← Κύπρος

ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2751/2015, 19/10/2016

ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2751/2015, 19/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A433 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2751/2015 Μεταξύ:

  1. ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΥΜΒΙΟΙ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού
  2. ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΥΜΒΙΟΣ, εκ Λεμεσού
  3. ΛΟΙΖΟΣ ΤΥΜΒΙΟΣ, εκ Λεμεσού Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------- Αίτηση ημερ. 6.7.2015 Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2016 Για τους αιτητές: κ. Κωνσταντίνος Αριστείδου για Δημόκριτο Αριστείδου & Σία Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση της αγωγής καταχωρίστηκε και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, η οποία κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση η οποία ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι αιτητές αιτούνται: «

(1)Διάταγμα αναστολής της προώθησης της διαδικασίας πώλησης των ενυποθήκων κτημάτων των Εναγόντων 1 και οποιωνδήποτε άλλων νόμιμων μέτρων ή διαβημάτων εναντίον τους μέχρις ότου ξεκαθαρίσει και/ή διακριβωθεί το ύψος του χρέους των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους με την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής.» Βασίζουν την αίτηση τους στους περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμους, Κεφ. 6 Άρθρα 4, 5 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 11 και 12, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 29
(1)(γ), 31, 32, 44, στο Νόμο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Μέρος VIA άρθρα 44Α, 44Β, 44Γ και στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου (common law) όπως επίσης και στις αρχές της επιείκειας (equity) καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα δε στα οποία στηρίζουν την αίτηση τους φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντος 3, ημερ. 6.7.2015, όπου αναφέρει ότι είναι ένας από τους εκτελεστικούς διευθυντές και συμβούλους των εναγόντων
  1. Δηλώνει πως γνωρίζει καλά και προσωπικά όλα τα επίδικα γεγονότα και τις πληροφορίες που λαμβάνει από τον εσωτερικό λογιστή των εναγόντων 1 και τις προσωπικές επαφές με τους υπαλλήλους των εναγομένων που χειρίζονται τις συναλλαγές των εναγόντων
  2. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων: (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι περιλαμβανόμενες στον λογαριασμό των εναγόντων 1 χρεώσεις στην περίοδο από τη λειτουργία του λογαριασμό με αριθμό 020-11-005310 ως έχει τροποποιηθεί με τον αριθμό 357015130208 έγιναν παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς την εξουσιοδότηση και εν αγνοία των εναγόντων και ως τέτοιες είναι παράνομες, άκυρες, αδικαιολόγητες, ανυπόστατες και δεν έχουν κανένα νομικό αποτέλεσμα. (β) Διάταγμα διαγραφής των πιο πάνω χρεώσεων. (γ) Διάταγμα απαλλαγής των ενυπόθηκων κτημάτων και των άλλων περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων 1, τόσο από τις υποθήκες που επιβαρύνουν τα κτήματα των εναγόντων 1, όσο και από τις κυμαινόμενες επιβαρύνσεις που υπάρχουν επί όλων περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων 1 και είναι προς όφελος των εναγομένων. (δ) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις το δικαστήριο. (ε) Αποζημιώσεις για παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις και επιστροφή των καθ' υπέρβαση πληρωθέντων ποσών. (στ) Έξοδα συν ΦΠΑ συν νόμιμους τόκους. Στη συνέχεια παραθέτει τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση των εναγόντων, υποστηρίζοντας πως: (α) η εναγόμενη διεξάγει επιχειρήσεις τραπεζικών εργασιών, (β) οι ενάγοντες 1 είναι δεόντως εγγεγραμμένη εταιρεία και κατά τον ουσιώδη χρόνο μέχρι την 29.3.2013 με την προσωπική και αλληλέγγυα εγγύηση των εναγόντων 2 και 3 διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό στη Cyprus Popular Bank Co Ltd με αριθμό 020-11-005310 στο κεντρικό κατάστημα της Λεμεσού μέσω του οποίου έκανε τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές της. Ο λογαριασμός εξασφαλίζεται με υποθήκες επί των ακινήτων των εναγόντων 1 με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις επί των περιουσιακών στοιχείων αυτών και εγγύηση των εναγόντων 2 και 3 προς όφελος των εναγομένων. Στη συνέχεια περιγράφει τις υποθήκες και τα ενυπόθηκα ακίνητα των εναγόντων
  3. Επίσης περιγράφει τις κυμαινόμενες επιβαρύνσεις επί των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων
  4. Στη συνέχεια αναφέρεται στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και των σχετικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν βάσει αυτού, βάσει των οποίων οι ασφαλισμένες καταθέσεις και η πλειοψηφία των στοιχείων του ενεργητικού και των δανείων της Cyprus Popular Bank Co Ltd έχουν απορροφηθεί από τους εναγόμενους. Οπόταν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που σχετίζονται με τον πιο πάνω λογαριασμό έχουν απορροφηθεί από τους εναγόμενους. Στη συνέχεια της απορρόφησης οι εναγόμενοι έδωσαν στον υφιστάμενο λογαριασμό τον νέο αριθμό 357015130208 μέσω του οποίου συνέχιζαν τις συναλλαγές τους με τους ενάγοντες
  5. Περί την 27.2.2015 οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο λογαριασμός των εναγόντων 1 εδείκνυε ότι χρωστούσαν στους εναγόμενους το ποσό των €477.461,13 μαζί με τους συσσωρευμένους τόκους και ότι στις 16.6.2013 οι ενάγοντες 1 είχαν καθυστερήσεις €129.226,
  6. Οι ενάγοντες 1 με επιστολές τους (Τεκμ. 1A, Β, Γ, Δ, Ε, Στ) όσο και με προφορικές συζητήσεις με υπαλλήλους των εναγομένων, αμφισβήτησαν έντονα τις απαιτήσεις των εναγομένων και ζήτησαν να τους δώσουν λεπτομέρειες και εξηγήσεις των χρεοπιστώσεων ισχυριζόμενοι ότι μεγάλο μέρος των χρεώσεων είναι παράνομο, αντισυμβατικό. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν ή παρέλειψαν να ανταποκριθούν και οι θέσεις τους περιλαμβάνονται στις επιστολές τους Τεκμ.2Α, Β, Γ, Δ, Ε). Στη συνέχεια παραθέτει τους κατ' ισχυρισμό παράνομους ανατοκισμούς (Τεκμ.3), τα παράνομα και αντισυμβατικά δικαιώματα μελετών (Τεκμ.4), την επιστροφή των οποίων απαιτούν. Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 4.6.2015 (Τεκμ. 2E) στην οποία επισυνάπτουν κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 2Ε1) και συμπληρωματική επιστολή (Τεκμ. 2Ε2), σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από τον περί Μεταβιβάσεως και Αποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, αξιώνουν από τους ενάγοντες το ποσό των €486.684,22 μαζί με τους συσσωρευμένους τόκους και καθυστερήσεις €138.659,11 και απειλούν για τη λήψη νόμιμων μέτρων εναντίον τους και πρόσθετα δε προωθούν τις διαδικασίες για την αναγκαστική πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των εναγόντων
  7. Οι ενάγοντες αμφισβητούν το δικαίωμα των εναγομένων να κινούν τις νόμιμες διαδικασίες και να επιζητούν τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του Νόμου Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Μέρος VIA που διέπουν την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων ή να εγείρουν άλλες αξιώσεις προτού επιλυθούν οι μεταξύ τους διαφορές με την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και προτού αποφασιστεί το βάσιμο και το δικαιολογημένο των αξιώσεων των εναγόντων. Οι ενάγοντες αμφισβητούν εξ' ολοκλήρου τις απαιτήσεις των εναγομένων εναντίον τους και την πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας που προϋποθέτει ότι οι απαιτήσεις των ενυπόθηκων δανειστών δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους ενυπόθηκους οφειλέτες. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  8. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
  9. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  10. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη.
  11. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής.
  12. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 6.. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
  13. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν βρίσκεται σε ισχύ το υπό κρίση διάταγμα.
  14. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, που απαιτούνται για την έκδοση διαταγμάτων τέτοιας φύσης χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αντιθέτως οι ενάγοντες έχουν επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης καθότι γνώριζαν από το 2013 για την ύπαρξη του επίδικου χρέους που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αίτησης.
  15. Οι αιτητές δεν έκαναν πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή παρέθεσαν ανακριβή και/ή ψευδή στοιχεία και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να την εξετάσει περαιτέρω.
  16. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση.» Βασίζουν δε την ένσταση στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ελισσαίου Παναγιώτου ημερ. 14.7.2015, λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση. Δηλώνει πως οι εναγόμενοι απορρίπτουν το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων και παραθέτει τις θέσεις και τοποθετήσεις των εναγομένων. Υποστηρίζει πως η αίτηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ειδικότερα αναφέρει πως δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, επίσης δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το υπό κρίση διάταγμα, επίσης υποστηρίζει πως η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, αβάσιμη και ανυπόστατη, δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας της, το δε ισοζύγιο της ευχέρειας δεν επιτάσσει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Είναι η θέση των εναγομένων ότι το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας πώλησης των υποθηκευμένων είναι εντελώς αβάσιμο, ατεκμηρίωτο και αντίθετο με τους όρους των συμφωνιών υποθήκευσης των ακινήτων που υπέγραψαν και αποδέχτηκαν οι ενάγοντες. Σύμφωνα με τις συμφωνίες υποθήκευσης (Τεκμ. 1), η υποθήκη αποτελεί πρόσθετη εξασφάλιση και από τη στιγμή που το ποσό που εξασφαλίζεται με την εν λόγω υποθήκη καταστεί πληρωτέο, οι ενάγοντες υποχρεούνται να το πληρώσουν αλλιώς η τράπεζα θα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα χρησιμοποιώντας το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των υποχρεώσεων των εναγόντων. Συνεπώς οι ενάγοντες κωλύονται από το να προβάλλουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Αναφέρει ότι στις 18.12.2014 είχε συνάντηση μετά των εναγόντων και συζητήθηκε το ενδεχόμενο μετατροπής του τρεχούμενου λογαριασμού σε δάνειο με σκοπό τη σταδιακή εξόφληση του. Οι ενάγοντες ανέφεραν ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις με αποτέλεσμα να αποσταλούν οι επιστολές από μέρους των εναγομένων που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των εναγόντων (Τεκμ. 2A, Β, Κ και Δ) με τις οποίες οι ενάγοντες ενημερώνονταν για το χρέος το οποίο προέκυπτε από την παράβαση των όρων λειτουργίας του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και προειδοποιούσαν για την πιθανότητα έγερσης δικαστικής διαδικασίας. Υποστηρίζει επίσης πως δεν υπάρχει σοβαρή ή οποιαδήποτε βάση στην παρούσα αίτηση των εναγόντων ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και αρνείται πως οι ενάγοντες έχουν υποστεί την οποιαδήποτε ζημιά, εάν δεν έχουν υποστεί χρηματική ζημιά δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη εφόσον το ύψος αυτής αποδειχθεί και ως εκ τούτου, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η θέση του είναι πως οι εναγόμενοι είναι καθ' όλα φερέγγυοι και δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο. Περαιτέρω υποστηρίζει πως η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και πως οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Υποστηρίζει δε πως οι ενάγοντες παρέλειψαν εσκεμμένα να αποκαλύψουν τις ως άνω συμφωνίες υποθήκευσης, βάσει των οποίων οι εναγόμενοι είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων από τη στιγμή που οι ενάγοντες δεν αποπλήρωναν το χρέος. Στην παρούσα αίτηση δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ούτε αν η έκδοση του διατάγματος επείγει. Η αίτηση κατόπιν οδηγιών έγινε διά κλήσεως και το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει και τις δύο πλευρές. Επομένως, εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσο ο ενάγων απέδειξε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  17. Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1235, 1242. Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των αιτητών με τους καθ' ων η αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, 1809). Με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στην Απαίτηση των εναγόντων-αιτητών και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και την Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και το αιτούμενο διάταγμα είναι δίκαιο να εκδοθεί. Θεωρώ πως αντικειμενικά από την αγωγή προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, με βάση δε τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου εξέτασα την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της ενάγουσας και πιστεύω πως προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας οι ενάγοντες/αιτητές να δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι νομολογημένο ότι, αν οι αποζημιώσεις θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντος. Στο σύγγραμμα του David Bean 10η έκδοση, αναφέρονται τα εξής: «If damages. would be an adequate remedy and the defendant would be in a financial position to pay them, no interim injuction should normally be granted, however strong the claimant's claim appeared to be at that stage.» (American Cyanamid at 408B-C) Εκείνο που υποστηρίζουν οι ενάγοντες/αιτητές, είναι πως «αν δεν χορηγηθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και να ικανοποιηθεί η απόφαση που δυνατό να εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων 1» (βλ. παραγρ. 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα). Αντίθετα, η θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση είναι πως οι εναγομένοι είναι καθ' όλα φερέγγυοι και δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει το αντίθετο. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες δεν έχουν στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Έστω και εάν ακόμη η πιο πάνω προϋπόθεση πληρείται, το Δικαστήριο δεν θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντιστρατεύεται και καταστρατηγεί το μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 142
(1)/2014. Συμφωνώ με την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ότι σύμφωνα με το άρθρο 44 Α, καμία διάταξη δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή από το να προχωρήσει με την εφαρμογή διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου και/ή να προχωρήσει με πολιτική αγωγή για την εξασφάλιση διατάγματος για πώληση του εν λόγω ακινήτου. Το άρθρο 44 Β προνοεί ότι σε περίπτωση υπερημερίας, ο ενυπόθηκος δανειστής σε αυτήν την περίπτωση οι εναγόμενοι, αποστέλλει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη σύμφωνα με τον Τύπο «Θ», ενώ το εν λόγω άρθρο επιτρέπει και στoν ενυπόθηκο οφειλέτη, σε αυτήν την περίπτωση στους ενάγοντες, να αμφισβητήσουν το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή από το να κινεί τις εν λόγω διαδικασίες. Σύμφωνα με το άρθρο 44 Γ, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει με τη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου εφόσον επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμών και καλώντας τον να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό. Σε περίπτωση που μέσα σε 30 μέρες ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθεί, ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να επιδώσει δεύτερη ειδοποίηση με βάση τον τύπο «ΙΑ», στην οποία να αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό. Μέσα σε 30 ημέρες από την παραλαβή της εν λόγω ειδοποίησης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης πώλησης για τους λόγους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο και που περιλαμβάνουν, ανάμεσα σε άλλα, ότι εκκρεμεί αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες/αιτητές στην αγόρευση τους παραδέχονται ότι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλουν τα εν λόγω άρθρα και ότι έχουν όντως αποστείλει τις σχετικές ειδοποιήσεις σύμφωνα με τους σχετικούς Τύπους, ως άλλωστε επισυνάπτονται και ως Τεκμήρια στην αίτηση των εναγόντων/αιτητών για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Αυτό το οποίο στην ουσία αμφισβητούν οι ενάγοντες/αιτητές είναι το ύψος του ποσού και/ή των τόκων που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οφείλεται σε αυτούς. Οι ενάγοντες/αιτητές, παρόλο που έχουν όντως καταχωρήσει αγωγή σε σχέση με το αμφισβητούμενο ποσό, δεν έχουν καταχωρήσει μέσα σε 30 ημέρες (ως το άρθρο 44 Γ
(3)προνοεί) και/ή σε οποιονδήποτε στάδιο, έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέροντας ότι εκκρεμεί αγωγή εναντίον του ενυπόθηκου δανειστή. Η ύπαρξη της αγωγής δεν είναι αρκετή για να εμποδίσει τη νομότυπη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η ύπαρξη της αγωγής θα πρέπει, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία που οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται, να αποτελεί ένα από τους λόγους παραμερισμού της διαδικασίας πώλησης στην έφεση που θα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει οι ενάγοντες μέσα σε 30 ημέρες από την αποστολή της τελευταίας ειδοποίησης, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει σε οποιονδήποτε στάδιο και/ή μέχρι σήμερα. Συνεπώς, τα όσα προνοεί η σχετική νομοθεσία που επικαλούνται οι ενάγοντες, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση για τον απλό λόγο ότι οι εναγόμενοι έχουν συμμορφωθεί δεόντως με τα όσα τους επιβάλλει η σχετική νομοθεσία, όπως άλλωστε παραδέχονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες, ενώ οι ενάγοντες/αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει μέσα στα χρονικά πλαίσια που προσδιορίζονται από τη σχετική νομοθεσία και/ή σε οποιονδήποτε στάδιο έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο - ως επιβάλλεται - για παραμερισμό της διαδικασίας πώλησης από μέρους των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση. Ως εκ τούτου, και ενόψει των όσων έχουν ήδη λεχθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι εύλογο και δίκαιο, ως επιτάσσεται και από το ισοζύγιο της ευχέρειας, όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.