ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. Στέλλα Ηρακλή Αριστοτέλους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3765/13, 6/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A414 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3765/13 ΜΕΤΑΞΥ: ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και
- Στέλλα Ηρακλή Αριστοτέλους εκ Λεμεσού
- Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.8.2015 Ημερομηνία: 6 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 2-Αιτητή: κα Δέσποινα Κουρουσίδου Για την Ενάγουσα-Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Ο Εναγόμενος 2-Αιτητής με την αίτηση του ημερ. 28.8.2015 αιτείται: «Α. Τα νομικά σημεία και/ή οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης-Αιτήτριας προδικαστούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και/ή πριν από την ακρόαση ολόκληρης της Αγωγής. Β. Τα έξοδα.» Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, Θ.1-2, Δ.48, Θ.1-3, στο άρθρο 54 του Συντάγματος, στο άρθρο 18 του περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε και στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς. Στο σημείο αυτό και προτού πραγματευτώ την παρούσα αίτηση, θα πρέπει να αναφέρω ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε και κατ' επέκταση αφορά μόνο την Ενάγουσα και όχι την Εναγομένη 1, αφού καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει επί προδικαστικών νομικών σημείων που εγείρονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου
- Ως εκ τούτου η κα Τόκα η οποία εμφανίζεται για την Εναγομένη 1 δεν έλαβε μέρος στην διαδικασία κι ούτε ήθελε να παρέμβει για να αναφέρει οτιδήποτε. Η αίτηση είναι μεταξύ του Εναγομένου 2-Αιτητή και της Ενάγουσας/Καθ΄ης η Αίτηση. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαίρης Δαμιανού η οποία αναφέρει: «
- Είμαι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Λεμεσό και γνωρίζω τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης τον οποίο τηρώ στα πλαίσια των καθηκόντων μου είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης που έχω στην κατοχή μου, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και ειδικότερα των εγγράφων προτάσεων, και από πληροφορίες και νομική συμβουλή που λαμβάνω από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση.
- Εξ' όσων με πληροφορεί η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και απ' ότι προκύπτει από την Υπεράσπιση του Εναγομένου 2, ο Εναγόμενος 2 εγείρει νομικό σημείο όπως περιγράφεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης του Εναγομένου
- Εάν προδικαστεί το νομικό σημείο που εγείρεται με την προδικαστική ένσταση πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και σε περίπτωση που το θέμα αποφασισθεί υπέρ του Εναγόμενου 1, εμποδίζεται η περαιτέρω προώθηση της αγωγής και η αγωγή καθίσταται άνευ αντικειμένου.
- Εξ' όσων καλύτερα πιστεύω όπως προκύπτει από τη δικογραφία, και με βάση τη νομική συμβουλή που λαμβάνω, υπάρχει ανάμεσα στους διαδίκους παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να προδικαστεί το νομικό σημείο. Το παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο είναι η απόρριψη από το Υπουργικό Συμβούλιο της αίτησης της Ενάγουσας για παραχώρηση κρατικής γής, η ορθότητα της οποίας, ζητεί η Ενάγουσα να ελεγχθεί με την παρούσα αγωγή.» Ήταν δε η θέση της, εν τέλει, ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να προδικαστούν και ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο πρώτα, πριν την ακρόαση ολόκληρης της Αγωγής και ισχυρίζεται ότι το παρόν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία και/ή αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση καθότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας αφού το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα άπτεται της ορθότητας της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου και/ή άσκησης εκτελεστικής εξουσίας η οποία δεν ελέγχεται δικαστικώς. Νομική πτυχή Επισημαίνω καθηκόντως, ότι οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων σύμφωνα με τη Δ.27 θ.1, επί της οποίας βασίζεται και η παρούσα αίτηση, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προδικαστικά εκδικάζονται μόνο καθαρά νομικά σημεία (Malachtos v Armeftis
(1985)1 C.L.R. 548), νοουμένου ότι ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις, σύνοψη των οποίων δίδει η υπόθεση Χ''Οικονόμου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ. μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1986)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322.) Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Πάντως, σύμφωνα με τη Διαταγή 27, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να αποφασίσει προδικαστικό νομικό σημείο που εγείρεται στα δικόγραφα σε οποιοδήποτε στάδιο του φαίνεται κατάλληλο. Παραθέτω τη Δ.27, θ.1: «Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.»[1] Εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι το εγειρόμενο νομικό σημείο θα είναι καθοριστικό για την έκβαση της δίκης ή ενός ουσιώδους θέματος στη δίκη, τότε είναι εύλογο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης να το ακούσει προδικαστικά και κατά προτεραιότητα αφού, σύμφωνα με τη Δ.27, θ.2, θα έχει την εξουσία, αποφασίζοντας επί του σημείου αυτού, ακόμη και να απορρίψει την αγωγή σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο ή να εκδώσει διάταγμα ως θα κρίνει δίκαιο. Παραθέτω τη Δ.27, θ.2: «Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί μετά τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο.».[2] Στην υπόθεση Χρίστος Χ' Παύλου και Υιοί Λτδ v Δήμος Λεμεσού
(1998)1 ΑΑΔ 2046 το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Διάταξη 27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Άφησε όμως ανοικτό το ενδεχόμενο το πρώτο σκέλος να δύναται να παραμεριστεί από τη στιγμή βεβαίως που οι διάδικοι συναινούν σε κάτι τέτοιο, πάντοτε ασφαλώς στη βάση των προαναφερομένων αρχών. Επίσης στην υπόθεση The Heirs of the late Theodora Panayi i.e. Andreas Foti and two others v The Administrators of the estate of the late Stylianos Georghi Mandrioti i.e. Socrates Stylianou Mandriotis and another
(1963)2 C.L.R. 167, αποφασίστηκε ότι εκεί που εγείρονται νομικά σημεία στις έγγραφες προτάσεις το ενδιαφερόμενο μέρος θα πρέπει να αποτείνεται στο Δικαστήριο και να ζητά όπως τα νομικά σημεία που εγείρονται αποφασιστούν πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και να μην περιμένει να τα εγείρει κατά την ημέρα της ακρόασης όταν όλοι οι διάδικοι θα έχουν καλέσει τους μάρτυρες τους και θα ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Κανονικά, ανάφερε το Ανώτατο Δικαστήριο, η αίτηση για εξέταση νομικού σημείου θα πρέπει να υποβληθεί στο στάδιο της αίτησης για οδηγίες. Στη δε υπόθεση οικογενειακού δικαίου Ανδρούλλα Χαραλάμπους v Ανδρέα Σόλωνος
(1994)1 Α.Α.Δ. 716, το Ανώτατο Δικαστήριο, ως δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, αποδεχόμενο σχετική έφεση αποφάσισε ότι τα εγειρόμενα θέματα ήταν αμιγώς νομικά σημεία καθοριστικά για την έκβαση της αγωγής και συνεπώς έπρεπε να είχαν εκδικαστεί σαν προκαταρκτικά νομικά σημεία δυνάμει της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το τι αποτελεί 'νομικό σημείο' δεν μπορεί πλήρως και εξαντλητικά να οριστεί. Συμπεριλαμβάνει όμως, μεταξύ άλλων, εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα καθώς και ζητήματα ερμηνείας και προσδιορισμού του σκοπού του υπό συζήτηση νόμου. Στην προγενέστερη (με την πιο πάνω) υπόθεση In re HjiCostas
(1984)1 C.L.R. 513, αναφέρθηκαν επ' ακριβώς τα εξής, τα οποία ομιλούν από μόνα τους: "So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law." Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες νομολογημένες αρχές καθώς και το πραγματικό πλέγμα γεγονότων, θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω κατ΄αρχήν, ότι ενώπιον μου δεν έχουν τεθεί ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα πραγματικά γεγονότα και από τις δύο πλευρές. Καλείται δε το Δικαστήριο, με βάση τα δικόγραφα, να εξάξει συμπεράσματα για το ποια γεγονότα θεωρούνται αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά και από τις δύο πλευρές και ως εκ τούτου να εμπίπτουν κάτω από τη σφαίρα της Διάταξης 27 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών για εξέταση πριν από την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Οι δύο πλευρές για σκοπούς εξέτασης της αίτησης τους καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, μέσα από τις οποίες υποστηρίζουν και αναλύουν τις θέσεις τους. Τα όσα οι συνήγοροι αναπτύσσουν στις αγορεύσεις τους, έχουν καταγραφεί και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, θα αναφερθούν δε εκεί που κρίνεται, ότι είναι αναγκαίο προς τούτο. Ήταν η θέση του δικηγόρου της ενάγουσας, ότι οι πράξεις διαχείρισης της κρατικής περιουσίας εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού και όχι του δημόσιου δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος (Tekkis v Republic
(1982)3 C.L.R. 680). Ειδικότερα, η απόρριψη της αίτησης για παραχώρηση κρατικής γης, κρίθηκε ως αναγόμενη σε διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του κράτους και ως τέτοια μη εμπίπτουσα στα πλαίσια του Άρθρου 146 (C. Kontos Estates Ltd v Δημοκρατίας κ.α.
(1991)4 Α.Α.Δ. 2473). Προβάλλεται δε, ότι η απόφαση του Εναγόμενου 2- αιτητή, ημερομηνίας 20.03.2012, επί του σημείου ότι το αίτημα της απορρίφθηκε, δεν στερείται θεραπείας. Αναφέρει ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη δημοσίου δικαίου, αλλά ανάγεται εις την σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και αρμόδιο δικαστήριο να επιληφθεί της υποθέσεως είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Εν τέλει δε, η Ενάγουσα καθ΄ης η αίτηση, εισηγείται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι αρμόδιο Δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση και ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2-Αιτητή στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου καλώντας δε το δικαστήριο να απορρίψει την προδικαστική ένσταση των Εναγομένων-Αιτητών με έξοδα εναντίον τους και να ακούσει μαρτυρία επί του συνόλου των γεγονότων και ουσίας της υποθέσεως. Από την αντίπερα όχθη, ήταν η θέση του Εναγόμενου 2 - Αιτητή, ότι η αίτηση αυτή θα πρέπει να πετύχει και η αγωγή να απορριφθεί, όχι μόνο γιατί αυτή ανάγεται στην σφαίρα Δημοσίου δικαίου αλλά και γιατί δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 2-Αιτητή, καθότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα άπτεται της ορθότητας απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου κατά την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας η οποία δεν ελέγχεται δικαστικώς. Αναλυτικά δε, αναπτύσσει η δικηγόρος του Εναγομένου 2 τις προυποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να συνυπάρχουν, ώστε να δικαιολογείται ανταλλαγή και ή αποξένωση με οποιοδήποτε τρόπο μέρος Δημοσίου δρόμου με βάση το αρθ. 18 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτίμησης) Νόμου, Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε και στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμούς και οι οποίες είναι οι εξής: α) να έχει παραχωρηθεί άλλος επαρκής δημόσιος δρόμος σε αντικατάσταση τούτου ή β) η εν λόγω ανταλλαγή ή αποξένωση θα βελτιώσει το δρόμο τούτο, νοουμένου ότι δεν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων. Η συνήγορος για τον αιτητή στην συνέχεια, αναλύει στην αγόρευση της το κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κάθε φορά, για να γίνεται κατανοητό κατά πόσο μια διαφορά εμπίπτει στην σφαίρα του Ιδιωτικού ή του Δημοσίου Δικαίου παραθέτοντας νομολογία για να ισχυροποιήσει την θέση της. Εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση (
- i)Χρονικό στάδιο υποβολής της αίτησης. Εξετάζω, κατ' αρχάς, το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο εγείρεται το αίτημα για προδικασία. Στην παρούσα υπόθεση, τα νομικά σημεία που ζητείται τώρα να προδικαστούν είχαν δικογραφηθεί, ως προανέφερα, από τις 28.04.2014. Διαπιστώνω ότι, πράγματι, η συνήγορος που εμφανίστηκε για τον Εναγόμενο 2/Αιτητή δεν πραγματεύτηκε τη δυνατότητα εφαρμογής της Δ.27 στο παρόν στάδιο της δίκης και δεν έθεσε ζήτημα περί καθυστέρησης στην έγερση της αίτησης κατ' επίκληση της Δ.27. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζω καθηκόντως το ζήτημα αυτό, εφόσον αποτελεί μία παράμετρο που το Δικαστήριο δέον να λαμβάνει υπόψη κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για έγκρισή ή μη του αιτήματος προδικασίας, έχοντας πάντοτε ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ως φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, μετά από αίτηση ορισμού, ημερ. 17.3.2015, που έγινε από τον Εναγόμενο 2/Αιτητή, η αγωγή ορίστηκε πρώτη φορά για οδηγίες στις 3.6.2015. Σχετική Διαταγή του Δικαστηρίου, υπό άλλη σύνθεση προς τον Πρωτοκολλητή, για ορισμό της υπόθεσης κατά την εν λόγω ημερομηνία, εμφαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Από την εν λόγω ημερομηνία (3.6.2015), που η υπόθεση ήταν πρώτη φορά για οδηγίες μέχρι 28.8.2015 που καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 2 η υπό κρίση γραπτή αίτηση με την οποία ζητείται η προδικασία των νομικών σημείων, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο χρόνος αυτός ήταν τέτοιος που να λειτουργήσει εις βάρος της αίτησης που καταχώρησε ο εναγόμενος 2. Ανατρέχοντας στον φάκελο της υπόθεσης και επιθεωρώντας τα δικόγραφα, ειδικότερα την Υπεράσπιση από πλευράς εναγόμενου 2, διαπιστώνει κανείς ότι καταγράφεται για πρώτη φορά προδικαστική ένσταση από πλευράς εναγόμενου 2. Εφόσον η καθυστέρηση, η οποία παρουσιάστηκε μέχρι σήμερα για την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης επί της ουσίας της, δεν οφείλεται στην πλευρά της αιτήτριας, κρίνω ότι δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε αυτην οποιαδήποτε σκοπιμότητα πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης ή κατάχρησης της διαδικασίας ως εκ της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης για προδικασία. Απεναντίας, συμφωνώ ότι η επίλυση των δικογραφηθέντων νομικών σημείων προδικαστικά, πριν την έναρξη της ακρόασης, εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης έστω και μετά πάροδο 3 και πλέον ετών. (
- ii)Κατά πόσον τα εγειρόμενα νομικά σημεία είναι ασαφή ή δεν μπορούν να επιλυθούν προτού ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με αμφισβητούμενα γεγονότα. Έχοντας αντιπαραβάλει τις θέσεις των δύο συνηγόρων, οι οποίες καταγράφονται στις γραπτές αγορεύσεις τους, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την συνήγορο του Εναγομένου 2-Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση, ότι εδώ δεν θα χρειαζόταν να διατυπωθούν οποιαδήποτε ευρήματα περί πραγματικών γεγονότων, ήτοι αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την διαδικασία που ακολουθήθηκε ή ακόμα και το όργανο το οποίο έλαβε την απόφαση, ήτοι το Υπουργικό Συμβούλιο. Αυτό όμως θα μπορούσε να επιτευχθεί και θα μπορούσε το Δικαστήριο να αποφασίσει τα εγειρόμενα νομικά σημεία, αφού αυτά είναι καθαρώς νομικά αλλά από την άλλη θα ήταν και πλήρως ξεκάθαρα, αποκρυσταλλωμένα και αδιαμφισβήτητα. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, ενώπιον μου δεν έχουν συμφωνηθεί ή εν πάσει περιπτώσει δεν έχει φανεί ότι υπάρχει ένα κοινά αποδεκτό κείμενο με βάση το οποίο το Δικαστήριο δύναται να βασιστεί και να προχωρήσει στην εξέταση μόνο νομικών σημείων. Η Νομολογία είναι ξεκάθαρη επί του σημείου αυτού και πάγια αρχή της είναι ότι θα πρέπει τα γεγονότα να είναι αδιαμφισβήτητα και να κριθούν μόνο τα νομικά σημεία. Σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί να αποφανθεί στο τέλος της υπόθεσης, όταν ακούσει μαρτυρία επί όλων των θεμάτων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Από την άλλη δεν μπορώ επίσης να αγνοήσω, ότι στο αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις ύψους €10,000. Σύμφωνα με την Νομολογία, όπως αυτή έχει αναπτυχθεί πιο πάνω, η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Επαναλαμβάνει δε ότι η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, πράγμα το οποίο συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Και αν ακόμα το Δικαστήριο ήθελε καταλήξει, ότι όντως εγείρεται ένα σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο θα έπρεπε να εκδικαστεί προδικαστικά, θα έπρεπε συνάμα να προβληματιστεί ιδιαιτέρως, εφόσον υπάρχει και η εν λόγω απαίτηση από την Ενάγουσα για την καταβολή αποζημιώσεων. Κρίνω λοιπόν ενόψει και των πιο πάνω, ότι οι δύο πλευρές δεν έχουν καταλήξει αλλά ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε κοινό έδαφος για να καταλήξω σε οποιοδήποτε συμπερασμα αφού όλα τα γεγονότα που αφορούν τις εν λόγω αξιώσεις αμφισβητούνται. Επομένως, κρίνω ότι, στην υπό κρίση αίτηση δεν χωρεί η προδικαστική επίλυση όλων των εγερθέντων προδικαστικών νομικών σημείων, αφού υπάρχουν σημεία τα οποία δεν είναι σαφή, ξεκάθαρα και αδιαμφισβήτητα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία, να την αξιολογήσει και να καταλήξει τελικά στα ευρήματα του, αφού σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει ορατός ο κίνδυνος και/ή ενδεχομένως το Δικαστήριο να προβεί σε αυθαίρετα συμπεράσματα, κάτι που σίγουρα δεν επιτρέπεται. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα αυτό, τα έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Καθ΄ης η Αίτησης και εναντίον του Εναγομένου 2-Αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία να είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)................................................... Π. Παπαπέτρου Φούρναρη Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ./ΓΚ, ΜΠ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: prodikastiki enstasi [1] O.27.,r.1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient. [2] 2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο