← Κύπρος

Ανδρέα Αντωνίου ν. 1. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ & Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5900/2

Ανδρέα Αντωνίου ν.

  1. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ & Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5900/2010, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A522 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5900/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρέα Αντωνίου Ενάγοντος/ Καθ΄ου η Αίτηση και
  2. Κύπρος Ανδρέου ως εκκαθαριστής της εταιρείας Κ & Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LIMITED
  3. LUMIER TV PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόμενων του Εναγόμενου 1/ Αιτητή Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2016 Για τον Ενάγοντα/ Καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Σ. Α. Πούγιουρος Για τον Εναγόμενο 1 / Αιτητή : Η κα Κατωδρίτου για κ. Π. Αριστοτέλους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης με ημερομηνία 26.05.2016) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης μου είναι η αίτηση τουθ Εναγόμενου 1 - Αιτητή (στη συνέχεια «ο Αιτητής»), για παροχή σε αυτόν άδειας για τροποποίηση της Υπεράσπισής του. Ο Ενάγων/ Καθ' ου η Αίτηση (στη συνέχεια «ο Καθ΄ου η Αίτηση»), καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην αίτηση και ως εκ τούτου η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Αιτητή: (α) διά της διαγραφής της παραγράφου 3 και την προσθήκη νέων παραγράφων 3 και 4 και της συνακόλουθης αναρίθμησης των υπόλοιπων παραγράφων ως ακολούθως: «
  4. Ο Εναγόμενος παραδέχεται την παρ. 1 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. 4.Ο Εναγόμενος αρνείται την παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Συμφωνία Διανομής των επιδίκων ακινήτων με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες του Ενάγοντος. Περαιτέρω ο Ενάγων ουδέποτε κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των δύο αναφερόμενων οικοπέδων καθ΄ότι ουδέποτε εκδόθηκαν σχετικές άδειες διαχωρισμού οικοπέδων και ουδέποτε εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής και ουδέποτε διαχωρίστηκαν σε εγκεκριμένα οικόπεδα. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Ενάγοντος, οι συνιδιοκτήτες δεν συνεργάζοντο και έτσι η Συμφωνία Αντιπαροχής εξ υπαιτιότητας του Ενάγοντα δεν μπορούσε να υλοποιηθεί.» (β) διά της διαγραφής της παραγράφου 5 και την προσθήκη νέας παραγράφου ως ακολούθως: «
  5. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε καταχωρήθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού τα εν λόγω Πωλητήρια Έγγραφα.» Η νομική βάση της αίτησης βασίζεται στον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο, άρθρα 2 και 11, στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό 1983 Κα. 11 στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.Θ. 1 - 11, Δ.19 Θ. 26, Δ.39, Δ.25, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.64 και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από τον κ. Ευάγγελο Χρίστου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Πέραν της ιδιότητας του, της εξουσιοδότησης που έχει να προβεί στην παρούσα και της γνώσης της υπόθεσης από τον φάκελο της υπόθεσης που είναι υπό τη φύλαξη του. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 αντιμετωπίζει σωρεία υποθέσεων. Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης δηλώνει ότι επισυνέβησαν νέες εξελίξεις στην υπόθεση και περιήλθαν στην γνώση του νέα γεγονότα για τα οποία δεν είχε γνώση προηγουμένως. Σαν τέτοια γεγονότα αναφέρει ότι κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση με τον κ. Σώζο Πούγιουρο, δικηγόρο του ενάγοντα, πληροφορήθηκε ότι δυνατόν τα πωλητήρια έγγραφα δεν ήτο καταχωρημένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Περαιτέρω όπως πληροφορήθηκαν από τον κ. Κυπριανού, ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, ουδέποτε έγινε διαχωρισμός του εν λόγω ακινήτου. Πιστεύει ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι εάν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα είναι πολύ καλύτερες οι πιθανότητες επιτυχίας της υπεράσπισης. Ο Καθ΄ου η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης την οποία βασίζει στη Δ.48 θ.4 και 11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και στις αρχές της Νομολογίας. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει είναι οι ακόλουθοι: «1 Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπερβολική και/ή ανεξήγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη καθυστέρηση.
  6. Η αιτούμενη τροποποίηση εισάγει νέα βάση υπεράσπισης.
  7. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε ένορκη δήλωση ατόμου που γνωρίζει τα γεγονότα.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση αναιρεί παραδοχή που έγινε από τον εναγόμενο στην έκθεση υπεράσπισης.
  9. Η αίτηση δεν βασίζεται στα ορθά άρθρα του Νόμου.
  10. Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης δεν θα επηρεασθούν τα δικαιώματα του εναγόμενου στην προώθηση της υπεράσπισης.
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική.» Η ένσταση υποστηρίζεται από τον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος δηλώνει στην ένορκη δήλωση του ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, διάβασε την ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Ευαγγέλου με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνεί. Όπως συμβουλεύεται, η αίτηση για τροποποίηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν στηρίζεται στα ορθά άρθρα της νομοθεσίας και, ειδικά, βασίζεται σε άρθρα του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και του περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού που είναι άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Η αίτηση βασίζεται σε ισχυρισμό στην παράγραφο 5 της εν λόγω ένορκης δήλωσης ότι κάποιος δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου των δικηγόρων της εναγόμενης 1, ο οποίος δεν ονομάζεται και ο οποίος δεν ορκίζεται πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του ενάγοντος ότι δυνατόν το πωλητήριο έγγραφο να μην είναι καταχωρημένο στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο. Δηλώνει ότι έντιμα και ειλικρινά πιστεύει και όπως πληροφορείται, το ελάχιστο που θα έπρεπε να έκανε ο Αιτητής είναι έρευνα στο Κτηματολόγιο κατά πόσο κατατέθηκε το εν λόγω έγγραφο στο Κτηματολόγιο από την εναγόμενη 1 η τουλάχιστον θα έπρεπε να είχε ερωτηθεί ο πρώην διευθυντής και ιδιοκτήτης της ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης κατά πόσο η εναγόμενη 1 μέσω του κατέθεσε το συμβόλαιο στο Κτηματολόγιο. Αντί των πιο πάνω παρατίθεται ως μαρτυρία για να στηρίξει την αίτηση συνομιλία μεταξύ δικηγόρων, η οποία από όσο πιστεύει και συμβουλεύεται δεν συνιστά ικανοποιητική μαρτυρική βάση της αίτησης. Περαιτέρω η αίτηση τροποποίησης αναιρεί ρητή παραδοχή της εναγόμενης 1 στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης χωρίς να δίδεται ικανοποιητικός λόγος. Πιστεύει ότι το συμβόλαιο θα πρέπει να έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο. Περαιτέρω, όπως συμβουλεύεται, είτε κατατέθηκε το εν λόγω συμβόλαιο είτε όχι δεν χάνει το αγώγιμο δικαίωμα του να ζητήσει, όπως και ζητά, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω συμφωνία είναι άκυρη. Ο δεύτερος λόγος για την αίτηση που περιγράφεται στην παράγραφο 7 της εν λόγω ένορκης δήλωσης είναι ότι λήφθηκαν πληροφορίες, από τον κατάδικο πρώην ιδιοκτήτη της εναγόμενης 1 υπό εκκαθάριση εταιρείας, ότι ουδέποτε έγινε ο διαχωρισμός του ακινήτου μεταξύ του και των υπόλοιπων συνιδιοκτητών με άλλους ώστε να δικαιολογηθεί η αιτούμενη παράγραφος 4, η οποία κατά ένα μέρος της προτείνεται να αναφέρει ότι οι συνιδιοκτήτες δήθεν δεν συνεργάζονταν και από λάθος δικό τους δεν μπόρεσε η συμφωνία να υλοποιηθεί. Αυτά όμως δηλώνει αποτελούν ασύστολα ψεύδη. Επισυνάπτει αντίγραφο των νέων τίτλων ιδιοκτησίας ως τεκμήριο 1 όπου φαίνομαι ως ιδιοκτήτης του όλου μεριδίου κάτι που αποδεικνύει ότι οι συνιδιοκτήτες συνεργάσθηκαν και κατάλληλος ο διαχωρισμός έγινε ώστε να δύναται να υλοποιηθεί η επίδικη συμφωνία. Επομένως, ο λόγος μη υλοποίησης συμφωνίας είναι άλλος. Επισυνάπτει επιστολή ημερομηνίας 10.12.09 ως τεκμήριο 2 από τον Δήμο Λεμεσού ως Πολεοδομικής Αρχής προς τον ίδιο με την οποία απέρριψε την αίτηση για πολεοδομική άδεια για λόγους που αναφέρονται και που οφείλονται στον εναγόμενη 1 και όχι στον ίδιο. Η αιτούμενη τροποποίηση εισάγει νέα βάση υπεράσπισης και θα πρέπει να απορριφθεί. Η αιτούμενη τροποποίηση αν εγκριθεί θα έρχεται σε αντίθεση με τις παραγράφους 7(Ε) και (ΣΤ) της Υπεράσπισης όπου αναφέρονται διαφορετικοί λόγοι της μη υλοποίησης της συμφωνίας, δηλαδή η μη υπογραφή νέων αρχιτεκτονικών σχεδίων που ετοιμάσθηκαν από την εναγόμενη
  12. Η Αίτηση τροποποίησης θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι καταχωρήθηκε με υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, πέραν των 5 ετών από την επίδοση της αγωγής και 17 μήνες μετά την καταχώρηση της τελευταίας υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε από τον νέο εκκαθαριστή της εναγόμενης
  13. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Αναφέρθηκαν στα γεγονότα της υπόθεσης και υποστήριξαν ο καθένας τις θέσεις του με αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες. Έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη όσα τέθηκαν υπόψη μου από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Ξεκινώντας από τον λόγο ένστασης 5, ότι η αίτηση δεν βασίζεται στα ορθά άρθρα του Νόμου και εξετάζοντας την νομική της βάση, είναι εμφανές ότι έχουν συμπεριληφθεί σε αυτή λανθασμένα νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις του Περί Ενοικιοστασίου Νόμου, άσχετου με τα υπό εκδίκαση ζητήματα. Αυτό όμως το εμφανές λάθος δεν μπορεί να έχει καταλυτική σημασία ως προς την τύχη της αίτησης εφόσον ταυτόχρονα παρέχεται και όλο εκείνο το κανονιστικό με βάση το οποίο εξετάζονται τέτοιας φύσης αιτήματα. Στη βάση λοιπόν της Δ.64 στην οποία βασίζεται η επίσης η αίτηση, κρίνω ότι το ως άνω λάθος ανάγεται σε απλή παρατυπία και εκδίδω σχετική διαταγή για άρση της με τη διαγραφή της νομικής βάσης που είναι άσχετη. Προχωρώ στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας της. Η Διαταγή 25 Θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Σε μετάφραση: Στην υπόθεση Νικολάου Ιωάννης ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α. υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Παύλου Κ. Μιλτιάδους,

(2007)1 Α.Α.Δ. 1005 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.» Στην πρόσφατη απόφαση IKOS CIF LTD ν. MARTIN COWARD κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση των Εφεσειόντων αναφορικά με την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα τους για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως και το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-13. Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το γεγονός ότι υπάρχει δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων προς τον καθ' ου η αίτηση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όταν η αγωγή άχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στις 6 Δεκεμβρίου 1988, υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο ανέβαλε τότε την υπόθεση, παρά την ένσταση του εφεσίβλητου, για να καταχωρισθεί αίτηση για τροποποίηση εντός δυο μηνών. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση ούτε και ήλθε εκ νέου το θέμα στο προσκήνιο μέχρι της 13ης Δεκεμβρίου 1990 όταν, μετά από σειρά εμφανίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση.» Θα εξετάσω το ζήτημα του χρόνου κατά τον οποίο γίνεται το παρόν διαδικαστικό διάβημα και κατά πόσο αυτό γίνεται με καθυστέρηση και αν δικαιολογείται καθόλου αυτή η καθυστέρηση από πλευράς του Αιτητή. Διεξήλθα όλο το κείμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Χρίστου Ευαγγέλου, δεν εντόπισα κανένα σημείο σε αυτή που να εξηγείται γιατί γίνεται τώρα αυτή η αίτηση για να εισαχθούν γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του Αιτητή πριν την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του και ή θα μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να είχε προβεί σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο και να πληροφορείτο σχετικά. Η πληροφόρηση την οποία επικαλείται ότι έλαβε παρέχεται κατ΄αόριστο τρόπο εφόσον δεν κατονομάζεται το πρόσωπο προς το οποίο δόθηκε και δεν προβαίνει το ίδιο αυτό πρόσωπο σε ένορκη δήλωση, για να μπορεί να αντεξεταστεί γι΄αυτόν τον ισχυρισμό του αλλά ούτε και προσδιορίζεται χρονικά πότε έγινε αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία με τον δικηγόροι κ. Σώζο Πούγιουρο ή ακόμα και η πληροφόρηση που είχε από τον κ. Κυπριανού ο οποίος εκτίει ποινή φυλάκισης. Επομένως καθόλου δεν έχει δικαιολογηθεί ο χρόνος καταχώρησης αυτής της αίτησης και αυτό έγινε με μεγάλη καθυστέρηση όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό από την πορεία της υπόθεσης αν κάποιος ανατρέξει στον δικαστηριακό φάκελο, σε μια αγωγή που έχει καταχωρηθεί από την 1.12.2010 με επανειλημμένες τροποποιήσεις λόγω του καθεστώτος εκκαθάρισης της εναγόμενης 1 που επήλθε στο μεταξύ, του ορισμού της υπόθεσης επανειλημμένα για σκοπούς ακρόασης που η μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τους δικηγόρους του Αιτητή αρκετά πιο νωρίς σε ένα τέτοιο διάβημα αν κρινόταν αναγκαίο. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 αναφέρθηκε επίσης ότι όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας και ότι κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημου Παραλήπτη,
(1995)1 Α.Α.Δ. 607 αναφέρθηκε ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί καλό λόγο για να δικαιολογεί την τυχόν έγκριση αιτήματος για τροποποίηση όπως επίσης δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Συγκεκριμένα, ο Πικής, Δ. όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «Η μόνη εξήγηση η οποία παρέχεται στην ένορκη ομολογία η οποία υποστηρίζει την αίτηση, για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορά την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Ο νέος δικηγόρος των εναγομένων κρίνει την τροποποίηση αναγκαία μετά από επαναθεώρηση της υπόθεσης των πελατών του. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Διαπιστώνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την τροποποίηση. Αντίθετα, αυτή θα επέφερε μεταβολή του πλαισίου της δίκης και θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα, όχι μόνο τα συμφέροντα των εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.» Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση Γραμμές Στρίντζη έτσι και στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τον Αιτητή σε πολύ προγενέστερο χρόνο αυτού της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογήθηκε καθόλου. Εάν εγκρινόταν το αίτημα θα υπήρχε σαφής παραβίαση των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της πλευράς του Καθ΄ου η Αίτηση. Παραθέτω στη συνέχεια μερικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου εξετάστηκε αυτό το ζήτημα: Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.Το αποδει­κτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυ­στέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Στην ίδια πιο πάνω υπόθεση Φοινιώτης, λέχθηκε επίσης ότι σε αιτήσεις τροποποίησης, το Δικαστήριο όταν προσδιορίζει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, θα πρέπει να συνεκτιμήσει τις επιπτώσεις της τροποποίησης στα συμφέροντα και δικαιώματα του αντίδικου καθότι η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων και/ή αποζημιώσεων (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, Milouca Motor Trading Ltd. v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λουκαΐδου ν. Γερολέμου,
(2000)1 ΑΑΔ 333 και Παπανικολάου v. Κότσαπα,
(2004)1 ΑΑΔ σελ. 1800). Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδη,
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 έχουν λεχθεί τα εξής από τον Καλλή, Δ.: «Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Η προτεινόμενη παράγραφος 4 εισάγει νέα βάση υπεράσπισης η οποία για πρώτη φορά τίθεται 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής ως και επίσης 3 ολόκληρα χρόνια από την καταχώρηση της αρχικής Υπεράσπισης ημερομηνίας 11.6.13. Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, αναφέρθηκε ότι αίτηση τροποποίησης δικογράφου θα πρέπει να απορριφθεί όταν η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο. Στη δε υπόθεση Kallice Hold. Co. Ltd v. MTR Metals (Overs) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες της στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξαρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο.» Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω κρίνω ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Στην υπόθεση Αζά (ανωτέρω), αναφέρθηκε ότι αίτηση για τροποποίηση υπόκειται σε απόρριψη όταν υπάρχει κακή πίστη εκ μέρους του αιτητή. Στην δε υπόθεση Saba Co. (TMP) ν. TMP Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 αναφέρθηκε ότι η καλοπιστία στην υποβολή της αίτησης είναι ιδιάζουσας σημασίας ως προς το αποτέλεσμα της αίτησης. Στο δε σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s "Precedents of Pleadings", 12η έκδ., στην σελ. 130, έχει επεξηγηθεί ο όρος «καλή πίστη» ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Στην παρούσα υπόθεση, είναι φανερή εκ προοιμίου η κακή πίστη του αιτητή στην υποβολή της παρούσας αίτησης στο στάδιο και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο υποβλήθηκε όταν πλέον η πλευρά του ενάγοντος άρχισε να ενίσταται στις αιτούμενες αναβολές οπότε η εναγόμενη 1 επέλεξε στις 26.5.16, δηλαδή μόλις μια ημέρα πριν τις 27.5.16 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση με πολύ αυξημένες πιθανότητες να αρχίσει, να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ΄ουτ η Αίτηση ότι η προτεινόμενη με την αίτηση τροποποίησης παράγραφος 3 είναι τελείως αχρείαστη και ουσιαστικά τείνει να διατυπώσει ρητή παραδοχή της ιδιότητας του ενάγοντος ως ιδιοκτήτη του 1/3 μεριδίου που ουσιαστικά δεν αμφισβητείται από την υφιστάμενη παράγραφο
  1. Επιπρόσθετα συντρέχει ακόμα ένας λόγος για τον οποίο το αίτημα δεν θα μπορούσε να έχει θετική αντίκριση. Το πρώτο σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης, που περιέχει τον ισχυρισμό ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο δεν είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, βασίζεται σε λανθασμένη πηγή πληροφόρησης, αυτή του δικηγόρου του ενάγοντα, σε υποτιθέμενη συνομιλία με άλλο δικηγόρο που δεν προβαίνει σε ένορκη δήλωση και δεν κατονομάζεται, και προσκρούει στην δυσκολία ότι ο εν λόγω δικηγόρος του Ενάγοντα για να αντικρούσει τον ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα θα πρέπει πρώτα να παραιτηθεί από τον χειρισμό της υπόθεσης του ενάγοντα και μετά να μετατραπεί σε μάρτυρα παραβιάζοντας έτσι το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα σε δίκαιη δίκη, να έχει δηλαδή τον δικηγόρο της επιλογής του. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση με την ένσταση του διαψεύδει ότι δεν έγινε διαχωρισμός και ότι ήταν αυτός ο λόγος για τον οποίο δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία διαχωρισμού. Επισυνάπτει προς τούτο στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 10.6.2016 που συνοδεύει την ένσταση τους νέους τίτλους ιδιοκτησίας, οι οποίοι έχουν προκύψει μετά τον διαχωρισμό ως τεκμήριο
  2. Ο Αιτητής δεν επέλεξε είτε να αντεξετάσει τον Καθ' ου η Αίτηση ενόρκως δηλούνται, δυνάμει της Δ.39 είτε να ζητήσει άδεια του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.48 θ.4
(2)να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία να αντικρούει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση. Επομένως, οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση ότι έγινε διανομή όπως και το επισυνημμένο τεκμήριο παραμένουν αναντίλεκτοι και θα ερχόντουσαν σε αντίφαση με όσα επιχειρούνται να εισαχθούν ως ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο επιτρέψει την τροποποίηση της Υπεράσπισης, όσον αφορά την μη ύπαρξη διαχωρισμού θα παραγνώριζε το υπάρχον και αναντίλεκτο μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο ο Αιτητής επιχειρεί να εισάγει αναληθείς ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση του, κάτι το οποίο θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση και τίποτε άλλο. Περαιτέρω, σε περίπτωση που εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης το νέο κείμενο θα είναι αντιφατικό προς την υφιστάμενη παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, η οποία δεν ζητείται να τροποποιηθεί και η οποία στις υποπαραγράφους (Ε) και (ΣΤ) αναφέρει ως υπεράσπιση ότι ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει τα εν λόγω νέα αρχιτεκτονικά σχέδια. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, αναπόφευκτα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αίτηση του Αιτητή υποβλήθηκε καθυστερημένα, αχρείαστα ως προς την τροποποίηση της παραγράφου 3 και με την εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης που επιχειρείται θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό την αγωγή και γίνεται κατά τρόπο που απολήγει σε κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή. Η διακριτική μου ευχέρεια, επομένως, δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντος/Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1/Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής, οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.