← Κύπρος

MARIALA ESTATES LTD ν. DOCKER RESTAURANT LTD, Αρ. Αγωγής: 3664/15, 11/10/2016

MARIALA ESTATES LTD ν. DOCKER RESTAURANT LTD, Αρ. Αγωγής: 3664/15, 11/10/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A421 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3664/15 ΜΕΤΑΞΥ: MARIALA ESTATES LTD Ενάγουσα και DOCKER RESTAURANT LTD Εναγομένης Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση ημερομηνίας 10.11.2015 Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Φανή Π. Ονουφρίου για Π.Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη-Καθ΄ης η Αίτηση: κα Άννα Παύλου για Δημήτρης Μιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η Ενάγουσα/Αιτήτρια με την αίτηση της ημερ. 10.11.2015 αιτείται: «

  1. Συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης ως η αξίωση στην έκθεση Απαίτησης που είναι ειδικά οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα
  2. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης. (Αρ. Μητρώου ΦΠΑ 1027867F).» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ. 1 (a), 2 και Δ.48 Θ. 1-9 επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, επί των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και Συμφυείς εξουσίες των Δικαστηρίων. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση H αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ριαλά, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
  3. Είμαι ο Διευθυντής της Ενάγουσας, πλήρως εξουσιοδοτημένος υπ' αυτήν να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση και έχω προσωπική γνώση λόγω προσωπικής συμμετοχής των όσων ομνύω κατωτέρω.
  4. Λόγω της προσωπικής μου συμμετοχής και γνώσης στα γεγονότα της παρούσης αγωγής είμαι σε θέση να πιστοποιήσω και επιβεβαιώσω και διά της παρούσης μου πιστοποιώ και επιβεβαιώ ότι η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική και αυθεντική υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας, τέτοια που να του δίδει το δικαίωμα να υποβάλει υπεράσπιση και περαιτέρω πιστοποιώ και επιβεβαιώ ότι η Ενάγουσα δικαιούνται σε απόφαση εναντίον της Εναγομένης.
  5. Η Εναγομένη την 05/11/2015 κατεχώρησε εμφάνιση η οποία εγένετο με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της Ενάγουσας να πετύχει απόφαση εναντίον της Εναγομένης.
  6. Εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ όσων με συμβουλεύει ο δικηγόρος της Ενάγουσας η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση.
  7. Η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση με σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία και να σπαταλήσει τον χρόνο του Σεβαστού Δικαστηρίου καθότι η απαίτηση των Εναγόντων είναι καθαρή και αδιαμφισβήτητη και η Εναγόμενη έχει σκοπό απλά μόνο να καθυστερήσει την διαδικασία και κατά συνέπεια να καθυστερήσει την εξόφληση των Εναγόντων προκαλώντας τους αδικαιολόγητα ζημιά.
  8. Η Εναγόμενη παραδέχτηκε το πιο πάνω χρέος της στην Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 04/08/2015, εντούτοις όμως παρέλειψε μέχρι σήμερα να προβεί σε πληρωμή.
  9. Ειλικρινά πιστεύω ότι η εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας με συνέπεια και της μη εξόφλησης της οφειλής της.
  10. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ειλικρινώς πιστεύω ότι είναι ορθόν και δίκαιον να εκδοθεί η ζητούμενη απόφαση.» Η Ένσταση της Εναγομένης Η Εναγόμενη έφερε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  11. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε η Αιτήτρια να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Καθ' ης η Αίτησης.
  12. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της Αγωγής.
  13. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση της διευθύντριας της, κα. Άλας Βασιλείου και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης.
  14. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και δεν παρουσιάζονται τα πρωτότυπα.
  15. Υφίσταται ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με το εύλογο, αδικαιολόγητο και παράνομο της ανάκλησης των επιταγών με αριθμούς 95639857 και 95639858, στις οποίες βασίζεται η αξίωση της Ενάγουσας.
  16. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν γίνουν αποδεκτά θα καταδείξουν ότι δεν ευσταθεί η αξίωση της Αιτήτριας.
  17. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα της Αιτήτριας σε απόφαση στην αγωγή.
  18. Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση.
  19. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά, με μοναδικό σκοπό να στερήσει την Εναγομένη να υπερασπιστεί την θέση της.» Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 Θ.1(α), 2, 3, 6, 9, 39, 48 Κ. 1-4, 8 και 9, στο Σύνταγμα Άρθρα 15 και 30 καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση H ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Άλας Βασιλείου, η οποία, αναφέρει μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «
  20. Είμαι διευθύντρια της Εναγομένης/Καθ΄ης η αίτηση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και προβαίνω στην παρούσα Αίτηση εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων ο Δικηγόρος της με συμβουλεύει για τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα Ένορκη δήλωση.
  21. Αρνούμαι τις παραγράφους 1, 2, 3, 4, 5 και 8 της Ένορκης Δήλωσης του Ενόρκως Δηλούντα, αφού η Εναγομένη έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση στην ουσία της αγωγή (to the action on the merits) και σίγουρα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης.
  22. Η Υπεράσπιση της Εναγομένης, μεταξύ άλλων, έχει ως ακολούθως: α) Η Ενάγουσα είναι η ιδιοκτήτρια των καταστημάτων 5, 6, 7, 8 και 9 στο κτηριακό συγκρότημα MARIALA COMPLEX στον Ποταμό Γερμασόγειας στη Λεμεσό. Κατά ή περί την 29ην Ιανουαρίου 2014 η Ενάγουσα, ενοικίασε τα πιο πάνω αναφερόμενα καταστήματα στην Εναγομένη, δυνάμει δυο ενοικιαστηρίων συμφωνιών ημερ. 29/01/2014 (Επισυνάπτεται ως Τεκμ. Α η ενοικιαστήρια συμφωνία ημερ. 29/01/2014 για τα καταστήματα 6, 7, 8 και 9 και ως Τεκμ. Β η ενοικιαστήρια συμφωνία ημερ. 29/01/2014 για το κατάστημα 5). β) Σύμφωνα με τον όρο 16 της ενοικιαστήριας συμφωνίας ημερ. 29/01/2014 που αφορούσε τα καταστήματα 6, 7, 8 και 9, ο ενοικιαστής, ήτοι η Εναγομένη, έχει ήδη καταβάλει το ποσό των €15.000,00 σ. ως ασφάλεια ή εγγύηση ομολόγου (security bond). Μάλιστα στον πιο πάνω αναφερόμενο όρο, χαρακτηριστικά και ξεκάθαρα αναφέρεται ότι, από την στιγμή που υπάρχουν καθυστερημένα ενοίκια, αυτά θα αποκοπούν από την εγγύηση. Οι πιο πάνω αναφερόμενες επιταγές του συνολικού ποσού των €6.000,00 αφορούσαν το ½ του ενοικίου για τον μήνα Μάιο 2015 και το ενοίκιο για τον μήνα Ιούνιο
  23. Συνακόλουθα, από τη στιγμή που η Ενάγουσα κατείχε σύμφωνα με τον πιο πάνω αναφερόμενο όρο το ποσό των €15.000,00 και υπήρχαν καθυστερημένα ενοίκια, αυτά έπρεπε να αποκοπούν από το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. γ) Κατά την 02/07/2015, η Εναγομένη με εύλογη αιτία, δικαιολογημένα και νόμιμα, λόγω διαφωνίας με την Ενάγουσα σχετικά, μεταξύ άλλων, για το ποσό της ασφάλειας ή εγγύησης ομολόγου και την δυνατότητα της για συνέχιση των ενοικιαστήριων συμφωνιών και της ενοικίασης, ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές. δ) Σύμφωνα με τον όρο 19 της ενοικιαστήριας συμφωνίας ημερ. 29/01/2014 αναφορικά με τα καταστήματα 6, 7, 8 και 9 και σύμφωνα με τον όρο 18 της ενοικιαστήριας συμφωνίας ημερ. 29/01/2014 αναφορικά με το κατάστημα 5, εάν τα καταστήματα παραμείνουν κλειστά για συνεχόμενη περίοδο πέραν των 5 μηνών, χωρίς να ειδοποιηθεί γραπτώς ο ιδιοκτήτης και τα ενοίκια παραμένουν απλήρωτα, ο ιδιοκτήτης έχει το δικαίωμα να εισέλθει σ' αυτά και να τα ενοικιάσει σε άλλο μέρος. Στην περίπτωση αυτή, ο ιδιοκτήτης, ήτοι η ενάγουσα, οφείλει να μεταφέρει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ενοικιαστή, ήτοι της Εναγομένης, σε ασφαλές μέρος. ε) Τα επίδικα καταστήματα παρέμειναν κλειστά από τις 15/06/2015 και κατά/ή περί τα τέλη Αυγούστου 2015, η Ενάγουσα εισήλθε σ' αυτά, έλαβε την κατοχή τους και μετέφερε τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης σε άλλο μέρος. Είναι προφανές ότι δεν έχει παρέλθει η περίοδος των 5 μηνών που προβλεπόταν στις ενοικιαστήριες συμφωνίες, αλλά περίοδος 2 ½ μηνών μόνο. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ουδέποτε κάλεσε την Εναγομένη με οποιονδήποτε τρόπο να περισυλλέξει ή παραλάβει ή να της δοθούν τα περιουσιακά της στοιχεία, σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι την κάλεσε να περισυλλέξει αυτά. στ) Η Εναγομένη έχει εγείρει την Αγωγή υπ' αριθμό 4371/2015 εναντίον της Ενάγουσας, λόγω αθέτησης και/ή παράβασης των ενοικιαστήριων συμφωνιών ημερ. 29/01/2014 και λόγω κατακράτησης των περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονταν στα επίδικα καταστήματα (Επισυνάπτεται ως Τεκμ. Γ το κλητήριο ένταλμα της πιο πάνω αναφερόμενης Αγωγής). Περαιτέρω, οι δικηγόροι της Εναγομένης απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους της Ενάγουσας, ημερ. 27/01/2016 (Επισυνάπτεται ως Τεκμ. Δ η πιο πάνω αναφερόμενη επιστολή), με την οποία καλούσαν την τελευταία όπως επιστρέψει και/ή παραδώσει τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης, που κατά παράβαση των ενοικιαστήριων συμφωνιών ημερ. 29/01/2014 παράνομα κατέχει και/ή κατακρατεί, χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Η αξία των αντικειμένων αυτών, ανέρχεται στο ποσό των €159.248,38 σ. ζ) Τέλος, η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την Αγωγή υπ' αριθμόν 4262/2015, με την οποία αξιώνει καθυστερημένα ενοίκια από την Εναγομένη. Το ποσό που αξιώνεται στην πιο πάνω αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο Αγωγή, αξιώνεται εκ νέου με την παρούσα Αγωγή. Μάλιστα η Ενάγουσα έχει καταχωρήσει Αίτηση για συνοπτική απόφαση και στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγωγή. Εν προκειμένω, εάν δεν δοθεί στην Εναγομένη το δικαίωμα να υπερασπιστεί τόσο την παρούσα Αγωγή όσο και την πιο πάνω αναφερόμενη Αγωγή θα έχει ως αποτέλεσμα να εκδοθούν 2 αποφάσεις για τα ίδια ποσά.» Εισηγήσεις των Δικηγόρων Οι συνήγoρoι των διαδίκων, καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, αναπτύσσοντας ο καθένας τη θέση του. Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων και όπου κρίνω σκόπιμο θα προβώ σε αναφορά σε αυτές στη συνέχεια της απόφασης μου. Η κα Ονουφρίου στην αγόρευση της ανέφερε ότι αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας, ότι εάν ο Ενάγων καταφέρει να αποδείξει την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων που προβλέπονται από τη σχετική διαταγή, τότε ο Εναγόμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει εύλογη, συζητήσιμη, καλή, εκ πρώτης όψεως ή πλήρη υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν από το Δικαστήριο επαρκή, ή που να δικαιολογούν όπως το Δικαστήριο παραχωρήσει σ' αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Η Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 (α-ζ) της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ότι λόγω της καταβολής του ποσού των €15.000 ως ασφάλεια, ο Ενάγων όφειλε να αποκόψει από την ασφάλεια τα καθυστερημένα ενοίκια του Μαΐου και του Ιουνίου 2015 για τα οποία έχουν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές. Ήταν η θέση της κας Ονουφρίου στο ανωτέρω θέμα, ότι ήταν η ίδια η Εναγόμενη η οποία εξέδωσε τις επιταγές αυτές προς εξόφληση αυτών των ενοικίων και δεν μπορεί τώρα να ισχυρίζεται ότι έπρεπε να αποκοπούν από την εγγύηση. Εξάλλου το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στη σχετική παράγραφο 16, δεν υποστηρίζει αυτό που ισχυρίζεται με την ένσταση, ως λόγο Υπεράσπισης. Απλή ανάγνωση του ανωτέρου όρου αποδεικνύει του λόγου του αληθές. Τα όσα γεγονότα δε ανέκυψαν μετά την έκδοση των επιταγών και σίγουρα ο λόγος ανάκλησης τους δεν μπορεί να αναφέρεται σε αυτά τα μελλοντικά γεγονότα, ως σοβαρή Υπεράσπιση, για τη μη τίμηση των επιταγών. Τα όσα δε αναφέρει για την ύπαρξη άλλων δικαστικών διαδικασιών οι οποίες εγέρθησαν μετά την ανάκληση των επίδικων επιταγών δεν αποτελεί και πάλι σοβαρό λόγο υπεράσπισης. Πέραν των ανωτέρω ο ισχυρισμός της Εναγομένης για κατάχρηση της διαδικασίας λόγω ύπαρξης άλλης αγωγής επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό, γεγονός το οποίο δεν αποδεικνύεται, δεν αποτελεί λόγο υπεράσπισης που μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης για συνοπτική απόφαση (βλ. MELITA MANUFACTURERS LIMITED ν. CHRIS JOANNOU LTD

(1996)1 A.A.Δ 1238). Ο κ. Δημήτρης Μιχαήλ από την αντιπέρα όχθη, αναφέρει και επαναλαμβάνει, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, αναλύοντας τη νομολογία επί του συγκεκριμένου θέματος. Ήταν η θέση του ότι στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ριαλά, διαπνέεται από αοριστία, αφού ο τελευταίος, αρκείται απλά να αναφέρει ότι η Εναγόμενη δεν έχει καλή υπεράσπιση, παραλείποντας να παραθέσει τα αναγκαία γεγονότα, για επαλήθευση της αιτίας αγωγής και θεμελίωση της απαίτησης της. Σκόπιμα αποκρύπτει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ώστε να πετύχει η αίτηση του για συνοπτική απόφαση. Συγκεκριμένα, παραλείπει να αναφέρει ότι η Ενάγουσα έχει στην κατοχή της το ποσό των €15.000,00σ. ποσό που η Εναγομένη είχε δώσει σαν εγγύηση στην Ενάγουσα και από το οποίο πρέπει να αποκοπεί το ποσό που αντιστοιχεί στα ενοίκια για τα οποία είχαν εκδοθεί οι επίδικες επιταγές, οι οποίες στη συνέχεια ανακλήθηκαν. Ο όρος 9 της επίδικης συμφωνίας είναι ξεκάθαρος περί τούτου. Ο συνήγορος της Εναγομένης/Καθ΄ης η αίτηση, αναφέρει πέραν των πιο πάνω, ότι εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης στην παρούσα περίπτωση, δεν είναι δυνατή και για το λόγο ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας, δεν επισυνάπτονται τα πρωτότυπα έγγραφα, αλλά φωτοαντίγραφα. Κάτι τέτοιο, είναι θανάσιμο για την έκβαση της αίτησης της Ενάγουσας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι πλήρες και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί ότι υπάρχει συγκεκριμένη και μη επιδεχόμενη αμφισβητήσεως αιτία αγωγής. Μόνο γι΄ αυτό το λόγο και μη εξετάζοντας οτιδήποτε άλλο, είναι η θέση του κ. Μιχαήλ, ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση της Ενάγουσας. Όπως έχει κριθεί νομολογιακά, ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής και η έκδοση απόφασης όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι τόσο καθαρή που δεν χρειάζεται κανονική δίκη. Είναι ξεκάθαρο ότι η παρούσα δεν είναι εκ των καθαρών και αδιαμφισβήτητων εκείνων περιπτώσεων που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από το δικαίωμά του να προβάλει την υπεράσπισή του. Απεναντίας, η Εναγομένη έχει ήδη καταβάλει το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει να της επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Εν τέλει ο συνήγορος της Εναγομένης/Καθ΄ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει αποκαλύψει καλόπιστη υπεράσπιση και για το λόγο αυτό θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Διαφορετική αντιμετώπιση, θα συνιστούσε άρνηση της Δικαιοσύνης, αφού δεν θα επιτρεπόταν στην Εναγομένη να προβάλει την υπεράσπιση της. Πρόκειται για αξίωση που εδράζεται στην έκδοση επιταγών, και πρέπει να επιτραπεί στην Εναγομένη να προβάλει τις θέσεις και τους λόγους που τελικά ανακάλεσε τις επιταγές, ήτοι λόγω του γεγονότος ότι έχει ήδη καταβάλει το αξιούμενο ποσό η Εναγομένη, γεγονότα που αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση της κ. Άλας Βασιλείου. Πέραν των πιο πάνω αναφερομένων, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης θα οδηγούσε σε δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων της Εναγομένης, αφού όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η Ενάγουσα παρακρατεί το ποσό της εγγύησης, ήτοι το ποσό των €15.000,00 σ. από το οποίο πρέπει να αποκοπεί οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τον πιο πάνω αναφερόμενο όρο της επίδικης συμφωνίας. Συνεπώς, τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα οδηγούσε την Ενάγουσα να λάβει το ίδιο ποσό δύο φορές. Ο συνήγορος δε της Εναγομένης/Καθ΄ης η αίτησης, ισχυρίστηκε ότι Ενάγουσα έχει καταχωρήσει την παρούσα καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό να πλήξει τα συμφέροντα της Εναγομένης και όχι γιατί θεωρεί ότι η απαίτηση της είναι καθαρή που δικαιολογεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Νομική πτυχή Η Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει πως όταν ένα πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί οφείλει τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίζεται για πρώτη εμφάνιση να καταχωρήσει ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του και να αφήνει αντίγραφο της στη διεύθυνση επίδοσης του αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 2.4.
  1. Εν τέλει η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στις 3.11.
  2. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: H εξουσία έκδοσης συνοτπικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L.J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στη Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Αν και με την ένσταση δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα το ζήτημα τούτο θα πρέπει να αποφασισθεί από το Δικαστήριο ενόψει της σημασίας του ως προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας σύμφωνα με τον σχετικό θεσμό και την Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στη Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. ........... An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. .............. Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με τη φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από τη Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. ν Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1113, το Εφετείο συμφώνησε με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Στην απόφαση του Εφετείου προσμέτρησαν ότι ο ενόρκως δηλών (α) ήταν γνώστης της επίδικης συμφωνίας αφού ήταν παρών κατά την υπογραφή της, (β) είχε επισυνάψει την πιο πάνω συμφωνία στην ένορκό του δήλωση, (γ) γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης/ ενάγουσας τις κινήσεις του λογαριασμού και (δ) είχε τερματίσει ο ίδιος την επίδικη συμφωνία. Κρίθηκε ότι όλα τα πιο πάνω τον καθιστούσαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης. Στην υπόθεση Ευάγγελος Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, το πρόσωπο που υπέγραψε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν υπάλληλος των εναγόντων /αιτητών, είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούσαν στην αγωγή και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση. Κατείχε, επίσης και φύλαττε όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού και είχε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού την οποία και είχε προσυπογράψει. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στην σελίδα 1055: «Ο ομνύοντας διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων διά της παρακολουθήσεως της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του εις την ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει από τα λεχθέντα του, που κατ' αντιπαράθεση με τα γεγονότα στη Δημητρίου (πιο πάνω) δεν αμφισβητήθησαν, πως ήταν πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής όπως και έπραξε παραθέτοντας, εκ του περισσού ίσως, και τα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, που μνημονεύεται στη Δημητρίου (πιο πάνω), ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Τέλος, στην υπόθεση Γεώργιος Αγαθαγγέλου Γεωργίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 274 το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 279-280: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εμπεριστατωμένη απόφαση του αναφέρει τα εξής:- "Από νωρίς η νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, εφαρμόζοντας αντίστοιχη αγγλική νομολογία, αναγνώρισε και προσδιόρισε την παράμετρο επάρκειας της ένορκης δήλωσης, με σαφή παροχή δυνατότητας προσφοράς ένορκης δήλωσης και από άλλο πρόσωπο παρά τον ίδιο τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Stavrinides v. Cheskoslovenska
(1972)1 C.L.R. 130 στη σελίδα 136-137 αναφέρεται:- "There is no doubt that, as our relevant rule stands, an affidavit may be made by another person, apart from the plaintiff, but the rule does not stop there; it must be a person that 'can swear positively to the facts, verifying the cause of action and the amount claimed'. The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief." H σημερινή πολυπλοκότητα των συναλλαγών σε συνδυασμό με την πολυάριθμη εκπροσώπηση εμπορικών οργανισμών, όπως τραπεζών, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη προσδιορισμού της έκτασης γνώσης και του πεδίου εκδήλωσης των αναγκαίων γεγονότων που στοιχειοθετούν τη βάση έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων, όπως και του εκάστοτε πλαισίου απαίτησης. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 την οποία επικαλέστηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι, ο καθένας δίδοντας τη δική του ερμηνεία. ..................................................................................................................... Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051)». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατ' αρχάς, από το περιεχόμενο του ενώπιον μου φακέλου της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι, πρώτον, το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και, δεύτερον, ότι η εναγόμενη/καθ΄ης η αίτηση έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 5.11.
  1. Εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον πληρείται η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18, θ.1, ήτοι κατά πόσον από πλευράς ενάγουσας ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Είμαι της άποψης ότι ο διευθυντής της Ενάγουσας είναι το πλέον κατάλληλο άτομο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της Αίτησης και το άτομο με την πλέον προσωπική γνώση επί των γεγονότων της υπόθεσης. Έχει μάλιστα στην κατοχή του τις επίδικες επιταγές τις οποίες και επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  2. Έχω ικανοποιηθεί, ότι ο ενόρκως δηλών με την ένορκη δήλωσή του επαληθεύει και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, το ποσό της οφειλής το οποίο εξακολουθεί να υφίσταται και είναι απαιτητό. Περαιτέρω, δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί να πετύχει ο δεύτερος λόγος ένστασης της εναγόμενης εφόσον η ένορκη δήλωση δεν κρίνεται ούτε αντινομική ούτε αντικανονική. Επομένως ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση το βάρος της οποίας βρίσκεται στην ενάγουσα προς ικανοποίηση. Προτού προχωρήσω θα ήθελα να αναφερθώ στον χρόνο κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση που παρόλο που δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο, είμαι της γνώμης, ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να τεκμηριωθεί, παρατηρώντας τα πραγματικά γεγονότα, εφόσον η εμφάνιση από την εναγόμενη καταχωρήθηκε στις 5.11.15 και η Αίτηση στις 10.11.
  3. Η Δ.18, δεν προνοεί ρητά συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (βλ. Annual Practice
(1958), σελ. 259 κάτω από τον τίτλο «At what Stage of Action»). Προκύπτει όμως ότι είναι επιθυμητό αίτηση της φύσεως που εξετάζεται, να καταχωρείται το συντομότερο, πλην όμως είναι δυνατόν τέτοια αίτηση να καταχωρείται ακόμη και μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Σχετικά είναι τα λεχθέντα στην McLardy v Slateum 24 Q.B.D. 504, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards, but in such an event the onus is cast on the plaintiff of showing why he did not apply sooner.» Στην ετήσια δικονομική πρακτική του 1958, Annual Practice 1958, στη σελίδα 260, αναφέρονται τα εξής (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chriss Ioannou Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ, 1238, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408): «By delivering Defence - The fact that he has delivered a defence may be sufficient to enable a defendant to get leave to defend. But it is clear that a plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered. See McLardy v. Slateum, 24 Q.B.D. 504, where such an application was successfully made one month after defence. It is submitted, having regard to that case and to the language of the rule, that a defendant cannot prevent a plaintiff from proceeding under O. 14 by putting in what may by only a sham defence at or soon after the date of his appearance.» Ως εκ τούτου κρίνω ότι ακόμα και η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης η οποία έχει καταχωρηθεί στον φάκελο της υπόθεσης δεν συνιστά εμπόδιο στο να αποταθεί διάδικος με αίτημα για συνοπτική απόφαση. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων μου το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους της Εναγόμενης-Καθ΄ης η αίτηση, να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας (good defence on the merits) ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να της δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Είναι η θέση των συνηγόρων της αιτήτριας ότι οι ισχυρισμοί της Καθ΄ης η αίτηση δεν αποκαλύπτουν Υπεράσπιση και/ή καλή Υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Σχετικές, ως προς το τί συνιστά καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση είναι οι υποθέσεις Hermes Insurance
(1983)1 CLR 333 αλλά και η TransMiddle East Trading Ltd ν Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239 καθώς και η υπόθεση VIDISAVA SUBOTIC ν Anuou Στυλιανίδη
(1998)1 (A) AAA 22, όπου καθιερώθηκε ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση ενός Εναγομένου και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Επίσης στην υπόθεση Χριστάκη Αυγουστή ν Γεώργιου Ππίριλου (Π.Ε. 8882) αναφέρεται ότι η παράταξη γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση. Βοηθητικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή νομολογία: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to [*1916]show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Η αξίωση επί επιταγής, ως η παρούσα υπόθεση, δεν παρέχει στον εναγόμενο πολλές επιλογές υπεράσπισης. Στην σελ. 142 του White Book
(1976), Rules of the Supreme Court , O.14, r.r. 3-4, παρατίθεται η εξής χρήσιμη περικοπή αναφορικά με την ισχύ μιας επιταγής που επιβεβαιώνει τα πιο πάνω: «The principle is that a bill, cheque or note is given and taken in payment as so much cash, and not as merely giving a right of action for the creditor to litigate a counterclaim (see Jackson v Murphy, supra). We have repeatedly said in this court that a bill of exchange or a promissory note is as to be treated as cash. It is to be honoured unless there is some good reason to the contrary, e.g. if there is an arguable case based on total failure of consideration (see per Lord Denning M..R. in Fielding & Platt Ltd v Selim Najjar [1969] 1 W.L.R. 357 at p. 361; [1969] 2 All ER 150 at p. 152, C.A.). Συνάγεται συνεπώς με βάση τα πιο πάνω όπως επίσης με τη σχετική νομολογία, ότι το τεκμήριο για την ύπαρξη αντιπαροχής συναλλαγματικής είναι μαχητό και μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία για την απουσία ή αποτυχία ή για παράνομη αντιπαροχή ή για δόλο (βλ. Vassos Charalambous ν Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849 και Ρωμανός ν Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπου το αγώγιμο δικαίωμα στηρίζεται στη μη τίμηση επιταγών, λαμβάνει υπόψη τη φύση των επιταγών ως χρηματικού μέσου που φέρει το τεκμήριο αξίας και καλής πίστης ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή που το άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση ημερ. 18/11/1999, στην Πολιτική Έφεση Aρ. 10419, N. V. CATERCHEF LTD. ν. P.C.P. ELECTRONICS LTD.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912. Τέλος ας σημειωθεί ότι αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιταγές περιέχοντας τα απαραίτητα χαρακτηριστικά επιταγής και με βάση την ένορκο δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, τις νομικές αρχές και ειδικότερα τα όσα προβλέπονται από το άρθρο του Κεφ.262, ότι η Ενάγουσα είναι κάτοχος των επιταγών και η ίδια έχει την υποχρέωση να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο το οποίο προβλέπεται από τον Νόμο ως πιο πάνω αναφέρεται. Στην παρούσα υπόθεση η καθ΄ ης η αίτηση, η οποία φέρει το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη Υπεράσπισης αναπτύσσει στις θέσεις της γιατί η Ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει με συνοπτική απόφαση. Πέραν τούτου αναφέρεται στο συμβόλαιο το οποίο υπέγραψαν αυτή και η εναγόμενη και ειδικότερα αναφέρεται στις ειδικές πρόνοιες που ίσχυαν μεταξύ τους κατά την διάρκεια ισχύς του συμβολαίου και κατά πόσο η πλευρά της Ενάγουσας είχε την δυνατότητα να λάβει το καθυστερημένο τίμημα του ενοικίου από την εγγύηση η οποία είναι ήδη κατατεθειμένη και να μην καταχωρηθεί οποιαδήποτε υπόθεση ενώπιον των δικαστηρίων. Παρατηρώ ότι η Εναγόμενη έχει εκθέσει επαρκείς λεπτομέρειες της δικής της εκδοχής είτε για την κατάρτιση συμφωνίας είτε για τους λόγους τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση είναι ανυπόστατη και/ή ανήθικη και/ή παράνομη κλπ. Παραθέτει δε λεπτομέρειες του ενοικιαστηρίου εγγράφου, του τρόπου πληρωμής, την αδυναμία πληρωμής του ενοικίου ως και την εγγύηση, η οποία κατατέθηκε προς όφελος της αιτήτριας. Εκτός των άλλων η εναγόμενη δεν αρνείται την έκδοση καν την εγκυρότητα της επιταγής, καθιστώντας έτσι στους ώμους της μεγαλύτερη υποχρέωση για ανατροπή του τεκμηρίου της αξίας της επιταγής. Υπό το φως της ένορκης δήλωσης της κας Άλας Βασιλείου, διευθύντριας της Εναγομένης, τέτοιες λεπτομέρειες δεν έχουν τεθεί στην αναγκαία έκταση όπως αναφέρεται ανωτέρω. Η επιχειρηματολογία δε του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγομένης στη γραπτή αγόρευση του μπορεί να αποτελέσει τεκμηρίωση της προτεινόμενης Υπεράσπισης εφόσον η επιχειρηματολογία στηρίζεται στην νομική απόδειξη της Υπεράσπισης της εναγομένης σε περίπτωση όπου θα της επιτρέπετο να υπερασπισθεί, θέλοντας να πείσει και ή να φανερώσει εν πάσει περιπτώσει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να της επιτρέψει να καταχωρήσει την υπεράσπιση της. Πέραν των πιο πάνω η προτεινόμενη υπεράσπιση στο σύνολο της και για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω, τόσο στην ένσταση της καθ΄ης η αίτηση όσο και στο στάδιο των αγορεύσεων, κρίνω ότι αυτή είναι ικανή να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο το οποίο δημιουργεί η επιταγή, αυτό δηλαδή της αξίας και καλής πίστης στον βαθμό που απαιτείται για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης. . Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει η πλευρά της εναγομένης εκφράζουν μια καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση για έλλειψη αντιπαροχής/ανταλλάγματος στην επιταγή, η οποία υπεράσπιση θα πρέπει να ακουστεί. Ενόψει λοιπόν του ότι υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση θεωρώ ότι δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει ορθό και δίκαιο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ως έχει προαναφερθεί ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι να εντοπίζει την ύπαρξη επίδικων ζητημάτων και όχι να αποφασίσει εάν τελικά η υπεράσπιση που προβάλλεται έχει πιθανότητα επιτυχίας. Ως εκ των άνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η Εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπιση της εντός 14 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: aitisi gia sinoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.