← Κύπρος

ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Δ.Ε. ΛΤΔ ν. Αναφορικά με την εταιρεία LANDFILL LIMITED, Αρ. Αίτησης: 436/2015, 31/10/2016

ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Δ.Ε. ΛΤΔ ν. Αναφορικά με την εταιρεία LANDFILL LIMITED, Αρ. Αίτησης: 436/2015, 31/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A452 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 436/2015 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, Και Αναφορικά με την εταιρεία LANDFILL LIMITED, από την Λεμεσό, οδός Απ. Βαρνάβα αρ.45, 3065, Λεμεσός Αίτηση της εταιρείας ΦΑΝΟΣ Ν. ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ Δ.Ε. ΛΤΔ, από την Λευκωσία για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση του ενδιαφερόμενου μέρους στην κυρίως αίτηση, Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερομηνίας 21/03/

  1. Ημερομηνία: 31/10/2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα. Νικολάου Για καθ'ού η αίτηση: κος. Μαστορούδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αφορά το αίτημα για την διάλυση της εταιρείας LANDFILL LIMITED εις την οποία με εμφάνιση του το ενδιαφερόμενο μέρος, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αποφάσισε να καταχωρήσει ένσταση. Με σχετική άδεια και οδηγίες του Δικαστηρίου το ενδιαφερόμενο μέρος καταχώρησε την ένσταση του στην πιο πάνω αίτηση διάλυσης στις 21/03/
  2. Η εν λόγω ένσταση στηρίζεται και συνοδεύεται με ένορκη δήλωση του Ελισσαίου Παναγιώτη ίδιας ημερομηνίας. Αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι το αίτημα των αιτητών όπως κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης αντεξετάσουν τον πιο πάνω ενόρκως δηλούντα. Το αίτημα διατυπώθηκε με γραπτή μορφή αίτησης στις 24/5/2016 η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς και χωρίς να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Κατά την πρώτη εμφάνισης αυτής της αίτησης το ενδιαφερόμενο μέρος ζήτησε όπως καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση αυτή και δόθηκαν σχετικές οδηγίες. Πράγματι η ένσταση καταχωρήθηκε στις 21/7/2016 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις στις 07/10/
  3. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν γραπτώς αγορεύσεις με την επιχειρηματολογία που στηρίζει τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο σύνολο των γραπτών τους αγορεύσεων εκτός όπου κριθεί απαραίτητο. Με την αίτηση τους οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τον Ελισσαίο Παναγιώτη όπως παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης διάλυσης για να αντεξετασθεί πάνω στις παραγράφους 1, 3, 4, 5 και 6 της ένορκης του δήλωσης ημερ.21/3/2016 η οποία συνοδεύει την ένσταση του ενδιαφερόμενου μέρους. Η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα που κατά τους αιτητές εμφαίνονται τον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών στις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους εγείρει ισχυρισμούς και θέματα τα οποία είναι αναληθή, αβάσιμα, γενικά, αόριστα και ασαφή και χρήζουν διευκρίνησης από μέρους του. Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς 1953, κανο. 2 - 6 και 12, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.36 κ.1, Δ.38,Κ.1, Δ.39 Κ1,2, Δ.48 Κ1, 2, 3 και 4 καθώς επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στις 29.08.16 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης από μέρους του ενδιαφερόμενου μέρους επί 21 λόγων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης με αρίθμηση α) μέχρι και θ), οι οποίοι αφού ομαδοποιηθούν εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες:

(1)Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή γενική και/ή αντίθετη με του Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και την Νομολογία. Στερείται νομική βάσης και είναι λανθασμένη. Συγκεκριμένα και επιπλέον είναι αντικανονική εφόσον δεν συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να περιλαμβάνει τ0 αναγκαίο μαρτυρικό υλικό για εξέταση του αιτήματος. (λόγοι ένστασης α - γ, ξ).
(2)Δε εξειδικεύονται τα επακριβή σημεία επί των οποίων επιθυμούν οι αιτητές να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα αντίθετα το αίτημα είναι γενικό και αόριστο. Επιπλέον δεν αποκαλύπτονται καλοί και βάσιμοι λόγοι γιατί το αίτημα να εγκριθεί αλλά ούτε και εύλογη αιτία ή εξαιρετικός ή ειδικός λόγος ή περίσταση. (λόγοι ένστασης δ - ι).
(3)Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και κατάχρηση διαδικασίας καθότι στόχο έχει την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης μιας υπόθεσης που εκκρεμεί από τον Νοέμβριο του 2015. Με την καθυστέρηση παραβιάζεται ο κανόνας για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου και υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων των καθ' ών η αίτηση και πρόκληση ζημιάς. (λόγοι ένστασης κ - λ και ν).
(4)Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει όλο το απαραίτητο μαρτυρικό υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων. (λόγος έντασης μ)
(5)Η έγκριση του αιτήματος θα περιπλέξει την διαδικασία ενώ αυτή καταχωρήθηκε με σκοπό να συλλεχθεί, απαντηθεί και εκμαιευθεί μαρτυρία που είναι δικονομικά ανεπίτρεπτο. Οι αιτητές ζητούν να αντεξετάσουν επί του συνόλου της ένορκης δήλωσης καθιστώντας έτσι την αίτηση τους ανεπαρκή, ασαφή και αόριστη. (λόγοι ένστασης π - σ)
(6)Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογήθηκε. (λόγος ένστασης τ). Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς 1953 Κ. 2 - 6 και 12, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς 1933-38, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.37, Δ.38 Θ.1-2, στην Δ.48 Θ.1 - 4, 7 - 8 και 9, στην Δ.64 καθώς και επί του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου, των συμφυών εξουσιών και πρακτικής και της διακριτικής του ευχέρειας. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κας. Παναγιώτας Στυλιανού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του ενδιαφερόμενου μέρους, στην οποία περιέχονται γεγονότα που κατά τη γνώμη της τεκμηριώνουν τους λόγους ένστασης και κατ' επέκταση δικαιολογούν απόρριψη της αίτησης των Αιτητών. Επειδή στην ουσία τα εν λόγω γεγονότα περιγράφουν τους λόγους ένστασης, οι οποίοι σημειώνονται πιο πάνω κατά ομάδες, οποιαδήποτε αναφορά επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης είναι άνευ χρησιμότητας και ούτε εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό. Ωστόσο στη συνέχεια εκεί που κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε κομμάτια του περιεχομένου της. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παραπομπή σε νομολογία υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους περιοριζόμενοι σε γραπτές αγορεύσεις, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου έχουν δεόντως μελετηθεί και δεν χρειάζεται να επαναλάβω το περιεχόμενο τους. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης οφείλω να αναφέρω τα κάτωθι: Στην υπό εξέταση περίπτωση και ανατρέχοντας στα πρακτικά παρατηρώ ότι το ενδιαφερόμενο μέρος ζήτησε χρόνο να καταχωρήσει ένταση στην κυρίως αίτηση, ο οποίος και δόθηκε, ενώ ακολούθως αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης της αίτησης. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις. Περαιτέρω να σημειώσω ότι η ένσταση στην αίτηση καταχωρήθηκε στις 21/3/2016 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 25/5/
  1. Στο μεταξύ στις 24/5/2016 καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αίτηση η οποία ορίστηκε για στις 25/5/2016 και είχε ως επακόλουθο της αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης εκκαθάρισης μέχρι την έκδοση της παρούσας απόφασης. Οι αιτητές διατείνονται με συντομία επί του σώματος της αίτησης ότι επιθυμούν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα στις παραγράφους 1, 3, 4, 5 και 6 ενώ η ένορκη δήλωση στο σύνολο της περιέχει 7 παραγράφους. Σημειώνω δε περαιτέρω ότι οι παράγραφοι επί των οποίων δεν επιθυμούν να αντεξετάσουν αφορούν την παράγραφο 2 που περιέχει αναφορές σε σχέση με την δημοσίευση της κυρίως αίτησης και την παράγραφο 7 που αφορά το αίτημα του ενόρκως δηλούντα για απόρριψη της αίτησης. Οι αιτητές επιθυμούν δηλαδή να αντεξετάσουν επί του συνόλου της ένορκης δήλωσης με αιτιολογία ότι σε αυτήν περιέχονται ισχυρισμοί αναληθής και αβάσιμοι καθώς και γεγονότα αόριστα, γενικά και ασαφή που χρήζουν διευκρίνισης. Η αίτηση επαναλαμβάνω δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση επί της οποίας ενδεχομένως να επεξηγούνταν οι ανωτέρω αναφορές και ισχυρισμοί τους. Νομική πτυχή Το δικονομικό πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας αίτησης Η παρούσα Αίτηση εξετάζεται με βάση την Διαταγή 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία στον θεσμό 1 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο κατόπιν παρακλήσεως να επιτρέψει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Ανατρέχοντας στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει σωρεία νομολογίας μέσα από την οποία τίθενται οι αρχές και οι παράμετροι άσκηση της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ.39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.39 στην παρούσα Αίτηση. Σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις παραπέμπω στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.
  2. κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψην τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
  3. Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Σύμφωνα με την Νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους της Αιτήτριας να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Στην παρούσα περίπτωση η κυρίως αίτηση αφορά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξετάσει στην εν λόγω αίτηση τις προϋποθέσεις που θέτει το Κεφ. 113 το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει η Αιτήτρια. Κύριο θέμα το οποίο θα εξεταστεί εν τέλει από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η καθ ης η αίτηση εταιρείας είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σύμφωνα με την Αίτηση Εκκαθάρισης. Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της ζητεί την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στο σύνολο ως ανωτέρω ανέφερα των παραγράφων και ισχυρισμών της ένορκης δήλωσης με την αιτιολογία ότι σε αυτήν περιέχονται γενικοί, αόριστοι και αναληθής ισχυρισμοί. Το γιατί αυτοί οι ισχυρισμοί και θέσεις χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι και από πού προκύπτουν ενδεχομένως ειδικές περιστάσεις για να εγκριθεί το αίτημα δεν δύναται να φανεί από την αίτηση ενόψει του ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία ενδεχομένως να διευκρινίζει τα θέματα αυτά. Με βάση τώρα το πιο πάνω σχόλιο και διαπίστωση μου, έρχομαι να εξετάσω τον λόγο ένστασης που αφορά το παράτυπο της αίτησης με ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την Δ.48 Θ.8
(1)η αίτηση αυτή πρέπει να καταχωρείται δια κλήσεως και όχι μονομερώς. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί κώλυμα στην παρούσα φάση καθότι παρά το ότι αυτή η αίτηση καταχωρήθηκε με την μορφή μονομερούς αίτησης, το ενδιαφερόμενο μέρος έλαβε γνώση, εμφανίστηκε στην διαδικασία και καταχώρησε ένσταση. Περαιτέρω η Δ.39 δεν περιλαμβάνεται στην Δ.
  1. Θ.9 που αναφέρει τις αιτήσεις στις οποίες υπάρχει η δυνατότητα να μην καταχωρείται ένορκη δήλωση. Συνεπώς η αίτηση με βάση την Δ.39 των θεσμών, πρέπει να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, κανόνας ο οποίος εν προκειμένω δεν ακολουθήθηκε. Συνεπώς υπάρχει έδαφος στον λόγο ένστασης που άπτεται της παρατυπίας αυτής. Το κατά πόσο αυτή η παρατυπία θα καταστεί μοιραία για την αίτηση θα κριθεί εφόσον πρώτα εξεταστεί το κατά πόσο αυτή η παρατυπία είναι θεραπεύσιμη με βάση την Δ.
  2. Η Δ.64 έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν αποτελεί πανάκεια κάθε παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς και δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Στην απόφαση ΜΙ Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298, αναφέρθηκε ότι «...Με την Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του». Καταρχήν σημειώνω ότι η παρατυπία εν προκειμένω είναι ουσιώδης αφού με την παράλειψη καταχώρησης ένορκης δήλωσης ελλείπει και το πραγματικό υπόβαθρο μαρτυρίας επί της οποίας να μπορούσα να εξετάσω την ουσία της αίτησης και τους ισχυρισμούς των αιτητών. Επιπλέον ουδέν διάβημα έχει γίνει από τους αιτητές έστω και για προσπάθεια άρσης αυτής της παρατυπίας. Συνεπακόλουθα των πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως παράτυπη και αντικανονική με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Επιπλέον όμως με τα πιο πάνω και παρά το ότι η τύχη της παρούσας αίτησης είναι δεδομένη οφείλω να αναφέρω ότι και επί της ουσίας τα όσα αναφέρονται στο σώμα της αίτησης δεν δύναται να γίνουν αποδεκτά αλλά αντίθετα αφήνουν την αίτηση παντελώς αστήριχτη και το αίτημα βασισμένο σε ασαφείς ισχυρισμούς και θέσεις. Οι αιτητές αναφέρουν στο σώμα της αίτησης τους ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα ότι ο ενόρκως δηλών εγείρει ισχυρισμούς και θέματα, αναληθή, αβάσιμα, γενικά, αόριστα και ασαφή και χρήζουν διευκρίνησης. Το Δικαστήριο με βάση την προαναφερθείσα νομολογία θα πρέπει να ασκήσει την δικαστική του κρίση και να επιτρέψει την αντεξέταση εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Τις περιστάσεις δε αυτές θα πρέπει να τις υποδείξει ο αιτητής ό οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης τους. Στην προκειμένη περίπτωση τα όσα αναφέρονται στο σώμα της αίτησης, ως ανωτέρω τα κατέγραψα, δεν αποδεικνύουν τέτοιες περιστάσεις αλλά ούτε και αποτελούν λόγους για να επιτραπεί η αντεξέταση. Επιπλέον σημειώνω ότι αυτά δεν αποτελούν μαρτυρία την οποία να μπορούσα να λάβω υπόψη μου. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι έχω μελετήσει με προσοχή την αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών στην οποία γίνεται ουσιαστικά μια αναλυτική αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης και αναφορές που κατ' ισχυρισμό της αποτελούν λόγο για να επιτραπεί η αντεξέταση, όμως ούτε αυτά δύναμαι να τα λάβω υπόψη μου καθότι η αγόρευση αυτή δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία την οποία να μπορούσα να λάβω υπόψη μου. Επιπλέον το Δικαστήριο δεν έχει ευθύνη εντοπισμού της αναγκαιότητας για αντεξέταση μελετώντας τις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την κυρίως αίτηση αλλά και την ένσταση, αυτό είναι υποχρέωση του συνηγόρου των αιτητών. Λόγω των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω και έχουν ήδη κρίνει την τύχη της Αίτησης παρέλκει να εξετάσω τους υπόλοιπους λόγους ένστασης. Ως εκ τούτου και συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα ως υποβλήθηκε πάσχει και στον τύπο του αλλά και στην ουσία του και ως τέτοιο δεν γίνεται να γίνει αποδεκτό και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ του ενδιαφερόμενου μέρους όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Αίτησης Εκκαθάρισης. (Υπ.)..................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.