← Κύπρος

ALIAKSANDR DOUNAR κ.α. ν. HYKONE ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 1438/2013, 31/10/2016

ALIAKSANDR DOUNAR κ.α. ν. HYKONE ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 1438/2013, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A449 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1438/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ALIAKSANDR DOUNAR, από την Λεμεσό ΜΑΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ, από την Λεμεσό Ενάγοντες Και HYKONE ESTATES LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18/3/2016 Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Α. Παύλου για Δημήτρη Μιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Δημήτρης Μιχαήλ για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Αντωνίου για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία (κα Νίκη Δημητρίου για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτηση τους ημερ. 18/3/2016 αιτούνται: «α) Διάταγμα το οποίο να διατάσσει την παρουσία του κ. Γιώργου Λαζάρου από τη Λεμεσό, Διευθυντή των Εναγομένων/Καθ΄ων η αίτηση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, για αντεξέταση, σε ότι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του ημερ. 09/12/2015, που συνοδεύει την ένσταση του, κατά την ακρόαση της αίτησης διά κλήσεως ημερομηνίας 03/07/2015, που είναι ορισμένη στις 12/04/2016 για ακρόαση και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που ήθελε οριστεί για ακρόαση η αίτηση. β) Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα, απόφαση ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και ορθή κάτω από τις περιστάσεις. γ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ (Αρ. 30011625Ζ).» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.38 Θ.1-3 και 9, Δ.39, Θ.1-21, Δ,40, Θ.1, 3 και 13, Δ.42Α Θ.1, 2, 3, 6, 7, 12, Δ.48, Θ. 1-3 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 2, 29, 42, 44, στο Σύνταγμα και πάνω στη Σύμφυτη Εξουσία και Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου, τη Νομολογία και την Πρακτική. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση H αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις της Σοφίας Προκοπίου η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «

  1. Είμαι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο κκ. Δημήτρη Μιχαήλ & Συνεργάτες, δικηγόρων των Αιτητών, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα στην πιο πάνω με τίτλο και αριθμό αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  2. Είναι ανάγκη ν' αντεξεταστεί ο Διευθυντής των Καθ'ων η αίτηση, κ. Γιώργος Λαζάρου, για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερ. 09.12.2015 και ιδιαίτερα σε όλους εκείνους τους ισχυρισμούς του που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια και αναφέρονται πιο κάτω:
  3. Παράγραφος 3: Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Διευθυντή των Καθ'ων η Αίτηση περί του βαθμού δυσοσμίας και περί μη έγκαιρης και συστηματικής απομάκρυνσης των λυμάτων από τη διαχειριστική επιτροπή του Συγκροτήματος.
  4. Παράγραφος 4: Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Διευθυντή των Καθ'ων η αίτηση ότι ουδέποτε ο ίδιος ανέφερε ότι η οχληρία που δημιουργείται δεν είναι πρόβλημα των Καθ'ων η αίτηση και εσκεμμένα δεν προτίθενται να συμμορφωθούν με το Διάταγμα.
  5. Παράγραφοι 5(δ) και 6(γ): Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Διευθυντή των Καθ'ων η αίτηση περί παρανομίας οποιασδήποτε τροποποίησης ή μετατροπής του εν λόγω αποχετευτικού συστήματος.
  6. Παράγραφος 5(ε): Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Διευθυντή των Καθ΄ων η αίτηση περί μη ηθελημένης παράλειψης συμμόρφωσης προς το Διάταγμα ημερ. 18.04.2013 και περί άγνοιας για το τι πρέπει να πράξουν για να συμμορφωθούν μ' αυτό.» Η Ένσταση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους παρακάτω λόγους ένστασης: «
  7. Η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεδαφική καθότι δεν καταγράφονται στο σώμα της αίτησης και/ή δεν εξειδικεύονται και/ή/ δεν εξειδικεύονται με σαφή τρόπο στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει τα σημεία της Ένορκης Δήλωσης του κ. Γιώργου Λαζάρου ημερομηνίας 09/12/2015 για τα οποία ζητείται αντεξέταση.
  8. Δεν υπάρχει αιτιολογία και/ή επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή καλός λόγος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος που αναφέρεται στο αιτητικό (α) της υπό κρίση αίτησης.
  9. Μέσω του αιτητικού (α) της υπό κρίση αίτησης επιδιώκεται η αντεξέταση επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του κ. Γιώργου Λαζάρου ημερομηνίας 09/12/2015, κάτι που εάν επιτραπεί τότε θα εκτραπεί η διαδικασία εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης παρακοής διατάγματος, θα μετατραπεί άνευ άλλου σε ακρόαση της ουσίας της αγωγής και εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.39 Θ.1 και των αρχών της νομολογίας, ενώ θα υπάρχει κίνδυνος οι Ενάγοντες/Αιτητές να εκμαιεύσουν περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με την υπόθεση με τρόπο καταχρηστικό.
  10. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά των ανωτέρω, η αντεξέταση του κ. Γιώργου Λαζάρου για να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης θα πρέπει να αφορά θέματα περιορισμένα και που εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας παρακοής διατάγματος και όχι να εκτείνεται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Η ένσταση βασίζεται στις Δ.39, Δ.40 Θ.Θ1-3 και 13, Δ.42 Α και Δ.48 Θ.Θ. 1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 2, 29, 42 και 44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Άρθρο 162 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη νομολογία, πρακτική, συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση H ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Γιώργου Λαζάρου διευθυντή των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση, στην οποία ο ίδιος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα περιγράφονται στην ένσταση και αναφέρει περαιτέρω: (α) Επιδιώκεται η αντεξέταση του επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 09.12.2015, κάτι που εάν επιτραπεί τότε θα εκτραπεί η διαδικασία εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης παρακοής διατάγματος, θα μετατραπεί άνευ άλλου σε ακρόαση της ουσίας της αγωγής και εκτός του θεσμοθετημένου πλαισίου της Δ.39 Θ.1 και των αρχών της νομολογίας, ενώ θα υπάρχει κίνδυνος οι Ενάγοντες/Αιτητές να εκμαιεύσουν περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με την υπόθεση με τρόπο καταχρηστικό και ανεπίτρεπτο. (β) Η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις είναι κατάλληλο και αναγκαίο εξυπηρετώντας έτσι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. (γ) Η τυχόν αντεξέταση του για να είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης θα πρέπει να αφορά θέματα περιορισμένα και που εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας παρακοής διατάγματος και όχι να εκτείνεται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Ήταν δε η θέση του περαιτέρω ότι οι άμεσες ανάγκες της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας παρακοής διατάγματος αφορούν μόνο το κατά πόσο ο ίδιος εκπροσωπώντας τους Καθ'ων η Αίτηση, γνώριζε ή δεν είχε αμφιβολία για το τι έπρεπε να πράξει για να συμμορφωθεί με το Διάταγμα ημερομηνίας 18.04.2013 και κατ' επέκταση αν υπάρχει ηθελημένη παράλειψη συμμόρφωσης ενώ δεν αφορούν τα περί του βαθμού δυσοσμίας και μη έγκαιρης και συστηματικής απομάκρυνσης λυμάτων από τη διαχειριστική επιτροπή του επίδικου συγκροτήματος ή της ύπαρξης οχληρίας ή οτιδήποτε άλλο, εφόσον αυτά αποτελούν θέματα ουσίας της υπόθεσης και πρέπει να εξεταστούν μόνο κατά την ακρόαση της. Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγοροι των δυο πλευρών καταχώρησαν τις γραπτές τους αγορεύσεις, υποστηρίζοντας ο καθένας τις θέσεις τους. Θα αναφερθώ εκεί και όπου θεωρώ απαραίτητο για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης. Κρίνεται απαραίτητο στο στάδιο αυτό να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης αυτής για να καταδείξω την πορεία των γεγονότων που αφορούν όλες τις αιτήσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον μου. Κατά ή περί την 03/07/2015, οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση παρακοής του διατάγματος ημερομηνίας 18/4/2013 εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση στα πλαίσια της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Κατά ή περί την 09/12/2015, οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση της Αιτήτριας ημερ. 03/07/2015, η οποία συνοδεύτηκε από την ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Λαζάρου, Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση. Κατά ή περί την 18/03/2016, οι Αιτητές καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία αιτούνται διάταγμα που να διατάσσει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα, κ. Γιώργου Λαζάρου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, για αντεξέταση σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς του στις παραγράφους 3, 4, 5 (γ), (δ) και (ε) της ένορκης δήλωσής του που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παρακοής. Κατά ή περί την 11/04/2016, οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση της Αιτήτριας ημερ. 18/03/2016, η οποία συνοδεύτηκε από την ένορκη δήλωσης ίδιας ημερομηνίας, του κ. Γιώργου Λαζάρου, Διευθυντή των Καθ΄ων η αίτηση. Με την παρούσα αίτηση, αυτό που σκοπείται είναι η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του ημερ. 09/12/2015 η οποία συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση στην αίτηση παρακοής. Ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αντεξέταση στην παρούσα περίπτωση του Γιώργου Λαζάρου, είναι για να διαφανεί το αναληθές του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του αφού η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελεί μέρος του υλικού που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχε ή όχι παρακοή του διατάγματος από πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση. Θεωρώ επιβεβλημένο να αναφερθώ μετά από την παράθεση του ιστορικού της παρούσας αγωγής και στη συνέχεια της αίτησης, σε κάποιους προβληματισμούς του Δικαστηρίου παρόλο που δεν έχουν τεθεί από κανένα από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Η υπό εκδίκαση αίτηση αφορά την έκδοση διατάγματος για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα όχι σε οποιαδήποτε αίτηση, αλλά σε αίτηση παρακοής διατάγματος Δικαστηρίου, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αποτελεί οιονεί ποινική διαδικασία, στην οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία τιμωρίας ή εξαναγκασμού σε τιμωρία σ' αυτόν ο οποίος ηθελημένα αγνοεί ή παρακούει ένα διάταγμα. Άρα θεωρώ ότι παράλληλα με την εξέταση του αιτήματος για να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης, το Δικαστήριο θα πρέπει πριν, να καθορίσει και τη διαδικασία που το ίδιο ήθελε να ακολουθήσει σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Νομική πτυχή Η αίτηση για παρακοή διατάγματος στηρίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αναφέρει τα εξής: «
  11. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσσεγυήσεως παραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος». Η φράση στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 42 «έκαστο δικαστήριον θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σε οποιοδήποτε διάταγμα του» καταδεικνύει κατά την κρίση μου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον εξαναγκασμό σε υπακοή, αλλά το Δικαστήριο έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή του διατάγματος κατά το χρόνο ισχύος του. Είναι πάγια νομολογία ότι το πρωτοκύτταρο της Δημοκρατίας είναι η διαφύλαξη της έννομης τάξης και η έννομη τάξη εκφράζεται μέσα από τα δικαστικά διατάγματα τα οποία πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού και σκοπός του τιμωρητικού χαρακτήρα είναι η αναστύλωση του κύρους του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 όπου σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4

(2)η ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων της αίτησης, στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και στην δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Στη βάση της διαταγής αυτής, ήταν η εισήγηση του κ. Αντωνίου ότι δεν μπορεί να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία σε τέτοια αίτηση ή ακόμα και αν προσκομιστεί θα πρέπει να αφορά συγκεκριμένες παραγράφους, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα τύχει εκδίκασης το σύνολο της ουσίας της αγωγής, κάτι το οποίο δεν είναι σε καμία περίπτωση επιτρεπτό. Η νομολογία δεν έχει ξεκαθαρίσει το θέμα αυτό και σε αποφάσεις των πρωτόδικων δικαστηρίων εντοπίζονται τόσο αποφάσεις στις οποίες επιτράπηκε η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, όσο και αποφάσεις στις οποίες η ακρόαση περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και σε αντεξέταση. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 αναφέρθηκαν τα εξής: "Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Στην υπόθεση επίσης Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1088 αναφέρθηκε ότι: "H διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέματα και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ'ου η αίτηση, που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου." Στην υπόθεση Halin v. Timour κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 424, επαναλήφθηκε η θέση ότι η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοια αίτηση που στηρίζεται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, είναι ταυτόσημη με τη διαδικασία σε ποινική διαδικασία. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Μαρκίτα Μιχαηλίδου Έφεση 22/2009 ημερ. 24.2.11, η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ'ου η αίτηση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Νομική Πτυχή Αντεξέτασης Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από τη Δ.39 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προβλέπει τα εξής: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αίτησης μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Ως δε προκύπτει και από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660 όπου λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Πρέπει φυσικά να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της συγκεκριμένης διαδικασίας ήτοι Habeas Corpus, και συνεπώς οι εκεί αναφερόμενες αυθεντίες σχετίζονται με τέτοιας μορφής υποθέσεις. Ως προκύπτει δε από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 280, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ακόμη και εάν ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση συμφωνεί στην έκδοση του. Στην ίδια δε υπόθεση αναφέρεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ότι η ζητηθείσα αντεξέταση δεν πρέπει να είναι άσχετη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της κυρίως αίτησης (βλ. και Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878). Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Με δεδομένη την αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η αντεξέταση. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του Αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Το πιο πάνω νομικό πλαίσιο και η υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου, όπως επίσης και η ανάγκη ικανοποίησης τόσο της αντικειμενικής υπόστασης, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42, δεν μπορεί να περιορίζουν κατά την κρίση μου τη διαδικασία μόνο στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης έστω και αν η αίτηση στηρίζεται στη Δ.48. Σίγουρα το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθορίζει το πλαίσιο όπως η έννοια του δικογράφου στις αστικές υποθέσεις και του κατηγορητηρίου στις ποινικές υποθέσεις, αλλά θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα στον αιτητή να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τους ισχυρισμούς του και του καθ'ου η αίτηση με προφορική μαρτυρία να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς. Δεν μπορεί με άλλα λόγια το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η διαδικασία να προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία με την έννοια ότι πρέπει να ικανοποιούνται όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου, αλλά ή μαρτυρία που προσκομίζεται να περιορίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης, διαδικασία που είναι πιο περιορισμένη ακόμη και γι' απόδειξη αστικής υπόθεσης. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι η φύση της διαδικασίας αυτής ως οιωνεί ποινικής επιβάλλει όπως προσκομιστεί προφορική μαρτυρία και όχι να περιορίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και της αντεξέτασης. Κατάληξη Ως εκ τούτου, θεωρώ εφαρμόζοντας τη νομική αρχή και τη νομολογία ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αντεξέτασης του Διευθυντή των Εναγομένων κ. Γιώργου Λαζάρου ως η αίτηση. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ/MΠ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: diatagma gia antexetasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.