← Κύπρος

Γεωργίου Μιχαήλ ν. Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 444/2014, 8/12/2016

Γεωργίου Μιχαήλ ν. Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 444/2014, 8/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A523 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης / Έφεσης: 444/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥΣ (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 101

(2)) ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΕΦΕΣΗΣ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ Μεταξύ: Γεωργίου Μιχαήλ Αιτητή / Εφεσείoντος και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ Καθ' ης η Αίτηση / Εφεσίβλητης Όπως δε έχει τροποποιηθεί: Μεταξύ: Γεωργίου Μιχαήλ Αιτητή / Εφεσείοντος και Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ Καθ' ης η Αίτηση / Εφεσίβλητης Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή/ Εφεσείοντα: Ο κ. Ανδρέας Σοφοκλέους Για την Καθ΄ ης η Αίτηση/ Εφεσίβλητη: Ο κ.N. Μουχταρούδης για Ν. Μουχταρούδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Στην εκφώνηση της απόφασης ο κ. Παλάοντας Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα απόφαση αφορά έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης (στη συνέχεια «η Διαιτητική Απόφαση»), η οποία εκδόθηκε την 28.04.2014 σε διαδικασία επίλυσης διαφοράς μεταξύ της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ όπως ονομαζόταν τότε και η οποία στη συνέχεια ονομάστηκε με τη συγχώνευση που επακολούθησε μαζί με άλλες Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες ως Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ (στη συνέχεια «η Καθ΄ης η Αίτηση») και του Εφεσείοντος/ Αιτητή (στη συνέχεια «ο Αιτητής») ως εγγυητή στο δάνειο. Λόγω της μη καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων για το ως άνω δάνειο κατά την Καθ΄ης η Αίτηση προέκυψε διαφορά η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Είναι κοινά παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής προς επίλυση της διαφοράς αυτής κλήθηκε και παρευρέθηκε στη διαδικασία της διαιτησίας. Επειδή όμως ο Αιτητής θεωρεί ότι η διαιτησία αλλά και ολόκληρη η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένες, καταχώρησε την παρούσα Έφεση την 14.08.2014. Προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι έφεσης τους οποίους καταγράφω κατά συνοπτικό τρόπο όπως και την αιτιολογία τους: Ο Αιτητής ουδέποτε κλήθηκε και/ή ειδοποιήθηκε από την Σ.Π.Ε. Μόρφου Λτδ ή ενημερώθηκε έγκαιρα και νόμιμα ως ο Νόμος ορίζει για την παράλειψη πληρωμής των δόσεων και/ή για κάθε υπερημερία του πρωτοφειλέτη του δανείου του οποίου ήταν εγγυητής. Ο Αιτητής έλαβε γνώση για τα πιο πάνω μόλις την 5.03.2014 όταν η υπόθεση παραπέμφθηκε από τους πιστωτές ενώπιον Διαιτητού και κλήθηκε να παραστεί. Ούτε και έτυχε ενημέρωσης ως εγγυητής χωρίς καθυστέρηση για κάθε υπερημερία και/ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη και για τυχόν επιβάρυνση του πρωτοφειλέτη σύμφωνα με τη συμφωνία και όρους του δανείου και για σκοπούς της συμφωνίας του δανείου και της συμφωνίας εγγύησης κατά παράβαση ρητών διατάξεων του Περί της Προστασίας Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου (Ν.197 (Ι)/2003). Δεν δόθηκε το δικαίωμα στον Αιτητή να έχει λόγο στον διορισμό του διαιτητή ο οποίος διορίστηκε μονομερώς από της Καθ΄ης η Αίτηση κατά παράβαση τόσο νομοθετικών διατάξεων, συνταγματικής επιταγής και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και επομένως είναι νομικά ελαττωματική και ως εκ τούτου στερείται υπόστασης αφού δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία, παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης του Αιτητή σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο για τη διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης του. Η απόφαση του Διαιτητή είναι εσφαλμένη, παράνομη, παράτυπη και αντισυνταγματική καθ΄ότι δεν έλαβε υπόψη του τον Νόμο και/ή οι πιστωτές δεν απέδειξαν την υπόθεση τους σύμφωνα με τον Νόμο και ο Αιτητής έπρεπε υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής να απαλλαγεί βάση των προνοιών της ισχύουσας νομοθεσίας και η διαιτητική απόφαση είναι άδικη, ατεκμηρίωτη, αναιτιολόγητη, ενάντια στον Περί Αποδείξεως Νόμο και δεν απαγγέλθηκε ποτέ σε δημόσια συνεδρίαση ενώ είχε επιφυλαχθεί από το Διαιτητή σύμφωνα με το Άρθρο 30 παρ. 2 του Συντάγματος. Η διαιτητική απόφαση και η όλη διαδικασία της διαιτησίας πάσχει και/ή είναι παράνομη και άκυρη καθώς δεν υπήρχε διαφορά με την έννοια του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του Θεσμού 79 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών ώστε να παραπεμφθεί σε διαιτησία και ο Αιτητής ως εγγυητής βάσει και των προνοιών των άρθρων 12
(1)
(2)(α)(Β) του Ν. 197(Ι)/2003 το οποίο τροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) του Ν.7(Ι)/2006 θα έπρεπε να απαλλαγεί κάθε υποχρέωσης λόγω παραλείψεων των Πιστωτών να ειδοποιήσουν για κάθε υπερημερία τον Αιτητή ως εγγυητή του δανείου. Τόσο οι Πιστωτές όσο και ο Διαιτητής αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τον Νόμο (Ν.197(Ι)/2003) και μάλιστα το άρθρο 12
(1)
(2)(α) (β) ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4
(1)του Ν.7(Ι)/
  1. Παρόλο ότι ο Αιτητής μαζί με τον δικηγόρο του είχαν παραστεί στη διαιτησία και ζήτησαν να του παρουσιάσουν οι Πιστωτές τις ειδοποιήσεις που του απέστειλαν σύμφωνα με το νόμο, αυτοί εφόσον δεν υπήρχαν τέτοιες ειδοποιήσεις εφόσον δεν είχαν αποστείλει ειδοποιήσεις για κάθε υπερημερία του πρωτοφειλέτη ή για αθέτηση υποχρέωσης του δυνάμει των συμφωνιών δανείου και εγγύησης, όπως προνοείται από το Νόμο γεγονός το οποίο ο Διαιτητής δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης του. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή ο οποίος επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους έφεσης και την αιτιολογία τους, όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, παρέχοντας κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες της διαδικασίας της διαιτησίας. Η Καθ΄ης η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης με την προβολή σειρά από λόγους. Αυτούς τους υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Λοϊζος Κονόμου υπάλληλος της Καθ΄ης η Αίτηση. Αργότερα και μετά από σχετική άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο ο ίδιος καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη προβαίνοντας σε κάποιες διευκρινήσεις επί ισχυρισμών του Αιτητή και επισυνάπτοντας το πρακτικό της επίδικης διαδικασίας Διαιτησίας που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση της επίδικης απόφασης. Οι λόγοι ένστασης θα με απασχολήσουν στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Παρόλο ότι είχαν αρχικά προβληθεί δύο προδικαστικές ενστάσεις εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση εκ των οποίων η πρώτη αφορούσε την μη παροχή νομικής βάσης και η δεύτερη τον τύπο της Αίτησης, εντούτοις στο στάδιο της αγόρευσης εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου της εγκαταλείφθηκαν με την ταυτόχρονη παραδοχή εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση ότι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε είναι ο ορθός όπως και η νομική της βάση. Επομένως αυτές δεν θα με απασχολήσουν στη συνέχεια. Στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ης η Αίτηση, επισημαίνεται ότι μετά την τροποποίηση της Αίτησης/Έφεσης, ο Αιτητής προέβη «αυθαίρετα» σε προσθήκη μιας φράσης στην Αιτιολογία Τέταρτου Λόγου Έφεσης, χωρίς να του δοθεί προς τούτο άδεια από το Δικαστήριο, αφού δεν είχε καν ζητήσει να του δοθεί τέτοια άδεια. Εισηγείται η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση ότι η προσθήκη αυτή δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αφού προέκυψε αυθαίρετα, χωρίς να δοθεί άδεια τροποποίησης. Η προσθήκη αυτή είναι πράγματι καθοριστικής σημασίας για την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης, αφού με την προσθήκη αυτή ο Αιτητής επιχειρεί να υποβάλει ότι τάχα έθεσε ενώπιον του Διαιτητή διάφορα θέματα ουσίας, που ο Διαιτητής δεν τα έλαβε υπόψη του. Συμφωνώ με την πιο πάνω επισήμανση και αυτή η προσθήκη θα αγνοηθεί, ως είναι η εισήγηση, εφόσον εισήχθη παράτυπα χωρίς αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης και χωρίς να δοθεί προς τούτο άδεια από το Δικαστήριο κατά παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών. Πέραν όμως αυτής της παρατυπίας και αν ακόμα ήθελε ληφθεί υπόψη αυτή η φράση: «θέματα που ο Αιτητής/Εφεσείων δια του Δικηγόρου του έθεσε ενώπιον του Διαιτητή την 28/04/2014», αυτό το γεγονός δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί επί της ουσίας του εφόσον έρχεται σε αντίθεση με μαρτυρία που ο ίδιος ο Αιτητής έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέταση του όταν παραδέχθηκε ότι ο δικηγόρος του δεν έθεσε οποιοδήποτε ζήτημα στον Διαιτητή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρουσίασαν τις εμπεριστατωμένες εισηγήσεις τους σε γραπτή μορφή όπου αναπτύσσουν τις θέσεις τους εκθέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης όπως ο καθένας τα αντιλαμβάνεται σε συνδυασμό με τη νομική τους πτυχή. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λήφθηκαν υπόψη κατά την ετοιμασία της απόφασης μου. Θα ξεκινήσω την εξέταση των λόγων ένστασης από τον λόγο ένστασης αρ.
  2. Αφορά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης/Έφεσης και αν αυτή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει πράγματι λόγο προδικαστικής ένστασης εναντίον της Αίτησης/Έφεσης, αφού αν κριθεί από το Δικαστήριο ότι πράγματι η παρούσα Αίτηση/Έφεση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο θα μπορεί να την απορρίψει και να μην προχωρήσει να επιληφθεί της υπόθεσης επί της ουσίας της. Θέση της Καθ΄ης η Αίτηση είναι ότι η Αίτηση/Έφεση είναι εκπρόθεσμη, αφού είχαν παρέλθει οι 21 ημέρες που δίδει ο Νόμος όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση/έφεση εναντίον μιας διαιτητικής απόφασης. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί το ζήτημα της προθεσμίας αυτής, πότε δηλαδή ξεκινά ο χρόνος των 21 ημερών. Tο Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση re Δημοσθένους
(2000)1 AAΔ 1699, 1704, με αναφορά στην σχετική διάταξη του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν 22/85), το οποίο προβλέπει ότι «Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιάς ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως», καταλήγει ότι «Εφόσον ο Νόμος δεν προβλέπει για έγγραφη γνωστοποίηση, η προφορική γνωστοποίηση της απόφασης ικανοποιεί πλήρως τη σχετική απαίτηση του Νόμου (βλ. Husson v. Husson
(1962)3 All E.R. 1056 και Westminster City Council v. Chapman and Others
(1975)2 All E.R. 1103, 1105)». Στην παρούσα περίπτωση, ο ίδιος ο Αιτητής παραδέχεται με την ένορκη του δήλωση ότι ήταν παρών κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας. Ισχυρίζεται όμως ότι δεν του γνωστοποιήθηκε την ίδια μέρα η Διαιτητική Απόφαση, κάτι που δεν μπορεί να γίνει λογικά αποδεκτό. Ισχυρίζεται ότι έφυγε από τον χώρο την Διαιτησίας, με την εντύπωση ότι η Διαιτησία θα συνεχιζόταν άλλη μέρα. Αν όμως εύλογα πίστευε κάτι τέτοιο, δεν θα ρωτούσε πότε ήταν η επόμενη δικάσιμος; Είναι το εύλογο ερώτημα που θέτει η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση με το οποίο συμφωνώ. Είναι σαφές ότι είχε λάβει γνώση της Διαιτητικής Απόφασης την ίδια μέρα εφόσον παρευρισκόταν στην διαδικασία αυτής. Αυτό εξάλλου φαίνεται στο ίδιο το πρακτικό που τηρήθηκε για τη διαδικασία και όπου με το πέρας της εκδόθηκε η απόφαση σύμφωνα με το Τεκμήριο που καταχωρήθηκε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Λ. Κονόμου. Παρόλα αυτά όμως, δεν προχώρησε στην καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών από την γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Ανέμενε να του γίνει επίδοση της διαιτητικής απόφασης για να λάβει μέτρα. Το γεγονός ότι πάνω στην ειδοποίηση της διαιτητικής απόφασης που του επιδόθηκε αναφέρεται ότι έχει προθεσμία 21 ημερών από την ημέρα της επίδοσης σε αυτόν της διαιτητικής απόφασης δεν μπορεί να θεραπεύσει το γεγονός ότι είχε ήδη εκπνεύσει η προθεσμία των 21 ημερών. Σε σχέση με το ζήτημα του πότε αρχίζει η προθεσμία των 21 ημερών γίνεται αναφορά σε σωρεία αποφάσεων, τόσο των Επαρχιακών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου. Στην υπόθεση Χριστοφή ν. Σ.Π.Ε. Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολιτική Έφεση αρ. 87/11, 20/6/2014 το Ανώτατο έκρινε ότι παρήλθε η προθεσμία, που ξεκίνησε από τον χρόνο γνωστοποίησης και όχι από τον χρόνο επίδοσης, αφού αναφέρει ότι: «.είναι παραδεκτό από τον ίδιο τον εφεσείοντα στην ένστασή του αλλά και στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 14/10/2008, που υποστηρίζει την ένστασή του στην αίτηση γι' εγγραφή ημερ. 3/12/2007, ότι όταν εμφανίστηκε την ημέρα που καθορίστηκε για τη διαιτησία, ο Διαιτητής του ανάγγειλε την απόφαση. Να σημειωθεί ότι το ίδιο παραδέχεται και σ' άλλη ένορκη δήλωση του, της αυτής ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση του ημερ. 14/10/2008.». Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα αίτηση/έφεση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Επομένως γι΄αυτόν τον λόγο αυτή θα απορριπτόταν. Παρόλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση της και επί της ουσίας της για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου. Ο Νόμος όσο και η νομολογία θέτουν ρητά και αυστηρά τους όρους και προϋποθέσεις για άσκηση Αίτησης/Έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης και περιορίζουν επίσης αυστηρά τους λόγους που μπορεί να επικαλεστεί κάποιος που ζητά την ακύρωση διαιτητικής απόφασης. Οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά στην υπόθεση Τσιμεντοποιία Βασιλικού Λτδ v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 23, όπου τονίζεται ότι οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί. Το ίδιο ειπώθηκε στην Ελένη Κούλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1Β ΑΑΔ
  1. Το άρθρο 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου περιορίζει τους λόγους αυτούς στους ακόλουθους: i. Ο Διαιτητής να έχει δείξει κακή συμπεριφορά κατά την άσκηση της διαιτησίας, ii. να χειρίστηκε κακώς την υπόθεση κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, iii. να υπήρξε παρατυπία στην διεξαγωγή της διαιτησίας, iv. η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση να εκδόθηκε παράτυπα. Είναι καλά νομολογημένο ότι ο Αιτητής έχει το βάρος απόδειξης ότι συντρέχει οποιοσδήποτε από τους πιο πάνω λόγους ενώ θα πρέπει να δώσει και την ευκαιρία στον Διαιτητή να εμφανιστεί στη διαδικασία της Αίτησης/Έφεσης, για να απαντήσει σε όσα του αποδίδει. Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός από κάποιον ότι ο Διαιτητής παρουσίασε τέτοια κακή συμπεριφορά (misconduct), θα πρέπει να γίνεται επίδοση της Ειδοποίησης Έφεσης και στον ίδιο τον Διαιτητή, έτσι που να μπορεί να εμφανιστεί στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς (βλ. για σκοπούς καθοδήγησης τις ακόλουθες δύο πρωτόδικες αποφάσεις: α. Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ Γεν. Αίτηση Αρ. 2289/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερ. 11.02.2015 του Ν. Γιαπανά Α.Ε.Δ. και β. την υπόθεση Σωφρωνίου ν. Σ.Π.Ε. Κρασοχωρίων, Γεν. Αίτηση Ε.Δ. Λεμεσού Αρ. 796/13 με ημερ. 22.06.2016 του Αλ. Φυλακτού Ε.Δ.) Η Έφεση πρέπει να επιδίδεται και στον Διαιτητή, όταν υπάρχει ισχυρισμός είτε επί τεχνικών θεμάτων, είτε επί πραγματικών γεγονότων, έτσι ώστε ο Διαιτητής να δικαιούται να εμφανιστεί ή να καταχωρίσει ένορκη δήλωση ή να προσκομίσει πρακτικά. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση στην Γενική Αίτηση 792/06 Ε.Δ. Λευκωσίας Σάββα Ι. Γεωργίου v. Σ.Π.Ε. Κοράκου (Ν. Γιαπανά Ε.Δ. όπως ήταν τότε) στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Russell on Arbitration 19η έκδ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η Έφεση δεν επιδίδεται στον διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι όταν ο επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στον διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα στα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου». Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής δεν επέδωσε την παρούσα Αίτηση/ Έφεση στον Διαιτητή, προσπαθώντας να αφήσει αναντίλεκτους τους ισχυρισμούς που προβάλει ο ίδιος ο Αιτητής, τόσο με την ένορκή του δήλωση όσο και με την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, περί δήθεν κακής συμπεριφορά στον Διαιτητή, ακόμα και περί δήθεν προσπάθειας του Διαιτητή να αναγκάσει «έντεχνα» τους εγγυητές μαζί με τον πρωτοφειλέτη να αναγνωρίσουν το χρέος τους. Παρόλα αυτά είναι η εισήγηση της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση ότι η διαδικασία της διαιτησίας και η έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης έγιναν με ορθό τρόπο, με σεβασμό στα δικαιώματα και των δύο πλευρών, αφού τους δόθηκε δικαίωμα να ακουστούν με ισότητα και με σεβασμό στις αρχές φυσικής δικαιοσύνης. Ο Διαιτητής τηρούσε πρακτικά, τα οποία προσκόμισε η πλευρά της Καθ' ης η Αίτηση, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Λ. Κονόμου αν και δεν είχε η Καθ΄ης η Αίτηση τέτοια υποχρέωση. Παρόλο ότι ο Διαιτητής έδωσε δικαίωμα να ακουστούν και οι δύο πλευρές, ο ίδιος ο Αιτητής δεν έθεσε θέματα ενώπιον του Διαιτητή. Εμφανίστηκε στην διαιτησία με δικηγόρο, τον κ. Ανδρέα Φράγκο, ο οποίος προσπάθησε να βοηθήσει τόσο τον ίδιο τον Αιτητή, όσο και έναν άλλον εγγυητή, με το όνομα Στέφανος Φράγκος, που είναι θείος του δικηγόρου αυτού, θέτοντας κάποιες εισηγήσεις πριν αρχίσει η διαδικασία της διαιτησίας, με σκοπό να βρεθεί ένας συμβιβασμός με τους Καθ' ων η Αίτηση, στα πλαίσια άτυπου και εκτός πρακτικών διαλόγου των παρευρισκομένων και όχι θέτοντας υπερασπίσεις επί της ουσίας ή και επί της διαδικασίας και κατά τη διάρκεια της. Επειδή ο εν λόγω άτυπος διάλογος δεν απέδωσε, ο δικηγόρος αυτός ζήτησε να μην καταγραφεί το όνομά του στα πρακτικά της διαιτησίας, που επισυνάφθηκαν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Λ. Κονόμου, αφού τυγχάνει να είναι δικηγόρος της Καθ' ης η Αίτηση σε αριθμό υποθέσεων, οπότε και θέλησε να σεβαστεί την επαγγελματική του σχέση με αυτή. Αυτή είναι η εικόνα της διαδικασίας της διαιτησίας όπως παρουσιάζεται από πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση η οποία κρίνω ότι είναι και η πραγματική, σε αντίθεση με αυτή που παρουσίασε αρχικά η πλευρά του Αιτητή στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της Αίτησης/ Έφεσης την οποία και αναθεώρησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, όπου συμφώνησε ότι ούτε ο ίδιος ούτε και ο δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε δεν άνοιξαν το στόμα τους για να προβάλουν οτιδήποτε. Προς απόδειξη αυτών των γεγονότων παρουσιάστηκε εκ μέρους της Καθ΄ης η Αίτηση μαρτυρία του κ. Λ. Κονόμου, αλλά και από τον ίδιο τον Αιτητή οι οποίοι και αντεξετάστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης. Συγκεκριμένα, στην ένορκή του δήλωση, ο Αιτητής περιορίζεται σε μια γενική και αόριστη αναφορά, στην τέταρτη παράγραφο της ένορκης δήλωσης, ότι ο τότε δικηγόρος του έθεσε κάποια νομικά θέματα. Όμως, στην συνέχεια της ένορκής του δήλωσης, στην πέμπτη παράγραφο, παραδέχεται ότι ο δικός του δικηγόρος δεν έθεσε οποιαδήποτε θέματα. Θέματα είχαν τεθεί μόνο από τον δικηγόρο κ. Ανδρέα Σοφοκλέους, που είναι ο δικηγόρος του στην παρούσα διαδικασία, αλλά στην διαδικασία της Διαιτησίας εμφανιζόταν για έναν άλλον εγγυητή, τον κ. Γ. Βαλανίδη. Ο Αιτητής κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο παραδέχθηκε με ειλικρίνεια ότι ο (τότε) δικός του δικηγόρος, δηλαδή ο κ. Ανδρέας Φράγκος, δεν έθεσε ζητήματα ενώπιον του Διαιτητή. Εδώ είναι που εντοπίζεται και η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των γεγονότων αυτής της Αίτησης/Έφεσης και των γεγονότων της Αίτησης/Έφεσης με αριθμό 309/2014 του Ε.Δ. Λεμεσού που επιλήφθηκε και εξέδωσε σχετική απόφαση ο αδελφός δικαστής κ. Θ. Θωμά Α.Ε.Δ, την οποία επικαλέστηκε επανειλημμένα ο δικηγόρος του Αιτητή κ. Α. Σοφοκλέους. Ο τελευταίος εκπροσώπησε πράγματι τον Αιτητή σε εκείνη την Αίτηση/Έφεση. Συγκεκριμένα σε σχέση με τον Αιτητή σε εκείνη την αίτηση/έφεση, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εκεί Αιτητής πράγματι εμφανίστηκε με τον δικηγόρο κ. Α. Σοφοκλέους ο οποίος έθεσε κάποιους ισχυρισμούς στον Διαιτητή, που δεν απαντήθηκαν από τον τελευταίο. Αυτό φαίνεται και από τα πρακτικά της Διαιτησίας - τεκμήριο στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Λ. Κονόμου - που όμως δεν είχαν προσκομιστεί στην υπόθεση 309/
  2. Είναι όμως παραδεκτό ότι στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής ο ίδιος ή μέσω του δικηγόρου του, δεν έθεσαν οτιδήποτε στον Διαιτητή. Παραδοχή αυτού του γεγονότος έγινε, όπως ανέφερα και πιο πάνω από τον ίδιο τον Αιτητή κατά την Αντεξέτασή του, όπου, με απόλυτη ειλικρίνεια - με παράπονο θα έλεγα - παραδέχθηκε ότι ο τότε δικηγόρος του δεν έθεσε οτιδήποτε στον Διαιτητή, σε αντίθεση με τον δικηγόρο του κ. Γ. Βαλανίδη, που ήταν πολύ έντονος, όπως ανέφερε, με αποτέλεσμα, να επιλέξει τον εν λόγω δικηγόρο του κ. Γ. Βαλανίδη δηλαδή τον κ. Α. Σοφοκλέους, για να καταχωρήσει εκ μέρους του την παρούσα Αίτηση/Έφεση. Πέραν των ανωτέρω και κυρίως της παραδοχής του Αιτητή ότι δεν έθεσε οτιδήποτε στη διαιτησία, είτε μόνος του είτε μέσω του δικηγόρου του - ο οποίος μάλιστα επέλεξε να μην καταγραφεί καν η παρουσία του στα πρακτικά - θα πρόσθετα ότι έτσι κι αλλιώς είναι ευλόγως αναμενόμενο ότι η διαδικασία σε μια διαιτησία δεν έχει την αυστηρότητα της δικαστικής διαδικασίας, ούτε σε αυτή αναπτύσσεται υπεράσπιση με μορφή δικογράφου Υπεράσπισης, αφού στην διαιτησία δεν ανταλλάσσονται απαραίτητα δικόγραφα. Στην Γεωργίου ν. Σ.Π.Ε Κοράκου (πιο πάνω) αναφέρεται ότι: «.ούτε Νόμος ούτε και οι σχετικοί κανονισμοί προνοούν την ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των μερών σε διαιτησία. Στον Russell, σελ. 262, εξηγείται ως προς την ανταλλαγή δικογράφων, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είναι επιθυμητό να παραδίνονται δικόγραφα ή τα σημεία της απαίτησης και της υπεράσπισης, ώστε τα μέρη να γνωρίζουν επακριβώς τα θέματα που θα εκδικαστούν. Εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του διαιτητή να διατάξει την ανταλλαγή δικογράφων. Αφού ακούσει πρώτα τις απόψεις των μερών, μπορεί να διατάξει κάτι τέτοιο αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς» Στην παρούσα περίπτωσή ο Αιτητής δεν ζήτησε κάτι τέτοιο, ενώ, ακόμα και να το ζητούσε, θα ήταν στην διακριτική ευχέρεια του Διαιτητή να το δεχθεί ή όχι. Ως θέμα λοιπόν που επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Διαιτητή, δεν χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου να κρίνει, αν υπήρξε ή όχι υπέρβαση των ορίων της διακριτικής αυτής εξουσίας. Στην υπόθεση Μανδρίτη κ.ά. v. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών Γεν. Αίτηση 130/2004 του Ε. Δ. Λεμεσού που εκδόθηκε την 12.02.2009 από την κα Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρθηκε ότι: «εκείνο δε που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο σε έφεση κατά απόφασης διαιτητή δεν είχε εξουσία να επανεξετάσει την διακριτική ευχέρεια του διαιτητή εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και στα δύο μέρη χωρίς τούτο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξουσία του διαιτητή είναι απεριόριστη.» Προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί δήθεν μη τήρησης πρακτικών, τον οποίο έτσι κι αλλιώς η Καθ΄ης η Αίτηση απορρίπτει. Εκφράζει δε η πλευρά της Καθ΄ης η Αίτηση τη θέση ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να προβαίνει στον ισχυρισμό αυτό, αφού όφειλε να είχε κλητεύσει τον Διαιτητή για να προσκομίσει τα πρακτικά ή και για να τον αντεξετάσει σχετικά με τον τρόπο που κρατούσε τα πρακτικά. Όμως, παρόλο ότι δεν είναι πρακτικά δυνατόν να προσκομίζουν τα πρακτικά η Καθ' ης η Αίτηση, αφού είναι ο Διαιτητής που τα τηρεί, εντούτοις, η Καθ' ης η Αίτηση όπως προανέφερα και πιο πάνω φρόντισε να τα προσκομίσει - σε αντίθεση και πάλιν με την υπόθεση με αρ. 309/2014, όπου δεν προσκομίστηκαν τα πρακτικά, οπότε και το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι δεν μπορούσε να εξετάσει αν είχαν απαντηθεί οι ισχυρισμοί του εκεί Αιτητή - χωρίς ασφαλώς να είναι σε θέση να απαντήσουν εκ μέρους του Διαιτητή τα σχετικά με την τήρηση των πρακτικών - για τα οποία αρμόδιος να τα τηρεί είναι ο ίδιος ο Διαιτητής. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου v. Σ.Π.Ε. Κοράκου (Πιο πάνω) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα «Και δεν θα ήταν βέβαια δυνατόν να έχει τα πρακτικά η καθ' ης η αίτηση Σ.Π.Ε, αφού αυτά τηρήθηκαν από τον διαιτητή», ενώ στην συνέχεια αναφέρονται τα εξής: «.το βάρος ήταν στον αιτητή να προσκομίσει τα πρακτικά της διαδικασίας, για να αποδείξει την υπόθεσή του. Και δεν νομίζω ότι μπορεί να καταλογιστεί το βάρος στους καθ΄ ων η αίτηση να προσκομίσουν τέτοια μαρτυρία ούτε και επειδή δεν προσκόμισαν να θεωρηθούν ως δεδομένα αυτά που εισηγείται ο κ. Χριστοφόρου, εν όψει μάλιστα των όσων προέκυψαν από την αντεξέταση του μάρτυρα. Και οι δύο ήταν διάδικοι και παρουσιάστηκαν σε υποχρεωτική εκ του Νόμου διαιτησία και το μέρος που επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή έχει και το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του. Να επαναλάβω ότι ο διαιτητής μπορούσε να κληθεί ως μάρτυρας για να δώσει μαρτυρία σχετικά με τη διαδικασία που έλαβε χώραν κατά τη διαιτησία. Για λεπτομέρειες ως προς τη μαρτυρία του διαιτητή παραπέμπω στον Russel σελ. 392 επ. ΄Ετσι, για παράδειγμα, το δικαστήριο αρνήθηκε να ακυρώσει απόφαση του διαιτητή επί προφορικής μαρτυρίας ότι ο διαιτητής μετά την απόφαση, έκαμε δηλώσεις παραδεχόμενος ότι δωροδοκήθηκε, γιατί ο διαιτητής δεν κλήθηκε ως μάρτυρας. (In Re Whiteley and Roberts
(1891)1 Ch. 558). Εδώ να παρεμβάλω ότι ακόμα και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προσφέρονταν για να εκδοθεί κλήση μάρτυρος είτε του Εφόρου είτε ακόμα του διαιτητή στην βάση των προνοιών της Δ.32 Θ.4 για τον περιορισμένο σκοπό προσκόμισης των πρακτικών και όχι για να δώσουν μαρτυρία (subpoena duces tecum). Θεωρώ πως εν όψει ακριβώς της απουσίας αφ' ενός μαρτυρίας από την πλευρά του διαιτητή ή των πρακτικών αλλά και της μαρτυρίας του Κυπριανού αφ' ετέρου, ουσιαστικά οι διάφορες θέσεις του αιτητή παρέμειναν στο επίπεδο των απλών ισχυρισμών και αναπόδεικτες.» Προβλήθηκε περαιτέρω ως λόγος έφεσης ότι δεν υπήρξε επαρκής αιτιολογία στην απόφαση του διαιτητή (Τρίτος Λόγος Έφεσης και παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Με δεδομένο ότι ο Αιτητής δεν ανέπτυξε ισχυρισμούς κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, κρίνω ότι δεν μπορούσε να αναπτύξει οτιδήποτε περαιτέρω ο Διαιτητής στην Διαιτητική του Απόφαση. Και σε αυτό το σημείο διαφέρει η υπόθεση του κ. Γ. Βαλανίδη από αυτή του παρόντος Αιτητή, αφού ο πρώτος, μέσω του δικηγόρου του, έθεσε διάφορα ζητήματα, ενώ ο εδώ Αιτητής δεν έθεσε οποιοδήποτε ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι νομολογημένο ότι η διαιτητική απόφαση δεν επιβάλλεται να έχει λεπτομερή αιτιολόγηση, όσο μια δικαστική απόφαση. Στην υπόθεση Μανδρίτη κ. ά. v. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών (πιο πάνω) ως προς το θέμα της έκτασης που πρέπει να έχει μια αιτιολογία διαιτητικής απόφασης, αναφέρθηκε ότι: «Περαιτέρω θα προσθέσω ότι δεν αναμένετο από τον διαιτητή, όπως θα έλεγα ότι δεν αναμένεται και από το Δικαστήριο, μια εξαντλητική αναφορά σε κάθε επιχείρημα. Σημασία έχει αν με βάση την δικογραφία και την δοθείσα μαρτυρία υπάρχει αιτιολογία και επίλυση - απόφαση στα επίδικα ερωτήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο διαιτητής πρέπει να αφιερώνει σελίδες για να ακολουθήσει την δομή των επιχειρημάτων των πλευρών. Δεν έχει αυτή την έννοια η περιγραφείσα ως υποχρέωση του διαιτητή να αποφασίσει. Στην Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ 490 τονίζεται ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης, ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται». Η Καθ΄ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Διαιτητής άσκησε ορθά την διακριτική του εξουσία, σεβόμενος δε τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης κατέληξε στην Διαιτητική Απόφαση. Χωρίς όμως επηρεασμό της θέσης τους αυτής, επισημαίνουν ότι ακόμα και να υπήρχε υπόνοια για παράλειψη κάποιου τύπου στην διαδικασία, αυτό δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Στη Γεωργίου ν. Σ.Π.Ε. Κοράκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακόμα και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από την φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις τις υπόθεσης. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται». Δηλαδή, ακόμα κι αν υπήρξε κακή συμπεριφορά, δεν συνάγεται απαραίτητα ότι πρέπει να υπάρξει ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν η πλημμέλεια είναι ουσιώδης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διαδικασίας της Διαιτησίας ο Διαιτητής άκουσε την μαρτυρία που προσκόμισε η Καθ' ης η Αίτηση ενώπιον του και μετά έδωσε την ευκαιρία στον Αιτητή να ακουστεί, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφασή του, αλλά ο Αιτητής δεν εξέφρασε οποιαδήποτε υπεράσπιση ή θέση, πέραν κάποιων προτάσεων που είχαν γίνει προκαταρτικά με σκοπό την εξεύρεση κάποιου συμβιβασμού, εκτός πρακτικών κατά παράκληση του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον Αιτητή τον κ. Ανδρέα Φράγκου. Τα πιο πάνω παρά την αντεξέταση του κ. Λ. Κονόμου, παρέμειναν αναμφισβήτητα εφόσον και η γραμμή της αντεξέτασης του παρέμεινε στο γεγονός ότι ο παρών Αιτητής και ο συνήγορος που τον εκπροσωπούσε στη διαδικασία δεν προέβαλαν τίποτε σε αντίθεση με τον δικηγόρο του κ. Γ. Βαλανίδη. Αν ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε ειλικρινή ένσταση για την συμπεριφορά του Διαιτητή, το ορθό ένδικο μέσο που όφειλε να πάρει είναι αυτό των Άρθρων 19
(1)και 20
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου και όχι το παρόν ένδικο μέσο (βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών (πιο πάνω). Δηλαδή, εφόσον ισχυρίζεται ότι ο ίδιος καλόπιστα πίστευε ότι η Διαιτησία δεν είχε ολοκληρωθεί μετά την πρώτη ημέρα διεξαγωγής της, όφειλε να χρησιμοποιήσει τα ένδικα αυτά μέσα και να ζητήσει διακοπή της, αντί να περιμένει να του γίνει επίδοση της Διαιτητικής Απόφασης, για να έλθει στο Δικαστήριο με την παρούσα διαδικασία. Οι λόγοι έφεσης 7 και 9 σχετίζονται με την προσπάθεια του Αιτητή να αμφισβητήσει τον τρόπο διορισμού, την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Διαιτητή (δεύτερος λόγος έφεσης). Φαίνεται ότι ο Αιτητής συγχέει την Καθ' ης η Αίτηση με τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, που είναι το αρμόδιο πρόσωπο να ορίσει διαιτητή κάθε φορά που προκύπτει διαφορά. Οι αρμοδιότητες του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών προκύπτουν τόσο από τον Νόμο όσο και από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες δανείου ή εγγύησης. Είναι προφανές ότι δεν είναι η Καθ' ης η Αίτηση που τον όρισε, μονομερώς ή άλλως πως, και ούτε είχε δικαίωμα λόγου στον ορισμό του. Αυτή η διαδικασία που ακολουθείται σύμφωνα με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τις συμφωνίες των μερών, εγγυάται την αμεροληψία και ανεξαρτησία του Διαιτητή. Και πάλιν όμως, αν ο Αιτητής είχε ειλικρινείς ενστάσεις, θα έπρεπε να είχε κάνει χρήση των ένδικων μέσων των άρθρων 19
(1)και 20
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου και όχι να περιμένει να ολοκληρωθεί η Διαιτησία, να εκδοθεί η Διαιτητική Απόφαση κα να καταφύγει στο παρόν ένδικο μέσο (βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδίων (πιο πάνω). Τέλος, ως προς το θέμα της αντισυνταγματικότητας της Διαιτησίας, σχετικές είναι οι υποθέσεις Co - operative Grocery of Vasilia - v - Ppirou and others 4 R.S.C.C 12, Σιήκη - ν - Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Πρ. 278/01 ημ. 28.6.02 και In re Pericleous
(1985)1 C.L.R σελ. 178, που ξεκαθαρίζουν ότι η διαιτησία δεν θίγει συνταγματικά δικαιώματα των μερών. Οι λόγοι ένστασης 11, 12 και 13 σχετίζονται με την προσπάθεια του Αιτητή να θέσει θέματα ουσίας στο Δικαστήριο όπως προβάλλονται στον πρώτο και στον πέμπτο λόγο έφεσής του, που δεν έθεσε ενώπιον του Διαιτητή, ενώ όφειλε να τα είχε θέσει και είχε κάθε ευκαιρία να τα θέσει. Είναι καλά γνωστό ότι η διαιτησία είναι μια αυτοτελής διαδικασία επίλυσης διαφορών και δεν μπορεί να θεωρείται ένα προστάδιο δικαστικής διαδικασίας. Στην Κούλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 987, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε περιγράψει τον χαρακτήρα αυτό της διαιτητικής διαδικασίας, ως ακολούθως: «η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία...». Φάνηκε από όσα τέθηκαν ενώπιον μου ότι ο Αιτητής κλητεύθηκε στην διαιτησία και πράγματι έλαβε μέρος σε αυτή, με δικηγόρο που τον συνόδευσε ο οποίος όμως όπως είναι παραδοχή προέβη μόνο σε άτυπες προτάσεις για εξώδικο συμβιβασμό, χωρίς να προβάλει υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς του με την Καθ' ης η Αίτηση ή και επί της διαδικασίας, όπως για παράδειγμα για την διαδικασία διορισμού του Διαιτητή. Όπως με χαρακτηριστική ειλικρίνεια ανέφερε κατά την αντεξέταση του, παρακολούθησε τον δικηγόρο κ. Ανδρέα Σοφοκλέους να θέτει θέματα και ενστάσεις στον Διαιτητή, ενώ ο ίδιος, μέσω του δικηγόρου που εμφανίστηκε μαζί του, δεν έθεσε οτιδήποτε στον Διαιτητή. Είναι χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας του Αιτητή ότι το «παράπονό» του εστιάζεται ουσιαστικά στον δικηγόρο που πήρε μαζί του στην Διαιτησία, δηλαδή τον κ. Ανδρέα Φράγκο, που δεν ήταν το ίδιο έντονος ενώπιον του Διαιτητή όσο ο κ. Ανδρέας Σοφοκλέους. Αυτός ήταν και ο λόγος που ανέθεσε στον τελευταίο να τον αντιπροσωπεύσει στην παρούσα Αίτηση/Έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου, αντί στον τότε δικηγόρο του όπως ο ίδιος ο Αιτητής ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε υπεράσπιση επί της ουσίας ή και ένσταση επί της διαδικασίας που ακολουθήθηκε, αρχής γενομένης από τον τρόπο διορισμού του Διαιτητή, θα έπρεπε να τα είχε θέσει στον Διαιτητή. Αν είχε οποιαδήποτε ειλικρινή ένσταση για τον ορισμό του Διαιτητή ή και για την συμπεριφορά του, όφειλε να ακολουθήσει το ορθό ένδικο μέσο, που είναι αυτό των Άρθρων 19
(1)και 20
(1)του Περί Διαιτησίας Νόμου και όχι το παρόν ένδικο μέσο (βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδίων (πιο πάνω). Όμως, ο Αιτητής δεν έθεσε εκεί οποιοδήποτε θέμα. Οπότε, κωλύεται να θέτει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας τέτοια θέματα. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή (όχι όσοι αναφέρονται πρώτη φορά στην παρούσα διαδικασία) ήταν απλώς κάποιες άτυπες προτάσεις για συμβιβασμό της απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση. Αυτοί παρέμειναν εκτός πρακτικού, αφού είχαν να κάνουν με τον τρόπο αποπληρωμής και συναφή θέματα. Όμως, απαντήθηκαν από τον διαιτητή, χωρίς νομικό ή πραγματικό λάθος, αφού ήταν απαίτηση του δικηγόρου του να μείνουν εκτός πρακτικού, ενώ δεν είχαν να κάνουν με υπεράσπιση επί της ουσίας, στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, έτσι που δεν δίδεται η δυνατότητα ενεργοποίησης της θεραπείας του άρθ. 20
(2)(βλ. Μανδρίτη κ.ά. ν. Σ.Π.Ε. Πολεμιδίων (πιο πάνω). Οι ισχυρισμοί που δεν τέθηκαν στον διαιτητή δεν μπορούν να τεθούν τώρα στο Δικαστήριο, ως πρωτόδικη διαδικασία, αφού το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας του δικαιοδοσίας, δεν εξετάζει θέματα ουσίας. Αυτά θα έπρεπε να είχαν τεθεί στον Διαιτητή. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου Π.Ε (πιο πάνω), δεν μπορεί ο Εφεσείων να θέτει θέματα στο Δικαστήριο που δεν έθεσε προηγουμένως στην Διαιτησία ή όταν αμέλησε να εμφανιστεί. Το Δικαστήριο δεν κρίνει θέματα που δεν αξιολογήθηκαν στην Διαιτησία. Όπως έχει εξηγηθεί από την νομολογία, το έργο του Δικαστηρίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε αναβίωση όλης της μαρτυρίας και υποκατάσταση του στο έργο της αξιολόγησης που έχει ήδη συντελεσθεί από τον Διαιτητή. Αν ο Αιτητής έχει παράπονο από τον χειρισμό της υπόθεσής του από τον τότε δικηγόρο του, δεν μπορεί να χρησιμοποιεί αυτή την διαδικασία, για να προβάλει ισχυρισμούς επί της ουσίας, που είχε κάθε ευκαιρία να προβάλει και ομολογεί ενόρκως ότι ουδέποτε το έπραξε όταν έπρεπε και όταν του είχε δοθεί το δικαίωμα να το πράξει. Με τον λόγο Ένστασης αρ. 14, απορρίπτεται η θέση του Αιτητή ότι δεν υπήρξε διαφορά με την έννοια του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η Καθ΄ης η Αίτηση διαφωνεί και με αυτή την θέση του Αιτητή, αφού είναι προφανές ότι υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία της διαφοράς με την έννοια του εν λόγω άρθρου. Εισηγείται ότι υπήρχε μια σύμβαση δανείου και τις συμβάσεις εγγυήσεων, με τις οποίες οι εγγυητές εγγυήθηκαν τις συμβατικές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, που ήταν μέλος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου, που έδωσε το δάνειο. Λόγω παράβασης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών, προέκυψε η διαφορά με την έννοια του ανωτέρω άρθρου, για την επίλυση της οποίας τα μέρη είχαν υπογράψει ρήτρα παραπομπής της σε διαιτησία, όπως προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία. Συνεπώς, υπήρξε διαφορά με την έννοια του Νόμου. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 15 θέση της πλευράς της Καθ΄ης η Αίτηση είναι ότι με το τέλος της παρούσας διαδικασίας και κυρίως με την μαρτυρία που προσέφερε ο Αιτητής, γίνεται κατανοητό ότι το μόνο που επιδιώκεται από αυτόν είναι η παρακώληση της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης της εναντίον του Διαιτητικής Απόφασης. Είναι γεγονός ότι ο Αιτητής προσπαθεί να θέσει στην παρούσα διαδικασία θέματα που απέτυχε να θέσει κατά την Διαιτησία και επομένως εφόσον αυτά δεν τέθηκαν ενώπιον του Διαιτητή για να τα αποφάσιζε δεν μπορεί να επιτύχει στην ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης. Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής απέτυχε σε όλους τους λόγους έφεσης τους οποίους προέβαλε και έτσι η Αίτηση / Έφεση του απορρίπτεται ως αβάσιμη με έξοδα σε βάρος του όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.