← Κύπρος

USB BANK PLC ν. BLUE CAVENCO CLEARING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3984/2015, 7/10/2016

USB BANK PLC ν. BLUE CAVENCO CLEARING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3984/2015, 7/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A415 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3984/2015 Μεταξύ: USB BANK PLC, από Λευκωσία Ενάγοντες ΚΑΙ 1) BLUE CAVENCO CLEARING LTD, από Λεμεσό 2) ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΔΙΑΝΕΛΛΟΥ, από Λεμεσό 3) ΦΩΤΗ ΣΤΟΥΠΠΑ, από Λεμεσό 4) ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, από Λεμεσό Εναγόμενοι --------------------- Αίτηση ημερ. 16/5/16 Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κα Παύλου Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Διάκου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων ως η έκθεση απαίτησης. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η Δ.18 θ.1(α), 2, Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9, η νομολογία, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Ειρήνης Ανδρέου. Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρει ότι υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω αναφέρει ότι εξ' όσων γνωρίζει και καλύτερα πιστεύει λόγω της εμπλοκής της στα γεγονότα της υπόθεσης και της πληροφόρησης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία πραγματική και αυθεντική υπεράσπιση, δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός ή πραγματικό γεγονός που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση και συνακόλουθα οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση εναντίον των εναγομένων, οι οποίοι καταχώρησαν εμφάνιση για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και για να σπαταλήσουν τον χρόνο του Δικαστηρίου και κατ' επέκταση την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών, για τα οποία δεν έχει γίνει καμία πληρωμή. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα επισύναψε σχετικά τεκμήρια που στοιχειοθετούν την απαίτηση των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1 έως 4 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση με νομικό υπόβαθρο τη Δ.18 θ.1-4, τη Δ.48 θ.1-4, το άρθρο 3 του Συντάγματος και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 13 λόγοι ένστασης, όπου κοινός πυρήνας αυτών είναι ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση αλλά και ανταπαίτηση των εναγομένων και ότι θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα της ακρόασης το οποίο είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο. Ακολούθως αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι απορρίπτουν ολόκληρο το μέρος της απαίτησης των εναγόντων εκθέτοντας νόμιμη και βάσιμη ανταπαίτηση, θέτοντας ζήτημα ακυρότητας της σύμβασης εγγύησης που αφορούν τους εναγόμενους 2 έως 4, την άγνοια τους περί δέσμευσης τους ως εγγυητών της εναγόμενης 1, τίθεται ισχυρισμός περί μη νομιμότητας τερματισμού της συμφωνίας δανείου και γνώσης των σχετικών επιστολών που αναφέρουν οι ενάγοντες και για το οποίο δάνειο αμφισβητούν την κατάσταση λογαριασμού και για το οποίο δάνειο προκύπτει ότι αυτό έχει συναφθεί εκμεταλλευόμενοι οι ενάγοντες τη θέση ισχύος έναντι της εναγόμενης 1. Ακολούθως γίνεται αναφορά σε παράνομες υπερχρεώσεις και παράνομο ανατοκισμό των δανείων με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να πλουτίσουν αδικαιολόγητα και να προκαλέσουν υπαίτια και καταχρηστική ζημιά στους εναγόμενους, ως επίσης γίνεται επίκληση ότι δεν έχει παρουσιαστεί όλη η αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την αίτηση δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Διανέλλου. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μία αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω αναφέρει ότι η επίδικη εγγύηση είναι άκυρη και μη δεσμευτική διότι αφορούσε άλλο τραπεζικό ίδρυμα και σε επιπρόσθετη αλλά και διαζευκτική βάση αφορούσε άλλο δάνειο και προγενέστερο χρόνο των συμφωνιών και δεν υπήρχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα, θέτοντας επίσης ζήτημα αβεβαιότητας των όρων εγγύησης, παροχή νέων τραπεζικών διευκολύνσεων χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση και ακολούθως αφού υιοθετεί εκ νέου συγκεκριμένους λόγους ένστασης προβάλλει τη θέση που ταυτόχρονα είναι και αίτημα όπως σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων αυτή θα πρέπει ν' ανασταλεί με βάση τα άρθρα 9 και 10 του νόμου 197

(1)/2003. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, αλλά και τις εισηγήσεις αμφοτέρων των ευπαίδευτων συνηγόρων, κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα οι τυπικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο έχουν τηρηθεί από τους ενάγοντες, ειδικότερα έχει καταχωρηθεί κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο στις 7/10/15, οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 5/11/15 και βεβαίως έχουν καταχωρήσει έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης στις 8/3/16. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση της επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Η ενόρκως δηλούσα έχει ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό όπως φαίνεται μέσα από την παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης. Στον αντίποδα οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει τέτοια γεγονότα που να στοιχειοθετούν τέτοια βάση καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι προβάλλουν και σχετική ανταπαίτηση, πλην όμως αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υπεράσπιση και ειδικότερα οι παράγραφοι 15 έως 18 του δικογράφου τους και ως προς την παράγραφο 19 του δικογράφου τους αυτό περιέχει εγγενείς ασάφειες καθότι δεν υπάρχει αποκρυσταλλωμένο ποσό που να διεκδικούν καθότι μέσα από το λεκτικό της παραγράφου 19 αυτό εξαρτάται από οποιοδήποτε ποσό ήθελε φανεί ότι οι ενάγοντες αντισυμβατικά χρέωναν τους εναγόμενους, θέση για την οποία θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει και τηρήσει μία σταθερή γραμμή πλεύσης που να στοιχειοθετούν την υπεράσπιση τους καθότι δεν έχουν κάνει μνεία ποιο τραπεζικό ίδρυμα αφορούσε η εγγύηση που επικαλούνται, ποιο άλλο δάνειο αφορούσε, ποιος είναι ο προγενέστερος χρόνος για τον οποίο κάνουν αναφορά και μάλιστα οι πιο πάνω αναφορές τους γίνονται σε επιπρόσθετη και διαζευκτική βάση χρησιμοποιώντας τους όρους και/ή, στερώντας από το Δικαστήριο στο να του παρέχουν ένα σταθερό μαρτυρικό υπόβαθρο που να συνθέτουν την υπεράσπιση των εναγομένων για να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο αυτή η υπεράσπιση είναι καλή και συζητήσιμη. Επίσης υπάρχει ασάφεια από πλευράς εναγομένων για ποιους όρους αναφέρονται ότι αυτοί είναι αβέβαιοι, υπάρχει ασάφεια για το ποιες είναι αυτές οι νέες ισχυριζόμενες διευκολύνσεις προς όφελος του εναγομένου 1, υπάρχει ασάφεια για το ποιο είναι το πολύ χαμηλότερο ποσό για το οποίο υπάρχει υποχρέωση ευθύνης από τη συμφωνία εγγύησης ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, υπάρχει ασάφεια από πλευράς εναγομένων για το ποιοι είναι αυτοί οι όροι καταχρηστικοί και δυσμενείς, υπάρχει ασάφεια και γενική αναφορά ως προς την ισχυριζόμενη εκμετάλλευση της θέσης ισχύος από την ενάγουσα αποστερώντας από τους εναγόμενους 1 το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και επιπρόσθετα υπάρχει γενική ασαφής και αόριστη αναφορά περί παράνομων υπερχρεώσεων και ανατοκισμών χωρίς να γίνεται μνεία για συγκεκριμένα ποσά και χωρίς να γίνεται ρητή αναφορά και παραπομπή σε όρους της επίδικης συμφωνίας που έχουν παραβιαστεί από τους ενάγοντες ως η θέση των εναγομένων. Ως προς το θέμα του τερματισμού υπάρχει αναφορά ότι δεν έλαβε χώρα νόμιμος τερματισμός λόγω της μη γνώσης των επιστολών που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, πλην όμως αυτή η αναφορά δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο διότι δεν έχει γίνει επίκληση οποιασδήποτε αναφοράς όπως π.χ. αλλαγή διεύθυνσης ή λανθασμένης διεύθυνσης όπου απεστάλησαν οι σχετικές επιστολές. Ως προς το αίτημα των εναγομένων 2 έως 4 για αναστολή της εκτέλεσης απόφαση με βάση τα άρθρα 9 και 10 του νόμου 197
(1)/2003 αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή σ' αυτό το στάδιο, έχοντας υπόψη το γεγονός ότι τα εν λόγω άρθρα αναφέρονται σε διαδικασία πώλησης ακινήτου ή καταβολής μηνιαίων δόσεων, πράγμα που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση σ' αυτό το στάδιο και γενικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καταγράφονται στα εν λόγω άρθρα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και οι εναγόμενοι απέτυχαν να προβάλουν οποιαδήποτε συζητήσιμη υπεράσπιση και συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένων ως το (Α) και (Β) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Τελική συνοπτική Απόφαση [1] Ord. 18, r.
  1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.
  2. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.