← Κύπρος

ARISTOS OFFICESERV. NET LTD ν. SHAROV GROUP P. R. LTD, Αρ. Αγωγής: 66/2016, 3/10/2016

ARISTOS OFFICESERV. NET LTD ν. SHAROV GROUP P. R. LTD, Αρ. Αγωγής: 66/2016, 3/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A409 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 66/2016 Μεταξύ: ARISTOS OFFICESERV. NET LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και SHAROV GROUP P. R. LTD, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------ Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου 2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ευτ. Κουζαρή Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κα Ι. Ιωσηφάκη ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης πλέον τα έξοδα. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε Δ.2 θ.6

(2), Δ.18, Δ.48 θ.1, 2, 3, 5, 7, 8, 9 και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Άριστου Παπαστυλιανού. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μία αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, επιβεβαιώνει θετικά το απαιτούμενο ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει υπόλοιπο αξίας από πώληση εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών και γι' αυτό κάλεσαν γραπτώς τους εναγόμενους όπως καταβάλουν το αιτούμενο ποσό, το οποίο παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Ακολούθως προβαίνει σε μία αναφορά ως προς το ιστορικό της παρούσας διαδικασίας ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε ουσιώδη υπεράσπιση και ότι η καταχώρηση της ένστασης ουσιαστικά αποσκοπεί στην καθυστέρηση της έκδοσης απόφασης και σε κατάχρηση της διαδικασίας. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση με νομικό υπόβαθρο τη Δ.18 θ.1-9, Δ.48 θ.1-4, το άρθρο 30 του Συντάγματος, τη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προέβαλαν συνολικά 5 λόγους ένστασης που έχουν ως επίκεντρο την επίκληση ουσιαστικής και καλόπιστης υπεράσπισης που τους δίδει το δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να τύχουν δίκαιης δίκης και ότι σε περίπτωση που δεν τους δοθεί τέτοια ευκαιρία θα προκαλείτο μεγάλη αδικία στους εναγόμενους. Επιπλέον επικαλούνται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί η απαίτηση των εναγόντων καθαρή και αδιαμφισβήτητη. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Gerda Kristina Teiserskyte. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά προβαίνει σε μία αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων εκτός όπου εκεί προβαίνει σε ρητές παραδοχές και ακολούθως για σκοπούς υπεράσπισης αναφέρει ότι οι εναγόμενοι ενημέρωσαν τους ενάγοντες ότι υπάρχει πρόθεση αποκοπής και συμψηφισμού από την οικονομική κατάσταση λόγω του ότι κάποια από τα εμπορεύματα τα οποία παραδόθηκαν δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και διαγραφές οι οποίες περιγράφονται σ' αυτά και για τα οποία οι ενάγοντες αρνήθηκαν να αντικαταστήσουν τα ελαττωματικά εμπορεύματα. Εν κατακλείδι η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλό συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση και καλή ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση και είναι ορθό και δίκαιο να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν υπεράσπιση ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα κληθούν να καταβάλουν ποσά για τα οποία δεν είναι υπόχρεοι να καταβάλουν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, το περιεχόμενο της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, αλλά και τις εισηγήσεις αμφοτέρων των ευπαίδευτων συνηγόρων, κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις κρίνει ότι αυτές πληρούνται διότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και ο ενόρκως δηλών στην υπό εξέταση αίτηση επαληθεύει το αξιούμενο ποσό και ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Επίσης ο ενόρκως δηλών ορκίζεται θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό. Στον αντίποδα τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα που υποστηρίζει την ένσταση δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν συζητήσιμη υπεράσπιση για σκοπούς της υπό εξέταση αίτησης διότι η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε μία γενική, ασαφή και αόριστη αναφορά περί ελαττωματικών προϊόντων που δεν πληρούσαν προδιαγραφές χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα για ποια και πόσα εμπορεύματα κάνει αναφορά και ποια η συγκεκριμένη αξία αυτών ως επίσης πού υπήρχαν ελαττώματα και έκπτωση από τις προδιαγραφές. Η αναφορά της ενόρκως δηλούσας αυτή δεν παρέχει στο Δικαστήριο ασφαλές υπόβαθρο για να εξάξει τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα που να δικαιολογούν και να στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Επίσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ρητή που να στοιχειοθετεί την αναφορά των εναγομένων ότι κάλεσαν τους ενάγοντες να αντικαταστήσουν τα ισχυριζόμενα ελαττωματικά προϊόντα διότι απουσιάζει παντελώς οποιαδήποτε γραπτή μαρτυρία περί τούτου ενώ αντίθετα οι ενάγοντες προσκόμισαν σχετική επιστολή με την οποία καλούσαν τους εναγόμενους να καταβάλουν το απαιτούμενο ποσό και η εν λόγω επιστολή παρέμεινε αναπάντητη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει οι ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν τις προϋποθέσεις της Δ.18, οι λόγοι ένστασης κρίνονται ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €905,08 με νόμιμο τόκο από 14/1/16 πλέον τα έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Τελική συνοπτική Απόφαση [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.