← Κύπρος

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/2016, 18/10/2016

LANURIA LIMITED ν. UTTERLAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2176/2016, 18/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A431 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2176/2016 ΜΕΤΑΞΥ: LANURIA LIMITED, εκ Λεμεσού Ενάγουσα/Αιτήτρια και 1. UTTERLAN LIMITED, εκ Λεμεσού 2. SERGEY SHISHKAREV, εκ Ρωσίας Εναγόμενοι/του Εναγόμενου 2 /Καθ΄ου η Αίτηση .......... Ημερομηνία: 18 Οκτωβρίου, 2016 Για την ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε και για Λυσάνδρου & Θωμά Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 2/ Καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Ν. Πιριλλίδης με κ. Καρατζή για Ν. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για οριστικοποίηση και έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Η υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα/ Αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια») αποσκοπεί στην οριστικοποίηση εκδοθέντων και έκδοση άλλων ενδιάμεσων διαταγμάτων - τα οποία είχε διαταχθεί η επίδοση τους στην άλλη πλευρά - τα οποία αποσκοπούν στην παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου 2/Καθ΄ου η Αίτηση (στη συνέχεια «ο Καθ΄ου η Αίτηση»), καθώς επίσης και την αποκάλυψη πληροφοριών προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης για τη διασφάλιση της εκτέλεσης της απόφασης που δύναται να εκδοθεί στην Αγωγή με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Συγκεκριμένα τα διατάγματα που αξιώνονται είναι τα ακόλουθα: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τον Εναγόμενο Αρ. 2 ή και τους υπαλλήλους ή και τους αντιπροσώπους ή και τους εντολοδόχους αυτού, από του: (
  2. i)να μεταφέρουν εκτός Κύπρου ή και διαθέσουν, αποξενώσουν, μειώσουν σε αξία ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου Αρ. 2 που ευρίσκεται στην Κύπρο και/ή που ελέγχεται από την Κύπρο, ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των Δολ. Αμερικής $ 21.500.000,00 (
  3. ii)να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό που να συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τη διάθεση, αποξένωση, μείωση της αξίας ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων του Εναγόμενου Αρ. 2 ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών και/ή συμφερόντων στις Εταιρείες, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο επισυνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» της παρούσας, μεταξύ άλλων είτε εκτελώντας οδηγίες προερχόμενες από τον Εναγόμενο Αρ. 2 ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού είτε μεταβιβάζοντας ή διευκολύνοντας τη μεταβίβαση ή τη μεταφορά οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων ή των μετοχών ή της διοίκησης οποιασδήποτε εταιρείας σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε εκδίδοντας οποιοδήποτε πληρεξούσιο ή άλλο παρόμοιας φύσης έγγραφο σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο είτε διενεργώντας οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο ή και στην μετοχική δομή και/ή στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή την εταιρική δομή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είναι εταιρεία ή Ίδρυμα (FOUNDATION), είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α) τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου Αρ. 2 περιλαμβάνουν: (
  4. i)κάθε περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου Αρ. 2, είτε κατέχεται επ' ονόματι του Εναγόμενου Αρ. 2 είτε όχι, είτε αυτό ανήκει μόνο στον Εναγόμενο Αρ. 2 είτε στον Εναγόμενο Αρ. 2 από κοινού με άλλους και είτε ο Εναγόμενος Αρ. 2 διατείνεται ότι έχει ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest) επί αυτού είτε όχι, (
  5. ii)τα συμφέροντα ή μετοχικά μερίδια που ο Εναγόμενος Αρ. 2 είναι επ' ωφελεία ιδιοκτήτης (BENEFICIAL OWNER) και/ή ελέγχει και τα οποία εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται στην παρούσα, (iii) οποιοδήποτε συμφέρον σύμφωνα με οποιοδήποτε καταπίστευμα ή παρόμοια οντότητα συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε συμφέροντος που μπορεί να προκύψει δυνάμει της άσκησης οποιασδήποτε εξουσίας διορισμού, ευχέρειας ή άλλως πως, (
  6. iv)το συμφέρον ή περιουσιακά δικαιώματα του Εναγόμενου Αρ. 2 επί των 25.000 Κυπριακών Χρεογράφων (Cyprus Government Bonds) ονομαστικής αξίας εξ Ευρώ 100 έκαστον που είναι συνολικής ονομαστικής αξίας ποσού Ευρώ 2.500.000 που εκδόθηκαν και/ή κατέχονται επ' ονόματι της συζύγου του Εναγόμενου Αρ. 2 κας Olga Shishkareva, (
  7. v)το συμφέρον ή περιουσιακά δικαιώματα του Εναγόμενου Αρ. 2 επί της Έπαυλης υπ'αριθμό 64 (Villa No.64) Amathusa Coastal Heights, Λεμεσός, Κύπρος, που κατέχονται επ' ονόματι της συζύγου του Εναγόμενου Αρ. 2 κας Olga Shishkareva. (
  8. vi)κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο που ο Εναγόμενος Αρ. 2 έχει την εξουσία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να διαθέσει ή να μεταχειρίζεται ως εάν να ανήκει στον Εναγόμενο Αρ. 2 και το οποίο κατέχεται ή και ελέγχεται από τρίτα πρόσωπα σύμφωνα με οδηγίες προερχόμενες, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τον Εναγόμενο Αρ. 2. Νοείται περαιτέρω ότι ουδέν των αναφερομένων στην παρούσα παράγραφο (Α) θα εμποδίζει τον Εναγόμενο Αρ. 2 από του να χρησιμοποιεί ή και να διαθέτει χρηματικό ποσό μέχρι και Ευρώ 10.000 ή το ισότιμο σε Ρωσικά Ρούβλια μηνιαίως για κάλυψη των συνήθων εξόδων διαβίωσης του ή και των δικηγορικών του εξόδων. (Β) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την DCP HOLDINGS LTD και την ATOKOSA LTD και/ή τους διευθυντές αυτών και/ή τους αντιπροσώπους αυτών και/ή τους υπαλλήλους αυτών από το να διαθέσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία - (συμπεριλαμβανομένων και διανομές μερισμάτων) - κατέχονται και/ή ανήκουν και/ή είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της DCP HOLDINGS LTD και/ή της ATOKOSA LTD, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων της Ρωσικής εταιρείας στην οποία η DCP HOLDINGS LTD και η ATOKOSA LTD έχουν μετοχές και μερίδια συμμετοχής μέχρι ακρόασης της παρούσας αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον Εναγόμενο Αρ. 2 και/ή την DCP HOLDINGS LTD και την ATOKOSA LTD («οι Κυπριακές Εταιρείες») και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αντιπροσώπους ή και τους εντολοδόχους αυτών, από του να πετάξουν, καταστρέψουν, διαγράψουν, τροποποιήσουν ή άλλως αλλοιώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε έγγραφο ή αντίγραφο εγγράφου (συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε ηλεκτρονικού ή μαγνητικού αρχείου, ανεξάρτητα από τη μορφή αυτού, στο οποίο καταγράφονται ή αποθηκεύονται πληροφορίες και συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγγράφων ή ηλεκτρονικών αρχείων που αποθηκεύονται σε οποιοδήποτε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κασέτα, δισκέτα (floppy disk), δίσκο (drive), σκληρό δίσκο (hard drive), ψηφιακό δίσκο (CD/DVD) ή αλλού), που να σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου Αρ. 2, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, των μετοχών των Κυπριακών Εταιρειών που έχουν εκδοθεί και/ή των περιουσιακών στοιχείων που οι Κυπριακές Εταιρείες κατέχουν και/ή ελέγχουν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέχρι την τελική εκδίκαση της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους κ.κ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Γωνία Λεωφόρος Λεμεσού και 200 Λεωφόρος Αθαλάσσας, Στρόβολος, Λευκωσία («η Τράπεζα») όπως εντός δεκαπέντε

(15)ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στην Τράπεζα:
(1)Να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους Κύπριους Δικηγόρους των Αιτητών, ένορκη δήλωση που θα υπογραφή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο αυτής, με την οποία: (α) Να αποκαλύπτει και/ή παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και διευθύνσεων των προσώπων που παρουσιάσθηκαν στην Τράπεζα ότι ήταν και/ή είναι οι ιδιοκτήτες (BENEFICIAL OWNERS) των μετοχών της DCP HOLDINGS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ325886) και ATOKOSA LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ276426). (β) Να αποκαλύπτει και/ή παρέχει πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της DCP HOLDINGS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ325886) και ATOKOSA LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ276426) που διατηρούντο και/ή συνεχίζουν να διατηρούνται στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων και τις ταυτότητες και διευθύνσεις των προσώπων που ήταν και/ή είναι οι δικαιούχοι (BENEFICIARIES) των ανωτέρων λογαριασμών και/ή των προσώπων που διαχειρίζονται αυτούς. (γ) Να αποκαλύπτει όλα τα έγγραφα και πληροφορίες που κατατέθηκαν και/ή παραδόθηκαν στην Τράπεζα για το άνοιγμα και/ή λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών της DCP HOLDINGS LTD και την ATOKOSA LTD και/ή για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της Τράπεζας στο πλαίσιο της διαδικασίας η οποία υιοθετήθηκε από την Τράπεζα για την Πολιτική Συμμόρφωσης προς την υποχρέωση (COMPLIANCE POLICY) να γνωρίζεις τον πελάτη σου (KYC POLICY).
(2)Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Κύπριους Δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή και/ή έλεγχο αυτών (άμεσα ή έμμεσα), που επιμαρτυρούν ή αποδεικνύουν τα ζητήματα και/ή θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο Δ
(1)(α)-(γ) ανωτέρω. (E) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στους Αιτητές να χρησιμοποιήσουν κάθε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί ή παραδοθεί στους Αιτητές και/ή στους δικηγόρους τους από την Τράπεζα, σύμφωνα με το διάταγμα της παραγράφου (Δ) ανωτέρω, προς υποστήριξη της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή οποιωνδήποτε άλλων αστικών διαδικασιών που ήθελαν καταχωρηθεί από τους Αιτητές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό για προστασία των δικαιωμάτων αυτών. Το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» περιλαμβάνει τα ακόλουθα: 1. To 75% μείον μίας
(1)μετοχής στην Κυπριακή Εταιρεία DCP HOLDINGS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ325886) εκ Λεμεσού Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ Αρ. 228, AGIOS PAVLOS BUILDING, Διαμ./Γραφείο 611, που κατέχει έμμεσα και/ή είναι επωφελεία ιδιοκτήτης (BENEFICIAL OWNER) ο Εναγόμενος Αρ. 2 και το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Ρωσικής Εταιρείας OOO DELOPORTS (OGRN Number 1157746350090).
  1. To 99.56% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Ρωσικής Εταιρείας GRAIN TERMINAL "KSK" JSC (OGRN Number 1022302398139) που κατέχει έμμεσα και/ή είναι επωφελεία ιδιοκτήτης ο Εναγόμενος Αρ.2, και το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ'ονόματι της Κυπριακής Εταιρείας DCP HOLDINGS LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ325886) .
  2. Το 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Κυπριακής Εταιρείας ATOKOSA LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ276426) εκ Λεμεσού, Αγίου Ανδρέου Αρ. 332, PATRICIAN CHAMBERS που κατέχεται έμμεσα και/ή είναι επωφελεία ιδιοκτήτης ο Εναγόμενος Αρ. 2 και το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Ρωσικής Εταιρείας "CONTAINER TERMINAL "NUTEP" OOO (OGRN Number 1142315018427).
  3. Το 50% των μεριδίων συμμετοχής (participatory interests) στη Ρωσική Εταιρεία "CONTAINER TERMINAL "NUTEP" OOO (OGRN Number 1142315018427), που κατέχεται έμμεσα και/ή είναι επωφελεία ιδιοκτήτης ο Εναγόμενος Αρ. 2 και που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Κυπριακής Εταιρείας ATOKOSA LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ276426). Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 2, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 1 - 19 του Νόμου Αρ. 31
(1)/1992, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1 -13, Δ.55 και Δ.64, το κοινοδίκαιο και οι εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Αντίστοιχη είναι και νομική βάση στην οποία στηρίζεται η ένσταση στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η Δ.39 των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και οι αρχές που διέπουν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την αρχική και στη συνέχεια, μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. Dmitrii Pankov ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι δικηγόρος και Αναπληρωτής Διευθυντής των Νομικών Υποθέσεων (Deputy Director for Legal Affairs), των Αιτητών για τους οποίους ενεργεί για την παρούσα υπόθεση και έχει λάβει οδηγίες από αυτούς να προβεί στις ένορκες δηλώσεις του. Ο κ. Pankov προς υποστήριξη του αιτήματος προβάλλει σειρά ισχυρισμών και επικαλείται πλείστα τόσα γεγονότα προερχόμενα από τη μακρόχρονη συνεργασία του διευθυντή και ιδιοκτήτη - πραγματικού δικαιούχου όπως τον αναφέρει - της αιτήτριας, τον κ. Timofey Konstantinovich Telyatnik με τους εναγόμενους και ειδικότερα με τον Καθ΄ου η Αίτηση κ. Sergey Nikolaevich Shishkarev με τον οποίο και συνδέονται με στενή, εξ αίματος, συγγένεια εφόσον ο διευθυντής της αιτήτριας είναι ανιψιός (γιος της αδελφής) του Καθ΄ου η Αίτηση. Δεν θα καταπιαστώ με την καταγραφή των όσων ισχυρίζονται οι ενόρκως δηλούντες στις ένορκες δηλώσεις τους οι οποίες καταλαμβάνουν 56 σελίδες στο μεταφρασμένο στην ελληνική κείμενο της και η συμπληρωματική άλλες 31 σελίδες αυτή του κ. Pankov και αντίστοιχων σχεδόν σελίδων αυτές του κ. Anton Chertkov επίσης δικηγόρου ο οποίος δηλώνει επικεφαλής του νομικού τμήματος του ομίλου εταιρειών Delo Group συμπεριλαμβανομένης της εταιρείας ΟΟΟ Deloports, η οποία ανήκει στον Καθ΄ου η Αίτηση, ο οποίος υποστηρίζει την ένσταση με την αρχική και ακολούθως μετά από άδεια του Δικαστηρίου με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Υποστηρίζουν και οι δύο ότι η γνώση τους προέρχεται από προσωπική τους γνώση και για όσα δεν εμπίπτουν στην προσωπική τους γνώση προέρχονται από πληροφορίες τις οποίες έλαβαν από άτομα στα οποία κάμνουν αναφορά στις ένορκες δηλώσεις τους. Στις ένορκες δηλώσεις γίνεται επίσης εκτεταμένη παραπομπή σε δεκάδες έγγραφα τεκμήρια που σχετίζονται με τα εγειρόμενα θέματα, αντίγραφα των οποίων επεσύναψαν σε αυτές. Δεν θα προβώ επίσης σε αυτό το σημείο της απόφασης μου σε καταγραφή οποιουδήποτε από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ή γεγονότα ή στο μαρτυρικό υλικό που έχει κατατεθεί σε αυτό το σημείο της απόφασης μου, όπου όμως χρειαστεί θα γίνει σχετική αναφορά στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Σημειώνω ότι με τη σύμφωνη γνώμη των δύο πλευρών μετά την επίδοση της αίτησης και του εκδοθέντος διατάγματος και μετά από αίτημα του Καθ' ου η Αίτηση το διάταγμα τροποποιήθηκε έτσι ώστε το ποσό των $21.500.000,00 που αναφέρεται στην υπό παράγραφο Α(
  1. i)να ισχύει ως περιορισμός και σε σχέση με το διάταγμα υπό στοιχείο Α(ii). Επίσης δόθηκε ρητό δικαίωμα στον Εναγόμενο 2 να καταθέσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό των $21.500.000,00 με σκοπό το διάταγμα να περιοριστεί στο ποσό της εγγύησης. Οι λόγοι ένστασης που προβλήθηκαν από πλευράς του Καθ΄ου η Αίτηση είναι οι ακόλουθοι: «1. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και βασίζεται σε αλλοιωμένα και/ή παραπλανητικά και/ή αναληθή γεγονότα σε μια κακόπιστη προσπάθεια της Αιτήτριας να αποκομίσει, διαστρεβλώνοντας την αλήθεια και/ή αλλοιώνοντας κάποιες μη αμφισβητούμενες και νομότυπες ενέργειες του Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή ενέργειες εταιρειών στις οποίες έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον ο Καθ' ου η Αίτηση 2, δικαστικά οφέλη και/ή τακτικό πλεονέκτημα εναντίον του τελευταίου και/ή της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας γενικότερα (στο εξής η « Καθ' ης η Αίτηση»). 2. Η Αγωγή και κατά συνέπεια και η Αίτηση αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ένεκα του ότι η Αιτήτρια θα μπορούσε κάλλιστα να προωθήσει τις όποιες αξιώσεις της στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 1388/2016, η οποία καταχωρήθηκε από την εδώ Καθ' ης Αίτηση 1 εναντίον της εδώ Αιτήτριας και αφορά τα ίδια επίδικα θέματα και/ή βασίζεται επί των ίδιων γεγονότων, χωρίς να καταχραστεί την δικαστική διαδικασία με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ούτως ώστε, αλλοιώνοντας την αλήθεια, να αποκομίσει έχοντας αλλότριους σκοπούς, ενδιάμεση θεραπεία σε μια προσπάθεια άσκησης αθέμιτης πίεσης στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2. 3. Η Αγωγή και κατά συνέπεια και η Αίτηση αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας καθώς επιχειρείται με την Αγωγή να παρακαμφθούν τα δικαιώματα της κ. Olga Shishkareva συζύγου του Εναγόμενου 2 και/ή η αγωγή της 1395/2016 του Επ. Δικ. Λεμεσού με την οποία διεκδικεί δήλωση ότι η επίδικη εγγύηση του Εναγόμενου 2, αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι άκυρη. 4. Η παράγραφος 1(
  2. ii)του Διατάγματος εκδόθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας και αποτελεί ανεπίτρεπτη απαγόρευση στον Καθ' ου η Αίτηση 2 ένεκα του ότι, σε πλήρη αντίθεση με την Νομολογία και τις αρχές που διέπουν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, η απαγόρευση επεκτείνεται (
  3. i)στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η Αίτηση 2 χωρίς να περιορίζεται ως έπρεπε τουλάχιστον στο ποσό των $21.500.000,00 ως αξίωση της Αιτήτριας και (
  4. ii)σε περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου η Αίτηση 2 στο εξωτερικό χωρίς ο τελευταίος να είναι κάτοικος Κύπρου ούτως ώστε να δύναται να εκδοθεί διάταγμα παγκόσμιας εμβέλειας. 5. Κανένα στοιχείο δεν αποκαλύφθηκε από την Αιτήτρια που να καταδεικνύει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι προσωπικά αφερέγγυος και ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιτύχει στην αγωγή της δεν θα μπορέσει να εισπράξει το λαβείν της από τον Καθ' ου η Αίτηση 2. 6. Δεν πληρούνται προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και η σχετική επί του θέματος Νομολογία, ήτοι: α. Δεν αποδεικνύεται ότι εάν δεν εκδοθούν ή οριστικοποιηθούν τα αιτούμενα διατάγματα που είναι αντικείμενο της Αίτησης, η Αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα σε μεταγενέστερο στάδιο β. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (THE BALANCE OF CONVENIENCE) γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης. 7. Κατά το στάδιο έκδοσης του προσωρινού διατάγματος ημερ. 22.07.2016 (στο εξής το «Διάταγμα») δεν υφίστατο ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος κατά παρέκκλιση του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, δοθέντος του ότι οι παραπλανητικοί ισχυρισμοί που δήθεν υποστηρίζουν τον κατεπείγοντα χαρακτήρα της αίτησης σε καμία περίπτωση δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη του κατεπείγον του ζητήματος. 8. Δεν έγινε πλήρης και ακριβής αποκάλυψη εκ μέρους της Αιτήτριας όλων των ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Τουναντίον η Αιτήτρια προσπάθησε να παραπληροφορήσει και παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο επηρεάζοντας την κρίση του για να πετύχει την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς, παραβιάζοντας έτσι το καθήκον ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης, κάτι το οποίο θέτει το Διάταγμα υποκείμενο σε απόρριψη. 9. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού αλλοίωσε το πραγματικό υπόβαθρο και/ή τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα την αίτηση, παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο. 10. Δεν ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί ή παραμείνει σε ισχύ το Διάταγμα και δη στην έκταση των απαγορεύσεων που επιβάλλει. 11. Εκδόθηκαν και ζητείται η διατήρηση σε ισχύ και/ή έκδοση διαταγμάτων που αφορούν και/ή δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα και/ή την περιουσία ή επιχείρηση τους χωρίς να εκπληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της νομολογίας για αυτό. 12. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος αποκάλυψης και/ή τύπου «Norwich Pharmacal» δοθέντος του ότι η Αιτήτρια με τους ισχυρισμούς της και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έχει καταδείξει το αδίκημα στο οποίο εδράζεται το παράπονο της όπως επίσης και την ταυτότητα των καθ' ισχυρισμό φερόμενων αδικοπραγήσαντων και ως εκ τούτου το αποτέλεσμα της αποκάλυψης σε καμία περίπτωση δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς που το Δίκαιο της Επιεικείας (Equity Law) και η σχετική επί του θέματος νομολογία έχει καθορίσει. 13. Το επιδιωκόμενο διάταγμα τύπου «Norwich Pharmacal» στρέφεται εναντίον τρίτου προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα διαδικασία, επιδιώκει την εξασφάλιση πληροφοριών και/ή εγγράφων και/ή άλλων που αφορούν τρίτα πρόσωπα μη διαδίκους στην παρούσα διαδικασία και με δεδομένο ότι τόσο το παράπονο της Αιτήτριας όσο και η ταυτότητα των καθ' ισχυρισμό φερόμενων αδικοπραγήσαντων υποδεικνύονται με την παρούσα αγωγή ξεκάθαρα δείχνει ότι η θεραπεία της αποκάλυψης στοχεύει στην εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Δηλώθηκε εξ αρχής από πλευράς του Καθ΄ου η Αίτηση ότι δεν αρνείται και δεν αμφισβητεί ότι πληρούνται η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία και η πιθανότητα της Ενάγουσας να δικαιούται τις θεραπείες της Αγωγής. Αυτό γίνεται αποδεκτό και στην παρ. 26 της αρχικής δήλωσης του κ. Chertkov στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα στο μεταφρασμένο κείμενο της: «Εκτός από λόγο κατάχρησης της διαδικασίας, ο Εναγόμενος 2 αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της παρούσας Αίτησης και με πλήρη επιφύλαξη όλων των ισχυρισμών του και της Εναγόμενης 1, δεν αμφισβητεί ότι η ύπαρξη γραπτής Εγγύησης δείχνει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας της κύριας αξίωσης, όπως απαιτείται βάση του κυπριακού Δικαίου για σκοπούς ακρόασης της Ενδιάμεσης Αίτησης. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν μειώνει ή θέτει σε κίνδυνο τους ισχυρισμούς τόσο της κας Shiskareva όσο και της Εναγόμενης 1, καθώς και του Εναγόμενου 2 σε σχέση με την άκυρη ή ακυρώσιμη φύση των σχετικών συμφωνιών και/ή το δικαίωμα του Εναγόμενου 2 και της κας Shiskareva να ζητήσουν όπως το Δικαστήριο κηρύξει τη συμφωνία Εγγύησης άκυρη και μη εκτελεστή.» Οι δύο πλευρές είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις και περιορίστηκαν σε κάποιες προφορικές επισημάνσεις χωρίς να ζητήσουν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τις έχω μελετήσει και ήταν πράγματι πολύ εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές, τις λαμβάνω υπόψη και όπου χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές στη συνέχεια. Με δεδομένη επομένως την πιο πάνω παραδοχή από πλευράς του Καθ΄ου η Αίτηση, η ανάλυση μου θα περιοριστεί στην εξέταση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), και κατά πόσο πληρούται αυτή στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Η επιχειρηματολογία της πλευράς της Αιτήτριας εστιάστηκε ως προς την εκπλήρωση αυτής της προϋπόθεσης στο γεγονός της αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων και ειδικότερα του Καθ΄ου η Αίτηση, στο ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγιναν ενέργειες για την αποξένωση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους των εναγομένων να μεταφέρουν όλα του τα περιουσιακά τους στοιχεία εκτός Κύπρου με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μη μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εξασφαλίσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία κατ΄ουσίαν δεν αμφισβητούνται: Ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση δια μέσου της Εναγόμενης 1 αγόρασε από την Ενάγουσα το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Κυπριακής εταιρείας Deloports Ltd έναντι του ποσού των USD 40.000.000. Ο Καθ΄ου η Αίτηση είναι ο ιδρυτής του ομίλου εταιρειών Delo-Group στο οποίο ανήκει και η Deloports και κατά τη στιγμή της εξαγοράς του υπόλοιπου 10% των Μετοχών της Deloports από την Αιτήτρια, η Εναγόμενη 1 κατείχε μέσω της 100% θυγατρικής της Κυπριακής Εταιρείας MAXRIA LTD το 90% των μετοχών της Deloports. Η Αιτήτρια ανήκει στον κ. Telyatnik και κατά τη δεδομένη στιγμή κατείχε το 10% του μετοχικού κεφαλαίου της Deloports. Η Deloports, η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία κατά τη δεδομένη στιγμή ήταν η μητρική εταιρεία αριθμού εταιρειών στη Ρωσία μεγάλης αξίας, τις οποίες έλεγχε μέσου Κύπρου όπως εμφαίνεται σε σχεδιάγραμμα που είναι το Τεκμ. 13 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov. Σύμφωνα με τη συμφωνία αγοράς του 10% των μετοχών της Deloports ημερομηνίας 22.06.2015 (Τεκμ. 18 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov), κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών από την Αιτήτρια στην Εναγόμενη 1, η Εναγόμενη 1 κατέβαλε προς την Αιτήτρια μόνο το 50% του τιμήματος αγοράς, δηλαδή μόνο USD 20.000.000, ενώ ανέλαβε να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος σε δύο δόσεις ήτοι: (α) το ποσό των USD 10.000.000 μέχρι και τις 15.06.2016· και (β) το ποσό των USD 10.000.000 μέχρι και τις 15.06.2017. Προς εξασφάλιση της υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 να καταβάλει τα υπόλοιπα USD 20.000.000 στην Αιτήτρια, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 22.06.2015, ο Καθ΄ου η Αίτηση εγγυήθηκε και ανέλαβε ως κύριος οφειλέτης την υποχρέωση να αποζημιώσει και να καλύψει την Αιτήτρια προσωπικά, σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλλε τα υπόλοιπα USD 20.000.000,00 για την αγορά των μετοχών (το Τεκμ. 19 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov είναι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης). Σημαντικοί είναι οι ακόλουθοι όροι από την εν λόγω Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης: «3.1 On the terms and subject to the conditions set out in this Agreement, and in consideration of Lanuria's acceptance to enter into the SPA at the request of inter alia the Guarantor, the Guarantor unconditionally and irrevocably guarantees, as the primary obligor and not merely as surety, to and for the benefit of Lanuria the prompt and complete performance by the Purchaser and/or any permitted assignees under the SPA, of the payment obligations to Lanuria arising out of the SPA, relating to the Consideration as a whole and to each Instalment as the same falls due and which is payable as consideration for the transfer of the Sale Shares from Lanuria to the Purchaser (the "Guaranteed Obligations") «3.2 The Guarantor irrevocably and unconditionally agrees with Lanuria that if, for any reason, any amount claimed by Lanuria under clause 3.1 is not recoverable on the basis of a guarantee, he will be liable as a principal debtor and primary obligor to indemnify Lanuria against any losses it incurs as a result of the Purchaser and/or any permitted assignees under the SPA not paying or discharging its/their liability under the SPA to which the Guaranteed Obligations relate on the date on which it is stated to be due for payment or performance (but any amount payable by the Guarantor as a principal debtor and primary obligor pursuant to the provisions of this clause 3.2 will not exceed the amount he would have had to pay as guarantor under this Agreement, as opposed to as a principal debtor and primary obligor, if the amount claimed had been recoverable on the basis of a guarantee), provided that the Guarantor shall not have any liability under this clause for any indirect or consequential loss of any kind suffered or incurred by Lanuria.» Σε μετάφραση στην ελληνική η οποία έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας στην αγόρευση του με την οποία συμφωνώ: «3.1 Σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής της Συμφωνίας, και ως αντιπαροχή για την αποδοχή από τη Lanuria υπογραφής της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών κατόπιν αιτήματος, μεταξύ άλλων, του Εγγυητή, ο Εγγυητής ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα εγγυάται, ως κύριος οφειλέτης και όχι απλώς ως εγγυητής, για και προς όφελος της Lanuria την έγκαιρη και πλήρη εκτέλεση από τον Πωλητή και/ή οποιονδήποτε επιτρεπτό εκδοχέα κάτω από τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, των υποχρεώσεων πληρωμής προς τη Lanuria οι οποίες προκύπτουν από την Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, οι οποίες αφορούν την Αντιπαροχή στο σύνολο, και την κάθε Δόση ως αυτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και η οποία είναι πληρωτέα ως αντιπαροχή για την μεταβίβαση των Πωληθείσων Μετοχών από τη Lanuria στον Αγοραστή (οι «Υποχρεώσεις Εγγύησης») 3.2 Ο Εγγυητής ανεπιφύλακτα και ανέκκλητα συμφωνεί με τους Ενάγοντες ότι εάν, για οποιοδήποτε λόγο, οποιοδήποτε ποσό αξιώνεται από τη Lanuria σύμφωνα με τη ρήτρα 3.1 δεν είναι ανακτήσιμο με βάση την εγγύηση, θα είναι υπεύθυνος ως πρωτοφειλέτης και κύριος οφειλέτης για να αποζημιώσει τη Lanuria για τυχόν ζημιές που θα προκύψουν ως αποτέλεσμα του Πωλητή και/ή οποιουδήποτε επιτρεπτού εκδοχές κάτω από τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, να μην πληρώσει ή εκπληρώσει την ευθύνη που υπέχει δυνάμει της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών στην οποία οι Υποχρεώσεις Εγγύησης αφορούν την ημερομηνία που αναφέρεται ότι οφείλονται για την πληρωμή ή την απόδοση (αλλά κάθε ποσό πληρωτέο από τον Εγγυητή ως πρωτοφειλέτη και κύριο οφειλέτη δυνάμει των προνοιών της παρούσας ρήτρας 3.2 δεν θα υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα είχε υποχρέωση να πληρώσει ως εγγυητής δυνάμει αυτής της Συμφωνίας, αντί ως πρωτοφειλέτης και κύριος οφειλέτης, εάν το ποσό το οποίο αξιώνεται θα ήταν ανακτήσιμο στη βάση μιας εγγύησης), δεδομένου ότι ο Εγγυητής δεν θα υπέχει καμία ευθύνη κάτω από αυτή τη ρήτρα για οποιαδήποτε έμμεση ή επακόλουθη ζημιά οποιουδήποτε είδους την οποία υπέφερε ή υπέστη η Lanuria.» Είναι ο ισχυρισμός της πλευράς της Αιτήτριας και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί από την άλλη πλευρά, πέραν του προβαλλόμενου ισχυρισμού ότι αυτό έγινε στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των εταιρειών του ομίλου εταιρειών του Καθ΄ου η Αίτηση, την οποία γνώριζε ο πραγματικός δικαιούχος της Αιτήτριας, εφόσον το σχέδιο είχε εκπονηθεί όταν ακόμα αυτός ασκούσε διοικητικά καθήκοντα στις εταιρείες του Καθ΄ου η Αίτηση, ότι μετά τη μεταβίβαση των μετοχών έναντι της καταβολής μόνο του αρχικού ποσού των USD 20.000.000, ο Καθ΄ου η Αίτηση αποξένωσε και έθεσε εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 αλλά και της ίδιας της Deloports, χωρίς ουδέποτε να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο ή να εγείρει οποιαδήποτε απαίτηση προς την Αιτήτρια σε σχέση με την τιμή αγοράς των μετοχών. Στη συνέχεια και λίγο πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση για την αγορά των μετοχών, ο Εναγόμενος 2 τροχιοδρόμησε την καταχώριση δυο αγωγών εναντίον της Ενάγουσας, μία από την Εναγόμενη 1 και μία από τη σύζυγο του, με τις οποίες επιδιώκει να ακυρώσει την ως άνω Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών και τη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης και να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια εκφράζει τη θέση στην αγόρευση της ότι με τις δύο πιο πάνω αγωγές ο Καθ΄ου η Αίτηση αποσκοπούσε στο να εμποδίσει την Αιτήτρια από το να αποταθεί στο Κυπριακό Δικαστήριο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων εναντίον του, με απώτερο σκοπό να αποφύγει την υποχρέωση να καταβάλει ολόκληρο το τίμημα για την αγορά των μετοχών εφόσον σκόπευε να αθετήσει τις υποχρεώσεις του από τις πιο πάνω συμφωνίες με την καταβολή της επόμενης δόσης. Επισημαίνεται ότι παρόλο ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση είχε τη δυνατότητα με βάση τις πρόνοιες του τροποποιημένου διατάγματος, εντούτοις μέχρι και σήμερα δεν έχει καταχωρίσει τραπεζική εγγύηση προς εξασφάλιση της απαίτησης της Αιτήτριας και της συμμόρφωσης του με την οποιαδήποτε απόφαση δύναται να εκδοθεί εναντίον του από το Κυπριακό Δικαστήριο, έτσι ώστε να περιοριστούν τα Εκδοθέντα Διατάγματα στο ποσό που οφείλει δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών. Αυτό το γεγονός όπως και όσα ακολουθούν καταδεικνύουν την πρόθεση αποφυγής των υποχρεώσεων προς την Αιτήτρια. Η Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτρια, αρνείται να καταβάλει προς την Αιτήτρια το υπόλοιπο του τιμήματος για την αγορά των μετοχών. Ούτε και ο Καθ΄ου η Αίτηση στην παρούσα ως εγγυητής και ως αντισυμβαλλόμενος σε ανεξάρτητη και αυτοτελή συμφωνία αποζημίωσης (indemnity) για την κάλυψη της Αιτήτριας σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 δεν κατέβαλλε το ποσό του τιμήματος για την αγορά των μετοχών, έχει αποτύχει να καλύψει και αποζημιώσει την Αιτήτρια. Αυτή την άρνηση τους την εξέφρασαν και εγγράφως με επιστολές των δικηγόρων τους με ημερομηνίες 24.06.2016 και 27.07.2016. Είναι δε εκφρασμένη πλέον η άρνηση των εναγόμενων να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος για την αγορά των μετοχών (Σχετικά είναι τα Τεκμ. 29 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov και το Τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση του κ.Chertkov). Στις παρ. 76 - 81 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov παρέχονται λεπτομέρειες και το χρονοδιάγραμμα που ακολουθήθηκε για την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 και της Deloports. Συνοπτικά θα μπορούσαν να καταγραφούν για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης τα ακόλουθα: 1. Κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, η Εναγόμενη 1 και η Deloports αποτελούσαν Κυπριακές εταιρείες, 2. κατά τη δεδομένη στιγμή η Deloports, της οποίας το 90% του μετοχικού της κεφαλαίου ανήκε στην Εναγόμενη 1 κατείχε και έλεγχε περιουσιακά στοιχεία του ομίλου Delo Group σημαντικής αξίας συμπεριλαμβανομένων και των ακόλουθων εταιρειών που αποτελούν μέρος του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ «Α» της Αίτησης ως και του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ «Α» των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων: (α) AO NUTEP (OOO NUTEP), (β) AO KSK και (γ) OOO TRANS OIL SERVICE (OOO TOS), 3. περί τα τέλη Ιουνίου 2015, μετά που η Εναγόμενη 1 αγόρασε το 10% των μετοχών της Deloports από την Αιτήτρια, όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Deloports περιλαμβανομένων των εταιρειών που αναφέρονται πιο πάνω μεταβιβάστηκαν στη Ρωσική εταιρεία OOO Deloports, η οποία κατά τον εν λόγω χρόνο κατεχόταν εξολοκλήρου από την Κυπριακή Deloports, 4. περί τον Οκτώβριο του 2015, η Εναγόμενη 1 ενοποιήθηκε με τη θυγατρική της Κυπριακή εταιρεία, MAXRIA LIMITED, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τον άμεσο έλεγχο της Κυπριακής Deloports, 5. περί τον Νοέμβριο του 2015 η Εναγόμενη 1 ενοποιήθηκε με την Κυπριακή Deloports. Ως εκ τούτου, η Ρωσική OOO Deloports η οποία κατείχε όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονταν προηγουμένως στην κατοχή της Deloports, πέρασε στον άμεσο έλεγχο της Εναγόμενης 1, 6. λίγες μέρες πριν την καταχώριση των δύο αγωγών για τις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω και λίγο πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση για την αγορά των μετοχών της Deloports, περί τις 05.05.2016, η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε το 99.99% των μετοχών της OOO Deloports, στην νεοσύστατη Ρωσική εταιρεία LLC Managing Company Delo και το υπόλοιπο 0.01% στον Καθ΄ου η Αίτηση. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω μεταβιβάσεων μετοχών και/ή αλλαγών στις εταιρείες του ομίλου εταιρειών του Καθ΄ου η Αίτηση η Εναγόμενη 1 έχει αποξενώσει όλα της τα περιουσιακά στοιχεία, και δεν είναι πλέον δυνατή η εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον της και τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ΄ου η Αίτηση τα οποία κατέχονταν και ελέγχονταν μέσω Κύπρου έχουν τεθεί εν μέρει εκτός δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Είναι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι όλα τα πιο πάνω συνιστούν προσπάθεια εκ μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση να αποφύγει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Δεν αμφισβητείται το γεγονός, μάλλον αυτό υποστηρίζεται και από τον Καθ΄ου η Αίτηση ότι είναι ο τελικός δικαιούχος του ομίλου Delo Group και ότι πρόσφατα έχει μεταφερθεί ο έλεγχος του ομίλου από την Κύπρο στη Ρωσία. Ότι μέχρι πρόσφατα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία του ομίλου Delo Group, κατέχονταν και ελέγχονταν από τον Εναγόμενο 2, από την Κύπρο, μέσω της Ενάγουσας και της Deloports. Ήταν δε γι΄αυτό τον λόγο που η Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών και η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης, διέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο και παρέχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί οποιασδήποτε διαφοράς στα Κυπριακά Δικαστήρια. Οι ενέργειες του Καθ΄ου η Αίτηση να μεταφέρει εκτός Κύπρου και τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων του ομίλου εταιρειών Delo μέσω της Ρωσίας καταδεικνύει ότι δεν αποσκοπεί απλώς στην αναδιάρθρωση του ομίλου εταιρειών Delo Group προς συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου σε σχέση με το «de-offshorization» (βλ. παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov, αλλά αποσκοπεί και στην αποφυγή εκπλήρωσης της υποχρέωσης του από τις πιο πάνω συμφωνίες. Ανεξαρτήτως όμως των προθέσεων του Καθ΄ου η Αίτηση, οι ενέργειες του είχαν ως αποτέλεσμα την αποξένωση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1, να θέσουν τον έλεγχο μεγάλου μέρους των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η Αίτηση εκτός εμβέλειας των Κυπριακών Δικαστηρίων κάτι που επηρεάζει τη δυνατότητα της Αιτήτριας να εφαρμόσει εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση οποιαδήποτε απόφαση δύναται να εκδοθεί στην παρούσα αγωγή. Σε κάθε περίπτωση η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι περιουσιακά στοιχεία του Καθ΄ου η Αίτηση, παραμένουν εντός Κύπρου και ελέγχονται από την Κύπρο μέσω των Κυπριακών εταιρειών DCP Holdings Ltd και Atokosa Ltd. Ως προς το εταιρικό σχεδιάγραμμα του ομίλου Delo Group, μετά την υλοποίηση των ανωτέρων αποξενώσεων δηλαδή μετά την 06.05.2016, σχετικό είναι το Τεκμ. 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov. Αποδίδεται από την Αιτήτρια στους εναγόμενους απόπειρα παρεμπόδισης της από το να προσφύγει στο Δικαστήριο καθώς πέραν της ενέργειας του Καθ΄ου η Αίτηση να θέσει εκτός δικαιοδοσίας του Κυπριακού Δικαστηρίου τα περιουσιακά του στοιχεία, μερικές εβδομάδες πριν καταστεί πληρωτέα η υποχρέωση του να καταβάλει το ποσό των USD 10.000.000 για την αγορά των μετοχών, που έπρεπε να γίνει όχι αργότερα της 15.06.2016, ο Καθ΄ου η Αίτηση τροχιοδρόμησε τη λήψη διαδικαστικών μέτρων με τη καταχώρηση την 17.05.2016, χωρίς προηγουμένως να προειδοποιήσουν καθ΄οινοδήποτε τρόπο της Αιτήτρια ή να της επιδώσουν οποιανδήποτε απαίτηση των δύο προαναφερόμενων αγωγών, οι οποίες αποσκοπούσαν να εμποδίσουν την Αιτήτρια από το να προσφύγει στα Δικαστήρια για την προστασία των δικαιωμάτων της αμφισβητώντας τις σχετικές συμφωνίες που είχαν συνάψει με την Αιήτρια. Η μια από τις αγωγές αυτές με αριθμό 1388/2016 (Τεκμ. 23) της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov, καταχωρήθηκε στις 17.05.2016 από την Εναγόμενη 1. Με την εν λόγω αγωγή η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ξεγελάστηκε σε σχέση με την αξία των μετοχών που αγόρασε. Η δεύτερη αγωγή με αριθμό 1395/2016 (Τεκμ. 25 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov), καταχωρήθηκε στις 17.05.2016 από την σύζυγο του Καθ΄ου η Αίτηση, σε συνεννόηση με τους εναγόμενους στην παρούσα αγωγή όπως παραδέχεται ο ίδιος ο κ. Chertkov στην παρ. 16 της ένορκης δήλωσης του. Προκύπτει ότι παρά το γεγονός ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση και η Εναγόμενη 1, αγόρασαν τις μετοχές τις Deloports από τον Ιούνη του 2015, και παρά το ότι τους επόμενους 10 μήνες έλαβαν ενέργειες αποξενώνοντας όλα τα περιουσιακά στοιχεία τόσο της Εναγόμενης 1 αλλά και της ίδιας της Deloports, χωρίς ουδέποτε να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα ως προς την τιμή αγοράς των μετοχών ή τη σύναψη της εγγύησης από τον Καθ΄η Αίτηση, αλλά αντιθέτως διαβεβαίωναν την Αιτήτρια και/ή τους αντιπροσώπους της μέχρι τον Μάιο του 2016 ότι θα πλήρωναν τα οφειλόμενα ποσά όπως διατείνεται στις παραγράφους 99 - 101 της ένορκης δήλωσης του ο κ. Pankov για πρώτη φορά προσπάθησαν να αμφισβητήσουν τις σχετικές συμφωνίες καταχωρώντας τις δυο αυτές αγωγές την 17.05.2016. Με την αγωγή της η σύζυγος του Εναγομένου 2 ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο επειδή δεν λήφθηκε η συγκατάθεση της ως συζύγου του Εναγομένου 2 κατά την υπογραφή της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας απέδωσε σκοπιμότητα στο γεγονός ότι οι αγωγές εγέρθηκαν σε Γενικά Οπισθογραφημένα Κλητήρια Εντάλματα, ενώ οι Εκθέσεις Απαιτήσεως για τις Αγωγές καταχωρήθηκαν στις 07.07.2016 και 08.07.2016 αντίστοιχα, η δε Έκθεση Απαίτησης της αγωγής της συζύγου του Εναγόμενου Αρ. 2 επεδόθη στους Δικηγόρους της Ενάγουσας την 11.07.2016 (Τεκμ. 26 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov) και αυτά καθώς έγιναν κατά τις δύο τελευταίες ημέρες του δικαστηριακού έτους πριν τις καλοκαιρινές διακοπές των Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται ο χρόνος στην Αιτήτρια για καταχώρηση των δικογράφων της ως εναγομένων και τυχόν ανταπαίτησης τους και έτσι δεν υπήρχε το χρονικό περιθώριο για την καταχώρηση αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων στα πλαίσια εκείνων των αγωγών (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του IGOR ZHIGACHOV κ.ά.
(2013)1Α Α.Α.Δ. 133.) Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν με βρίσκει σύμφωνο η εκ μέρους του Καθ΄ου η Αίτηση απόδοση στην Αιτήτρια δικονομικής συμπεριφοράς η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι σχετικοί λόγοι ένστασης ως εκ τούτου απορρίπτονται. Παρόλο ότι, όπως κατέγραψα και πιο πάνω, ο Καθ΄ου η Αίτηση αποδέχεται ρητά ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), εντούτοις στη βάση των όσων πιο πάνω προαναφέρθηκαν ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση παραδέχεται ότι έχει συνάψει τις επίδικες συμφωνίες και ότι δεν έχουν πληρώσει την πρώτη δόση προς εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, κρίνω ότ πληρούνται οι προϋποθέσεις της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία και ότι υπάρχει πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται τις θεραπείες που αξιώνουν με την αγωγή, Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, προκύπτει από τη νομολογία μας ότι ένα τέτοιο διάταγμα εκδίδεται αν διαπιστωθεί από τα γεγονότα της υπόθεσης αν υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης» (βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.ά.,
(2006)1 Α.Α.Δ. 800). Αυτή η προϋπόθεση τεκμηριώνεται όταν αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί ή δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία του εναγομένου, ανεξαρτήτως της πρόθεσης του εναγομένου (βλ. Phasarias C (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σε διατάγματα τύπου Mareva, στην απόφαση Poltava Petroleum Company ν. Mexana Oil Ltd και Άλλων,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301) μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Αγγλία είναι καλώς θεμελιωμένο ότι διάταγμα τύπου Mareva χορηγείται σε σχέση με απειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας (Intraco Ltd v. Notis Shipping Corporation [1981] 2 Lloyd΄s Rep. 256, Ashtiani v. Kashi [1986] 3 W.L.R. 647). Στην Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) [1983] 1 W.L.R. 1412, 1422 λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon (PS) [1983] 2 Lloyd΄s Rep. 197, 201 λέχθηκε ότι ανκαι ο ενάγων δεν χρειάζεται να αποδείξει άνομη πρόθεση το δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι: «Σκοπός της δικαιοδοσίας δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο, να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.»» Στη συνέχεια της ίδιας απόφασης το Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι αδύνατο να τεθούν γενικοί καθοδηγητικοί κανόνες ως προς το πως και πότε ικανοποιείται αυτό το αποδεικτικό βάρος, και με αναφορά στο σύγγραμμα Mareva Injunctions Law and Practice, Steven Gee και Geraldine Mary Andrews, σημείωσε τους ακόλουθους παράγοντες «οι οποίοι δυνατόν να είναι σχετικοί»: «
(1)Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού, ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων π.χ. την κατοικία του ή το γραφείο του .........
(2)H φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης του εναγομένου ..............................................................................
(3)Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγομένου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.
(4)Η μόνιμη κατοικία ή διαμονή του εναγομένου ....................
(5)Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός, ή εμπορευόμενος, η χώρα στην οποία έχει εγγραφεί, ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του, και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση ...................................................................................................
(6)Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγομένου ..............................................................................
(7)Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.
(8)Σχέσεις μεταξύ της εναγόμενης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις .........................................................
(9)Η συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα: Σχέδιο υπεκφυγής , ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατων υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα.» Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου ο Καθ΄ου η Αίτηση: (α) Αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κάτω από τις επίδικες συμφωνίες, (β) χωρίς καμία προειδοποίηση αποξένωσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απαίτηση και η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από αυτή αν ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον της, (γ) τροχιοδρόμησε την έγερση των Αγωγών, από την Εναγόμενη 1 και τη σύζυγο του, με τις οποίες: (
  1. i)προσπαθεί να ακυρώσει τις σχετικές συμφωνίες, και (
  2. ii)προσπάθησε να εμποδίσει την Αιτήτρια από το να προσφύγει στο Δικαστήριο για την έκδοση Διαταγμάτων, εγείροντας θέματα κατάχρησης, (δ) έλαβε ενέργειες - ανεξαρτήτως πρόθεσης - για να θέσει τα κύρια περιουσιακά του στοιχεία εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, (ε) παραδέχεται ότι έχει σκοπό να μεταφέρει τον έλεγχο των περιουσιακών του στοιχείων από την Κύπρο στη Ρωσία, ισχυριζόμενος ότι o σκοπός του είναι η συμμόρφωση του με τις πρόνοιες του Ρωσικού δικαίου σε σχέση με το «de-offshorization» (σχετικές οι παράγραφοι 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov), (στ) είναι κάτοικος εξωτερικού και αποφεύγει τη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου έχοντας αφ' ενός εμφανιστεί μέσω δικηγόρου στην διαδικασία της παρούσας αγωγής έχοντας μάλιστα καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού (SET ASIDE) αυτής για δήθεν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (ABUSE OF COURT'S PROCESS) και αφ' ετέρου δεν έχει ακόμα καταχωρήσει εμφάνιση στην Αγωγή της Ενάγουσας, (ζ) κατέχει τα περιουσιακά του στοιχεία μέσω πολύπλοκων εταιρικών δομών, οι οποίες καθιστούν την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον του δύσκολη (σχετική είναι η παράγραφος 26 της Αγγλικής απόφασης DADOURIAN GROUP INTERNATIONAL v. AZURI
(2005)EWHC 1768). Σε περίπτωση που ακυρωθούν τα Εκδοθέντα Διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο Εναγόμενος 2 να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός της εμβέλειας του Κυπριακού Δικαστηρίου, κάτι που θα δυσκολέψει ή θα καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Παρόλο ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση να αποδειχτεί η πρόθεση του Καθ΄ου η Αίτηση να αποφύγει τις συνέπειες της Δικαστικής διαδικασίας εναντίον του, η όλη συμπεριφορά του καταδεικνύει μια τέτοια πρόθεση όπως προκύπτει από την αποξένωση της περιουσίας της Εναγόμενης 1 και την έγερση των Αγωγών, γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν «το δικαστήριο να χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα», όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Poltava Petrova Company πιο πάνω. Ο Καθ΄ου η Αίτηση αμφισβητεί την εκπλήρωση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ισχυριζόμενος ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης στην Αγωγή, καθώς: (α) είναι φερέγγυος και κατέχει περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, και ότι (β) η οποιαδήποτε απόφαση στην Αγωγή μπορεί να εκτελεστεί στη Ρωσία με βάση τη διμερή σύμβαση μεταξύ Κύπρου - Ρωσίας. Όμως το γεγονός και μόνον ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση είναι φερέγγυος είναι άνευ σημασίας στα πλαίσια εξέτασης της έκδοσης απαγορευτικών διαταγμάτων τύπου Mareva, αφού ο σκοπός των διαταγμάτων είναι να εμποδίσουν στον Καθ΄ου η Αίτηση να διαχειριστεί τα περιουσιακά του στοιχεία με τρόπο που θα δυσκολέψουν την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του, ανεξαρτήτως της οικονομικής του κατάστασης. Σχετική είναι η υπόθεση Allen v Jambo Holdings Ltd [1980] 1 W.L.R. 1252 όπου ο Δικαστής Lord Denning, απέρριψε παρόμοιο επιχείρημα, σημειώνοντας τα ακόλουθα: «So the affidavit does not impress me in the least. I can see no reason in this case, as it is done in shipping cases all over the world, why security should not be given in the way of a bond or an undertaking by a reputable company or concern in England so as to ensure that any award of damages to help the plaintiffs would be met. If the Nigerian are of such high standing, as we are now told they are, if they are now ready to accept liability as we are told they will, it seems to me that a bank or an insurance company of standing in this country would back the Nigerian company by way of security without any difficulty whatsoever» Επομένως προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το ερώτημα δεν είναι εάν ο Kαθ΄ου η Αίτηση έχει αρκετά περιουσιακά στοιχεία τα οποία υπερκαλύπτουν την απαίτηση της Αιτήτριας, το ερώτημα είναι κατά πόσο η ύπαρξη των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων μπορεί να αποτελέσει επαρκή εξασφάλιση υπό τις περιστάσεις. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως εκφράστηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, ότι σε περιπτώσεις που τα περιουσιακά στοιχεία ενός Εναγομένου είναι εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τότε η ύπαρξη τους και η φερεγγυότητα του Εναγομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλός λόγος για να μην εκδοθούν διατάγματα τύπου Mareva εναντίον του και προς τούτο παραπέμπει στην υπόθεση Poltava Petrova Company και Allen v Jambo ανωτέρω. Συμφωνώ με τη πιο πάνω θέση ενόψει και της νομολογίας που υπάρχει επί του ζητήματος. Πέραν των πιο πάνω όμως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Καθ΄ου η Αίτηση να διαχειριστεί τα περιουσιακά του στοιχεία με τρόπο που θα δυσκολέψουν ή θα καταστήσουν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης εναντίον του. Προς τούτο συνηγορεί η ήδη επιδειχθείσα συμπεριφορά του να έχει ήδη διαχειριστεί τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 με τέτοιο τρόπο ώστε η εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εναντίον της να έχει καταστεί αδύνατη. Αλλά ακόμα και σε περίπτωση που ο Καθ΄ου η Αίτηση είναι πράγματι εύπορος και φερέγγυος, όπως εξάλλου ο ίδιος διατείνεται και δεν αμφισβητείται αυτό από τον Αιτητή, θα μπορούσε να παράσχει εξασφάλιση προς την Αιτήτρια με σκοπό τον περιορισμό του Εκδοθέντος Διατάγματος σύμφωνα με την τροποποίηση του διατάγματος, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Σε σχέση με τη θέση του Καθ΄ου η Αίτηση ότι η οποιαδήποτε απόφαση στην Αγωγή μπορεί να εκτελεστεί στη Ρωσία με βάση τη διμερή σύμβαση μεταξύ Κύπρου - Ρωσίας επισημαίνεται ότι κατά τη νομολογία μας, το κατά πόσο υπάρχει διμερής σύμβαση ή δυνατότητα εκτέλεσης μιας απόφασης σε τρίτη χώρα, στην οποία βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ΄ου η Αίτηση, δεν αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από τα Δικαστήρια για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva, αφού ο σκοπός των τέτοιων διαταγμάτων είναι να απαγορεύσουν σε ένα Εναγόμενο να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας εν αναμονή της εκκρεμοδικίας εναντίον του (βλ. Poltava Petrova Company και Allen v Jambo ανωτέρω). Είναι λογική η θέση της πλευράς της Αιτήτριας ότι η ανάγκη απαγόρευσης του Καθ΄ου η Αίτηση να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας γίνεται πιο επιτακτική δεδομένου ότι ενώ αυτός έχει συμφωνήσει ρητά να παρέχει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, λαμβάνοντας υπόψη και τον συνδυασμό των γεγονότων ότι έχει αρνηθεί να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του και έχει μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός Κύπρου και αποφεύγει τη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου μη έχοντας καταχωρίσει εμφάνιση, παρόλον που έχει εμφανιστεί μέσω Δικηγόρου και έχει λάβει ενεργά δικονομικά μέτρα στην παρούσα αγωγή, καταχωρώντας μαζί με την Εναγόμενη Αρ. 1 την Αίτηση ημερ. 02.08.2016 για παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος για δήθεν ύπαρξης κατάχρησης (ABUSE). Έχοντας λοιπόν υπόψη την πιο πάνω νομολογιακή προσέγγιση και ερμηνεία του άρθρου 32, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει ικανοποιηθεί το αποδεικτικό βάρος της Αιτήτριας και σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι πληρείται και η 3η προϋπόθεση για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος η οποία ασφαλώς και εξετάζεται και σε σχέση με τα υπόλοιπα διατάγματα που επιζητούνται. Θα εξετάσω στην συνέχεια το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας και κατά πόσο κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου τέτοια έκδοση υπό τις περιστάσεις είναι δίκαιη ή πρόσφορη. Έχει νομολογηθεί ότι λαμβάνοντας υπόψη το ισοζύγιο της ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, αν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη. (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 (B) A.A.Δ 788). Το δίλημμα του Δικαστηρίου στην εξίσωση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι πιο εύκολο όταν το ένα μέρος έχει ιδιαίτερα δυνατή υπόθεση, αφού σε εκείνη την περίπτωση μειώνονται οι πιθανότητες να έχει κάνει λάθος. Στο σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre-emptive Remedies (Second International Edition) παράγραφος Α1-086 αναφέρονται τα ακόλουθα: «If the extend of incomprehensible disadvantage to each party would not differ widely, it may be appropriate to take into account in tipping the balance the relative strengths of each party's case as revealed by the evidence adduced on the hearing of the application. For examples reference should be made to the Series 5 Software Ltd v Clarke; Simtech Advanced Training and Simulation Systems Ltd v Jasmin Simtech Ltd». Πέραν των πιο πάνω ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670 ανάφερε τ' ακόλουθα σχετικά στην σελίδα 680: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» Κατά τη νομολογία μας και σε τελευταία ανάλυση, ο χρυσός κανόνας είναι πως η οριστικοποίηση, ακύρωση ή διαφοροποίηση ενός ενδιάμεσου διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να υιοθετείται εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και τις όσο το δυνατό λιγότερες επιπτώσεις στα εκατέρωθεν δικαιώματα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Θα εξετάσω τα γεγονότα της υπόθεσης για να καταλήξω κατά πόσο θα πρέπει να εξασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της οριστικοποίησης και έκδοσης των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι φανερόν ότι η Αιτήτρια έχει μια πολύ καλή υπόθεση εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση η οποία βασίζεται στη συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης (guarantee and indemnity), χωρίς την έκδοση των Διαταγμάτων η Αιτήτρια κινδυνεύει να υποστεί τεράστια οικονομική ζημιά, αφού κινδυνεύει να μην μπορεί να εκτελέσει ενδεχόμενη απόφαση εναντίον των Εναγομένων, η έκδοση των Διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ΄ου η Αίτηση. Στην πιο πάνω αντίληψη μου συνηγορεί και το γεγονός ότι ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν αμφισβητεί ότι πληρούνται οι πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32 και πιο πάνω κατέληξα, για τους λόγους που εξήγησα, ότι συντρέχει και η 3η προϋπόθεση. Τα διατάγματα από την άλλη από μόνα τους, δεν μπορούν να προκαλέσουν οποιαδήποτε ζημιά στον Εναγόμενο 2, καθώς δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Πάρα ταύτα, ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι τα διατάγματα επηρεάζουν την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων του, και της δυνατότητας του ομίλου εταιρειών του να εισέλθει σε συγκεκριμένες εμπορικές συναλλαγές (σχετική είναι η παράγραφος 55 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov και η παράγραφος 45 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης.) Οι ισχυρισμοί όμως του καθ΄ου η Αίτηση δεν ενέχουν ιδιαίτερη σημασία για την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας κατά την έκδοση των Διαταγμάτων, αφού αφορούν καθαρά τον τρόπο εφαρμογής και ερμηνείας των Διαταγμάτων από τρίτα πρόσωπα. Σε περίπτωση δε, που ο Καθ΄ου η Αίτηση θεωρεί ότι το λεκτικό των Διαταγμάτων παρέχει περιθώριο παρερμηνείας ή κακής εφαρμογής, τότε μπορεί να αιτηθεί την τροποποίηση του διατάγματος, με σκοπό τη σωστή εφαρμογή του ή την έκδοση σχετικών οδηγιών από το Δικαστήριο. Όμως ανάλογη ευχέρεια έχει και το ίδιο το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι ο ίδιος ο Καθ΄ου η Αίτηση έχει ήδη αιτηθεί την τροποποίηση του Εκδοθέντος Διατάγματος, με σκοπό να καθοριστεί η εμβέλεια της παραγράφου (Α)(ii) του διατάγματος, που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του Τροποποιημένου Διατάγματος και απέτυχε να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς. Θα με απασχολήσει στη συνέχεια η έκδοση των διαταγμάτων που αποσκοπούν στην αποκάλυψη. Σκοπός της Αιτήτριας με την αξίωση της αυτή είναι να εξασφαλίσει πληροφορίες σε σχέση με την κινητικότητα των τραπεζικών λογαριασμών των Κυπριακών Εταιρειών DCP Holdings Ltd και Atokosa Ltd, των οποίων τελικός ωφέλιμος δικαιούχος είναι ο Καθ΄ου η Αίτηση. Η αιτούμενη αποκάλυψη αποσκοπεί στο να υποβοηθηθεί η Αιτήτρια στον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η Αίτηση τα οποία ελέγχονται από την Κύπρο, προς υποβοήθηση των διαταγμάτων τύπου Mareva ούτως ώστε να καταστεί εφικτή η εκτέλεση απόφασης που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας στην Αγωγή. Εφόσον το αίτημα για την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γίνεται προς υποβοήθηση των Διαταγμάτων τύπου Mareva, η φύση τους απορρέει από τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, καθότι στρέφονται εναντίον αθώου μέρους, δηλαδή εν προκειμένω της Ελληνικής Τράπεζας. Σύμφωνα με τη νομολογία τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν ευρύτατη εξουσία να εκδίδουν διατάγματα προς υποβοήθηση των διαταγμάτων παγοποίησης. Η εξουσία αυτή είναι απαραίτητη για την έκδοση αποτελεσματικών διαταγμάτων παγοποίησης. Στην απόφαση του Αγγλικού εφετείου Bekhor & Co Ltd v Bilton [1981] Q.B. 923; [1981] 2 All E.R. 565, CA , ο δικαστής LORD JUSTICE GRIFFITHS, αναφέρει: «If the court has power to make a Mareva injunction it must have power to make an effective Mareva injunction. » Σε μετάφραση: «Εάν το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διατάγματα τύπου Mareva πρέπει να έχει την εξουσία να εκδίδει ένα αποτελεσματικό διάταγμα Mareva.». Επίσης Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού εφετείου, JSC Mezhdunarodniy Promyshlenniy Bank & Anor v Pugachev [2015] EWCA Civ 139 (27 February 2015), έχει επιβεβαιωθεί και αναλυθεί η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων προς υποβοήθηση διαταγμάτων παγοποίησης. Στην παράγραφο 47 της εν λόγω υπόθεσης ο Δικαστής Lord Justice Lewison αναφέρει: «So far as judicial precedent is concerned we can say with some confidence that the jurisdiction to make a freezing order also carries with it the power to make whatever ancillary orders are necessary to make the freezing order effective: AJ Bekhor & Co v Bilton [1981] 1 QB 923.» Σε μετάφραση «Σε ότι αφορά την νομολογία των Δικαστηρίων μπορούμε να πούμε με κάποια σιγουρά ότι η δικαιοδοσία να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης κουβαλά μαζί της την εξουσία να εκδίδουν οποιοδήποτε υποβοηθητικό διάταγμα το οποίο είναι απαραίτητο για να γίνει το διάταγμα παγοποίησης αποτελεσματικό: AJ Bekhor & Co v Bilton [1981] 1 QB 923.» Η ευρύτατη εξουσία των Κυπριακών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 32, να εκδίδουν αποτελεσματικά διατάγματα χωρίς περιορισμούς, είναι ρητά νομολογημένη στην Κύπρο. Στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 αναφέρθηκαν τα εξής: «Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60». Παραπέμπω περαιτέρω στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Seamark Consultancy Services Ltd και Άλλοι ν. Joseph P Lasala και Άλλων,
(2007)1 Α.Α.Δ. 16 αναφέρθηκαν τα εξής: «Μετά το 1987 η Αγγλική Νομολογία διαφοροποιήθηκε ώστε τα δικαστήρια να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις και τα προβλήματα των καιρών. Έτσι, για παράδειγμα, στην υπόθεση Gidrxslme Shipping v. Tantomar-Transportes [1994] 4 All E.R. 507 Αγγλικό δικαστήριο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 37
(1)του Supreme Court Act του 1981 συνδυασμένου με το άρθρο 12
(6)(
  1. f)και (
  2. h)του Arbitration Act του 1950, είχε εξουσία να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας με σκοπό την υποβοήθηση της διαδικασίας εκτέλεσης διατάγματος τύπου Mareva.» Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. [.]. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις [..] Με την ευρύτατη εξουσία που παρέχει το Άρθρο 32 στα Δικαστήρια, το ιστορικό της επέκτασης των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις Spyropoullos και Pastella (ανωτέρω) και τις νέες αντιλήψεις που επικράτησαν στην Αγγλία μετά την Pastella, κρίνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, είχε δικαίωμα και εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε, ουσιαστικά ακολουθώντας την αρχή της Pastella,η οποία επιτρέπει την επέκταση της εμβέλειας των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων μέσα στα ευρύτατα πλαίσια του Άρθρου 32 και χωρίς αυτοπεριορισμούς που τέθηκαν πάνω σε υπόβαθρο που στο μεταξύ έχασε τη σημασία, την πειστικότητα και την εγκυρότητά του.» Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal έχουν αναλυθεί σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις υποθέσεις Avila Management Services Limited κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 και Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα, ECLI:CY:AD:2014:A21, Π.Ε. 319/11 και 320/11 ημερ. 13.01.2014, οι οποίες υιοθέτησαν τις προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal, ως αυτές σημειώθηκαν στη γνωστή Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, και οι οποίες είναι: (α) Θα πρέπει να έχει λάβει χώρα, ή κατ' ισχυρισμόν, να έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα. (β) Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση του διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα. (γ) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση ή πιθανό να είναι σε θέση να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγήσαντα. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, περί ανάγκης ύπαρξης μιας κατ' ισχυρισμόν αδικοπραξίας, έχει γίνει δεκτό σε σωρεία αποφάσεων, μεταξύ άλλων και στην Avila (ανωτέρω), ότι η αρχή έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal επεκτάθηκε ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της και σε προτιθέμενη αγωγή για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων. Στην υπόθεση Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte [2002] 1 Lloyd's Rep. 417 αναφέρθηκε πως η αρχή της Norwich Pharmacal δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας αγνώστου αδικοπραγούντα αλλά επεκτείνεται σε άλλες σχετικές με την αδικοπραξία πληροφορίες. Σε σωρεία νομολογίας, η οποία εξετάστηκε και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Penderhill (ανωτέρω), τα Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να εκδίδονται και εναντίον αθώων μερών και συγκεκριμένα, εναντίον τραπεζών. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Penderhill (ανωτέρω), είναι κατατοπιστικό σε σχέση με τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων εναντίον τραπεζών: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες.» Στην επίσης πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Chumachenko Alisa κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, 30/9/2014, σημειώθηκε ότι η εμπλοκή μιας τράπεζας στην αδικοπραξία είναι προφανής όταν στους τραπεζικούς της λογαριασμούς μεταβιβάστηκαν ποσά μπλεγμένα με την αδικοπραξία, σημειώνοντας τα εξής: «Αφετέρου, η ανάμειξη των Καθ' ων η Αίτηση είναι προφανής καθώς η Καθ' ης η Αίτηση αρ. 10 διατηρεί τους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους μεταβιβάστηκε μέρος των καρπών της φερόμενης απάτης των υπόλοιπων Καθ' ων η Αίτηση.» Στην πρόσφατη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Intersafe v Gecina Group Ltd κ.ά., Αγωγή Αρ. 459/14, 26/6/14 ενώπιον Μ.Γ. Λοίζου, Ε.Δ.) το Δικαστήριο μετά από εμπεριστατωμένη ανάλυση της νομολογιακής εξέλιξης της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal κατάληξε στο ότι τα εν λόγω διατάγματα αποκάλυψης αποτελούν μια εύκαμπτη θεραπεία και δεν χρειάζεται να δίδονται σε εξαιρετικές περιστάσεις, αναφέροντας τα εξής: «Το νέο στοιχείο το οποίο έχει προκύψει από την προαναφερόμενη απόφαση και το οποίο αφορά την εξέλιξη των προϋποθέσεων των Διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, είναι ότι δεν θα πρέπει να είναι προϋπόθεση έκδοσης τέτοιων Διαταγμάτων, το γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο επιζητά τέτοιες πληροφορίες, τις επιζητά με σκοπό την έγερση και καταχώρηση Αγωγής. Τα Κυπριακά Δικαστήρια σε πρόσφατες Αποφάσεις τους, ακολουθώντας την εξέλιξη των Αγγλικών Αποφάσεων που αφορούν την έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων, έχουν αναγνωρίσει το γεγονός ότι η έκδοση τέτοιου είδους Διαταγμάτων δεν θα πρέπει πλέον να γίνεται σε εξαιρετικές περιστάσεις και θα πρέπει να αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία προς εξασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι δικαιολογείται πλήρως η έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης. Τα διατάγματα αποκάλυψης είναι απαραίτητα για να ελεγχτεί η αποτελεσματική εφαρμογή των διαταγμάτων Mareva σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ΄ου η Αίτηση που ελέγχονται από την Κύπρο. Κρίνω ότι πληρούνται και οι προϋποθέσεις επίκλησης της δικαιοδοσίας τύπου Norwich Pharmacal, εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας ως αθώο μέρος, καθότι: (α) Η Ενάγουσα έχει τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι όχι μόνο υπήρξε παράβαση συμβατικής υποχρέωσης από τον Καθ΄ου η Αίτηση δυνάμει της Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης, αλλά περαιτέρω, ο Καθ΄ου η Αίτηση προσπάθησε να αποφύγει τις υποχρεώσεις του στη βάση αυτής αφενός, αποξενώνοντας τα περιουσιακά του στοιχεία και αφετέρου, επιχειρώντας να παρεμποδίσει την Αιτήτρια από το να προσφύγει στο Δικαστήριο, (β) υπάρχει ανάγκη να εκδοθούν τα διατάγματα με σκοπό τον αποτελεσματικό έλεγχο των διαταγμάτων τύπου Mareva. και (γ) η Ελληνική Τράπεζα εναντίον της οποίας απευθύνονται τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης έχει εμπλοκή στις παράνομες πράξεις του Καθ΄ου η Αίτηση και είναι σε θέση να παρέχει πληροφορίες σε σχέση με αυτές, αφού διατηρεί λογαριασμούς προς όφελος των εταιρειών DCP Holdings Ltd και Atokosa Ltd που ελέγχονται από τον Καθ΄ου η Αίτηση. Σημειώνω ότι η αίτηση έχει επιδοθεί στην Ελληνική Τράπεζα και αυτή δεν έχει εμφανιστεί στην παρούσα διαδικασία. Παρόλο ότι είναι κατανοητό ότι πλείστοι τόσοι λόγοι ένστασης έχουν ήδη απαντηθεί, εντούτοις θα με απασχολήσουν στην συνέχεια κάποιοι από αυτούς. Η θέση περί κατάχρησης ένεκα της ύπαρξης των Αγωγών απορρίπτεται ως νομικά εσφαλμένη καθότι στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια δεν προωθεί 2 διαδικασίες παράλληλα, αφού στην μία διαδικασία η ίδια είναι Εναγόμενη, ενώ στην παρούσα Αγωγή η ίδια είναι Ενάγουσα. Έχει νομολογιακά αποφασιστεί ότι η καταχώριση καινούριας αγωγής αντί η έγερση ανταπαίτησης δεν αποτελεί κατάχρηση. Το θέμα αυτό ξεκαθαρίστηκε τελικώς από το House of Lords της Αγγλίας στην πρόσφατη απόφαση του ορόσημο σε θέματα κατάχρησης, Johnson v Gore Wood & Co. [2002] 2AC1 , όπου ο Δικαστής Lord Bingham ανέφερε: «The bringing of a claim or the raising of a defence in later proceedings may, without more, amount to abuse if the court is satisfied (the onus being on the party alleging abuse) that the claim or defence should have been raised in the earlier proceedings if it was to be raised at all. I would not accept that it is necessary, before abuse may be found, to identify any additional element such as a collateral attack on a previous decision or some dishonesty, but where those elements are present the later proceedings will be much more obviously abusive, and there will rarely be a finding of abuse unless the later proceeding involves what the court regards as unjust harassment of a party. It is, however, wrong to hold that because a matter could have been raised in early proceedings it should have been, so as to render the raising of it in later proceedings necessarily abusive. That is to adopt too dogmatic an approach to what should in my opinion be a broad, merits-based judgment which takes account of the public and private interests involved and also takes account of all the facts of the case, focusing attention on the crucial question whether, in all the circumstances, a party is misusing or abusing the process of the court by seeking to raise before it the issue which could have been raised before. As one cannot comprehensively list all possible forms of abuse, so one cannot formulate any hard and fast rule to determine whether, on given facts, abuse is to be found or not.» Σε μετάφραση «Η έγερση αγωγής ή υπεράσπισης σε μεταγενέστερες διαδικασίες μπορεί, δίχως άλλο, να ισοδυναμεί με κατάχρηση εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί (το βάρος βρίσκεται στο μέρος το οποίο επικαλείται την κατάχρηση) ότι η αγωγή ή υπεράσπιση έπρεπε να είχε εγερθεί σε προγενέστερες διαδικασίες εάν θα εγειρόταν. Δεν θα δεχόμουν ότι είναι απαραίτητο, προτού βρεθεί ότι υπάρχει κατάχρηση, να εντοπιστεί οποιοδήποτε περαιτέρω στοιχείο όπως παράλληλη επίθεση σε προηγούμενη απόφαση ή κάποια κακοήθεια, αλλά όπου αυτά τα στοιχεία είναι παρόντα οι μεταγενέστερες διαδικασίες θα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα καταχρηστικές, και σπάνια θα γίνεται εύρημα κατάχρησης εκτός εάν οι μεταγενέστερες διαδικασίες περιλαμβάνουν αυτό που το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι άδικη παρενόχληση ενός μέρους. Είναι, ωστόσο, λάθος να αποφασίζεται ότι επειδή ένα ζήτημα μπορούσε να είχε εγερθεί σε προγενέστερες δικαιοδοσίες να έπρεπε να είχε εγερθεί, ώστε να καθιστά την έγερση του σε μεταγενέστερες διαδικασίες απαραίτητα ως καταχρηστική. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε υιοθέτηση μιας πολύ δογματικής προσέγγισης σε μια απόφαση που κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να είναι ευρεία και βασισμένη στην ουσία, η οποία να λαμβάνει υπόψη τα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα τα οποία εμπλέκονται καθώς επίσης να λαμβάνει υπόψη όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, εστιάζοντας την προσοχή στο κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσο, υπό το σύνολο των περιστάσεων, ένα μέρος κακομεταχειρίζεται ή καταχράται τη δικαστική διαδικασία επιχειρώντας να εγείρει ενώπιον του ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να είχε εγερθεί προηγουμένως. Όπως δεν μπορεί κανένας να συγκεντρώσει εξαντλητικά όλες τις πιθανές μορφές κατάχρησης, έτσι δεν μπορεί κανένας να διατυπώσει αυστηρό και απαράβατο κανόνα για να καθορίσει κατά πόσο, υπό δεδομένες περιστάσεις, υπάρχει κατάχρηση ή όχι.» Η πιο πάνω προσέγγιση και απόσπασμα αναγνωρίστηκε από το σύγγραμμα Bower and Handley, Res Judicata, 4th edition όπου σημειώνονται μεταξύ άλλων στη σελίδα 316 τα ακόλουθα: «Although, as Lord Bingham said in Johnson, one cannot lay down any hard and fast rule, the following propositions about parties are supported by authority: (a) .... (h) There is no general rule that bars actions that could have been raised as cross actions in earlier proceedings...» Υπό το πιο πάνω πρίσμα η απόφαση στην υπόθεση Beogradska DD,
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση αφού η απόφαση αφορούσε διάδικο που προωθούσε ο ίδιος 2 διαφορετικές εφέσεις που κάλυπταν ουσιωδώς τα ίδια θέματα, στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει ταύτιση διαδίκων με αυτούς των δύο αγωγών που προώθησαν οι εκεί ενάγοντες και η Αιτήτρια προωθεί την απαίτηση της μόνο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Εξηγήθηκε κατά την ανάλυση που προηγήθηκε ότι η Ενάγουσα δεν είχε άλλη επιλογή από του να εγείρει την παρούσα αγωγή, ένεκα της δικονομικής συμπεριφοράς των εναγόντων στις δύο αγωγές που αυτοί καταχώρησαν εναντίον της Αιτήτριας οι οποίες πράγματι δεν άφηναν στην Αιτήτρια χρονικό περιθώριο όπως εξηγήθηκε πιο πάνω ενόψει του χρόνου που οι εκθέσεις απαιτήσεως τους καταχωρήθηκαν, έτσι δεν είχε καμία άλλη επιλογή από του να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή ώστε να μπορεί να αιτηθεί την έκδοση των Διαταγμάτων. Δέχομαι τη θέση της Αιτήτριας επί του προκειμένου ότι λόγω της άμεσης και επείγουσας ανάγκης να εκδοθούν τα Διατάγματα, αυτή αναγκάστηκε να καταχωρίσει καινούρια αγωγή και να υποστεί έξοδα καταχώρισης, χωρίς να έχει άλλη επιλογή και χωρίς να έχει οποιαδήποτε πρόθεση κατάχρησης της διαδικασίας. Από την άλλη αν της αποστερείτο το δικαίωμα θα είχαμε το οξύμωρο σχήμα της καταπάτησης των δικαιωμάτων της Αιτήτριας τα οποία παρέχει το άρθρο 30 του Συντάγματος, η οποία δεν είχε την δυνατότητα άμεσης προσφυγής στο Δικαστήριο για να εγείρει την απαίτηση της και να αιτηθεί την έκδοση διαταγμάτων, στα πλαίσια των εν λόγω αγωγών. Τυχόν απαγόρευση της Αιτήτριας να εγείρει την παρούσα αγωγή ως καταχρηστικής θα αποτελούσε σοβαρή καταπάτηση αυτού του άρθρου 30.1* του Συντάγματος και του ασυμβίβαστου δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει ενώπιον των Δικαστηρίων για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων του. *«Εις ουδένα δύναται ν' απαγορευθή η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου, εις ο δικαιούται να προσφύγη δυνάμει του Συντάγματος.» Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί, ως εμφαίνεται από τον φάκελο της δικογραφίας της παρούσας αγωγής, ότι η σύζυγος του Καθ΄ου η Αίτηση, έχει καταχωρίσει γραπτή αίτηση ημερομηνίας 02.09.2016 για την συνένωση της ως διαδίκου στην παρούσα αγωγή. Ως εκ τούτου, έχουν τεθεί οι βάσεις για τους Εναγόμενους να αιτηθούν την συνένωση των εν λόγω αγωγών, σε περίπτωση που όντως πιστεύουν ότι οι 2 εκκρεμοδικίες πραγματικά επηρεάζουν τα δικαιώματα τους (βλ. Τσιακλίδης ν Τράπεζα Κύπρου,
(2003)1 ΑΑΔ 1031). Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν οδηγούν σε συμπέρασμα ότι η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε καταχρηστικά την παρούσα αγωγή και διεκδίκησε τα επίδικα διατάγματα καθότι ο σκοπός της ήταν να εξασφαλίσει τα διατάγματα για να ασκήσει πίεση στον Καθ΄ου η Αίτηση, αφού η ανάγκη έκδοσης των διαταγμάτων, ένεκα των πράξεων του τελευταίου, έχει ήδη αναλυθεί πιο πάνω και εξ αυτών δεν προκύπτει κατάχρηση ένεκα του επιδιωκόμενου σκοπού. Η ύπαρξη επομένως των δύο αγωγών και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σε αυτές δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση του Καθ΄ου η Αίτηση αλλά ούτε και να επηρεάσει τις πιθανότητες επιτυχίας της Αιτήτριας στην παρούσα Αγωγή καθώς: Σε σχέση με την Αγωγή με αριθμό 1388/2016 παρατηρώ ότι η εκεί αξίωση αφορούσε και συμφωνία αποζημίωσης «Indemnity» και όχι απλή εγγύηση. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε την αγωγή με αριθμό 1388/2016, με την οποία ισχυρίζεται ότι αυτή ξεγελάστηκε ως προς την αξία των μετοχών που αγόραζε και αιτείται την ακύρωση της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών. Η αγωγή όμως εκείνη δεν αφορά και δεν μπορεί να επηρεάσει τη υπό κρίση Αίτηση η οποία βασίζεται στη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης, η οποία είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής συμφωνία. Η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης αποτελεί συμφωνία αποζημίωσης ("indemnity agreement") η οποία έχει εφαρμογή ανεξαρτήτως και αυτοτελώς της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών (Παραπέμπω προς τούτο στους όρους 3.1 και 3.2 Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης τους οποίους παρέθεσα πιο πάνω). Σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι σχετικά τα όσα καταγράφονται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 2
(1999)στη σελ. 1319: «Where the transaction guaranteed by the surety is affected by some other invalidating cause, e.g. fraud or misrepresentation, the question whether the surety is liable may again depend on the distinction between a contract of guarantee and a contract of indemnity. If the contract is one of guarantee the surety cannot be liable if the principal debtor is not liable. But there is no reason why a contract of indemnity should not be so drafted as to extend to losses incurred by the creditor even under a void transaction, though clear words would probably be needed to produce such a result.» Και σε μετάφραση: «Όπου η συναλλαγή την οποία εγγυάται το πρόσωπο που παρέχει την εξασφάλιση επηρεάζεται από κάποιο λόγο ακύρωσης, π.χ. απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, το ερώτημα κατά πόσο το πρόσωπο που παρέχει την εξασφάλιση παραμένει υπεύθυνο μπορεί και πάλι να εξαρτάται από τη διάκριση ανάμεσα σε μια σύμβαση εγγύησης και μια σύμβαση Αποζημίωσης. Εάν πρόκειται για σύμβαση εγγύησης, το πρόσωπο που παρέχει την εξασφάλιση δεν μπορεί να είναι υπεύθυνο εάν ο πρωτοφειλέτης δεν είναι υπεύθυνος. Αλλά δεν υπάρχει λόγος γιατί μια σύμβαση Αποζημίωσης να μη μπορεί να είναι γραμμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να επεκτείνεται και σε ζημιές τις οποίες υπέφερε ο πιστωτής έστω και κάτω από μια άκυρη συναλλαγή, παρόλο που για ένα τέτοιο αποτέλεσμα ξεκάθαρο λεκτικό είναι πιθανόν αναγκαίο.» Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ένα μέρος στα πλαίσια μιας συμφωνίας αποζημίωσης (Indemnity Agreement) παραμένουν σε ισχύ ανεξαρτήτως: (α) της φύσης των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδος στην κυρίως συμφωνία (βλ. Αντωνιάδου Ελισάβετ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1 Α.Α.Δ. 530) , (β) εάν η συμφωνία με την πρωτοφειλέτιδα κρίθηκε άκυρη (βλ. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου Λτδ ν. Νικολάου Ανδρέα Κυριάκου κ.α., Αγωγή 2730/11, 26/3/2014 - Κ. Σατολιά, Ε.Δ.) Ως εκ τούτου με βάση τη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης ο Καθ΄ου η Αίτηση έχει αναλάβει ως κύριος οφειλέτης να αποζημιώσει την Αιτήτρια για οποιαδήποτε ζημιά αυτή υποστεί από την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1, υποχρέωση η οποία παραμένει ανεξάρτητη και αυτοτελής από τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 κάτω από τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών. Ως εκ τούτου, όποιο και να είναι το αποτέλεσμα της Αγωγής με αριθμό 1388/2016, αυτό δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την απαίτηση εναντίον του Καθ΄ου η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Σε σχέση με την Αγωγή με αριθμό 1388/2016 είναι εισήγηση της πλευράς της Αιτήτριας ότι αυτή είναι επιπόλαια και ενοχλητική και δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας καθότι: (α) Με τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών η Εναγόμενη 1 που είδη κατείχε το 90% των μετοχών της Deloports απλά εξαγόραζε το υπόλοιπο 10%, και δεν βασιζόταν με κανένα τρόπο στις παραστάσεις οποιουδήποτε ως προς την αξία τους, (β) με τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, δεν είχε δοθεί οποιαδήποτε εξασφάλιση ή παράσταση σε σχέση με την αξία των μετοχών, αφού το τίμημα της αγοράς είχε καθοριστεί μεταξύ των μερών (Τεκμ 18 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov), και (γ) δεν έχει προσκομιστεί καμία εκτίμηση ως προς την αξία των μετοχών ή άλλη πραγματική μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι μετοχές δεν αξίζουν USD 40.000.000, ενώ η ένορκη δήλωση του κ. Chertkov περιορίζεται σε προφορικούς ισχυρισμούς οι οποίοι παραμένουν ανυπόστατοι (βλ. παραγράφοι 7(
  1. t)μέχρι 7(
  2. z)της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Cherktov). Η Αγωγή με αριθμό 1395/16 καταχωρήθηκε στις 17.05.2016 από την σύζυγο του Καθ΄ου η Αίτηση η οποία παραδέχεται ότι καταχώρισε την αγωγή σε συνεννόηση με τους Εναγομένους στην παρούσα Αγωγή (βλ. παράγραφο 16 της αρχικής ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov). Με την εν λόγω αγωγή η σύζυγος του Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο επειδή δεν λήφθηκε η συγκατάθεση της ως συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση κατά την υπογραφή της. Είναι δε επιπόλαια και ενοχλητική, καθότι: (α) H Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο και είναι έγκυρη κάτω από το Κυπριακό Δίκαιο, και (β) δεν έχει αποδειχθεί ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης θα ήταν άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο. Η ένορκη δήλωση του κ. Chertkov είναι παραπλανητική ως προς την εφαρμογή του Ρωσικού δικαίου στην εν λόγω συμφωνία, καθώς η νομική γνωμάτευση σε θέματα Ρωσικού δικαίου η οποία προσκομίζεται με σκοπό δήθεν την απόδειξη της ακυρότητας της εν λόγω σύμβασης (βλ. παράγραφο 7(
  3. n)και Τεκμ. 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov είναι θεωρητική και αποφεύγει να τοποθετηθεί επί της ουσίας του θέματος, δηλαδή κατά πόσο η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι άκυρη. Η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι έγκυρη κάτω από το Κυπριακό Δίκαιο που είναι το εφαρμοστέο δίκαιο (APPLICABLE LAW) με βάση ρητή πρόνοια της εν λόγω συμφωνίας. Το θέμα της εγκυρότητας μιας σύμβασης στα πλαίσια του πεδίου ιδιωτικού διεθνούς δικαίου εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει κωδικοποιηθεί από τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980 σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές, γνωστή ως η «Σύμβαση της Ρώμης» (βλ. σύγγραμμα The Conflict of Laws, Dicey & Morris 12th edition, Volume 2, σελίδα 1187). Η Σύμβαση της Ρώμης τελικά έχει αντικατασταθεί από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Αρ. 593/2000 "On the Law Applicable to Contractual Obligations" που είναι γνωστό ως "Rome I" που εφαρμόζεται και στην Κύπρο που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Άρθρο 1
(1)του Rome I, ορίζει ότι "..this Regulation shall apply in situations involving a conflict of laws, contractual obligations in civil and commercial matters". Το Άρθρο 1
(2)(c) του Rome I ορίζει ότι "....obligations arising out of matrimonial property regimes, property regimes of relationships deemed by the law applicable to such relationship to have compatible effects to marriage ..." δεν θα καλύπτονται από τον Κανονισμό. Το Άρθρο 11
(1)και 2) του Rome I ορίζει τα ακόλουθα υπό τον τίτλον "Formal Validity": "
  1. A contract concluded between persons who, or whose agents, are in the same country at the time of its conclusion is formally valid if it satisfies the formal requirements of the law which governs it in substance under this Regulation or of the law of the country where it is concluded.
  2. A contract concluded between persons who, or whose agents, are in different countries at the time of its conclusion is formally valid if it satisfies the formal requirements of the law which governs it in substance under the Regulation, or of the law of either of the countries where either of the parties or their agent is present at the time of conclusion, or of the law of the country where either of the parties had his habitual residence at that time. ...................................................." Η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης έγινε στην Κύπρο, μεταξύ μιας Κυπριακής Εταιρείας που είναι οι Ενάγοντες με τον Εναγόμενο Αρ. 2 που είναι κάτοικος Ρωσίας και ως εκ τούτου με βάση το Άρθρο 11 του Rome I εφαρμόζεται το Κυπριακό Δίκαιο. Οι Κανόνες (Rules) 207, 203 και 204 του Αγγλικού Συγγράμματος DICEY, MORRIS & COLLINS, "The Conflicts of Laws" 14η Έκδοση είναι σχετικοί. Επομένως δεν έχει αποδειχθεί ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης θα ήταν άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο (παρόλον που η θέση της Αιτήτριας είναι ότι το Κυπριακό Δίκαιο εφαρμόζεται και όχι το Ρωσικό). Η Αιτήτρια προς τούτο έχει παρουσιάσει τη δική της θέση ότι η εν λόγω συμφωνία δεν είναι άκυρη, προσκομίζοντας ως Τεκμ. 27 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov, σχετική νομική γνωμάτευση σε θέματα Ρωσικού δικαίου. Στην εν λόγω γνωμάτευση, οι Ρώσοι δικηγόροι της Αιτήτριας, Herbert Smith Freehills, απαντούν στα ερωτήματα κατά πόσο: (α) Χρειαζόταν η συγκατάθεση της συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση για την εκτέλεση της Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης, και (β) η συμφωνία δεν θα μπορούσε να ακυρωθεί ένεκα της έλλειψης της συγκατάθεσης της συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση, δεδομένου ότι αυτή ήταν παρούσα στις διαπραγματεύσεις και δεν εξέφρασε οποιαδήποτε ένσταση. Κατά την εν λόγω γνωμάτευση δεν χρειαζόταν να δοθεί η συγκατάθεση της συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση, και ότι υπό τις περιστάσεις η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως άκυρη. Από την άλλη ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης θα ήταν άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο. Στην παράγραφο 7(n) της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov, προωθείται ο ισχυρισμός ότι η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι άκυρη κάτω από το Ρωσικό δίκαιο, και προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 σχετική νομική γνωμάτευση. Με την νομική γνωμάτευση που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Chertkov όμως δεν απαντάται το ερώτημα κατά πόσο η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης είναι έγκυρη ή άκυρη, αφού η γνωμάτευση περιορίζεται σε γενικότητες επί θεμάτων Ρωσικού δικαίου. Ο δε τρόπος που παρουσιάζεται το όλο θέμα με την ένορκη δήλωση του κ. Chertkov και ο τρόπος που γίνεται η σχετική παραπομπή στο τεκμήριο 1 αυτής, θα μπορούσε να εκληφθεί ως παραπλανητικός προς το Δικαστήριο, αφού αφήνει να νοηθεί ότι η γνωμάτευση τοποθετείται επί της εγκυρότητας της συμφωνίας. Ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι το διάταγμα πάσχει καθότι δεσμεύει περιουσιακά στοιχεία τρίτου προσώπου, δηλαδή της συζύγου του καθώς και άλλων εταιρειών που αποτελούν ξεχωριστές νομικές οντότητες. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να έχει νομικό έρεισμα καθότι: (α) το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα δέσμευσης περιουσίας που κατέχεται από τρίτο πρόσωπο στη βάση της δικαιοδοσίας τύπου Chabra και (β) σε περίπτωση που τα διατάγματα όντως επεκτείνονται σε περιουσία τρίτων προσώπων, τότε αυτά τα πρόσωπα οφείλουν να απευθυνθούν προς το Δικαστήριο με σκοπό να εξαιρεθεί η περιουσία τους από την εμβέλεια των διαταγμάτων (βλ. HELI-AIR ν. DRESCHER,
(1988)1 Α.Α.Δ. 234). Σύμφωνα με τη νομολογία η δικαιοδοσία τύπου Chabra αναγνωρίζει την δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εναντίον προσώπου, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει απαίτηση ή αγώγιμο δικαίωμα, εάν το πρόσωπο κατέχει και ελέγχει περιουσία προσώπου εναντίον του οποίου δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων. Η εν λόγω δικαιοδοσία έχει αναγνωρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην αίτηση για έκδοση Certiorari στην υπόθεση Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926 όπου αποφασίστηκε ότι υπάρχει δυνατότητα στα πλαίσια αγωγής εναντίον ενός διαδίκου, να εκδοθούν ενδιάμεσα διατάγματα εναντίον άλλου προσώπου, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει εναντίον του απευθείας αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι η έκδοση διατάγματος είναι βοηθητική και παρεμπίπτουσα της αιτίας αγωγής του Αιτητή εναντίον του εναγομένου. Συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο ρητώς επισήμανε τα εξής: «Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στην σχετική απόφαση: 'In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra'. Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113 στην οποία τονίστηκαν τα εξής: 'Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant'». Στην απόφαση HELI-AIR ν. DRESCHER,
(1988)1 Α.Α.Δ. 234, αναγνωρίστηκε το δικαίωμα τρίτου προσώπου να αιτηθεί προς το Δικαστήριο για την ακύρωση διαταγμάτων που επηρεάζουν περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε αυτό. Η εξουσία του Δικαστηρίου να δεσμεύσει περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τρίτο πρόσωπο αλλά εκ πρώτης όψεως ανήκουν και/ή αποτελούν περιουσία του Εναγόμενου/ Χρεώστη (βλ. Re NICOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD
(1999)1 AAΔ 201. Στην υπόθεση αυτή έχει αποφασισθεί ότι είναι δυνατή η έκδοση διαταγμάτων τύπου MAREVA και εναντίον μη διαδίκων που δεν κατονομάζονται στην αγωγή. Ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου κ. Καλλής, αναφέρει στις σελίδες 207-209 της ανωτέρω απόφασης: "......Κατά πόσο διάταγμα τύπου Mareva μπορεί να εκδοθεί εναντίον προσώπου που δεν κατονομάζεται σαν εναγόμενο στην αγωγή. Στο σύγγραμμα "Mareva Injunctions: Law and Practice" των Steven Gee και G.M. Andrews, σελ. 70, υποδεικνύεται πως ένα τέτοιο διάταγμα δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί στο παρελθόν. Ωστόσο στην υπόθεση SCF v. Masri [1985] 1 W.L.R 876 υιοθετήθηκε η πρακτική της έκδοσης διατάγματος τα τύπου Mareva σε σχέση με κεφάλαια που κρατούνται από τον εναγόμενο ή από πρόσωπο το οποίο δεν είναι ο ιδιοκτήτης του ("nominee"). Εξέταση της υπόθεσης Masri (πιο πάνω) αποκαλύπτει ότι πράγματι έχει διαμορφώσει την αρχή η οποία αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα. Ακολουθεί πως είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος και εναντίον τρίτου προσώπου το οποίο δεν κατονομάζεται στην αγωγή (βλ. σελ.884). ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο ακύρωσης οι αιτητές ισχυρίσθηκαν ότι το διάταγμα τους προκαλεί σύγχυση αναφορικά με την υποχρέωση τους για συμμόρφωση επειδή δεν διατάσσονται οι ίδιοι - αλλά οι εναγόμενοι να μη αποξενώσουν χρήματα από το λογαριασμό τους. εντούτοις το οπισθογραφημένο διάταγμα επιδόθηκε στους αιτητές. Αυτός ο λόγος ακύρωσης εγείρει το θέμα της υποχρέωσης τρίτου προσώπου το οποίο λαμβάνει γνώση της έκδοσης διατάγματος τύπου Mareva να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Στο "Mareva Injunctions: Law and Practice" (πιο πάνω) το θέμα τίθεται ως εξής στη σελ.71: «A third party who has been notified of a Mareva injunction is bound to do whatever he reasonably can to preserve the defendant's assets. If he assists in their disposal or in any dealings prohibited by the count order, he will be guilty of a contempt of court ( Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558; Searose Ltd v. Seatrain (UK) Ltd [1981] 1W.L.R. 894, applying the principles in Acrow (Automation) Lrd v. Rex Chainbelt Inc [1971] 1 W.L.R. 1676: see also the comments of Kerr J in Harbottle Ltd v. National Westminister Bank [1978] QB 146,157.» Σε ελληνική μετάφραση «Τρίτο μέρος το οποίο έχει ειδοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva υποχρεούται να κάμει ότι είναι εύλογο να διατηρήσει τα κεφάλαια του εναγομένου. Αν βοηθήσει στη διάθεση τους ή σε οποιεσδήποτε πράξεις που απαγορεύονται από το διάταγμα του δικαστηρίου θα είναι ένοχος για περιφρόνηση του δικαστηρίου (Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558; Searose Ltd v. Seatrain (UK) Ltd [1981] 1W.L.R. 894, η οποία 209 εφάρμοσε τις αρχές της Acrow (automation) Ltd v. Rex Chainbelt Inc [1971] 1 W.L.R. 1676: βλ. επίσης τα σχόλια του Δικαστή Kerr στην Harbottle Ltd v. National Westminster Bank [1978] QB 146,157)". Από την εξέταση των πιο πάνω αυθεντιών καταδεικνύεται πως η νομική θέση, για συμμόρφωση, έχει διευκρινισθεί πλήρως και δεν εγείρεται καθόλου θέμα σύγχυσης. Ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.» Επομένως, η νομική αρχή που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Re NICOLAOU BROS TOURIST ENTERPRISES LTD (με την οποία υιοθετήθηκε στην Κύπρο η νομική αρχή της Αγγλικής υπόθεσης MASRI) - ότι το ενδιάμεσο διάταγμα δεν πρέπει να στρέφεται εναντίον του τρίτου προσώπου ως να ήταν διάδικος, αλλά πρέπει να στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου ως διάδικου και να επεκτείνεται σε περιουσία που ευρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου ως καταπιστευματοδόχου για τον Εναγόμενο, ως πραγματικό (BENEFICIAL OWNER) ιδιοκτήτη, δεσμεύοντας το τρίτο πρόσωπο, εφ' όσον επιδίδεται σ' αυτό, έχει πλήρη εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Τέτοιου τύπου ενδιάμεσα διατάγματα είναι πλέον συνήθη και εκδίδονται από τα Δικαστήρια μας. Τέτοια παραδείγματα είναι οι υποθέσεις: OAO BALTISKIY BANK v. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, Αίτηση Αρ. 1349/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - Απόφαση ημερ. 8.04.2011 του Λ. Παρπαρίνου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, OAO BALTISKIY BANK v. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO - Αίτηση Αρ. 1340/2009 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 2/12/2010 του Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, GLOBAL ALPHA STAR FUND MANAGEMENT LTD v. GLOBAL ALPHA STAR FUND LTD , Αίτηση Αρ. 708/2008 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Απόφαση ημερ. 19/1/2010, Μ. Χριστοδούλου Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε., SOLVOCHEM FRANCE SARL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ & ΑΛΛΩΝ, Αίτηση Αρ. 1/2006 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Απόφαση ημερ. 2/2/2007 - Κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, YUKOS CAPITAL SARL v. ROSNEFT
(2011)1 ALL ER 172 και DADOURIAN GROUP INTERNATIONAL v. AZURI
(2005)EWHC 1768) Το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει τα Εκδοθέντα Διατάγματα που αφορούν περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τρίτα πρόσωπα, ήτοι τη σύζυγο του Εναγομένου 2 και εταιρείες που του ανήκουν, δεδομένου ότι τέθηκε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ότι τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία ανήκουν και/ή ελέγχονται από τον Εναγόμενο 2 (βλ. παράγραφο 23 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov). Κρίνω ότι έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Διατάγματα ανήκουν και/ή ελέγχονται από τον Καθ΄ου η Αίτηση, καθώς: (α) κανένα πρόσωπο δεν έχει αιτηθεί την εξαίρεση των περιουσιακών του στοιχείων από τα Διατάγματα, εκτός από τον ίδιο τον Kαθ΄ου η Αίτηση, και (β) η σύζυγος του Εναγομένου 2, παρά το ότι έχει καταχωρήσει την αίτηση ημερομηνίας 02.09.2016 για παρέμβαση της στη διαδικασία, δεν έχει εγείρει οποιοδήποτε θέμα που αφορά την εμβέλεια των Διαταγμάτων, και περιορίζει την παρέμβαση της, στην έγερση θεμάτων κατάχρησης. Επομένως τα αιτούμενα Διατάγματα μπορούν να επεκτείνονται στα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της συζύγου του Εναγομένου 2 και σε εταιρείες που του ανήκουν, κάτω από την δικαιοδοσία τύπου Chabra, καθώς επίσης σε περίπτωση που τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία όντως ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα, αυτά τα πρόσωπα πρέπει να αιτηθούν την εξαίρεση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων από τα Διατάγματα, παραθέτοντας στοιχεία που να αποδεικνύουν την απόλυτη κυριότητα τους επί των εν λόγω στοιχείων (βλ. HELI-AIR ν. DRESCHER,
(1988)1 Α.Α.Δ. 234). Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα Διατάγματα πάσχουν καθότι αποτελούν διατάγματα παγκόσμιας εμβέλειας τα οποία καλύπτουν περιουσία αλλοδαπού προσώπου. Στην Κύπρο έχει αναγνωριστεί πλήρως η δυνατότητα των Δικαστηρίων να εκδίδουν διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων παγκόσμιας εμβέλειας, που να παγοποιούν περιουσιακά στοιχεία είτε αυτά βρίσκονται στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v Lasala
(2007)1 ΑΑΔ 162, το Δικαστήριο ανέφερε σχετικά τα εξής: «Είναι προφανές λοιπόν ότι, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 με το οποίο παρέχεται ευρύτατη εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα, και με βάση τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κιταλίδη (ανωτέρω) περί αναδιάπλασης του πλαισίου της εξουσίας των δικαστηρίων ώστε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που εκδίδονται να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς αλλά και τα όσα παρατηρήθηκαν, γενικά, σε σχέση με τις σύγχρονες μεταβολές στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων, παρείχετο έρεισμα στο πρωτόδικο δικαστήριο να εκδώσει, στην προκείμενη περίπτωση, παρεμπίπτοντα διατάγματα που να δεσμεύουν και περιουσιακά στοιχεία των εφεσειόντων, εκτός δικαιοδοσίας. Με την ευρύτητα του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως ερμηνεύτηκε στην Κιταλίδης (ανωτέρω), κρίνουμε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στο να επεκτείνει, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το διάταγμα τύπου Mareva που εξέδωσε και σε περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνουμε ότι στο Άρθρο 32 δεν τίθεται οποιοσδήποτε περιορισμός, εκτός από τις τρεις προϋποθέσεις.» Στην απόφαση Gorsoan Limited κ.ά. ν Bullock κ.ά., Αρ. Αγωγής 3573/12, 6.03.2013 (K. Σταματίου ΠΕΔ όπως ήταν τότε), έχει ξεκαθαριστεί ότι διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων παγκόσμιας εμβέλειας δύναται να στρέφεται και εναντίον προσώπου το οποίο βρίσκεται ή διαμένει εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή ανάλυση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων να εκδίδουν ενδιάμεσα διατάγματα όπως αυτή εξελίχθηκε ιστορικά με αναφορά σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, καταλήγοντας στα εξής: «Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία η εναγόμενη 1 δεν είναι κάτοικος Κύπρου, όμως η ισχυριζόμενη απάτη που διεπράχθη με θύματα τους ενάγοντες εμπλέκει και την ίδια μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους που ευρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην παρούσα αγωγή Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους εναγομένους που εδρεύουν εκτός Κύπρου. Είναι σημαντικό να σημειωθεί η διεθνής φύση των συναλλαγών, η ικανότητα των εναγομένων να διακινούν περιουσιακά στοιχεία σε διάφορες δικαιοδοσίες και επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν γνωρίζουν πού βρίσκεται η πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Στην υπόθεση Derby & Co Ltd and others v. Weldon and Others (Nos. 3 and 4) [1988] 1 Ch. 65 το Court of Appeal αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι παρόλο που ένα διάταγμα τύπου Mareva θα πρέπει συνήθως να εφαρμόζεται σε περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, σε κατάλληλες περιπτώσεις το δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει διάταγμα για περιουσιακά στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για την έκδοση του διατάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω, θεωρώ ότι το γεγονός ότι η εναγομένη 1 καθώς και άλλοι ουσιαστικοί εναγόμενοι ευρίσκονται στο εξωτερικό και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχουν περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας, δεν εμποδίζει την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva.» Επομένως σύμφωνα με τα πιο πάνω, σε σωρεία αποφάσεων Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εκδώσει διατάγματα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στο εξωτερικό εναντίον τόσο ημεδαπών όσο και αλλοδαπών διαδίκων (βλέπε ενδεικτικά την ενδιάμεση απόφαση του Γ. Στυλιανίδη Α.Ε.Δ. στην υπόθεση De Kalb Investments Ltd v Tolsticov κ.ά., Αρ. Αγωγής 7039/09 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 19.02.10. Ο ισχυρισμός του Καθ΄ου η Αίτηση ότι τα Διατάγματα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για το λόγο ότι αφορούν περιουσιακά στοιχεία αλλοδαπού τα οποία βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας είναι αβάσιμος και προσκρούει στις νομολογιακές αρχές στις οποίες έγινε αναφορά πιο πάνω και από τις οποίες προκύπτει ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν απόλυτη δικαιοδοσία σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, συμπεριλαμβανομένου της δικαιοδοσίας να εκδίδουν τα απαραίτητα διατάγματα, στη βάση της συμφωνίας αποκλειστικής δικαιοδοσίας που βρίσκεται στη Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης. Προς υποστήριξη της θέσης τους για ακύρωση των Διαταγμάτων, ο Καθ΄ου η Αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης το γεγονός ότι δήθεν δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον που δικαιολογεί την μονομερή αίτηση των Αιτητών. Όταν το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί δικαιοδοσία να εκδώσει ένα διάταγμα μονομερώς, δύναται να επανεξετάσει αυτό το σημείο, μόνο σε περίπτωση που προσκομιστεί μαρτυρία που να δείχνει ότι το Δικαστήριο είχε περιπλανηθεί ένεκα μη ουσιώδους αποκάλυψης των Αιτητών Στην απόφαση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος». Οι Ενάγοντες έχουν ήδη καταδείξει με τις παραγράφους 146-151 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov ότι δικαιολογείτο η έκδοση των Διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση, αφού όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω: (α) Ο Καθ΄ού η Αίτηση μερικές εβδομάδες πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση για την αγορά των μετοχών, αποξένωσε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1, (β) ο ίδιος μερικές εβδομάδες πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση για την αγορά των μετοχών, διευθέτησε την καταχώρηση των δύο άλλων αγωγών στο Δικαστήριο, με τις οποίες επιχειρούσε να εμποδίσει την έκδοση διαταγμάτων εναντίον του, (γ) ο Καθ΄ου η Αίτηση μερικές εβδομάδες πριν καταστεί πληρωτέα η δεύτερη δόση για την αγορά των μετοχών, έχει βγάλει αρκετά από τα περιουσιακά του στοιχεία εκτός δικαιοδοσίας και παραδέχεται ότι έχει πρόθεση να μεταφέρει τα περιουσιακά του στοιχεία στη Ρωσία για σκοπούς de-offshorization, (δ) παρόλον που η Εναγόμενη Αρ. 1 ήταν υπόχρεη να πληρώσει την 1η Δόση με βάσει την Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, όχι αργότερον της 15.06.2016 και τελικά παράβηκε την συμβατική υποχρέωση αυτής, η Αιτήτρια είχε συμβατική υποχρέωση με βάσει την Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης (σχετικός είναι ο όρος 3.3 του Τεκμ. 19 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov), να ακολουθήσει τον προβλεπόμενο μηχανισμό που απαιτούσε να αποσταλούν καταρχάς μια Γραπτή Ειδοποίηση 10 εργάσιμων ημερών στην Εναγόμενη Αρ.1 που να απαιτά την πληρωμή, και ύστερα μια αντίστοιχη γραπτή Ειδοποίηση 5 εργάσιμων ημερών στον Εναγόμενο Αρ. 2 ως εγγυητή, για να μπορεί να προχωρήσει να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, κάτι που έπραξε η Αιτήτρια πιστά όπως φαίνεται στις παραγράφους 103-105 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov. Οποιαδήποτε αγωγή καταχωρείτο από την Αιτήτρια χωρίς να ακολουθείτο η ανωτέρω υποχρεωτική διαδικασία που ορίζει ο όρος 3.3 της Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης, θα ήταν πρόωρη (PREMATURE) και θα κινδύνευε να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε καινούρια μαρτυρία από τον Καθ΄ου η Αίτηση που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτού του σημείου. Ο Καθ΄ου η Αίτηση προσπαθεί να ισχυριστεί ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφαλαίου 6, καθότι: (α) η αποξένωση της εταιρείας DCP Holdings Ltd, δεν είναι εύκολη ένεκα περιορισμών στο καταστατικό της που αφορούν τις δεσμεύσεις του Καθ΄ου η Αίτηση προς τον μέτοχο μειοψηφίας της εταιρείας (βλ. παραγράφους 20 και 21 της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov), και (β) λόγω του ότι χρειαζόταν άδεια από τις αρχές της Ρωσίας για την αλλαγή του τελικού ιδιοκτήτη μερικών εταιρειών στη Ρωσία (βλ. παράγραφο 33α της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov). Σε καμία όμως περίπτωση τα πιο πάνω, ακόμη και ένα ευσταθούν, δεν αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα που έπρεπε να αποκαλυφθούν, καθώς δεν επηρεάζουν την ύπαρξη των περιστάσεων που δικαιολογούσαν την μονομερή προσφυγή στο Δικαστήριο, αφού: (α) Οποιοιδήποτε περιορισμοί στο καταστατικό της DCP Holdings Ltd, μπορούσαν να παρακαμφθούν είτε παράνομα είτε με συμφωνία μεταξύ των μετόχων της εταιρείας και δεν αποτελούν ουσιαστικό εμπόδιο στην αποξένωση της. Επίσης η διαδικασία παράκαμψης ή ενεργοποίησης των εν λόγω μηχανισμών (για τους οποίους ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν προσκομίζει λεπτομέρειες), δεν θα ήταν τόσο χρονοβόρα που να δικαιολογούσε την καταχώριση αίτησης διά κλήσεως, (β) κατά τους ισχυρισμούς του ίδιου του Καθ΄ου η Αίτηση, οι εγκρίσεις και οι κυβερνητικές άδειες για την αλλαγή ιδιοκτησίας των περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία, είναι απαραίτητες μόνο για την αλλαγή τελικού ωφέλιμου δικαιούχου των σχετικών μετοχών, ενώ η αποξένωση μπορεί εύκολα να πραγματοποιηθεί χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στον τελικό ωφέλιμο δικαιούχο τους, (γ) σε κάθε περίπτωση, οι κυβερνητικές άδειες στις οποίες γίνεται αναφορά από τον Καθ΄ου η Αίτηση δεν είναι απαραίτητες για την αποξένωση των επίδικων περιουσιακών στοιχείων εφόσον αυτά δεν είναι στρατηγικής σημασίας (βλ. παράγραφο 67(c) της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Pankov), (δ) ενδεικτικά σημειώνεται ότι και η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 προϋπόθετε τη λήψη αριθμού εγκρίσεων καθώς και δικαστικών διαταγμάτων, τα οποία δεν αποτέλεσαν κώλυμα για την αποξένωση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1. Στις παραγράφους 76 έως 84 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov όπου αναλύεται με λεπτομέρεια πως ο καθ΄ου η Αίτηση πέτυχε σε διάστημα μηνών να λάβει όλες τις απαραίτητες ενέργειες περιλαμβανομένων δυο δικαστικών διαταγμάτων, για αποξένωση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1. Επομένως στη βάση των γεγονότων που εκτίθενται λεπτομερώς στις παραγράφους 146 -15 της ένορκης δήλωσης του κ.Pankov, αποδεικνύετο η ύπαρξη του στοιχείου του «επείγοντος» ως και των «ιδιαίτερων περιστάσεων» που προβλέπει το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 (βλ. σχετικά Αποστόλου v. Ιωάννου και Ιωάννου v. Αποστόλου, Έφεση Αρ. 20/2010 (Σχ. με 21/2010) Ημερ. 3.04.2012 Δ. Χ¨Χαμπής, Κ. Παμπαλής, Κ.Κληρίδης). Σε σχέση με την υποχρέωση του Αιτητή για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, στην πρόσφατη υπόθεση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING AG κ.α. ν. ADEONA HOLDINGS LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, 27.02.2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Η Αιτήτρια μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov κρίνω ότι έχουν προβεί σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών και σχετικών γεγονότων για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Πιο κάτω απαντάται ξεχωριστά κάθε ένας από τους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η Αίτηση περί μη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης από πλευράς της Αιτήτριας, όπως αυτοί περιέχονται στην παράγραφο 47 της ένορκης δήλωσης του κ. Chertkov. Ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζονται υπερκαλύπτουν την αξία της απαίτησης. Η πιο πάνω θέση όμως δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία επηρεάζονται από τα αιτούμενα Διατάγματα, ήτοι των εταιρειών Grain Terminal "KSK" JSC η οποία ελέγχεται μέσω της Κυπριακής εταιρείας DCP Holdings Ltd και Container Terminal "NUTEP" ΟΟΟ η οποία ελέγχεται μέσω της Κυπριακής εταιρείας Atokosa Ltd έχει αποκαλυφθεί δεόντως από την Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 135 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov γίνεται αναφορά στην αξία της Deloports και επισυνάπτεται ως τεκμήριο 36 έκθεση της Morgan Stanley ημερομηνίας 9.07.2014 η οποία αναφέρει συγκεκριμένα την αξία της AO KSK η οποία ελέγχεται μέσω της Κυπριακής DCP Holdings Limited. Στην ίδια παράγραφο γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην αξία της OOO Nutep στην οποία η Κυπριακή ATOKOSA Limited έχει 50% μερίδιο, με παραπομπή στην προσφορά που έγινε από την DP World για αγορά ενός μεριδίου αυτής, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 37. Όσον αφορά την αξία των περιουσιακών στοιχείων της συζύγου του Εναγόμενου 2, αυτή αναφέρεται ξεκάθαρα στην παρ. 23 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov. Οι Ενάγοντες επισυνάπτουν επιπρόσθετα ως τεκμήριο 33 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov αντίγραφο της Ετήσιας Έκθεσης για την OOO Deloports για το έτος 2015 στην οποία περιλαμβάνονται οι οικονομικές καταστάσεις αυτής με όλες τις σχετικές λεπτομέρειες για την αξία των περιουσιακών της στοιχείων. Ο καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε η εταιρική δομή της DCP Holdings Ltd και η οι δυσκολίες αποξένωσης της που βρίσκονται στο καταστατικό της. Η εταιρική δομή της DCP Holdings Ltd όμως αποκαλύπτεται στο τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov όπου επισημαίνεται συγκεκριμένα ότι αυτή κατέχεται κατά 75% μείον μιας μετοχής από την OOO Deloports (κάτι που αναφέρεται άλλωστε και στην ίδια την Αίτηση), και το εναπομείναν 25% πλέον μιας μετοχής από την εταιρεία Cargil International Luxembourg 2 S.A.R.L. Όσον αφορά δε το Καταστατικό της DCP Holdings Ltd, αυτό ούτε ήταν στη διάθεση της Αιτήτριας ούτε υπήρχε λόγος και ανάγκη να αποκαλυφθεί στα πλαίσια της παρούσας. Η δε ύπαρξη προνοιών που να καθιστούν αναγκαία τη συγκατάθεση του μετόχου που ελέγχει το 25% της DCP Holdings Ltd για τη μεταβίβαση περιουσιακών της στοιχείων, δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο που να έχριζε αποκάλυψης αφού σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει τον κίνδυνο αποξένωσης αυτών όπως αναλύεται και πιο πάνω. Τίποτα δεν εμπόδιζε τον Καθ΄ου η Αίτηση να λάβει την συγκατάθεση των συνεταίρων του στην DCP Holdings Ltd για να μεταβιβάσει τις μετοχές που κατέχει μέσω της OOO DELOPORTS στην DCP Holding Ltd (βλέπε παράγραφο 67 (
  1. c)της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Pankov). Ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε η σημασία των περιουσιακών στοιχείων της Atoksa / NUTEP και της συμφωνίας με την DP World. Η Αιτήτρια όμως έχει αποκαλύψει πλήρως τόσο τη σημασία όσο και την αξία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας Container Terminal "NUTEP" ΟΟΟ η οποία ελέγχεται μέσω της Κυπριακής εταιρείας Atokosa Ltd. Ως αναφέρεται ανωτέρω, στην παράγραφο 135 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov γίνεται αναφορά στην αξία της Container Terminal "NUTEP" ΟΟΟ στην οποία η Κυπριακή ATOKOSA Limited έχει 50% μερίδιο, με παραπομπή στην προσφορά που έγινε από την DP World για αγορά ενός μεριδίου αυτής, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 37. Περαιτέρω, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς του Καθ΄ου η Αίτηση, φαίνεται ξεκάθαρα από τα ανωτέρω ότι η προσφορά της DP World για αγορά μεριδίου της Container Terminal "NUTEP" ΟΟΟ έχει αποκαλυφθεί δεόντως από την Αιτήτρια. Η ισχυριζόμενη επίδραση που ενδέχεται να έχει η έκδοση των Διαταγμάτων στις διαπραγματεύσεις για την πιο πάνω προσφορά είναι ασήμαντη και δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η Αίτηση είναι μέχρι ποσού Δολ. Αμερικής $ 21.500.000 για να εξασφαλιστεί η πληρωμή της απαίτησης της Αιτήτριας και ο Καθ΄ου η Αίτηση μετά από την τροποποίηση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων που έγινε με αίτημα του, εάν ήθελε θα μπορούσε να αντικαταστήσει την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων με Τραπεζική Εγγυητική (Bank Guarantee) για το ποσό των Δολ. Αμερικής $ 21.500.000,00 κάτι που παρέλειψε να πράξει για να χρησιμοποιεί την ανωτέρω παράλειψη του ως λόγο ακύρωσης των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων. O Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε η ανάγκη εξασφάλισης αδειών για την αλλαγή του τελικού ιδιοκτήτη κάποιων περιουσιακών στοιχείων. Οι κυβερνητικές όμως άδειες οι οποίες δήθεν απαιτούνται για την αλλαγή της μετοχικής δομής των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η Αίτηση και οι οποίες σύμφωνα με αυτόν έπρεπε να αποκαλυφθούν από τους Αιτητές δεν είναι ούτε ουσιώδεις αλλά ούτε και σχετικές στην παρούσα περίπτωση, εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν μειώνουν τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του Καθ΄ου η Αίτηση. Περαιτέρω ο σχετικός Ρωσικός Νόμος όπως εμφαίνεται και στον τίτλο αυτού "FEDERAL LAW NO 57-FZ" ON PROCEDURE FOR MAKING FOREIGN INVESTMENTS INTO ENTITIES HAVING STRATEGIC IMPORTANCE FOR THE STATE DEFENCE AND SECURITY ημερ. 29.4.2008 δεν περιορίζει, ούτε απαγορεύει την διάθεση των στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων προς όφελος προσώπων που ελέγχονται από την Ρωσία. Περαιτέρω η ανωτέρω Ρωσική νομοθεσία δεν απαγορεύει την διάθεση μικρών μεριδίων και ποσοστών των ανωτέρων περιουσιακών στοιχείων, αλλά ούτε και την λήψη ετεροχρονισμένης έγκρισης των αρμοδίων αρχών, δηλαδή μετά που θα γίνει η διάθεση και μεταβίβαση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων (βλ. παράγραφο 67 (
  2. c)της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Pankov.) Ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε η Αιτήτριας και ο κ. Pankov είχαν γνώση της αναδιάρθρωσης του ομίλου Delo. Όσον αφορά την αναδιάρθρωση του ομίλου εταιρειών Delo, όλα τα ουσιώδη γεγονότα σχετικά με αυτήν έχουν αποκαλυφθεί δεόντως από τους Αιτητές. Στην παράγραφο 132 υπό την υποενότητα «Restructuring of Delo Group» που βρίσκεται στην ενότητα «Πλήρης και Ειλικρινής Αποκάλυψη» της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov, ως επίσης και στις παραγράφους 52 και 84 αυτής. Το γεγονός ότι η αναδιάρθρωση προετοιμάστηκε εν μέρει και από τον κ. Pankov, δεν αποτελεί γεγονός που έπρεπε να αποκαλυφθεί καθότι δεν είναι ουσιώδες γεγονός που ενδεχομένως να επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου. Στην παράγραφο 132 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov φαίνεται γιατί η αναδιοργάνωση του Ομίλου Delo Group παρόλον που είχε συμφωνηθεί να γίνει από τους διάδικους, τελικά έγινε με δόλιο τρόπο από τον Καθ΄ου η Αίτηση, γιατί κατά παράβαση του όρου 16.2 της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας μετοχών (Τεκμ. 18 στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov), ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν διευθέτησε την απαιτούμενη εκχώρηση των υποχρεώσεων πληρωμής της Εναγόμενης Αρ. 1 προς την Αιτήτρια με βάση την Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών στον νέο ιδιοκτήτη των Ρωσικών περιουσιακών στοιχείων που ήταν πρόσωπο που θα πληρούσε τις προϋποθέσεις που ορίζει ο όρος 16.2 της ανωτέρω Συμφωνίας, και έτσι κατέστησε την απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον της Εναγόμενης Αρ. 1 άνευ αντικειμένου, γιατί η Εναγόμενη Αρ. 1 δεν έχει οποιανδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Ο Καθ΄ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφτηκε το ότι ο κ. Pankov είχε ενημερωθεί για την ανάγκη εξασφάλισης της συγκατάθεσης της συζύγου του Εναγομένου 2. Το ότι ο κ. Pankov είχε ενημερωθεί ότι ενδεχομένως να υπήρχε ανάγκη εξασφάλισης της συγκατάθεσης της συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση για τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, βάσει του Ρωσικού Δικαίου, αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Pankov, αφού η συγκεκριμένη αλληλογραφία ανάμεσα σε αυτόν και την κα. Επαμεινώνδα, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που ανέλαβε την εκτέλεση των συμφωνιών παρατίθεται αυτούσια στο τεκμήριο 15 της ένορκης του δήλωσης. Στην παράγραφο 92 της ένορκης δήλωσης του κ. Pankov ο οποίος εξηγεί γιατί ο ίδιος θεώρησε ότι η εξασφάλιση της συγκατάθεσης δεν ήταν απαραίτητη, καθώς πιστεύει ότι η εν λόγω αλληλογραφία δεν είναι ουσιώδης, για το λόγο ότι οι επίδικες συμφωνίες ρητά διέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο και όχι το Ρωσικό και κατά συνέπεια η συγκατάθεση της συζύγου του Καθ΄ου η Αίτηση δεν ήταν απαραίτητη για τη σύναψη των συμφωνιών. Τέλος, σε σχέση με την καταχώρηση από την Αιτήτρια εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία στις δυο αγωγές που καταχωρήθηκαν εναντίον της, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω, δεν υπήρχε κανένας λόγος αποκάλυψης αυτού του γεγονότος από αυτήν καθώς η άποψη της είναι ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια να αποφασίσουν επί των επίδικων συμφωνιών και έτσι δεν είχε κανένα λόγο να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Μετά από όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω είναι η κατάληξη μου να εγκρίνω την αίτηση και να οριστικοποιήσω τα ήδη εκδοθέντα διατάγματα ως το Α (
  3. i)και (
  4. ii)της αίτησης με την προσθήκη και στη παρ.(
  5. ii)του λεκτικού «ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των Δολ. Αμερικής $21..500.000,00» . Εκδίδεται διάταγμα ως το B της αίτησης με την προσθήκη και σε αυτό του ίδιου ως άνω λεκτικού δηλαδή «ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των Δολ. Αμερικής $21.500.000,00», το αιτητικό Δ
(1)(α),(β) και (γ) και το αιτητικό (Ε) της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον του Εναγομένου 2/ Καθ΄ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) .................. Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.