← Κύπρος

MAGNA GLOBAL LTD ν. GAN DIRECT INSURANCE LTD, Αγωγή Αρ. 6181/2011, 31/10/2016

MAGNA GLOBAL LTD ν. GAN DIRECT INSURANCE LTD, Αγωγή Αρ. 6181/2011, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A451 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6181/2011 ΜΕΤΑΞΥ: MAGNA GLOBAL LTD Ενάγουσα και GAN DIRECT INSURANCE LTD Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31/10/2016 Για την Εναγόμενη - αιτήτρια: κα Μιχαηλίδου για Χαβιαρά & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ'ής η αίτηση - Ενάγουσα: κα Ν. Δημητρίου για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης ημερ. 03/03/2016) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 29/12/

  1. Με την αξίωση της η Ενάγουσα αιτείται εναντίον της εναγομένης ποσό εκ €36.173,92 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ως ποσό οφειλόμενο από προσφορά υπηρεσιών και/ή άλλως πως ως αναφέρεται στις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης της πλέον νόμιμους τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη καταχώρησε την υπεράσπισης της στις 09/05/2012 και με αυτήν αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας για παροχή των αναφερομένων στην έκθεση απαίτησης υπηρεσιών ενώ ακόμα και να διεξήχθησαν αυτές οι εργασίες ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Σε σχέση δε με τα ισχυριζόμενα στην έκθεση απαίτησης τιμολόγια από τα οποία κατά την Ενάγουσα προκύπτει το αιτούμενο υπόλοιπο η εναγομένη αρνείται ότι τα αποδέχθηκε, αναγνώρισε ή υπόγραψε και εν πάση περιπτώσει ακόμα και αν υπήρξε οιοδήποτε υπόλοιπο αυτό έχει εξοφληθεί. Τέλος η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και η αγωγή είναι καταπιεστική και ενοχλητική. Του δικογράφου της υπεράσπισης ακολούθησε στις 21/09/2012 η καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση ενώ κατόπιν αίτησης ορισμού στις 21/09/2012, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 31/10/
  2. Έκτοτε η αγωγή ορίστηκε σε 3 ημερομηνίες για ακρόασης, ημερομηνίες κατά τις οποίες αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου ενώ στις 17/09/2014 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου των Εναγόντων. Μετά από την καταχώρηση αίτησης της εναγομένης για αποκάλυψη εγγράφων από την Ενάγουσα καταχωρήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Στις 11/3/2016 η αγωγή ήταν εκ νέου ορισμένη για ακρόαση ενώ στις 3/3/2016 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης, που είχε ως αποτέλεσμα την αναβολή της ακροαματικής δικασίμου στις 11/3/
  3. Σημειώνω ότι η αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου στις 31/5/2016 και η ενάγουσα καθ' ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση αυτή στις 12/9/2016 ενώ η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 20/10/2016, ημερομηνία κατά την οποία αφού ακούστηκαν αμφότερα τα μέρη επιφυλάχθηκε η παρούσα απόφαση. Με την υπό κρίση αίτηση η εναγόμενη - αιτήτρια εξαιτείται τα κάτωθι: «
  4. Άδεια του Δικαστηρίου για τροποποίηση της υπεράσπισης με την πρόσθεση της ακόλουθης παραγράφου μετά την παράγραφο 5: 5Α) Η εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίζεται ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: i. Η εναγόμενη ξεκίνησε τη συνεργασία της με την Εταιρεία Fortune Promo Seven Ltd με την οποία υπέγραψε και σχετική συμφωνία η οποία διελάμβανε τις πρόνοιες της συνεργασίας τους. Μεταγενέστερα ξεκίνησε η συνεργασία τους με την Ενάγουσα υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις. ii. Κατά καιρούς η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια τα οποία η Εναγόμενη εξοφλούσε εφόσον αυτό προβλέπετο δυνάμει της συμφωνίας συνεργασίας. iii. Η Εναγόμενη λόγω και της πρακτικής που ακολουθείτο κατέβαλε ποσά έναντι λογαριασμού (On account) με αποτέλεσμα να μην καταβάλλονται σε σταθερή βάση ποσά έναντι τιμολογίων αλλά έναντι λογαριασμού. iv. Η Εναγόμενη σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια και/ή προέβαινε σε χρεώσεις για τις εργασίες τις οποίες δεν διεξήγαγε αλλά και για εργασίες οι οποίες δεν θα έπρεπε να χρεωθούν δυνάμει της συμφωνίας πλην όμως όταν τα ανωτέρω έγιναν αντιληπτά η Εναγόμενη είχε ήδη προβεί σε κάποιες λανθασμένες πληρωμές. v. Περαιτέρω η εναγόμενη σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν πλήρωνε τρίτους και συγκεκριμένα τηλεοπτικούς σταθμούς και/ή χρέωνε την εναγόμενη ποσά τα οποία η πρώτη θα έπρεπε να καταβάλλει σε τρίτους και/ή προέβαινε σε υπερχρεώσεις με αποτέλεσμα η εναγόμενη να δημιουργήσει υποχρεώσεις προς τρίτους τις οποίες θεωρούσε μέχρι τότε ως τακτοποιημένες. vi. Για τον σκοπό αυτό η εναγόμενη προέβηκε σε λύση ανάγκης με την έκδοση επιταγών με ουσιαστικό δικαιούχο τηλεοπτικούς σταθμούς και άλλους. vii. Είναι ισχυρισμός της Εναγομένης ότι το διοριστήριο δεν υπάρχει και/ή δεν έχει παραχωρηθεί νόμιμα. viii. Η εναγόμενη επιφυλάσσεται να αναφερθεί με λεπτομέρεια στα πιο πάνω κατά την ακρόαση της παρούσας. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.25 Κ.

(1),
(2), Δ.48 Κ. 1, 2
(1), 2
(2)και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η αίτηση στηρίζεται επί πραγματικού υποβάθρου σε ένορκη δήλωση της ΝΙκολέτας Ανδρονίκου από την Λεμεσό, Δικηγόρου σε συνεργαζόμενο με τους συνηγόρους της εναγομένης γραφείο. Σύμφωνα με την μαρτυρία αυτή κατά την διερεύνηση των εγγράφων της υπόθεσης διεφάνη ότι λόγω καλόπιστου λάθους και/ή παράλειψης δεν αναφέρθηκαν τα στοιχεία που τίθενται την αιτούμενη τροποποίηση. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και δίκαιη και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Ενάγουσας αφού αυτά μπορούν να θεραπευθούν με την επιδίκαση εξόδων ενώ η μη συμπερίληψη των αιτουμένων προς εισαγωγή ισχυρισμών θα αποβεί μοιραία για την εναγομένη η οποία θα αποκλειστεί από την δυνατότητα επίκλησης των. Η Ενάγουσα - καθ' ής η αίτηση καταχώρησε την ένσταση προβάλλοντας τους εξής 18 λόγους ένστασης: «
  1. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι ουσιώδεις, αναγκαίες και χρήσιμες και ως εκ τούτου δεν θα βοηθήσουν στον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ των διαδίκων.
  2. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή θεμάτων άσχετων με τα επίδικα θέματα.
  3. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ούτε οι Αιτητές προβάλλουν ικανοποιητικό λόγο προς στήριξη της αίτησης τους.
  4. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Εναγομένων Αιτητών.
  5. Οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν νέα επίδικα θέματα και μάλιστα σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
  6. Οι Αιτητές με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκουν ριζική αλλαγή της υφιστάμενης υπεράσπισης χωρίς να προσκομίζουν οποιοδήποτε τεκμήριο.
  7. Οι αιτητές επιδιώκουν να εισάγουν με την αίτηση τους νέους ισχυρισμούς που δεικνύουν κακοπιστία και οι οποίοι θέτουν τους Ενάγοντες σε δυσμενή θέση που δεν μπορεί να αποτιμηθεί με την καταβολή εξόδων.
  8. Η εταιρεία FORTUME PROMO SEVEN LIMITED δεν είναι διάδικος στην αγωγή και οποιαδήποτε τυχόν συμφωνία και/ή όροι συνεργασίας είχε με τους εναγόμενους δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην αγωγή και δεν θα βοηθήσει στην επίλυση της διαφοράς των υφισταμένων διαδίκων. Επίδικο θέμα αποτελεί μόνο η συμφωνία και οι όροι συνεργασίας μεταξύ των Εναγόντων και των εναγομένων.
  9. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καμία σχέση έχουν με την υπεράσπιση των εναγομένων έναντι της απαίτησης των εναγόντων.
  10. Η αιτιολογία που δίδεται για την μη συμπερίληψη των αιτουμένων προς εισαγωγή νέων ισχυρισμών η οποία αποδίδεται σε παραδρομή προβάλλεται με πολλή γενικότητα και χωρίς να επεξηγείται καθόλου που συνίσταται η παραδρομή και που οφείλεται. Τυχόν έγκριση της αίτησης με βάη τη γενική αυτή αναφορά σε παραδρομή θα ισοδυναμούσε με άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των Αιτητών χωρίς συνυπολογισμό των λόγων ένεκα των οποίων οι ισχυρισμοί αυτοί δεν δικογραφήθηκαν από την αρχή.
  11. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις καταχρηστικά θα αυξήσουν και/ή θα διευρύνουν τα επίδικα θέματα και/ή θα σπαταλήσουν δικαστικό χρόνο αφού αποσκοπούν στην εισαγωγή νέων δεδομένων και θα εκτροχιάσουν την υπόθεση από την ουσία της διαφοράς των διαδίκων.
  12. Η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Οι Εναγόμενοι/Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση προσπαθούν να εισάγουν εντελώς νέα γεγονότα, που θα διαφοροποιήσουν και θα δημιουργήσουν εντελώς νέα υπεράσπιση, πράγμα που θα ανατρέψει το πλαίσιο της διαδικασίας και θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, με αποτέλεσμα να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των εναγόντων/καθ' ών η αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτή καθιερώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος της Δημοκρατίας. Η βάση της υπεράσπισης, από την άποψη των γεγονότων που την συνθέτουν, θα είναι εντελώς διαφορετική σε σχέση με την υφιστάμενη υπεράσπιση.
  13. Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή αναιτιολόγητη καθυστέρηση.
  14. Η ένορκη δήλωση είναι γενική και αόριστη και δεν επεξηγεί ούτε συσχετίζει τις αιτούμενες τροποποιήσεις με τα επίδικα θέματα.
  15. Οι ισχυρισμοί που σκοπούνται να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση ήταν σαφώς γνωστοί εξ΄αρχής στους αιτητές και όφειλαν αν ετοιμάσουν την υπεράσπιση τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις.
  16. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει ότι οι ισχυρισμοί που αποτελούν το αντικείμενο της αιτούμενης τροποποίησης δεν ήταν στην γνώση των εναγομένων και/ή των δικηγόρων τους εξ΄αρχής, και/ή δε δίδει, για το θέμα της καθυστέρησης, καθόλου εξηγήσεις και/ή τέτοιες εξηγήσεις και συγκεκριμένα δεν αναφέρει πότε διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση της υπεράσπισης τους παρά το ότι η υπεράσπιση τους καταχωρήθηκε στις 9/5/2012, δηλαδή πριν από 4,5 χρόνια.
  17. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή αόριστη και/ή ακαθόριστη και/ή δεν παρέχει κανένα πραγματικό υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και/ή δεν αποσείει ικανοποιητικά το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και/ή της καθυστέρησης στην υποβολή του.
  18. Με την αιτούμενη τροποποίηση εκτροχιάζεται η διακρίβωση της υπόθεσης μέσα στα διαγραφέντα προ καιρού πλαίσια και εκτροχιάζεται η εκδίκαση της υπόθεσης εντός λογικού χρόνου κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος των καθ' ών η αίτηση που απορρέει από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25Θ.9, Δ.48 Θ.1-4, 8 στην Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που την υποστηρίζουν παρουσιάζονται με μορφή ένορκης δήλωσης της Νίκης Δημητρίου, Δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση. Η ενόρκως δηλούσα αφού αναλύσει τι ιστορικό και την πορεία της υπόθεσης μέχρι και σήμερα αναφέρεται στους λόγους ένστασης ως αυτοί αναφέρθηκαν αυτολεξεί ανωτέρω παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία και επεξηγεί τις θέσεις και ισχυρισμούς επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης στήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις του καταθέτοντας γραπτές αγορεύσεις με παραπομπή σε νομολογία. Το σύνολο των αγορεύσεων των διαδίκων έχει μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου δεν θα επαναληφθεί, αναφορά όμως θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατωτέρω τα πλαίσια ανάλυσης του σκεπτικού και της κατάληξης του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
  19. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29/12/2011 συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.
  20. Σε σχέση και αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.25 υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσα από τις οποίες τίθεται το πλαίσιο αρχών εντός του οποίου το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια να επιτρέπει η να απορρίπτει αιτήματα για τροποποίηση των δικογράφων. Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα αυτό αναλύθηκε στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, σελ. 26, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Επιπλέον παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, όπου αναφέρθηκε ότι: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ενδεικτική της σύγχρονης τάσης της νομολογίας αποτελεί και η απόφαση στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Στην απόφαση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο επαναλαμβάνοντας τις αρχές που τέθηκαν σε σωρεία προγενέστερης νομολογίας ανέφερε ότι: «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.» Με δεδομένο ότι η αίτηση σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, επιβεβαιώθηκε ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να καταχωρηθεί και εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η έγκριση βεβαίως μιας τροποποίησης τελεί υπό την εξέταση του κριτηρίου της αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης πάντοτε όμως υπό το πρίσμα και της μη πρόκλησης οιασδήποτε αδικίας στο αντίπαλο μέρος, αδικία βεβαίως που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ακόμα και όπου η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Μέσα από την νομολογία εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Τα πιο πάνω αναλύθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδριανή Αρακελιάν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτώμενων της Εταιρειών κ.α. Π.Ε.51/2012, ημερ.11/2/20016 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι σε σχέση με την Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων». Ενόψει της αναφοράς στους λόγους ένστασης και ισχυριζόμενης ριζικής αλλαγής της υπεράσπισης οφείλω να παραπέμψω στην απόφαση Kallice Holdings Co Ltd v. MTN (Overs.) Metals Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162, όπου καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης μετά από 2 χρόνια και 4 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής και 2 μήνες περίπου μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση ανέφερε τα κάτωθι καθοδηγητικά: «Η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των Εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους» Για το ίδιο ζήτημα της αλλαγής της υπεράσπισης παραπέμπω εκ νέου στην Αρακελιάν ανωτέρω όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι με αποτέλεσμα η πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης να ανατραπεί και να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης: «Ανεξάρτητα των πιο πάνω, θεωρούμε επίσης ορθή την εισήγηση του δικηγόρου της Εφεσείουσας ότι ενώ ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής καθοδηγεί ορθά τον εαυτό του ως προς τις νομολογιακές αρχές, εντούτοις στη συνέχεια δεν τις εφαρμόζει ανάλογα στα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατ' αρχάς οι νέες αξιώσεις του αποβιώσαντα δεν είναι εντελώς άσχετες με τις αξιώσεις που ήδη προσέβαλλε με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Μπορεί ορισμένες από τις νέες αξιώσεις να θέτουν καινούργια θέματα, αλλά αυτά δεν έπρεπε να ήταν καθοριστικά στοιχεία στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α ΑΑΔ 704). Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627). Στην προκειμένη περίπτωση η Εφεσείουσα κατά την άποψή μας δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς τον πυρήνα της απαίτησής της, αλλά απλώς διευρύνει τους νομικούς λόγους χωρίς να μεταβάλλει τους αρχικούς ισχυρισμούς του αποβιώσαντα εναντίον του Εφεσίβλητου που αφορούν το Ταμείο Προνοίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. & G. Leventis & Company (Νigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 AAΔ 726 στην οποία υιοθετήθηκε παρόμοια προσέγγιση). Η άρνηση του δικαστηρίου να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση, θα σήμαινε ότι η Εφεσείουσα θα κατέφευγε εκ νέου στο Δικαστήριο, κάτι που καθόλου δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την κρίση μας, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαπίστωσε ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, ή κακή πίστη εκ μέρους της Εφεσείουσας, η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ της Εφεσείουσας.» (Η έμφαση και υπογράμμιση ανωτέρω είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω και με δεδομένο ότι η καθ' ής η αίτηση ενίσταται ισχυριζόμενη και τον χρόνο υποβολής του αιτήματος επικαλούμενη υπέρμετρη καθυστέρηση παραπέμπω στην ίδια ανωτέρω απόφαση όπου κρίθηκε ότι η καθυστέρηση ακόμα και να διαπιστωθεί δεν είναι καθοριστικής σημασίας, συνεκτιμημένη με άλλους παράγοντες. «Επομένως το δικαστήριο, κατά την κρίση μας, αξιολόγησε εσφαλμένα τον παράγοντα καθυστέρηση, τον οποίο άφησε να επηρεάσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Εν πάση περιπτώσει, όπως τονίστηκε στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. & G. Leventis & Company (Νigeria) Ltd κ.α., ανωτέρω, ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά δεν είναι «εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Κατάληξη: Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στις γραπτές τους αγορεύσεις αλλά και στα όσα περιλαμβάνονται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση περιλαμβανομένων των ένορκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Επιπλέον με την παρούσα αίτηση έχω μελετήσει τα καταχωρηθέντα δικόγραφα αμφότερων των διαδίκων με τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους. Η Ενάγουσα ως ανωτέρω ανέφερα διεκδικεί ποσό ως υπόλοιπο αμοιβής της κατόπιν συμφωνίας παροχής συγκεκριμένων υπηρεσιών. Με βάση την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια και διατηρούσε χρεωστικό λογαριασμό έναντι του οποίου η εναγόμενη κατέβαλε συγκεκριμένο ποσό και παραμένει ως οφειλόμενο το διεκδικούμενο. Από την άλλη η εναγόμενη στην υπεράσπιση της εκτός από γενική άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας και άρνηση παροχής υπηρεσιών θέτει διαζευκτικό ισχυρισμό ότι ακόμα και αν δόθηκαν αυτές οι υπηρεσίες, η Ενάγουσα τις προσέφερε κατά παράβαση των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Ενώ αρνείται την ύπαρξη κάθε υπολοίπου ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν υπήρξε αυτό εξοφλήθηκε. Με την αιτούμενη τροποποίηση ως επακριβώς την ανέφερα ανωτέρω η αιτήτρια ζητά να εισάγει θέσεις και ισχυρισμούς ναι μεν πρώτη φορά εγειρόμενους αλλά οι οποίοι βρίσκονται στο ίδιο πνεύμα με τις ήδη τεθείσες θέσεις στην υφιστάμενη υπεράσπιση τους. Δηλαδή ισχυρισμούς για παράβαση όρων συμφωνίας και άρνησης οφειλής οιουδήποτε ποσού. Συνεπώς με την αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγεται νέα βάση Υπεράσπισης αλλά προστίθενται νέοι ισχυρισμοί για τους λόγους άρνησης του ισχυριζόμενου από την Ενάγουσα οφειλόμενου υπολοίπου. Το κατά πόσο τώρα η συμφωνία που αναφέρει η εναγόμενη ενδεχομένως και κατ' ισχυρισμό της να αφορούσε και τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο καθότι στο στάδιο αυτό δεν εξετάζονται επί της ουσίας τους τα νέα γεγονότα ούτε και εξετάζεται εάν αυτά ευσταθούν ή όχι. Αυτό θα γίνει στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει ακόμα όμως και στην περίπτωση που εύρημα μου αποτελούσε ότι η αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει άρδην την ήδη καταχωρηθείσα υπεράσπιση, βασιζόμενη στην ανωτέρω νομολογία, και σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα, δεδομένα, ήτοι της μη έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, άρα της ευκαιρίας της καθ' ής η αίτηση να απαντήσει σε αυτήν την υπεράσπιση συνεπώς την απουσία ζημιάς που δεν αποκαθίσταται με χρήματα, καταλήγω ότι και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα αποτελούσε σκόπελο το ζήτημα αυτό. Αναφορικά τώρα με το ζήτημα της καθυστέρησης αναφέρω ότι πράγματι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε 4 περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης υπεράσπισης ενώ η αιτήτρια για την καθυστέρηση αυτή αναφέρει ότι κατά την μελέτη και διερεύνηση των εγγράφων διεφάνη ότι λόγω καλόπιστου λάθους και/ή παράλειψης δεν αναφέρθηκαν τα στοιχεία που τίθενται στην αιτούμενη τροποποίηση. Σημειώνω ότι πράγματι από την μια στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν αναφέρεται με λεπτομέρεια ο χρόνος εντοπισμού της ισχυριζόμενης αυτής παράλειψης, από την άλλη όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η καθυστέρηση αυτή με την αιτιολογία που δίδεται θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης δίχως άλλο. Η θέση και κατάληξη μου εδώ δεν δύναται να προκύψει εξετάζοντας κατ' απομόνωση την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αλλά συνεξεταζόμενη η καθυστέρηση με τους λοιπούς παράγοντες. Η ακροαματική διαδικασία ακόμα δεν έχει ξεκινήσει ενώ η αγωγή εκκρεμούσης της απόφασης αυτής έχει οριστεί για οδηγίες στις 06/12/2016. Συνεπώς καταλήγω ότι μέχρι τον χρόνο εκείνο εάν η τροποποίηση επιτραπεί θα υπάρχει χρόνος να συμπληρωθεί η τροποποιημένη δικογραφία ούτως ώστε να προγραμματιστεί στο συντομότερο δυνατό η υπόθεση για ακρόαση. Αναφορικά με την καθ'ής η αίτηση αδυνατώ να εντοπίσω ότι υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης τέτοιας ζημιάς η οποία να μην αποζημιώνεται με χρήμα. Η καθ'ής η αίτηση θα έχει την δυνατότητα να απαντήσει στην αιτούμενη τροποποιημένη υπεράσπιση ενώ γνωρίζει όλες τις θέσεις και ισχυρισμούς της άλλης πλευράς πρότερων της έναρξης της ακρόασης. Από την άλλη ενδεχόμενη απόρριψη της αίτησης θα αποκλείσει από την αιτήτρια να θέσει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της με ενδεχόμενο καταχώρησης άλλων ένδικων μέσων που θα περιπλέξουν τα ζητήματα και ενδεχομένως να αυξήσουν τις δικαστικές εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων ενώ υπάρχει η δυνατότητα όλα τα ζητήματα που άπτονται της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των μερών να επιλυθούν σε μια και μόνο διαδικασία. Συνεπώς καταλήγω ότι παρά την ύπαρξη πράγματι καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, αυτή δεν επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό την ουσία της αίτησης που να δικαιολογεί απόρριψη της χωρίς άλλο. Περαιτέρω κρίνω και καταλήγω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν πλήττεται η απονομή της δικαιοσύνης αντίθετα εξυπηρετείται καθότι θα δοθεί η δυνατότητα να εκδικαστούν οι διαφορές των διαδίκων σε όλο το φάσμα της επίδικης συμφωνίας αποκλείοντας ενδεχομένως άλλες διαδικασίες. Σε σχέση με την επικαλούμενη κακοπιστία της αιτήτριας καταλήγω ότι αυτή δεν έχει προκύψει από τα πιο πάνω. Δεν έχω εντοπίσει για ποιο λόγο θα πληγούν τα δικαιώματα της καθ'ης η αίτηση ούτε και γιατί αυτή θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ούτως ώστε να καταλήξω σε εύρημα κακοπιστίας στα κίνητρα της αιτήτριας πέραν από το κίνητρο να θέσει η καθ'ής η αίτηση την υπεράσπιση που επιθυμεί. Σταθμίζοντας, λοιπόν, κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς της αιτήτριας στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα της καθ'ής η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και τις συνέπειες που θα έχει για την αιτήτρια η απόρριψη της αίτησης, καθώς και την κατάληξη μου ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι η έγκριση της αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση της Εναγόμενης - αιτήτριας ημερομηνίας 03/03/2016 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος
(1)της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η δε σύνταξη του να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω τυχόν τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.