← Κύπρος

ABDUL RAHMAN TABALO ν. GRETA KONSTANTINOVA, Αρ. Αγωγής: 2358 / 10, 11/10/2016

ABDUL RAHMAN TABALO ν. GRETA KONSTANTINOVA, Αρ. Αγωγής: 2358 / 10, 11/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A420 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2358 / 10 Μεταξύ: ABDUL RAHMAN TABALO Ενάγοντα Και GRETA KONSTANTINOVA Εναγομένης ------------------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11/10/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα : κα. Α. Γεωργίου για A. Chr. Theophilou LLC (για να ακούσει απόφαση η κα Χ. Μιχαηλίδου) Για εναγόμενη: κ. A. Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC (για να ακούσει απόφαση η κα Σ. Αρμεύτη) Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά - Τα δικόγραφα Μέρος της απαίτησης του ενάγοντα είναι αποδεκτό. Συγκεκριμένα το αξιούμενο ποσό εκ €3470 έγινε αποδεκτό από την εναγόμενη και μάλιστα κατόπιν συμφωνίας των μερών στις 2/2/2016 εξεδόθη απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για το εν λόγω ποσό, με αναστολή της μέχρι την ολοκλήρωση και την έκδοση τελικής απόφασης στα πλαίσια της υπ' αριθμό 18/2009 αίτησης περιουσιακών διαφορών του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ως επίδικες παρέμειναν οι αξιώσεις υπό Α, Γ, και Δ της έκθεσης απαίτησης ήτοι το ποσό των €800.-, ο τόκος τόσο επί του εν λόγω ποσού εκ €800.- όσο και σε ότι αφορά το πιο πάνω ποσό των €3470.- και τα έξοδα. Παρεμβάλλω εδώ ότι έγιναν προσπάθειες από το Δικαστήριο ενόψει της διευθέτησης που επήλθε εν σχέση με την αξίωση υπό Β της έκθεσης απαίτησης, που αφορούσε το μεγαλύτερο ποσό, για συνολική διευθέτηση της διαφοράς πλην όμως αυτό δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό αφού οι δύο πλευρές παρέμειναν αμετακίνητες από τις θέσεις τους. Ο ενάγοντας βασίζει την αξίωσή του για το ποσό των €800.- σε κατ' ισχυρισμό απόσπαση της επιταγής του με αρ.02255984 από μέρους της εναγόμενης και πλαστογράφηση της υπογραφής του από την ίδια και έκδοσης της επιταγής επ' ονόματι της για το ποσό αυτό το οποίο εισέπραξε. Εν σχέση με το ποσό των €3470.-, το οποίο καταβλήθηκε στην εναγόμενη δυνάμει συμφωνίας ως βραχυπρόθεσμο δάνειο, ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση και ή ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας όπως το εξοφλήσει οποιαδήποτε στιγμή το ζητήσει ο ενάγοντας. Η εναγόμενη με την τροποποιημένη υπεράσπισή της αρνείται ότι έγινε πλαστογραφία και ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι έγινε τέτοια πλαστογραφία, κάτι που αρνείται, αυτή έγινε κατόπιν έγκρισης και ή συναίνεσης και ή συγκατάθεσης και ή γνώσης και ή ανοχής του ενάγοντα. Περαιτέρω, εν σχέση με το ποσό των €3470.-, ισχυρίζεται ότι ήταν ξεκάθαρο ότι ο ενάγοντας ουδέποτε είχε πρόθεση να αξιώσει αυτά τα χρήματα που της δόθηκαν υπό μορφή δωρεάς και ή χαριστικά γιατί αυτά χρησιμοποιήθηκαν για ανάγκες και ή έξοδα της οικογένειας. Τέλος, προβάλει τη θέση ότι η αγωγή εγείρεται εκδικητικά και ή κακόβουλά και ή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του ενάγοντα. Ο ενάγοντας στην τροποποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση, αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγομένης και επαναλαμβάνει την έκθεση απαίτησής του. Αναφέρει δε ότι η αγωγή δεν ηγέρθη κακόβουλα ή εκδικητικά αλλά για αναγνώριση και δήλωση των δικαιωμάτων του. Περαιτέρω αναφέρει ότι ουδέποτε ενέκρινε ή και συναίνεσε ή και συγκατατέθηκε ή και ανέχτηκε ή και γνώριζε για την πλαστογράφηση της υπογραφής του και σε καμία περίπτωση δεν δώρισε και ή χάρισε στην εναγόμενη τα επίδικα ποσά. Τέλος ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αξιώνει δεν εμπίπτουν σε ποσά που δόθηκαν κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου ή και για κάλυψη οικογενειακών αναγκών υπό μορφή δωρεάς αφού ήδη με την εναγόμενη βρίσκονταν σε διάσταση. Η μαρτυρία Για την πλευρά του ενάγοντα κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου δύο μάρτυρες και πιο συγκεκριμένα ο ίδιος ο ενάγοντας (ΜΕ1) και ο Αντώνης Μιχαηλίδης (ΜΕ2). Για την πλευρά της εναγομένης δεν κατέθεσε οποιοσδήποτε μάρτυρας. Ο ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του ότι με την εναγόμενη ήταν παντρεμένοι μέχρι και τις 16/3/09 οπόταν εκδόθηκε διάταγμα διαζυγίου στα πλαίσια της αίτησης του 556/2008 (βλ. τεκμήρια 2 και 3). Ήδη από τις 30/9/08 βρίσκονταν σε διάσταση. Παρόλα αυτά ακόμα και κατά τη διάσταση, στην αρχή εξακολουθούσαν να ζουν χωριστά μεν αλλά κάτω από την ίδια στέγη μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 οπόταν και έφυγε από το σπίτι. Στις 13/10/08 ανακάλυψε ότι λείπουν τέσσερις σελίδες από το βιβλιάριο επιταγών του στη Λαϊκή Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού 028-11-006702 και με μοναδικό δικαιούχο τον ίδιο (βλ. τεκμήριο 4). Ρώτησε την εναγόμενη αν χρησιμοποίησε εκείνη αυτές τις επιταγές και αυτή αρνήθηκε. Την ίδια μέρα επισκέφθηκε την τράπεζα και έλεγξε τους αριθμούς των επιταγών που έλειπαν και φάνηκε πως δύο επιταγές είχαν εισπραχθεί από την εναγόμενη σε μετρητά με τη χρήση της δικής του υπογραφής η οποία ήταν φανερά πλαστή. Μία εκ των δύο αυτών επιταγών ήταν και η επίδικη για το ποσό των €800 με αριθμό 02255984 και ήταν ημερομηνίας 6/10/08 (βλ. τεκμήριο 5). Η δική του υπογραφή, ανέφερε, αποδεικνύεται μέσα από δύο εκ των διαβατηρίων του (βλ. τεκμήριο 12Α και 12Β ) όπου φαίνεται η πραγματική υπογραφή του. Τα δύο αυτά διαβατήρια ίσχυαν τον επίδικο χρόνο που έγινε η ισχυριζόμενη πλαστογραφία. Δύο εκ των τεσσάρων επιταγών αυτές με τον αριθμό 02255979 και 02255978 ήταν ήδη υπογραμμένες από τον ίδιο γιατί θα δίδοταν για τα έξοδα του σχολείου του παιδιού, δεν ήταν όμως συμπληρωμένες. Τελικά εκδόθηκαν στα ονόματα άγνωστων, για τον ίδιο, προσώπων. Η τέταρτη επιταγή με αριθμό 02255981 ήταν φανερά υπογραμμένη από την εναγόμενη διότι έφερε τη δική της υπογραφή για αυτό το λόγο φαίνεται να είχε εξαργυρωθεί ενώπιον της ΣΠΕ Μέσα Γειτονιάς, ενώ όσον αφορά την επίδικη επιταγή πλαστογράφησε την υπογραφή του διότι εξαργυρώθηκε στην Λαϊκή Τράπεζα και ξεγέλασε με αυτό τον τρόπο τον υπάλληλο εκεί (βλ. τεκμήρια 6,7 και 8). Ζήτησε από την τράπεζα να ακυρώσουν το βιβλιάριο επιταγών με τη δικαιολογία ότι χάθηκε επειδή ντρεπόταν να πει ότι η σύζυγός του το έκλεψε (βλ. τεκμήριο 9). Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε συζήτηση που είχε σχετικά με την εναγόμενη αλλά και σε προσπάθειά του να δηλώσει το γεγονός στην αστυνομία, χωρίς όμως να προωθηθεί ποινική διαδικασία αφού ενημερώθηκε στην αστυνομία ότι όταν πρόκειται για θέματα μεταξύ συζύγων δεν λαμβάνονται καταθέσεις. Αναφέρθηκε επίσης στη συνέχεια στις προσπάθειες εντοπισμού των πρωτότυπων των επιταγών και στην ενημέρωση που είχαν από την Τράπεζα ότι τα πρωτότυπα έχουν καταστραφεί σε πυρκαγιά στο υποστατικό που ήταν αποθηκευμένες. Πέραν των ανωτέρω ανέφερε ότι κατόπιν παράκλησης της εναγομένης στις 15/12/09 της δάνεισε υπό μορφή δανείου €3470 (βλ. τεκμήριο 10). Με την έκδοση απόφασης στις 2/2/16 για το ποσό αυτό αποδεικνύεται αναφέρει η αλήθεια των ισχυρισμών του. Ζήτησε επανειλημμένως τόσο προφορικά όσο και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 11/3/10 (βλ. τεκμήριο 11) την πληρωμή του ποσού του δανείου από την εναγόμενη πλην όμως αυτή παρέλειψε να καταβάλει το ποσό κατά την ημερομηνία πληρωμής του και εξακολουθεί να το οφείλει μέχρι σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για το ποσό των €800 της επιταγής το οποίο αξίωσε επανειλημμένως αλλά η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν του οφείλει τίποτε. Προχώρησε με την καταχώρηση αγωγής επειδή ο δικηγόρος του ζήτησε την πληρωμή από του δικηγόρους της εναγόμενης και αυτοί το απέρριψαν λέγοντας ότι δεν χρωστούν τίποτε. Κατά την αντεξέταση του, δέχτηκε ότι από Σεπτέμβριο και Οκτώβριο αλλά και τους επόμενους μήνες μέχρι το διαζύγιο ζούσαν με την εναγόμενη κάτω από την ίδια στέγη και κάλυπτε τα έξοδα του παιδιού και του σπιτιού αλλά ανέφερε ότι δεν εξουσιοδότησε ποτέ την εναγόμενη να υπογράψει επιταγές του ή να χρησιμοποιεί τις πιστωτικές του κάρτες ενώ αυτός κοιμόταν το βράδυ. Σε ό,τι αφορά τις 4 επιταγές στις οποίες αναφέρθηκε είπε ότι όταν πήγε στην τράπεζα βρήκε ότι είχαν αναληφθεί από το λογαριασμό του και πρόσθεσε ότι οι 2 επιταγές που έχουν την υπογραφή του, εκεί που γράφει ολογράφως το ποσό είναι ο γραφικός του χαρακτήρας και το ίδιο ποσό φαίνεται και σε αριθμούς. Και βλέπουμε το δικαιούχο της επιταγής με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα. Για αυτό δεν αξίωσε αυτές τις επιταγές γιατί ήταν δικό του λάθος αφού οι επιταγές υπογράφτηκαν και στο χώρο του ονόματος το άφησε κενό. Ενώ, όπως ανέφερε, στην επιταγή με τα €800, που είναι πλαστογραφημένη με όνομα δικαιούχου της πρώην γυναίκας του, βλέπουμε ότι το όνομα, το ποσό ολογράφως και με αριθμούς δεν είναι ο γραφικός του χαρακτήρας. Και η τέταρτη επιταγή για €85, με την υπογραφή της πρώην γυναίκας του και με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα του ποσού ολογράφως και με αριθμούς. Η γυναίκα του δεν έχει καμία εξουσιοδότηση στην τράπεζα να εκδίδει επιταγές από το βιβλιάριο επιταγών του. Οι αναφερόμενες 4 επιταγές πληρώθηκαν όλες. Σε ό,τι αφορά τις επιταγές τεκμήρια 7 και 8 με δικαιούχους το Γιώργο Αραβή και το Σωκράτη Παύλου αντίστοιχα δεν έλεγξε αν συνδέονται με την εναγόμενη γιατί κατέληξε ότι αυτός που έκλεψε τις επιταγές είναι κάποιος που ήταν μέσα στο σπίτι του. Δεν έπρεπε να πληρώσουν την επιταγή των €800 γιατί η υπογραφή κατά ένα 80% απέχει από τη δική του υπογραφή, ενώ πιστεύει ότι ο υπάλληλος δεν έλεγξε την υπογραφή για την επιταγή με τα €85 γιατί ήταν μικρό το ποσό. Για την επιταγή των €85 δεν κίνησε αγωγή διότι δεν άξιζε τον κόπο. Το έκανε για αυτήν των €800 που είναι ένα λογικό ποσό. Εξαιτίας της θέσης του στην τράπεζα δεν μπορούσε να καταγγείλει το θέμα και να παρουσιάσει τη γυναίκα του σαν κλέφτρα και έτσι απλά ακύρωσε το βιβλιάριο επιταγών δηλώνοντάς το ως κλοπιμαίο. Ακολούθως του έγιναν διάφορες ερωτήσεις επί του τεκμηρίου 15 Α και έδωσε τις απαντήσεις του. Επίσης απάντησε σε διάφορες άλλες ερωτήσεις που δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας απόφασης να αναφερθούν. Τέλος είπε ότι η απόδειξη της τράπεζας που εκτυπώθηκε φέρει την υπογραφή της εναγόμενης ότι πήρε τα λεφτά με τον αριθμό της ταυτότητάς της. Ακόμη εν σχέση με το ποσό το €3470 και το τεκμήριο 10 ανέφερε πως το ποσό πρέπει να πληρωθεί σύμφωνα με την απαίτησή του και ή να αφαιρεθεί από την απόφαση στην αίτηση 18/

  1. Τονίζει ότι το «και ή» σημαίνει ότι εναπόκειται στον ίδιο να το αποφασίσει. Ως ΜΕ 2 κατέθεσε ο Αντώνης Μιχαηλίδης ο οποίος ανέφερε ότι εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα από το 1996 και το 2013 με τη συγχώνευση στην Τράπεζα Κύπρου. Είναι συγκεκριμένα διευθυντής του υποκαταστήματος Μόλου, αριθμός
  2. Οι επιταγές τεκμήρια 5-8 ζητήθηκε από το γραφείο του κυρίου Θεοφίλου να δοθούν τα πρωτότυπα και μετά από αίτηση στο αρχείο της τράπεζας στη Λευκωσία τους προσκόμισαν επιστολή στην οποία αναφέρεται ότι οι επιταγές αυτές δεν κατέστη εφικτό να ανεβρεθούν καθότι την 21/1/09 ξέσπασε πυρκαγιά στην αποθήκη που βρίσκονταν αποθηκευμένες (βλ. τεκμήριο 16). Επίσης αναγνώρισε επιστολή που έδωσε στον ενάγοντα (τεκμήριο 17) η οποία αφορούσε το αίτημα του ενάγοντα για να του δοθούν τα πρωτότυπα των επιταγών με την οποία τον πληροφορούσε ότι για να δοθούν χρειάζεται διαταγή Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέτασή του απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις αλλά δε χρειάζεται να αναφερθώ στις απαντήσεις του. Η ουσία του πράγματος είναι πως σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε οι επιταγές αυτές καταστράφηκαν σε πυρκαγιά. Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή του μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και τις απαντήσεις τους αναφέρεται ότι αυτοί μου έχουν κάνει καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας έδωσε σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και θεωρώ πως δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία του κατά την αντεξέταση του. Κατά την κρίση μου κατέθεσε την αλήθεια. Παρεμβάλλω εδώ ότι δεν θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης, ο οποίος στην γραπτή του αγόρευση (βλ. σελ. 2 και 3) αναφέρεται σε αντιφάσεις στη μαρτυρία εν σχέση με αναφορές στα τεκμήρια 14 και 15Α που οδηγούν στο ότι δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ενάγοντα. Ο ενάγοντας ερωτώμενος εν σχέση με τις αντιφάσεις αυτές έδωσε εξηγήσεις που ευθέως αναφέρω ήταν απόλυτα λογικές και ικανοποίησαν το Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει με σεβασμό θα αναφέρω ότι πρόκειται για επουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες δεν μπορούν να αλλάξουν ούτε την εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο για τον μάρτυρα ως αναφέρεται πιο πάνω, ούτε την ουσία της μαρτυρίας του. Από την άλλη ο ΜΕ2 κατέθεσε ως εκ της θέσης του στην τράπεζα όσα γνώριζε και με βάση την πληροφόρηση και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή του. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και θεωρώ ότι πρόκειται αναμφίβολα για αξιόπιστο μάρτυρα. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω, την δικογραφία και την απόφαση ημερ.02/02/16 για μέρος της απαίτησης που αναφέρθηκε στην εισαγωγή της παρούσας, τα ευρήματα μου είναι τα εξής:
  3. Ο ενάγοντας με την εναγόμενη ήταν παντρεμένοι μέχρι και τις 16/3/09, οπόταν εκδόθηκε διάταγμα διαζυγίου στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 556/2008 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ήδη από τις 30/9/08 βρίσκονταν σε διάσταση. Παρόλα αυτά ακόμα και κατά τη διάσταση, στην αρχή εξακολουθούσαν να ζουν χωριστά μεν αλλά κάτω από την ίδια στέγη μέχρι και τον Απρίλιο του 2009 οπόταν και ο ενάγοντας έφυγε από το σπίτι. Μαζί απέκτησαν ένα παιδί.
  4. Ο ενάγοντας στις 13/10/08 ανακάλυψε ότι λείπουν τέσσερις σελίδες από το βιβλιάριο επιταγών του στη Λαϊκή Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού 028-11-006702 και με μοναδικό δικαιούχο τον ίδιο. Ρώτησε την εναγόμενη αν χρησιμοποίησε εκείνη αυτές τις επιταγές και αυτή αρνήθηκε. Την ίδια μέρα επισκέφθηκε την τράπεζα και έλεγξε τους αριθμούς των επιταγών που έλειπαν και φάνηκε πως δύο επιταγές είχαν εισπραχθεί από την εναγόμενη σε μετρητά με τη χρήση της δικής του υπογραφής η οποία ήταν φανερά πλαστή.
  5. Μία εκ των δύο αυτών επιταγών ήταν και η επίδικη για το ποσό των €800 με αριθμό 02255984 και ήταν ημερομηνίας 6/10/08 (βλ. τεκμήριο 5). Η επίδικη επιταγή είχε ως δικαιούχο την εναγόμενη.
  6. Το πρωτότυπο της επίδικης επιταγής δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί καθότι όπως ενημέρωσε τον ενάγοντα η τράπεζα καταστράφηκε σε πυρκαγιά στο υποστατικό που ήταν αποθηκευμένη.
  7. Στις 15/12/09 ο ενάγοντας κατέβαλε στην εναγόμενη υπό μορφή δανείου το ποσό των €3470.- σε μετρητά, και η εναγόμενη υπέγραψε σχετικά απόδειξη είσπραξης (τεκμ.10). Με βάση δε το τεκμ.10 η εναγόμενη ανέλαβε να εξοφλήσει ολόκληρο το ποσό οποιαδήποτε στιγμή το ζητήσει (ο ενάγοντας) και ή να αφαιρεθεί από την δικαστική απόφαση στην αίτηση της με αρ.18/09 του Δικαστηρίου Λεμεσού, εάν υπάρξει υπέρ της τέτοια απόφαση.
  8. Ο ενάγοντας ζήτησε επανειλημμένως τόσο προφορικά όσο και με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 11/3/10 την πληρωμή του ποσού του δανείου πιο πάνω από την εναγόμενη πλην όμως αυτή παρέλειψε να καταβάλει το ποσό κατά την ημερομηνία πληρωμής του και εξακολουθεί να το οφείλει μέχρι σήμερα. Το ίδιο ισχύει και για το ποσό των €800 της επιταγής το οποίο αξίωσε επανειλημμένως αλλά η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν του οφείλει τίποτε. Διαπιστώσεις - Συμπεράσματα Κατ' αρχήν αναφέρεται εδώ πως θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντα ότι η πλευρά της εναγόμενης αναφορικά με το θέμα της επιταγής δεν ξεκαθάρισε ποτέ μέσα από την ακροαματική διαδικασία ποια είναι η υπεράσπιση της. Στο δικόγραφο της η εναγόμενη αρνείται ότι προέβη σε πλαστογραφία, ενώ περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι έγινε τέτοια πλαστογραφία, κάτι που όπως αναφέρει αρνείται, αυτή έγινε κατόπιν έγκρισης και ή συναίνεσης και ή συγκατάθεσης και ή γνώσης και ή ανοχής του ενάγοντα. Παρεμβάλλω ότι με βάση τη Νομολογία είναι αποδεκτή η προβολή στο δικόγραφο διαζευκτικών ισχυρισμών, όμως κατά την ακροαματική διαδικασία ο διάδικος οφείλει να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Εδώ αυτό δεν έγινε, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω δεν συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο αυτόματα θα εκδώσει απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Το ζητούμενο, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι κατά πόσο ο ενάγοντας με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που ήταν στους ώμους του. Το κριτήριο δε είναι το κατά πόσο ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. το σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη σελ. 196 επ.). Ο ενάγοντας βασίζει την αξίωση του σε απόσπαση της επίδικης επιταγής από την εναγόμενη και πλαστογράφησης της υπογραφής του από την ίδια κατά τρόπο ώστε να εκδοθεί επ' ονόματι της η επιταγή και να εισπράξει το ποσό που την αφορούσε δηλαδή €800.-. Δεν αμφισβητείται ότι η επίδικη επιταγή με ημερομηνία 06/10/08 εξεδόθη επ' ονόματι της εναγόμενης, κατατέθηκε στην Λαική Τράπεζα και εξαργυρώθηκε από την ίδια. Όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ενάγοντα ότι η υπογραφή στην επιταγή δεν ανήκει στον ίδιο και πως η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Αποτελεί δε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον χρόνο που η επιταγή εξαργυρώθηκε δηλ. 06/10/08 αλλά και κατά την ημερομηνία που ο ενάγοντας ανακάλυψε ότι η επιταγή έλειπε από το βιβλιάριο του δηλ. 13/10/08, οι διάδικοι ήταν μεν σε διάσταση αλλά έμεναν κάτω από την ίδια στέγη. Από την άλλη είναι προφανές από τη μαρτυρία ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η εναγόμενη έχει πλαστογραφήσει σε οποιοδήποτε χρόνο την υπογραφή του ενάγοντα. Ελλείψει άμεσης μαρτυρίας περί της πλαστογράφησης της επιταγής από την εναγόμενη, ελλείψει μαρτυρίας εμπειρογνώμονα ή άλλης μαρτυρίας που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό το ζητούμενο, συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει τέτοιο συμπέρασμα και πως μόνον εικασίες μπορούν να γίνουν για τούτο. Όμως ακόμη και έτσι η εναγόμενη κατά την κρίση μου δεν απαλλάσσεται. Και εξηγώ. Όταν ο ενάγοντας ανακάλυψε ότι έλειπαν 4 σελίδες από το βιβλιάριο επιταγών του, στο οποίο με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του ενάγοντα η εναγόμενη είχε πρόσβαση, ερώτησε την εναγόμενη αν χρησιμοποίησε η ίδια τις επιταγές αυτές και η τελευταία αρνήθηκε. Παρεμβάλλω ότι όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω μια εξ' αυτών των επιταγών ήταν και η επίδικη. Όμως από περαιτέρω έρευνα του ενάγοντα στην τράπεζα του διαπιστώθηκε ότι η επίδικη επιταγή, με πλαστογραφημένη την υπογραφή του, έφερε ως δικαιούχο την εναγόμενη, η οποία την εξαργύρωσε στις 06/10/08 και εισέπραξε το ποσό των €800.-. Με βάση αυτά και έχοντας κατά νου το σύνολο των γεγονότων όπως προκύπτουν μέσα από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, προκύπτει ότι η εναγόμενη απέσπασε την επίδικη επιταγή από το βιβλιάριο των επιταγών του ενάγοντα και την εξαργύρωσε χωρίς την εξουσιοδότηση του. Η εναγόμενη γνώριζε ότι δεν έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα εν σχέση με την επιταγή αυτή, όπως επίσης γνώριζε ότι η επιταγή δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντα. Εν σχέση με το τελευταίο θέμα της υπογραφής, με δεδομένο ότι όταν η επιταγή αποσπάστηκε και περιήλθε στην κατοχή της δεν ήταν υπογραμμένη από τον ενάγοντα, μόνον η ίδια γνωρίζει αναφέρεται τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή υπεγράφη, συνθήκες όμως που επέλεξε, δια της επιλογής της να μην καταθέσει, να αφήσει αδιευκρίνιστες. Εν κατακλείδι αναφέρεται ότι η εναγόμενη ενόψει των ανωτέρω και του δόλιου τρόπου που απέκτησε την επιταγή, δεν έγινε ποτέ κάτοχος για αξία ή νομιμοποιημένος κομιστής (ελλείψει καλής πίστης) και συνεπώς δεν είχε δικαίωμα να την εξαργυρώσει. Η ενέργεια της να το πράξει συνεπώς έγινε δόλια και η οικειοποίηση του ποσού που αφορούσε η επιταγή ήταν παράνομη. Οφείλει συνεπώς να επιστρέψει το ποσό αυτό με νόμιμο τόκο. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στο σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή του Χριστάκη Λουκά, 2η έκδοση 1997, για την πλαστογράφηση επιταγής (σελ.246-259) και πιο συγκεκριμένα για το δικαίωμα αγωγής εναντίον προσώπου που εξαργυρώνει πλαστογραφημένη επιταγή (σελ.258-259), σε συνάρτηση με όσα αναφέρονται για τον κάτοχο γι' αξία (σελ.165-170) και τον νομιμοποιημένο κομιστή (σελ. 139-150). Βεβαίως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί το εξής. Με έχει προβληματίσει το θέμα του κατά πόσο τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου καλύπτονται από το δικόγραφο του ενάγοντα. Εκ πρώτης φαίνεται πως όχι, με δεδομένη τη διατύπωση της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης. Όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα απόρριψης της αγωγής εκ τούτου. Και εξηγώ. Η υπεράσπιση της εναγόμενης για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν γίνεται αποδεκτή. Ελλείψει δε συγκεκριμένης θέσης από πλευράς της εναγόμενης αλλά θα μπορούσε να λεχθεί και λόγω μη αμφισβήτησης των όσων εύλογα προέκυπταν από τη μαρτυρία και αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, θεωρώ ορθό και δίκαιο να διατάξω τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης για να καλύπτεται σε όλη της την έκταση η βάση της αξίωσης του ενάγοντα για επιστροφή του ποσού των €800.-. Έτσι θεωρώ ότι απονέμεται ορθά δικαιοσύνη. Συνεπώς διατάσσεται η τροποποίηση της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης κατά τρόπο ώστε να γίνεται αναφορά αντί σε πλαστογράφηση της επιταγής από την εναγόμενη, σε πλαστογράφηση κάτω από συνθήκες που μόνον η ίδια η εναγόμενη γνωρίζει και έκδοση της επιταγής επ' ονόματι της, άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος από πλευράς της, και σε εξαργύρωση της επιταγής από την ίδια εν γνώσει της περί της πλαστογράφησης και κατ' επέκταση της μη ύπαρξης εξουσιοδότησης από πλευράς ενάγοντα για τούτο. Επίσης να αναφέρεται ότι αξιώνεται η επιστροφή του ποσού που η εναγόμενη είσπραξε δόλια και οικειοποιήθηκε παράνομα. Γενικότερα η τροποποίηση να συνάδει με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου πιο πάνω. Κατά τα λοιπά η παράγραφος στο βαθμό που μιλά για απόσπαση της επιταγής και είσπραξη του ποσού των €800.- να παραμείνει ως έχει. Τόκοι όσον αφορά το ποσό των €3.470.- Ζητούνται με βάση την αξίωση Γ της έκθεσης απαίτησης νόμιμοι τόκοι. Η αξίωση αυτή αφορά και το ποσό των €3.470.- (επίδικο θέμα). Με βάση το τεκμήριο 10 η εναγόμενη όφειλε να επιστρέψει το ποσό οποιαδήποτε στιγμή το ζητήσει (ο ενάγοντας) και ή να αφαιρεθεί από την δικαστική απόφαση στην αίτηση της με αρ.18/09 του Δικαστηρίου Λεμεσού, εάν υπάρξει υπέρ της τέτοια απόφαση. Από τη στιγμή που ο ενάγοντας, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, απαίτησε την καταβολή του ποσού η εναγόμενη όφειλε να το πληρώσει ανεξάρτητα της αναφερόμενης αίτησης. Συνεπώς με σεβασμό αναφέρω ότι διαφωνώ με την θέση που προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης στην αγόρευση του (βλ. σελ.4) και κρίνω ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε πληρωμή νόμιμου τόκου από την καταχώρηση της αγωγής. Κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης ως εξής: (α) Για ποσό €800.- με νόμιμο τόκο από 03/05/2010 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. (β) Για την πληρωμή νόμιμου τόκου επί του ποσού των €3.470.- από τις 03/05/2010 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η παρούσα απόφαση να μην συνταχθεί μέχρι η πλευρά του ενάγοντα να καταχωρήσει τροποποιημένη έκθεση απαίτησης όπως διατάχθηκε πιο πάνω. (Υπ.) ........... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Απόσπαση και πλαστογράφηση επιταγής / τόκοι cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.