του εναγόμενου για την έκδοση οδηγιών διαπιστώνω πως οι τριτοδιάδικοι μέσα από τις ενστάσεις που καταχώρησαν δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο που να υποστηρίζει ότι η αξίωση του εναγόμενου εναντίον τους δεν εμπίπτει στη Δ.10 Θ 1. Όπως υποδεικνύεται στο Annual Practice 1959 η δυνατότητα επίκλησης της διαδικασίας υπάρχει μόνο όπου οι ανακτήσιμες ζημιές ή η αιτούμενη θεραπεία είναι ουσιωδώς οι ίδιες μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου και μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιάδικου νοουμένου ότι το επίδικο ζήτημα πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις. Αναφέρεται στη σελ. 386 του πιο πάνω συγγράμματος: «Where the damages recoverable by the plaintiff against the defendant and by defendant against the third party are substantially the same, though the case is not one of indemnity, either express or implied but the subject - matter must be the same.» (βλ. Μαρία Θεοδούλου ν. Δημητρίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ 1095) Η θέση του τριτοδιάδικου 1 ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του εναγόμενου, είναι θέση που προφανώς ο τριτοδιάδικος 1 θα έχει την ευκαιρία να προβάλει κατά την υπεράσπιση του και θα εξεταστεί στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης. Επίσης δεν ευσταθεί η γενική αναφορά των τριτοδιάδικων 2 και 3 ότι ο εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Πρόκειται για θέση που δεν τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία και ενώ παράλληλα παραμένει αναντίλεκτη η θέση του εναγόμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι τριτοδιάδικοι 2 και 3 εκτελούσαν τα πιο πάνω αναφερόμενα έργα στην διασταύρωση των οδών όπου προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η παρούσα είναι περίπτωση όπου ενδείκνυται η παρουσία των τριτοδιάδικων στην υπόθεση και βρίσκω ότι υπό τις περιστάσεις αυτό θα εξυπηρετήσει τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης. Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο παραμερισμός της διαδικασίας των τριτοδιάδικων θα αποτελεί παρέκκλιση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης αφού αποδεδειγμένα θα στερήσει από τον εναγόμενο το δικαίωμα του όπως κατά τη εκδίκαση της υπόθεσης προωθήσει τη θέση του ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται αποκλειστικά και ή κατά το μέγιστο βαθμό στη συντρέχουσα αμέλεια των τριτοδιάδικων. Ταυτόχρονα τονίζω πως η υπεράσπιση του εναγόμενου έναντι της αξίωσης των εναγόντων καθώς και η απαίτηση του έναντι των τριτοδιάδικων έχουν κοινή πραγματική βάση και παρουσιάζεται ευχερής ή εκδίκαση αυτών στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας αφού αφορούν τη ευθύνη για την πρόκληση του ίδιου δυστυχήματος, κατά το οποίο οι ενάγοντες με την έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί ειδικές ζημιές. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω βρίσκω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, ικανοποιούνται πλήρως οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.10 θ1
(1)για την διατήρηση της διαδικασίας τριτοδιάδικου αφού εξυπηρετείται ο σκοπός της διαδικασίας όπως αναλύεται με τη σχετική επί του θέματος νομολογία. Ως εκ τούτου, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Ο Εναγόμενος να καταχωρήσει την έκθεση απαίτησης του εναντίον έκαστου των Τριτοδιάδικων και αντίγραφο αυτής να παραδοθεί στους συνηγόρους τους μέσα σε 15 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος. Έκαστος των Τριτοδιάδικων να καταχωρήσει την υπεράσπιση του και αντίγραφο να παραδοθεί στο συνήγορο του εναγόμενου μέσα σε 15 μέρες από την παράδοση της έκθεσης απαίτησης του εναγόμενου. Απάντηση στην υπεράσπιση αν κριθεί αναγκαία, να καταχωρηθεί και παραδοθεί σε 10 μέρες από την παράδοση της έκθεσης υπεράσπισης εκάστου των Τριτοδιάδικων. Αντίγραφο των πιο πάνω δικογράφων να δίνεται σε κάθε διάδικο μέρος. Οι Τριτοδιάδικοι θα είναι ελεύθεροι να λάβουν μέρος στη διαδικασία και δεσμεύονται με το αποτέλεσμα της δίκης. Περαιτέρω εκδίδεται Διάταγμα όπως το ζήτημα της ευθύνης των τριτοδιάδικων εκδικαστεί κατά την εκδίκαση της αγωγής. Η σύνταξη του Διατάγματος να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται σε βάρος των τριτοδιάδικων και προς όφελος του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο