Ελένης Φούρναρη ν. Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 30/2010, 9/12/2016
Ελένης Φούρναρη ν. Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 30/2010, 9/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A524 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 30/2010 Μεταξύ: Ελένης Φούρναρη Ενάγουσα -και- Πολυκλινική Υγεία Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένης -και- Δρ. Παναγιώτη Τριμικλινιώτη Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 09/12/16 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Κυπριανού με κα Ζαντήρα Για την Εναγόμενη: κ. Στ. Παύλου με κα Γ. Νικολάου και κα Φιλιππίδου Για τον Τριτοδιάδικο: κ. Λαμπριανίδης για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή και σύντομο ιστορικό Με την πιο πάνω αγωγή η Ενάγουσα διεκδικεί από την Εναγόμενη Πολυκλινική, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες συναφείς ζημιές που υπέστη, από κατ' ισχυρισμόν αμελείς πράξεις και παραλείψεις του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού της Εναγόμενης. Αποδίδει στην Εναγόμενη Πολυκλινική ιατρική αμέλεια, συνεπεία της οποίας υπέστη μόνιμη βλάβη στην καρδία ήτοι δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και μέτρια υπολειμματική ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδος. Η Εναγόμενη αρνείται την αποδιδόμενη σ' αυτήν ιατρική αμέλεια από την Ενάγουσα. Με την υπεράσπιση της υποστηρίζει ότι η αιτία για την πρόκληση της βλάβης στην Ενάγουσα ήταν οι αμελείς πράξεις και ή παραλείψεις του γαστρεντερολόγου Παναγιώτη Τριμικλινιώτη τον οποίο επέλεξε η Ενάγουσα και ήταν ο θεράπων ιατρός της σε κάθε ουσιώδη χρόνο. Αφού εξασφάλισε σχετική άδεια εξέδωσε και επέδωσε προς αυτόν ειδοποίηση τριτοδιαδίκου. Καταχώρισε, περαιτέρω, Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικεί το ποσό των €1.514 για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην Ενάγουσα. Ο Τριτοδιάδικος με την Υπεράσπιση του, αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη, υποστηρίζοντας πως δεν ήταν ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Κατά τον επίδικο χρόνο η Ενάγουσα ήταν ηλικίας 40 ετών, ανύπανδρη και εργαζόταν στο λογιστήριο δικηγορικού γραφείου στη Λεμεσό. Την 1/3/2009 γύρω στις 11:30 π.μ. μεταφέρθηκε από την αδελφή της Ηλιάνα (ΜΕ2) στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών της Εναγόμενης κλινικής, με φρικτούς πόνους στο στομάχι και τάση για εμετούς. Εξετάστηκε από την επί καθήκοντι ιατρό των Α΄ Βοηθειών, Ε. Αμανατίδου (ΜΥ6) η οποία διαπίστωσε ότι υπέφερε από πόνο στο επιγάστριο με κρίση πανικού. Της χορήγησε παυσίπονα φάρμακα καθώς και φάρμακο για το στομάχι (controloc) και σπασμολυτικά, χωρίς να υπάρξει βελτίωση. Υπό συνθήκες που αμφισβητούνται, εισήχθη σε δωμάτιο της κλινικής ως εσωτερικός ασθενής για περαιτέρω εξετάσεις και διερεύνηση του προβλήματος που παρουσίαζε. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι εισήχθη με πρωτοβουλία της ιατρού των Α΄ Βοηθειών, η οποία κάλεσε ειδικό γαστρεντερολόγο για να προβεί σε διερεύνηση της επιγαστραλγίας που φαινόταν ότι παρουσίαζε. Ανάλογη υπήρξε και η θέση του Τριτοδιαδίκου. Η Εναγόμενη υποστηρίζει με τη σειρά της ότι η εισαγωγή έγινε μετά από τηλεφωνικές οδηγίες του γαστρεντερολόγου Π. Τριμικλινιώτη (Τριτοδιαδίκου) υπό περιστάσεις που θα αναφερθούν στη συνέχεια. Ο Τριτοδιάδικος υποστήριξε πως κλήθηκε να εξετάσει την Ενάγουσα σε σχέση με το γαστρεντερολογικό πρόβλημα που φαινόταν να παρουσίαζε και σε καμιά περίπτωση δεν ενήργησε ως ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Είναι παραδεκτό ότι το πρόβλημα υγείας της Ενάγουσας δεν ήταν γαστρεντερολογικό αλλά είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο διαπιστώθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 1/3/2009, ενώ βρισκόταν σε δωμάτιο της κλινικής στο οποίο είχε μεταφερθεί από το μεσημέρι της προηγούμενης ημέρας. Είχε προηγηθεί η εξέταση της από τον Τριτοδιάδικο και υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες γαστρεντερολογικές εξετάσεις, όπως ακτινογραφία και υπερηχογράφημα κοιλίας, καθώς και γαστροσκόπηση. Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι διενεργήθηκε ηλεκτροκαρδιογράφημα (Τεκμήριο 3) αλλά αμφισβητείται η ακριβής ώρα που έγινε και ποιος έδωσε τις οδηγίες για τη διεξαγωγή του. Αξιοσημείωτο, πάντως, είναι το γεγονός ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στο υπό αναφοράν καρδιογράφημα. Σημειώνεται πως επί του Τεκμηρίου 3 δεν αναγράφεται η ώρα που διενεργήθηκε. Είναι, περαιτέρω, παραδεκτό ότι γύρω στις 11:00 π.μ. της 1/3/2009 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και αργότερα την ίδια ημέρα σε καρδιολογικό κέντρο στη Λευκωσία (American Heart Institute στη συνέχεια «Α.Η.Ι.») όπου υποβλήθηκε σε στεφανιογραφικό έλεγχο και εν συνεχεία σε εγχείρηση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης και διόρθωσης της μιτροειδούς βαλβίδος. Είναι, τέλος, παραδεκτό ότι παρά την επιτυχία της χειρουργικής επέμβασης, το μυοκάρδιο υπέστη μόνιμη βλάβη και η λειτουργία της καρδίας υπολείπεται του φυσιολογικού. Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι για την πιο πάνω μόνιμη βλάβη και τα παρεπόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζει, ευθύνεται η Εναγόμενη, οι ιατροί της οποίας απέτυχαν να διαγνώσουν έγκαιρα το πρόβλημα και να της προσφέρουν τη δέουσα ιατρική περίθαλψη. Σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, εάν εντόπιζαν έγκαιρα το πρόβλημα και το αντιμετώπιζαν με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο, δεν θα υφίστατο τη μόνιμη βλάβη ή το μέγεθος της βλάβης που εν τέλει υπέστη. Η Εναγόμενη αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη. Υποστηρίζει ότι πρόσφεραν την υπό τις περιστάσεις κατάλληλη θεραπεία στην Ενάγουσα η οποία παρουσίαζε συμπτώματα γαστραλγίας. Σε κάθε περίπτωση, καταλογίζει την ευθύνη στον Τριτοδιάδικο ο οποίος, με βάση τους ισχυρισμούς της, ήταν ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας και εκείνος όφειλε να είχε διερευνήσει πού οφειλόταν ο πόνος που ένιωθε στο επιγάστριο και τα άλλα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα. Ο Τριτοδιάδικος, με τη σειρά του, απορρίπτει τη βασική θέση της Εναγόμενης πως ήταν ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Υποστηρίζει ότι κλήθηκε από την ιατρό των Α΄ Βοηθειών της Εναγόμενης για να προβεί σε διερεύνηση του γαστρεντερολογικού προβλήματος που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα. Προέβη στις δέουσες εξετάσεις που περιορίζονταν μόνο στην ειδικότητα του και αναχώρησε από την κλινική, εκτιμώντας ότι δεν είχε να προσφέρει άλλη ιατρική υπηρεσία στην Ενάγουσα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έδωσε οδηγίες για την εισαγωγή της Ενάγουσας στην κλινική. Όσον αφορά το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, η Εναγόμενη υποστήριξε ότι διενεργήθηκε με οδηγίες του Τριτοδιαδίκου, ο οποίος το είδε και το αξιολόγησε, χωρίς να αντιληφθεί ότι παρουσίαζε έμφραγμα. Ο Τριτοδιάδικος από την άλλη, υποστήριξε πως δεν έγινε καρδιογράφημα στην παρουσία του και ότι το Τεκμήριο 3 διενεργήθηκε μετά από την γαστροσκόπηση, όταν είχε φύγει από την κλινική. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η πλευρά της Ενάγουσας κάλεσε 6 μάρτυρες. Εκτός από την ίδια (ΜΕ1) κάλεσε την αδελφή της Ηλιάνα Χριστοφίδου-Φούρναρη (ΜΕ2), τις φίλες της Βενιζέλα Θεοδώρου και Γεωργία Νικολάου (ΜΕ3 και 5, αντίστοιχα), τον καρδιολόγο Mark Klutstein, από το Ισραήλ (ΜΕ4) και τον γραφολόγο Αντρέα Παναγιώτου (ΜΕ6). Έξι μάρτυρες κατέθεσαν και για την πλευρά της Εναγόμενης, πέντε από τους οποίους ιατροί και μια νοσηλεύτρια. Ειδικότερα, κλήθηκαν οι επί καθήκοντι ιατροί κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι οι ιατροί των Α΄ Βοηθειών Ε. Αμανατίδου και Γ. Οικονόμου (ΜΥ6 και 4, αντίστοιχα), η εσωτερική ιατρός ορόφου Π. Νεάρχου (ΜΥ2), ο καρδιολόγος Μ. Αγαθαγγέλου (ΜΥ1), ο οποίος ήταν συνεργάτης ιατρός και μέτοχος στην Ενάγουσα Πολυκλινική, η νοσηλεύτρια Όλγα Συμεού (ΜΥ3) και ο γαστρεντερολόγος Μιχάλης Λεριός (ΜΥ5). Ο Τριτοδιάδικος έδωσε ένορκη μαρτυρία χωρίς να καλέσει άλλο μάρτυρα. Ακολουθεί συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας η οποία κρίθηκε αναγκαίο όπως διαχωριστεί σε δύο μεγάλα κεφάλαια: (α) Τη μαρτυρία που σχετίζεται με τις συνθήκες μεταφοράς της Ενάγουσας στην κλινική και τη θεραπεία που της παρασχέθηκε, τόσο στις Α΄ Βοήθειες όσο και σε άλλους χώρους της κλινικής, ως εσωτερικός ασθενής, και (β) την ιατρική και άλλη επιστημονική μαρτυρία. (α) Μαρτυρία σχετικά με τη μεταφορά και νοσηλεία της Ενάγουσας στις Α΄ Βοήθειες και στους θαλάμους της Εναγόμενης κλινικής. Στο κεφάλαιο αυτό εντάσσεται η μαρτυρία της Ενάγουσας (ΜΕ1), της αδελφής της Ηλιάνας (ΜΕ2), των φιλενάδων της Βενιζέλας (ΜΕ3) της Γεωργίας (ΜΕ5) καθώς και των ιατρών Αμανατίδου (ΜΥ6), Οικονόμου (ΜΥ4) και Νεάρχου (ΜΥ2) και της νοσηλεύτριας Συμεού (ΜΥ3). Σχετική ασφαλώς είναι και η μαρτυρία του Τριτοδιαδίκου καθώς και η μαρτυρία του Αγαθαγγέλου (ΜΥ1) όσον αφορά την εμπλοκή του στη διάγνωση του εμφράγματος και τη νοσηλεία που παρασχέθηκε από αυτόν στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα ανέφερε πως γύρω στις 10:30 π.μ. της 28.2.2009, ενώ βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού της, ένιωσε ένα δυνατό πόνο στο στομάχι ο οποίος γινόταν πιο έντονος, με την πάροδο του χρόνου. Γύρω στις 11 κάλεσε την αδελφή της από το τηλέφωνο και της ζήτησε να την μεταφέρει στο γιατρό. Η ΜΕ2 ανταποκρίθηκε αμέσως. Γύρω στις 11:05 πήγε με το αυτοκίνητο της στο σπίτι της Ενάγουσας και αφού την παρέλαβε, κατευθύνθηκαν αρχικά στο ιατρείο του Κ. Νεοφύτου (Παθολόγου-Καρδιολόγου) που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της Ενάγουσας αλλά επειδή ήταν κλειστό, κατέληξαν τελικά στην Πολυκλινική Υγεία γύρω στις 11:30 π.μ. Στη διαδρομή, αναφέρει στην γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), οι πόνοι εντάθηκαν, γεγονός που ανέφερε στην αδελφή της. Της είπε επίσης ότι ένιωθε μούδιασμα στο χέρι. Την παρέλαβαν, συνεχίζει, δυο γυναίκες με άσπρη στολή και την τοποθέτησαν σε ένα κρεβάτι, όπου την εξέταζαν. «Σφάδαζε» από τους πόνους, αναφέρει, σε σημείο που δεν μπορούσε να επικοινωνεί. Το μόνο που τους είπε ήταν πως το προηγούμενο βράδυ είχε φάει σουβλάκια, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που της υπόβαλαν. Ουδείς, αναφέρει, τη ρώτησε για το οικογενειακό ή ιατρικό ιστορικό της. Άκουσε όμως την αδελφή της που είπε στις κοπέλες με τις άσπρες στολές ότι διαμαρτυρόταν για φοβερούς πόνους στην κοιλιά και για μούδιασμα στο χέρι. Συεχίζοντας αναφέρει πως μόλις την μετέφεραν σε δωμάτιο έκανε εμετό και ευκοιλιότητα στα ρούχα της και την καθάρισε η αδελφή της. Λόγω των αφόρητων πόνων που ένιωθε δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι ενέργειες έκαναν οι ιατροί που την παρακολουθούσαν. Πληροφορήθηκε από την αδελφή της πως γύρω στο μεσημέρι υποβλήθηκε σε καρδιογράφημα (Τεκμήριο 3) το οποίο δεν τους είχε παραδοθεί, παρά τις επιστολές που είχαν αποστείλει οι δικηγόροι της (Τεκμήρια 2α και 2β). Δεν ήταν επίσης σε θέση να θυμηθεί τα γεγονότα που ακολούθησαν την επόμενη ημέρα με τη μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο και ακολούθως στο A.H.I., όπου υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις. Σημειώνεται ότι τα γεγονότα που σχετίζονται με τις επεμβάσεις και τη θεραπεία που έτυχε στο Αμερικάνικο Ινστιτούτο δεν αμφισβητούνται. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Εναγόμενης δέχθηκε πως υπήρχε στην οικογένεια της ιστορικό καρδιακών παθήσεων. Δυο χρόνια πριν είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς ο πατέρας της ενώ και η μητέρα της έπασχε από καρδιακό πρόβλημα. Η ίδια, είπε, δεν είχε παρουσιάσει πρόβλημα με την καρδιά της, παρότι είχε υποβληθεί σε εξετάσεις, λόγω του ιστορικού που υπήρχε στην οικογένεια της. Δεν έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή και δεν αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα με την υγεία της. Δέχθηκε πως η χοληστερόλη της ήταν κάπως ψηλή, γύρω στα 230-240, χωρίς όμως να χρειαστεί να παίρνει φάρμακα. Ανέφερε επίσης πως ήταν καπνίστρια και το βάρος της ήταν 98 κιλά. Διευκρίνισε ωστόσο ότι μετά από το επεισόδιο αυξήθηκε πολύ το βάρος της, λόγω της ακινησίας της παρά το γεγονός ότι ακολουθούσε ειδική δίαιτα. Απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις, επανέλαβε ότι ένιωθε φρικτούς πόνους και δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει ούτε μπορούσε να θυμηθεί σε ποιες εξετάσεις υποβλήθηκε και ποιοι γιατροί την εξέτασαν. Ερωτηθείσα ειδικά για τον Τριτοδιάδικο, ανέφερε πως δεν θυμόταν ότι την εξέτασε, δηλώνοντας πως δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από αυτόν. Η Ηλιάνα (ΜΕ2) επιβεβαίωσε ότι μετέφερε την Ενάγουσα στην Πολυκλινική, γύρω στις 11:30 και είπε στο προσωπικό που τους παρέλαβε ότι η αδελφή της είχε φοβερούς πόνους και μούδιασμα στο χέρι. Τους ρώτησαν, αναφέρει στην γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β), εάν έχουν οικογενειακό γιατρό και απάντησε πως επισκέπτονταν τον γιατρό Κ. Νεοφύτου, όταν είχαν κρυολόγημα. Ενημερώθηκε από τις κοπέλες των Α΄ Βοηθειών ότι επικοινώνησαν μαζί του και απουσίαζε στο εξωτερικό και ότι τους είπε να καλέσουν γαστρεντερολόγο. Στη συνέχεια της δήλωσής της επιβεβαιώνει ότι η αδελφή της έκανε εμετό και ευκοιλιότητα και την καθάρισε η ίδια. Αναφέρει περαιτέρω, πως στη συνέχεια εμφανίστηκε ο Τριτοδιάδιος τον οποίο έβλεπε για πρώτη φορά και της είπε ότι τον είχε καλέσει η κλινική για να εξετάσει την Ενάγουσα. Αφού την εξέτασε, έδωσε οδηγίες όπως διενεργηθεί ακτινογραφία και υπερηχογράφημα. Όταν είδε τις ακτινογραφίες και το αποτέλεσμα του υπερηχογραφήματος, την ενημέρωσε ότι έβλεπε μια σκιά στο πάγκρεας και ζήτησε όπως γίνει γαστροσκόπηση. Της είπε, επίσης, ότι τα αποτελέσματα δεν δικαιολογούσαν τους πόνους που ένιωθε η αδελφή της και του ανέφερε πως μέσα στο αυτοκίνητο η Ενάγουσα είχε παραπονεθεί ότι μούδιασε το χέρι της. Τότε, συνεχίζει, ο Τριτοδιάδικος ζήτησε και έκαναν καρδιογράφημα. Αφού στη συνέχεια έγινε και η γαστροσκόπηση, ο Τριτοδιάδικος τους είπε πως υπήρχε ερεθισμός στο πάγκρεας και θα της χορηγούσαν παυσίπονες ενέσεις. Τη ρώτησε όμως εάν είναι «φοβητσιάρα» η αδελφή της γιατί τα ευρήματα δεν δικαιολογούσαν τις φωνές της. Παρά το γεγονός ότι της είχαν χορηγηθεί παυσίπονες ενέσεις, οι πόνοι δεν υποχωρούσαν και η Ενάγουσα εξακολουθούσε να υποφέρει και να φωνάζει. Με παραίνεση του προσωπικού της κλινικής έφυγαν γύρω στις 8 το βράδυ αλλά γύρω στα μεσάνυχτα ειδοποιήθηκε ότι εισήχθη στην εντατική μονάδα και πήγε αμέσως πίσω στην κλινική. Εκεί, συνεχίζει, συνάντησε το γιατρό της εντατικής ο οποίος της είπε ότι η αδελφή της χρειαζόταν επειγόντως καρδιολόγο και έδωσε τη συγκατάθεση της για να ειδοποιηθεί ο συνεργάτης καρδιολόγος της κλινικής, δεδομένου ότι ο Νεοφύτου βρισκόταν στο εξωτερικό ενώ κάποιος άλλος γνωστός-συγγενής τους καρδιολόγος (Μουτήρης) ήταν στην Πάφο. Προσήλθε ο καρδιολόγος Αγαθαγγέλου (ΜΥ1) ο οποίος την ενημέρωσε ότι η αδελφή της είχε υποστεί έμφραγμα και θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι το πρωί για να μεταφερθεί σε ιδιωτική κλινική ή στο Γενικό Νοσοκομείο για καθετηριασμό. Στη συνέχεια ο ΜΥ1 έφυγε και επανήλθε η ώρα 10:00 π.μ. και τον ενημέρωσε ότι αποφάσισαν να μεταφερθεί για καθετηριασμό στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπως και έγινε. Εκεί, αναφέρει, διαπίστωσαν ότι το έμφραγμα το είχε πάθει από το πρωί της προηγούμενης και αφού την υπόβαλαν σε εξετάσεις έκριναν ότι θα έπρεπε να μεταφερθεί στο American Heart Institute, γιατί η κατάσταση της ήταν κρίσιμη. Μεταφέρθηκε, εν τέλει, εκεί και υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις. Ερωτηθείσα στην αντεξέταση κατά πόσο ήταν βέβαιη ότι είχε πει στις κοπέλες των Α΄ Βοηθειών ότι η Ενάγουσα είχε μούδιασμα στο χέρι, απάντησε πως δεν ήταν βέβαιη. Ήταν όμως σίγουρη ότι το είχε αναφέρει στον Τριτοδιάδικο. Σε περαιτέρω ερωτήσεις από το συνήγορο του Τριτοδιαδίκου επί του ιδίου ζητήματος, επανέλαβε πως δεν θυμόταν εάν είχε αναφέρει στις κοπέλες των Α΄ Βοηθειών ότι είχε μούδιασμα στο χέρι. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι το ανέφερε αργότερα σε νοσηλευτές και γιατρούς που επισκέφθηκαν την Ενάγουσα στο δωμάτιο. Το ανέφερε, επανέλαβε, και στον κ. Τριμικλινιώτη. Οι ΜΕ3 και 5 είναι φίλες της Ενάγουσας. Ανάφεραν πως το προηγούμενο βράδυ, ήτοι στις 27/2/2009, πέρασαν το βράδυ παρέα με μια άλλη φίλη τους, στο σπίτι της Ενάγουσας. Κάθισαν μέχρι τις 11:30 μ.μ., έφαγαν σουβλάκια και πέρασαν ευχάριστα το βράδυ τους, κουβεντιάζοντας και κάνοντας αστεία. Η Ενάγουσα, είπαν, ήταν ευδιάθετη και δεν έκανε οποιοδήποτε παράπονο για την υγεία της. Η Ενάγουσα, πρόσθεσε η ΜΕ3, ήταν ένα κοινωνικό άτομο με ζωντάνια που της άρεσε να συναναστρέφεται με κόσμο. Πριν από το επίδικο περιστατικό είχε κάποιο δεσμό. Μετά από το επεισόδιο κλείστηκε στον εαυτό της και αποφεύγει να κυκλοφορεί. Η ΜΕ5 πρόσθεσε πως την επομένη, όταν έμαθε για το πρόβλημα της Ενάγουσας, την επισκέφθηκε στην κλινική γύρω στις 7 μ.μ. Βρισκόταν, ανέφερε, σε δωμάτιο της κλινικής και «σφάδαζε» από τους πόνους. Έμεινε μαζί της μέχρι αργά και σε κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι είχε δυσκολία στην αναπνοή της και έπεφταν οι παλμοί της. Αμέσως ενημέρωσε μια νοσηλεύτρια και αφού διαπίστωσε και εκείνη ότι δεν ήταν καλά, την μετέφεραν στην εντατική μονάδα. Ειδοποίησε και την οικογένεια της που είχαν φύγει νωρίτερα και επέστρεψαν μετά από λίγο. Γύρω στις 00:30 είδε τον καρδιολόγο Αγαθαγγέλου που εισήλθε στην εντατική και στη συνέχεια τον είδε ξανά γύρω στις 01:
- Τον άκουσε να ενημερώνει την οικογένεια της Ενάγουσας ότι είχε υποστεί έμφραγμα. Ερωτηθείσα από το συνήγορο της Εναγόμενης, με ποιο τρόπο διαπίστωσε ότι έπεσαν οι παλμοί της Ενάγουσας, απάντησε πως το κατάλαβε γιατί κρατούσε το χέρι της και σε κάποια στιγμή ένιωσε τους παλμούς της να μειώνονται και την είδε που δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Σε άλλη σχετική ερώτηση, είπε πως έβλεπε τη νοσοκόμα που έμπαινε στο δωμάτιο της εντατικής και έλεγχε τους παλμούς και την πίεση της Ενάγουσας. Η μαρτυρία της Εναγόμενης Η ΜΥ6 ήταν η επί καθήκοντι ιατρός στις Α΄ Βοήθειες. Ανέφερε πως εξέτασε την Ενάγουσα η οποία παραπονέθηκε για πόνους στο επιγάστριο. Τη ρώτησε, αναφέρει στην γραπτή δήλωση της (Έγγραφο «Θ»), τι είχε φάει το προηγούμενο βράδυ και της απάντησε ότι έφαγε σιεφταλιές και σουβλάκια. Κατά την εξέταση, αναφέρει, τη ρώτησε τις συνήθεις ερωτήσεις που υποβάλλει σε όλους τους ασθενείς, δηλαδή εάν έπαιρνε κάποια φάρμακα καθώς και το προσωπικό-οικογενειακό της ιστορικό, χωρίς να πάρει απάντηση. Από την εξέταση διαπίστωσε ότι είχε πόνο και ευαισθησία στο επιγάστριο, ήταν πολύ αγχωμένη και είχε γενική αδυναμία. Έδωσε οδηγίες να της χορηγηθούν παυσίπονα καθώς και φάρμακα για το στομάχι και σπασμολυτικά, χωρίς σημαντική βελτίωση. Τη ρώτησε εάν είχε οικογενειακό γιατρό και της απάντησε πως ήταν ο Δρ. Κ. Νεοφύτου που τύγχανε να ήταν εξωτερικός συνεργάτης της κλινικής. Επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Νεοφύτου ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό και αφού του περιέγραψε τα συμπτώματα της Ενάγουσας της εισηγήθηκε να ειδοποιήσει τον γαστρεντερολόγο Παν. Τριμικλινιώτη (Τριτοδιάδικο). Τηλεφώνησε ακολούθως στον Τριτοδιάδικο ο οποίος την πληροφόρησε ότι είχε ήδη ενημερωθεί από τον Νεοφύτου και ήταν καθ' οδόν προς την κλινική. Της έδωσε, πρόσθεσε, οδηγίες να γίνει εισαγωγή της Ενάγουσας και να μεταφερθεί σε δωμάτιο. Πληροφορήθηκε, προσθέτει, ότι ο Τριτοδιάδικος κατέφθασε μετά από λίγο και πήγε κατ' ευθείαν στον όροφο, χωρίς να περάσει από το τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Ενημέρωσε, την γιατρό του ορόφου που ήταν η Π. Νεάρχου (ΜΥ2) για την εισαγωγή της Ενάγουσας και τα συμπτώματα που παρουσίαζε, αναφέροντας της ότι θα την επισκεπτόταν ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος είχε ζητήσει την εισαγωγή της. Κατέγραψε στο βιβλίο Α΄ Βοηθειών (Τεκμήριο 42) την επίσκεψη της Ενάγουσας, σημειώνοντας τα παράπονα της και την αρχική, όπως υποστήριξε, διάγνωσή της, καθώς και τα φάρμακα που της χορηγήθηκαν. Εξήγησε πως η ώρα που σημειώθηκε στο Τεκμήριο 42 (11:50) δεν ήταν η ακριβής ώρα που είχε προσέλθει η Ενάγουσα, αλλά η ώρα που συμπλήρωσε το βιβλίο, αφού την είχε εξετάσει. Υπολογίζει ότι είχε προσέλθει, συνοδευόμενη από την αδελφή της, 20΄ περίπου, πριν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας και της αδελφής της ότι της είχαν αναφέρει ότι η Ενάγουσα είχε μούδιασμα στο χέρι, υποστήριξε κατηγορηματικά πως δεν είχε λεχθεί κάτι τέτοιο. Εάν γινόταν παράπονο για μούδιασμα στο χέρι, πρόσθεσε, θα ζητούσε τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Ανάφερε επίσης πως στο Τεκμήριο 42 σημείωσε «εισαγωγή Δρ. Τριμικλινιώτη», επειδή ακριβώς η εισαγωγή έγινε από τον Τριτοδιάδικο ο οποίος ανέλαβε και αξιολόγησε το πρόβλημα που φαινόταν να ήταν γραστρολογικό. Υποστήριξε επί του προκειμένου πως οι εισαγωγές των ασθενών στην πολυκλινική της Εναγόμενης δεν γίνονταν από τους ιατρούς των Πρώτων Βοηθειών, αλλά από τον προσωπικό γιατρό του ασθενούς ή γιατρό συνεργάτη της πολυκλινικής συγκεκριμένης ειδικότητας, τον οποίο ειδοποιούσαν μετά από σχετικές οδηγίες των ασθενών. Η ΜΥ2, επιβεβαίωσε πως την επίδικη ημερομηνία εργαζόταν ως εσωτερικός ιατρός στην Εναγόμενη κλινική, όπως και το γεγονός ότι ενημερώθηκε από την ΜΥ6, για την εισαγωγή της Ενάγουσας. Με βάση την ενημέρωση της οποίας έτυχε από την ΜΥ6, ότι δηλαδή με οδηγίες του προσωπικού της γιατρού Κ. Νεοφύτου είχε ειδοποιηθεί ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος ανέλαβε να διερευνήσει το γαστρολογικό πρόβλημα που παρουσίαζε η Ενάγουσα, συμπλήρωσε το φύλλο ιστορικού της ασθενούς (Τεκμήριο 46), καταγράφοντας το όνομα του Κ. Νεοφύτου και από κάτω τον Τριτοδιάδικο, ο οποίος ανέλαβε τελικά ως θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Όταν στη συνέχεια πήγε στο δεύτερο όροφο, όπου είχε εισαχθεί η Ενάγουσα, είδε το γιατρό Τριμικλινιώτη να εισέρχεται στο δωμάτιο της. Τον ρώτησε, αναφέρει στη γραπτή δήλωση της (Έγγραφο «Στ»), εάν χρειαζόταν κάτι και της απάντησε πως δεν χρειαζόταν και πως θα έκανε γαστροσκόπηση. Πρόσεξε, αναφέρει, ότι η νοσηλεύτρια της πολυκλινικής μετέφερε στο δωμάτιο που βρισκόταν η Ενάγουσα το καρδιολογικό μηχάνημα. Αργότερα, προσθέτει, ρώτησε τον Τριτοδιάδικο για το καρδιογράφημα και της είπε ότι ήταν όλα φυσιολογικά, γι' αυτό και κατέγραψε στο φύλλο ιστορικού Τεκμήριο 46 «ECG→Ok», που σημαίνει ότι το καρδιογράφημα ήταν εντάξει. Ουδεμία άλλη ανάμιξη, καταλήγει στη δήλωση της, είχε με το περιστατικό της Ενάγουσας και την παραμονή της στην πολυκλινική. Αντεξετάστηκε επί μακρόν επί του ισχυρισμού της ότι δεν είδε το καρδιογράφημα. Της υποδείχθηκε τόσο από το συνήγορο της Ενάγουσας όσο και του Τριτοδιαδίκου, πως με βάση τους κανονισμούς της πολυκλινικής, το καρδιογράφημα διενεργείται από ιατρό και όχι από νοσηλεύτρια. Απάντησε πως αυτή ήταν η πάγια πρακτική που ακολουθείτο. Ότι δηλαδή τα καρδιογραφήματα διενεργούνται από νοσηλευτές, με οδηγίες των ιατρών. Στην προκειμένη περίπτωση, επανέλαβε, το καρδιογράφημα έγινε από νοσηλεύτρια με οδηγίες του Τριτοδιαδίκου. Στις επίμονες ερωτήσεις και υποβολές των συνηγόρων, επανέλαβε πως δεν είδε το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, προσθέτοντας ότι για πρώτη φορά το είδε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όταν της υποδείχθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας. Η ΜΥ3 ανέφερε πως ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι νοσηλεύτρια στην Πολυκλινική της Εναγόμενης και πως ήταν το πρόσωπο που διενήργησε το καρδιογράφημα Τεκμήριο
- Αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της, επιβεβαιώνοντας ότι η ίδια ανέγραψε το όνομα της Ενάγουσας επί του Τεκμηρίου
- Δεν ήταν ωστόσο σε θέση να θυμηθεί ποιος της έδωσε οδηγίες να προβεί στο συγκεκριμένο καρδιογράφημα. Ανάφερε, πάντως, πως τα καρδιογραφήματα στην κλινική διενεργούνται από τους νοσηλευτές, μετά από οδηγίες κάποιου ιατρού. Όταν τελειώσουν, τοποθετούν το καρδιογράφημα στο φάκελο του ασθενούς και τον παραδίδουν στον γιατρό που το παρήγγειλε. Οι νοσηλευτές, διευκρίνισε, απλά διενεργούν το καρδιογράφημα αλλά δεν δικαιούνται να το διαβάσουν. Αντεξεταζόμενη επανέλαβε πως δεν θυμόταν με ποιου γιατρού τις οδηγίες διενήργησε το καρδιογράφημα. Ανάφερε, περαιτέρω, πως το καρδιογράφημα τοποθετείται μέσα στο φάκελο του ασθενή, που βρίσκεται έξω από το δωμάτιο, πάνω σε ένα ειδικό «πάγκο» και το βλέπει ο γιατρός που το παραγγέλλει. Σε περαιτέρω ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από το συνήγορο του Τριτοδιαδίκου, επανέλαβε πως δεν θυμόταν ποιος της έδωσε τις οδηγίες για το συγκεκριμένο καρδιογράφημα και ότι δεν έχουν δικαίωμα οι νοσηλευτές να το διαβάζουν. Η υποχρέωση τους, ανέφερε, είναι να βεβαιώνονται ότι το καρδιογράφημα δεν παρουσιάζει τεχνικά προβλήματα ως προς την εκτύπωση του, αλλά δεν μπορούν να εκτιμήσουν το αποτέλεσμα. Τον Τριτοδιάδικο τον είδε μόνο μια φορά αλλά δεν θυμόταν εάν εκείνος της είχε δώσει οδηγίες για το καρδιογράφημα ή κάποιος άλλος γιατρός. Σε σχέση με την ώρα που διενεργήθηκε, ανέφερε πως ήταν απόγευμα αλλά δεν θυμόταν την ακριβή ώρα. Ο ΜΥ4 ανέφερε πως την 28.2.2009, εργαζόταν ως εσωτερικός ιατρός στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών από η ώρα 8 μ.μ. μέχρι η ώρα 9 π.μ. της 1/3/
- Στην ίδια νυκτερινή βάρδια εργαζόταν η ιατρός Μ. Pukalska που ήταν υπεύθυνη των ορόφων της κλινικής. Γύρω στα μεσάνυκτα, τον επισκέφθηκε η Pukalska κρατώντας ένα ηλεκρτοκαρδιογράφημα (Τεκμήριο 58(α)) και τον ρώτησε τη γνώμη του κατά πόσο ήταν φυσιολογικό ή παθολογικό. Της απάντησε πως ήταν σαφώς παθολογικό, θέση με την οποία συμφωνούσε κι εκείνη. Το Τεκμήριο 58(α) διενεργήθηκε η ώρα 00:24:40 της 1/3/
- Συνεχίζοντας ο μάρτυρας ανέφερε πως πήγε αμέσως στο δωμάτιο της ασθενούς και ζήτησε να διενεργηθεί εξέταση τροπονίνης, η οποία είναι μια γρήγορη και αποτελεσματική μέθοδος για διάγνωση εμφράγματος. Από τα πρώτα λεπτά της εξέτασης, πρόσθεσε, διεφάνη ένδειξη καρδιολογικής πάθησης αφού τα επίπεδα τροπονίνης ήταν πολύ ψηλά. Συνεχίζοντας, αναφέρει στην γραπτή δήλωση του (Έγγραφο «Ζ») ότι ενημέρωσε την Ενάγουσα πως υπήρχε πρόβλημα καρδιάς και του απάντησε πως το ανέμενε αφού υπήρχε οικογενειακό ιστορικό. Αμέσως μετά κλήθηκε ο ΜΥ1 ο οποίος ανέλαβε τη διερεύνηση του προβλήματος. Ενημερώθηκε επίσης τηλεφωνικά από την κα Pukalska και ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος συμφώνησε όπως ειδοποιηθεί ειδικός καρδιολόγος. Ο ΜΥ4 κατέθεσε ακόμη τρία ηλεκτροκαρδιογραφήματα που διενεργήθηκαν αργότερα το ίδιο πρωινό (Τεκμήρια 58(β), (γ) και (δ)) καθώς και τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων (Τεκμήριο 59) και τη δεύτερη σελίδα του φύλλου ιστορικού της ασθενούς (Τεκμήριο 60). Υποδεικνύεται ότι η πρώτη σελίδα είναι το Τεκμήριο
- Μεγάλο μέρος της γραπτής δήλωσης του ΜΥ1 (Έγγραφο «Ε») αναλώνεται στην πρακτική που ακολουθείτο από την Εναγόμενη για την εισαγωγή και θεραπεία των ασθενών, η οποία, όπως εξήγησε, διέπεται από εσωτερικούς κανονισμούς της κλινικής, αντίγραφο των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Η Εναγόμενη κλινική, αναφέρει στην γραπτή του δήλωση, παρέχει σε συνεργάτες ιατρούς της τις εγκαταστάσεις, τον εξοπλισμό και το νοσηλευτικό της προσωπικό για την περίθαλψη των ασθενών. Εξηγώντας πως οι συνεργάτες ιατροί ενεργούν ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες, υποστήριξε ότι η Εναγόμενη κλινική δεν αναλαμβάνει συμβατική ευθύνη έναντι των ασθενών, οι οποίοι επιλέγουν τον γιατρό που επιθυμούν. Εφόσον, συνέχισε, ο ασθενής επιλέγει δικό του θεράποντα ιατρό, εκείνος αναλαμβάνει την αποθεραπεία του και οι εσωτερικοί ιατροί της κλινικής παρέχουν απλά υποστηρικτικές υπηρεσίες στους θεράποντες ιατρούς. Μόνο όταν υπάρχει επείγουσα ανάγκη και ο θεράπων ιατρός δεν είναι άμεσα διαθέσιμος, παρεμβαίνουν οι εσωτερικοί ιατροί της κλινικής προς αντιμετώπιση του προβλήματος που παρουσίασε ο ασθενής. Το δικαίωμα του ασθενή να επιλέξει τον ιατρό της επιθυμίας του κατοχυρώνεται και από τον κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας των ιατρών, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην εξεταζόμενη περίπτωση, κατέληξε, τηρήθηκε η ανωτέρω πρακτική, αφού η ιατρός των Πρώτων Βοηθειών κάλεσε τον ιατρό που επέλεξε η Ενάγουσα, ο οποίος ανέλαβε την αποθεραπεία της. Εξήγησε δε, πως η ιατρός των Α΄ Βοηθειών κάλεσε πρώτα τον ιατρό Κ. Νεοφύτου που ήταν ο προσωπικός γιατρός της Ενάγουσας, ο οποίος ήταν εξωτερικός συνεργάτης της κλινικής και επειδή εκείνος απουσίαζε στο εξωτερικό, κλήθηκε ο Τριτοδιάδικος, μετά από υπόδειξη του Νεοφύτου. Στη συνέχεια της γραπτής του δήλωσης, σχολιάζει τις αναφορές που περιέχονται στα βιβλία και άλλα έγγραφα της πολυκλινικής (Τεκμήρια 27 και 42) και ακολούθως αναφέρεται στη δική του εμπλοκή. Ειδοποιήθηκε, αναφέρει, από τον ΜΥ4 γύρω στις 01:30 της 1.3.2009 και σε 10΄-15΄ μετέβη στην κλινική. Αφού εξέτασε κλινικά την Ενάγουσα και μελέτησε τα καρδιογραφήματα, διέγνωσε ότι επρόκειτο για έμφραγμα και άρχισε αμέσως να της χορηγεί τη δέουσα φαρμακευτική αγωγή. Από περαιτέρω εξετάσεις στις οποίες προέβη (echo, αιματολογικές και ακτινογραφίες) επιβεβαίωσε πως η Ενάγουσα είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ενημέρωσε προς τούτο τους οικείους της, οι οποίοι βρίσκονταν έξω από το δωμάτιο της εντατικής. Τους εισηγήθηκε, αναφέρει, ότι θα έπρεπε να μεταφερθεί σε ιδιωτικό ιατρικό κέντρο ή στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξειδικευμένη θεραπεία και αντιμετώπιση της κατάστασης της Ενάγουσας. Οι συγγενείς ζήτησαν χρόνο να διαβουλευθούν για να αποφασίσουν και το πρωί τον ενημέρωσαν ότι επιθυμούσαν να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Λεμεσού. Συνόδευσε την Ενάγουσα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και παρέδωσε στον επί καθήκοντι ιατρό ιατρική γνωμάτευση (Τεκμήριο 20) την οποία είχε ετοιμάσει για το σκοπό αυτό. Για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην Ενάγουσα πληρώθηκε από τον πατέρα της το ποσό των €500 και εξέδωσε χειρόγραφη απόδειξη (μέρος του Τεκμηρίου 25). Ανέφερε, επίσης, ότι η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο ύψους €1.514 για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 63), στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι χρεώσεις του Τριτοδιαδίκου και του αναισθησιολόγου, οι οποίοι έκδωσαν ξεχωριστά τιμολόγια για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στην Ενάγουσα. Η Ενάγουσα δεν αμφισβήτησε το ποσό με το οποίο χρεώθηκε από την Εναγόμενη για τις υπηρεσίες και τα έξοδα τους, από τη νοσηλεία της στην κλινική. Όπως είναι παραδεκτό, ο Τριτοδιάδικος χρέωσε την Ενάγουσα με το ποσό των €280, με βάση το τιμολόγιο Τεκμήριο 61 και ο αναισθησιολόγος το ποσό των €200 (βλ. Τεκμήριο 62). Ο λόγος, καταλήγει, που δεν χορήγησε θρομβολυτική αγωγή στην Ενάγουσα, ήταν επειδή διαπίστωσε, από τα αποτελέσματα των εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί η Ενάγουσα, ότι το έμφραγμα του μυοκαρδίου είχε λάβει χώρα τουλάχιστον 15 ώρες πριν. Η θρομβολυτική αγωγή, εξήγησε, συστήνεται να χορηγείται σε χρόνο λιγότερο των 120 λεπτών ή το αργότερο μέχρι και 12 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Στην αντεξέταση, ανέφερε πως υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Εναγόμενης πολυκλινικής, από δε τον Νοέμβριο του έτους 2013 είναι ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Του υποβλήθηκε πως ο Τριτοδιάδικος δεν ενήργησε ως θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Του υποδείχθηκε επί του προκειμένου πως με βάση τους κανονισμούς (Τεκμήριο 40) μόνο οι συνεργάτες ιατροί της πολυκλινικής μπορούσαν να κάνουν εισαγωγή ασθενή στην κλινική. Απάντησε πως ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στους κανονισμούς, εξηγώντας ότι ειδοποιήθηκε, αρχικά, ο Νεοφύτου που ήταν συνεργάτης, ο οποίος υπέδειξε τον Τριτοδιάδικο. Σε περαιτέρω υποδείξεις των συνηγόρων της Εναγόμενης και του Τριτοδιαδίκου πως δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 4.1 και 4.2 του Τεκμηρίου 40, υποστήριξε πως σεβάστηκαν την επιθυμία της ασθενούς, παραπέμποντας στους Κανονισμούς Δεοντολογίας (Τεκμήριο 41). Σε άλλη σχετική ερώτηση για το ίδιο ζήτημα, ανέφερε πως η Εναγόμενη σεβάστηκε την επιθυμία του θεράποντα ιατρού (Νεοφύτου) και των συγγενών της, οι οποίοι επέλεξαν τον Τριτοδιάδικο ως τον θεράποντα ιατρό της Ενάγουσας. Σε σχέση με το καρδιογράφημα (Τεκμήριο 3), ανέφερε πως το είδε γύρω στις 2:00 π.μ. της 1/3/2009, μετά από την κλινική εξέταση της Ενάγουσας. Τον πληροφόρησαν, πρόσθεσε, ότι είχε διενεργηθεί γύρω στις 2:00 μ.μ. της 28/2/2009, με οδηγίες του Τριτοδιαδίκου και ότι το είδε και είπε ότι ήταν εντάξει. Ο Τριτοδιάδικος στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο «Ι»), αναφέρει πως του τηλεφώνησε η ιατρός των Α΄ Βοηθειών (ΜΥ6), γύρω στο μεσημέρι της 28/2/2009 και του ζήτησε να προέβαινε, εάν επιθυμούσε, σε γαστρεντερολογική εξέταση μιας ασθενούς. Του ανέφερε, όπως υποστηρίζει, ότι είχε γίνει ήδη εισαγωγή και ότι τον εισηγήθηκε ο γιατρός Κώστας Νεοφύτου. Πήγε στην κλινική γύρω στις 1:00 μ.μ. και πέρασε από τις Α΄ Βοήθειες, όπου συνάντησε την ΜΥ6, η οποία τον ενημέρωσε για το όνομα της ασθενούς και σε ποιο όροφο βρισκόταν. Δεν μίλησε με τον γιατρό Νεοφύτου, όπως υποστήριξε στην μαρτυρία της η ΜΥ2, η οποία ανέφερε πως όταν μίλησαν στο τηλέφωνο της είπε ότι ήταν καθ' οδόν καθότι τον είχε ενημερώσει ο Νεοφύτου. Στη συνέχεια αναφέρει πως πήγε στο δωμάτιο που είχε εισαχθεί η Ενάγουσα, την οποία έβλεπε για πρώτη φορά και αφού την εξέτασε, ζήτησε τη διενέργεια εξετάσεων για διερεύνηση πιθανού γαστρεντερολογικού προβλήματος. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρει πως ζήτησε και διενεργήθηκαν ακτινογραφία, αναλύσεις και υπερηχογράφημα, τα αποτελέσματα των οποίων δεν δικαιολογούσαν τους πόνους για τους οποίους επαραπονείτο η Ενάγουσα. Επειδή από το υπερηχογράφημα προέκυψε ένδειξη «οιδηματώδες πάγκρεας» και ελαφρά πάχυνση τοιχωμάτων χοληδόχου κύστης, προέβη σε γαστροσκόπηση για αποκλεισμό σοβαρής πάθησης του στομάχου. Ουδείς, αναφέρει, τον ενημέρωσε για το οικογενειακό ιστορικό, ούτε του αναφέρθηκε ότι η Ενάγουσα είχε παραπονεθεί για μούδιασμα στο χέρι. Η γαστροσκόπηση, προσθέτει, έγινε με τη βοήθεια αναισθησιολόγου και αφού τελείωσε, ενημέρωσε τη ΜΥ2, αναφέροντας της πως τα αποτελέσματα της γαστροσκόπησης δεν δικαιολογούσαν τον πόνο, γι' αυτό θα έπρεπε να γίνει περαιτέρω διερεύνηση, εκτός από τη γαστρεντερολογική. Αρνούμενος κατηγορηματικά τη θέση της Εναγόμενης πως ενήργησε ως ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας, υποστήριξε πως κλήθηκε και διερεύνησε μόνο την πιθανότητα ύπαρξης γαστρεντερολογικού προβλήματος και αφού χρέωσε για τις υπηρεσίες του το ποσό των €280 έφυγε από την κλινική μετά από τη διενέργεια της γαστροσκόπησης. Αναφορικά με το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, υποστήριξε πως το είδε μετά την καταχώριση της αγωγής. Η δε αναφορά της ΜΥ2 στη μαρτυρία της, ότι δήθεν τον είδε να κρατά το καρδιογράφημα δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Μέχρι την ώρα που έφυγε από την κλινική, δεν είδε ούτε ενημερώθηκε για τη διενέργεια καρδιογραφήματος. Επισκέφθηκε, τονίζει, την κλινική για διερεύνηση του γαστρεντερολογικού προβλήματος της Ενάγουσας και αναχώρησε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε περαιτέρω ανάμιξη στη νοσηλεία της. Πήγε στην κλινική δύο φορές, ήτοι γύρω στις 1:00 μ.μ. και αναχώρησε μετά από 30 λεπτά περίπου και ξαναπήγε γύρω στις 3:00 μ.μ. όταν ήταν έτοιμα τα αποτέλεσμα των εξετάσεων για να κάνει τη γαστροσκόπηση. Όσον αφορά, τέλος, τη θέση της Εναγόμενης ότι ο καρδιολόγος (ΜΥ1), κλήθηκε μετά από δική του εισήγηση, υποστήριξε πως δεν έδωσε, ούτε μπορούσε να δώσει τέτοια οδηγία. Η αλήθεια, συμπλήρωσε στην κύρια εξέταση του, είναι ότι τον πήραν τηλέφωνο από την κλινική γύρω στα μεσάνυκτα και του ανάφεραν ότι η Ενάγουσα είχε χαμηλή πίεση. Τους εισηγήθηκε, είπε, ότι θα έπρεπε να την μεταφέρουν στην εντατική μονάδα. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι έδωσε οδηγίες για καρδιογράφημα. Το μόνο που είπε, υποστήριξε, ήταν πως θα έπρεπε να διερευνηθούν και άλλες πτυχές, πέραν της γαστρεντερολογικής, όπως η διενέργεια ηλεκτροδιαγραφήματος. Αυτό, είπε, το εισηγήθηκε στον πατέρα της Ενάγουσας, προτού γίνει η εξέταση της γαστροσκόπησης, όταν τον είχε ρωτήσει τι γίνεται στην περίπτωση που δεν θα έδειχνε κάτι η συγκεκριμένη εξέταση. Συνεχίζοντας, ανέφερε πως όταν μίλησε με την κα Αμανατίδου (ΜΥ6) αργότερα την ίδια ημέρα, της εισηγήθηκε ότι θα έπρεπε να γίνει και καρδιογράφημα. Του υποβλήθηκε πως δεν μίλησε με την ΜΥ6 εκτός από τη στιγμή που κατέφθασε την πρώτη φορά στην κλινική και πέρασε από τις Α΄ Βοήθειες. Του υποβλήθηκε επίσης η θέση πως μετά που ανέβηκε στον όροφο και εξέτασε την Ενάγουσα μιλούσε με τη γιατρό του ορόφου κα Νεάρχου (ΜΥ2), στην οποία ανέφερε ότι είχε δει το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3 και ήταν εντάξει. Αρνούμενος τις υποβολές, υποστήριξε πως την ΜΥ2 την είδε για πρώτη φορά στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις και υποβολές, επανέλαβε πως δεν είχε δώσει οδηγίες για διενέργεια καρδιογραφήματος ούτε είδε το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, εκείνη την ημέρα. Επιστημονική μαρτυρία Στην ενότητα αυτή εντάσσεται η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα της Ενάγουσας, ιατρού Μ. Klutstein (ΜΕ4) και του εμπειρογνώμονα της Εναγόμενης Μ. Λεριού (ΜΕ5). Σχετική είναι επίσης η μαρτυρία του ΜΥ1 και του Τριτοδιαδίκου όσον αφορά τις θέσεις που υποστήριξαν επί των ιατρικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ειδικότητα τους. Παρατίθεται, τέλος και η μαρτυρία του γραφολόγου (ΜΕ6)σε σχέση με το γραφολογικό ζήτημα που ήγειρε η Ενάγουσα. Η μαρτυρία του ιατρού Klutstein Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο «Γ») είναι, ανάμεσα σε άλλα, διευθυντής της καρδιολογικής μονάδας του Zhaare Zedek Medical Center, που τυγχάνει να έχει τη μεγαλύτερη καρδιολογική μονάδα του Ισραήλ. Του ζητήθηκε, αναφέρει, να δώσει την ιατρική του γνώμη. Ετοίμασε ιατρική έκθεση (τεκμήριο 10(α) στην Αγγλική γλώσσα και τεκμήριο 10(β) η ελληνική μετάφραση) την οποία στήριξε στα έγγραφα και στην πληροφόρηση που είχε από το συνήγορο της Ενάγουσας. Ανάμεσα σε άλλα έγγραφα, του είχαν αποσταλεί και οι ιατρικές εκθέσεις και άλλα ιατρικά σημειώματα του Α.Η.Ι. (Τεκμήρια 11-15, 21 και 22) καθώς και τα έγγραφα που είχαν αποκαλυφθεί από την Εναγόμενη. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Τεκμήριο 10, το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, δεν περιλαμβανόταν στα έγγραφα που του είχαν αποσταλεί, καθόσον δεν είχε παραδοθεί από την Εναγόμενη στους δικηγόρους της Ενάγουσας, μέχρι την ημερομηνία που ετοιμάστηκε η έκθεση. Του δόθηκε όμως αργότερα και είχε υπόψη του το Τεκμήριο 3, όταν έδωσε μαρτυρία, εφόσον είχε πλέον παραδοθεί στους δικηγόρους της Ενάγουσας και είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο. Από τα έγγραφα που είχε στη διάθεση του, τότε, ήταν φανερό, αναφέρει στο Τεκμήριο 10, ότι η Ενάγουσα είχε υποστεί ένα εκτεταμένο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα και προκάλεσε ανεπανόρθωτη ζημιά στο αριστερό μέρος του μυοκαρδίου. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι είναι παραδεκτό πως η Ενάγουσα υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου γύρω στις 10:30 π.μ. της 28.2.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι την 1.3.2009 μεταφέρθηκε στο Α.Η.Ι. όπου υποβλήθηκε σε στεφανιογραφικό έλεγχο και ακολούθως, στις 4/3/2009 υποβλήθηκε σε εγχείρηση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass), ενώ στις 14/4/2009 υποβλήθηκε σε εμφύτευση απινιδωτή, λόγω ταχυκαρδίας στην κοιλία της καρδίας. Είναι τέλος παραδεκτό πως παρότι οι χειρουργικές επεμβάσεις υπήρξαν επιτυχείς, παρέμεινε μόνιμη βλάβη, ήτοι σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και μέτρια υπολειμματική ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας. Υποδεικνύεται επί του προκειμένου ότι το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών που εκδόθηκαν από το Α.Η.Ι. καθώς και από άλλους ιατρούς που εξέτασαν την Ενάγουσα (Τεκμήρια 4, 5, 6, 8 και 11-24), είναι παραδεκτό. Επανερχόμενος στην έκθεση Τεκμήριο 10, ο ΜΕ4 παρατηρεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, δηλαδή οξέως εμφράγματος, είναι αναγκαία η άμεση παρέμβαση, προς αποτροπή πρόκλησης ζημιάς στο μυοκάρδιο. Όσο πιο σύντομα γίνει η διάνοιξη της αποφραγμένης αρτηρίας, είτε με αγγειοπλαστική, εάν είναι εφικτό, είτε με θρομβολυτικά φάρμακα, τόσο πιο πολύ απομακρύνεται ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιάς στον καρδιακό μυ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην έκθεση του ο ΜΕ4, στην ειδικότητα της καρδιολογίας συνηθίζεται να λέγεται ότι «ο χρόνος είναι μυς» ("time is muscle"). Κάθε λεπτό που περνά, χωρίς θεραπεία, οδηγεί στο θάνατο των κυττάρων του μυοκαρδίου. Όπως εξηγεί στη γραπτή του κατάθεση Έγγραφο Γ, όταν καθυστερήσει η διάγνωση του εμφράγματος, νεκρώνεται το μυοκάρδιο στη σημείο που δεν αιματώνεται. Όσο περνά ο χρόνος, χωρίς να αποφράσσεται το ένοχο αγγείο, τόσο περισσότερα καρδιακά κύτταρα πεθαίνουν οριστικά και κατά συνέπεια τόσο πιο μεγάλη είναι η μόνιμη βλάβη που προκαλείται στην καρδιακή λειτουργία. Καταλήγοντας, αναφέρει (στο Τεκμήριο 10), πως χωρίς αμφιβολία, τέτοιο εκτεταμένο έμφραγμα θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτό πολύ νωρίτερα από τους θεράποντες ιατρούς της Ενάγουσας. Όφειλαν, αναφέρει, να προέβαιναν σε ηλεκτροκαρδιογράφημα και εξετάσεις αίματος για τροπονίνη, ώστε να απέκλειαν την πιθανότητα εμφράγματος πριν προχωρήσουν σε γαστρεντερολογικές εξετάσεις. Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), επαναλαμβάνει πως οι ιατροί της Εναγόμενης όφειλαν να διερευνούσαν το ενδεχόμενο εμφράγματος έγκαιρα, με την εξέταση της τροπονίνης και τη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος. Όπως επεξήγησε στη μαρτυρία του, οι βιοχημικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η Ενάγουσα, 2 περίπου ώρες μετά την επίσκεψη της στην κλινική (Τεκμήριο 32), έδειχναν φυσιολογική λειτουργία του ήπατος και του παγκρέατος. Αντί, αναφέρει, να προέβαιναν σε ηλεκτροκαρδιογράφημα για τη διερεύνηση τυχόν εμφράγματος, συνέχισαν τις γαστρεντερολογικές εξετάσεις. Με βάση τα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα, αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, οι εναγόμενοι όφειλαν να προέβαιναν σε εξετάσεις για διερεύνηση εμφράγματος και να καλούσαν καρδιολόγο για τη διενέργεια καρδιογραφήματος. Του υποβλήθηκε, βέβαια, κατά την αντεξέταση, πως η Ενάγουσα δεν είχε παραπονεθεί για μούδιασμα στο χέρι, κάτι που είχε υπόψη του όταν ετοίμαζε την προκαταρκτική του έκθεση (Τεκμήριο 10) και την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο «Γ»). Απάντησε πως αυτή ήταν η πληροφόρηση που είχε από το δικηγόρο της Ενάγουσας. Σε ερώτηση εάν δεν είχε παραπονεθεί για μούδιασμα στο χέρι, θα άλλαζε η θέση του ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν να προέβαιναν σε ηλεκτροκαρδιογράφημα, απάντησε πως δεν θα ήταν απαραίτητο, με βάση τα υπόλοιπα συμπτώματα που αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Συμφώνησε επίσης πως τα συμπτώματα που παρουσίασε η Ενάγουσα (πλην του μουδιάσματος στο χέρι) ήταν άτυπα για έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σε περαιτέρω ερωτήσεις επί της πτυχής αυτής, εξέφρασε την άποψη πως όταν οι εξετάσεις του γαστρεντερολόγου δεν κατέδειξαν κάποιο πρόβλημα, οι εναγόμενοι όφειλαν να προέβαιναν σε ηλεκτροκαρδιογράφημα και να καλoύσαν καρδιολόγο για περαιτέρω διερεύνηση. Η μεγάλη καθυστέρηση στη διαπίστωση του εμφράγματος και η παράλειψη των εναγομένων να προβούν στις δέουσες ενέργειες για διάνοιξη της αποφραγμένης αρτηρίας, υποστήριξε, ήταν η αιτία που προκάλεσε τη μόνιμη βλάβη στην Ενάγουσα. Όπως εξήγησε, παραπέμποντας σε επιστημονικά συγγράμματα (Τεκμήρια 33 και 34), η Ενάγουσα θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε κατάλληλο ιατρικό κέντρο για να υποβαλλόταν σε στεφανιογραφία και διάνοιξη της αρτηρίας με μπαλόνι, μέσα σε διάστημα 30-60΄ ή το αργότερο εντός 90΄. Εάν, ανάφερε, τούτο δεν ήταν εφικτό, θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σε ενδοφλέβια θρομβόλυση εντός 30΄. Όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση της Ενάγουσας, ανάφερε πως εξέτασε την Ενάγουσα την προηγούμενη ημέρα της μαρτυρίας του (14/4/2014) και διαπίστωσε ότι παρουσίασε δύσπνοια μετά από περπάτημα 25 μέτρων. Πρόκειται, ανέφερε για υπέρβαρο άτομο με βάρος 113 κιλών και ύψος 1.63 εκατοστών. Λαμβάνει, συμπλήρωσε, 11 διαφορετικά φάρμακα, μερικά από τα οποία αρκετές φορές την ημέρα. Κάποια από αυτά, είπε, είναι επικίνδυνα για την υγεία αλλά είναι υποχρεωμένη να τα παίρνει. Όσον αφορά την κατάσταση της καρδίας, αναφέρει πως είχε την ευκαιρία να δει πρόσφατο καρδιογράφημα (Τεκμήριο 29) και υπερηχοκαρδιογράφημα (Τεκμήριο 30). Εξήγησε πως παρουσιάζει μια μεγάλη ουλή και υπάρχει σοβαρή διαστολή της καρδίας. Η λειτουργία της καρδίας είναι «μετρίως μέχρι σοβαρά μειωμένη». Όπως εξήγησε, το Ef Ejection Function είναι 0.343 ενώ το κανονικό είναι 0.55-0.
- Αυτό ανάφερε ισοδυναμεί με μείωση της λειτουργίας της καρδίας κατά 30-40%. Παρά τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει, κατέληξε, μπορεί να επιδεινωθεί η κατάσταση της και να εξελιχθεί σε ακόμη πιο σοβαρής μορφής η καρδιακή ανεπάρκεια. Επειδή δε είναι νεαρό άτομο μπορεί να είναι υποψήφια για μεταμόσχευση καρδίας, στην περίπτωση που επιδεινωθεί η κατάσταση της. Στην αντεξέταση, τού υποβλήθηκε, ως έχει προαναφερθεί, ότι στηρίχθηκε σε λάθος πληροφόρηση σε σχέση με τα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα όταν είχε μεταφερθεί στην κλινική και έδωσε τις απαντήσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Αναφορικά με το ηλεκτροκαρδιογράφημα Τεκμήριο 3, παρατήρησε πως θα έπρεπε να υπάρχει η ώρα που διενεργήθηκε καθώς και σημείωση από τον ιατρό που το είδε. Έστω και εάν οι οδηγίες για να γίνει το καρδιογράφημα δόθηκαν από τον γαστρεντερολόγο, θα ανέμενε να το έβλεπε και ο εσωτερικός ιατρός της κλινικής, εφόσον η Ενάγουσα νοσηλευόταν εντός της κλινικής της Εναγόμενης. Εάν το έβλεπε ένας ιατρός, ανέφερε, θα έπρεπε να είχε διαπιστώσει πως επρόκειτο για ένα σοβαρό έμφραγμα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ακόμη και ένας φοιτητής ιατρικής θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί πως επρόκειτο για μια επείγουσα κατάσταση. Το χαρακτήρισε ως ένα από τα χειρότερα ηλεκτροκαρδιογραφήματα που έχει δει. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας, πριν από την εκδήλωση του εμφράγματος, συμφώνησε με το συνήγορο της Εναγόμενης πως είχε καρδιακό πρόβλημα από καιρό, αλλά, συμπλήρωσε, το έμφραγμα εκδηλώθηκε εκείνη την ημέρα. Υπήρχε, ανάφερε, πρόβλημα σε όλες τις αρτηρίες, όπως προέκυψε από τα αποτελέσματα της αγγειογραφίας αλλά και από τις αναλύσεις αίματος (Τεκμήριο 31) που έδειξαν πολύ ψηλά επίπεδα χοληστερόλης. Τόσο ψηλοί δείκτες χοληστερόλης, ανέφερε, (ολική 428 και η «κακή» - LDL - 358) δεν παρουσιάζονται από τη μια στιγμή στην άλλη, αλλά υποδηλώνουν χρόνιο πρόβλημα χοληστερόλης από κληρονομικότητα. Συμφώνησε, περαιτέρω, με το συνήγορο της Εναγόμενης πως η Ενάγουσα θα έπρεπε να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, δεδομένης της ψηλής χοληστερόλης που παρουσίαζε, σε συνάρτηση και με το οικογενειακό ιστορικό καρδιακών προβλημάτων. Σε σχέση με τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν από τους θεράποντες ιατρούς, επανέλαβε πως όφειλαν να προέβαιναν στη διενέργεια ηλεκτροκαρδιογραφήματος και στην ορθή αντιμετώπιση του εμφράγματος, είτε με τη χορήγηση θρομβολυτικής αγωγής, είτε κατά προτίμηση, με τη διάνοιξη της αποφραχθείσας αρτηρίας. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, προκάλεσε τη νέκρωση των κυττάρων και τη βλάβη στο μυοκάρδιο. Δεν αμφισβήτησε την καταλληλότητα της φαρμακευτικής αγωγής που χορηγήθηκε από τον καρδιολόγο Αγαθαγγέλου (ΜΥ1), σημειώνοντας, ωστόσο, ότι η ζημιά είχε ήδη συντελεστεί. Υποστήριξε συναφώς, πως ήταν πολύ αργά για να σωθεί το μυοκάρδιο μετά από τα μεσάνυκτα και το μόνο που απέμενε, τότε, ήταν να σωζόταν η ζωή της Ενάγουσας. Οι ανωτέρω επιστημονικές θέσεις του ΜΕ4 δεν αμφισβητήθηκαν από τον καρδιολόγο Αγαθαγγέλου, ο οποίος συμφώνησε πως εάν η Ενάγουσα επαραπονείτο για μούδιασμα στο χέρι, θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί αμέσως ηλεκτροκαρδιογράφημα. Συμφώνησε, επίσης, με τη θεραπευτική αγωγή που εισηγήθηκε ο ΜΕ4 προς αντιμετώπιση του εμφράγματος. Ο λόγος, ανέφερε, που δεν χορήγησε θρομβολυτική αγωγή, ήταν επειδή είχαν παρέλθει σχεδόν 15 ώρες και δεν μπορούσε να έχει οποιοδήποτε όφελος, αφού η θρομβόλυση χορηγείται τις πρώτες 2 ώρες μετά από το έμφραγμα ή το αργότερο μέχρι και 12 ώρες. Είναι γ' αυτό, κατέληξε, που εισηγήθηκε τη μεταφορά της σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο ή στο Γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, για διενέργεια καθετηριασμού και άλλων εξειδικευμένων εξετάσεων. Η μαρτυρία του γαστρεντερολόγου Μ. Λεριού (ΜΥ5), περιορίστηκε σε θέματα της ειδικότητας του. Υποστήριξε, σε γενικές γραμμές, πως τα δεδομένα που υπήρχαν δεν εδικαιολογούσαν τη διάγνωση παγκρεατίτιδας από τον Τριτοδιάδικο. Υποστήριξε, επίσης, πως δεν θα έπρεπε να είχε υποβάλει την Ενάγουσα στη διαδικασία γαστροσκόπησης. Ειδικότερα, επικαλούμενος σχετική βιβλιογραφία την οποία κατέθεσε (Τεκμήρια 64, 65 και 66), υποστήριξε, σε συντομία, τα ακόλουθα: (α) Η διάγνωση για παγκρεατίτιδα ήταν λανθασμένη, αφού δεν συνάδει με τα αποτελέσματα των βιοχημικών εξετάσεων (Τεκμήριο 49(α)) στα οποία υπήρχε ένδειξη αμυλάσης 50 μονάδες, δηλαδή μέσα στα φυσιολογικά όρια που είναι από 30 μέχρι 110 μονάδες. Σε περίπτωση παγκρεατίτιδας, εξήγησε, οι τιμές της αμυλάσης ανεβαίνουν τουλάχιστον 3 φορές πάνω από τις κανονικές. Όσον αφορά το αποτέλεσμα του υπερηχογραφήματος κοιλίας στο οποίο παρουσιάζεται ελαφρύ οίδημα του παγκρέατος (Τεκμήριο 49(γ)), δεν ήταν ενδεικτικό οξείας παγκρεατίτιδας και δεν εδικαιολογούσε την διενέργεια γαστροσκόπησης. (β) Σε κάθε περίπτωση, η γαστροσκόπηση δεν ήταν αναγκαία και δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό στην προκειμένη περίπτωση. Οι μόνες ενδείξεις που θα συνηγορούσαν για τη διενέργεια γαστροσκόπησης, πρόσθεσε, είναι η αφαίρεση ξένου σώματος ή η οξεία αιμορραγία από το ανώτερο πεπτικό σύστημα, ενδείξεις που δεν υπήρχαν στην περίπτωση της Ενάγουσας. (γ) Αντί της γαστροσκόπησης, ανέφερε, η οποία έθεσε την Ενάγουσα σε αχρείαστους κινδύνους, λόγω της αναισθησίας, θα έπρεπε να είχε διενεργηθεί αξονική τομογραφία κοιλίας. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, ανάφερε πως δείχνει ένα τυπικό έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο μπορεί και πρέπει να διαπιστώσει ένας γαστρεντερολόγος. Σε σχέση με την αντιμετώπιση της οποίας έτυχε η Ενάγουσα στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών, ανάφερε πως ήταν υπό τις περιστάσεις ορθή και αναμενόμενη, με βάση τα συμπτώματα που παρουσίαζε. Απαντώντας σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στην αντεξέταση, από τους συνηγόρους της Ενάγουσας και του Τριτοδιαδίκου, ανάφερε πως ο οξύς πόνος για τον οποίο επαραπονείτο η Ενάγουσα, εδικαιολογούσε την πιθανότητα οξείας παγκρεατίτιδας. Πρόσθεσε, ωστόσο, πως οξύς πόνος στο επιγάστριο μπορεί να οφείλεται και σε πολλές άλλες αιτίες, μια από τις οποίες είναι και το έμφραγμα του μυοκαρδίου. Σε άλλη σχετική ερώτηση επί του θέματος, απάντησε πως τα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα, εκτός βέβαια από το μούδιασμα στο χέρι, ήταν άτυπα για έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο Τριτοδιάδικος, υπεραμυνόμενος ης απόφασης του να προβεί σε γαστροσκόπηση, ανέφερε πως το έκανε για να αποκλείσει σοβαρή πάθηση του στομάχου, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα του υπέρηχου δεν εδικαιολογούσαν τον πόνο της Ενάγουσας. Μετά από τη γαστροσκόπηση, ανέφερε, ετοίμασε έκθεση η οποία τοποθετήθηκε στο φάκελο της ασθενούς και αποχώρησε από την κλινική, αφού τελείωσε η εξέταση που κλήθηκε να κάνει. Το εύρημά του από την γαστροσκόπηση, συμπλήρωσε, ήταν ότι υπήρχε διάβρωση στομάχου, γεγονός που κατέγραψε στη γνωμάτευση του και κακώς αναγράφεται στο φάκελο της Ενάγουσας «γαστροσκόπηση ΟΚ». Όσον αφορά τη θέση του ΜΥ5 για διάγνωση παγκρεατίτιδας, υποστήριξε πως τέτοια διάγνωση δεν έγινε από τον ίδιο. Απλά, υποστήριξε, ανάφερε στους συγγενείς της Ενάγουσας το αποτέλεσμα του υπέρηχου για «οιδηματώδες πάγκρεας». Η μαρτυρία του γραφολόγου Α. Παναγιώτου δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Οι διαπιστώσεις του από τις γραφολογικές εξετάσεις των εγγραφών που περιέχονται στο Τεκμήριο 42, αποτυπώνονται στην έκθεση που ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ετοίμασε, περαιτέρω, έκθεση σε σχέση με τις εγγραφές που περιέχονται στο Τεκμήριο
- Η διαπίστωση του πως η εγγραφή «εισαγωγή γ. Τριμικλινιώτη», στο τέλος του Τεκμηρίου 43, ανήκει στο ίδιο πρόσωπο που κατέγραψε τα κύρια ενοχλήματα-ευρήματα, κάτω από τη σχετική στήλη του Τεκμηρίου 42, δεν αμφισβητείται. Επιβεβαιώθηκε εξάλλου από την ΜΥ6, η οποία έκανε τις σχετικές εγγραφές. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ (Α) Μαρτυρία Ενάγουσας Η γενική εντύπωση που σχημάτισε το Δικαστήριο για την Ενάγουσα ήταν θετική. Η μαρτυρία της όσον αφορά τα συμπτώματα που παρουσίασε το πρωινό της 28/2/2009, δεν αμφισβητήθηκε. Διαφωνία υπήρξε μόνο όσον αφορά τον ισχυρισμό που περιέχεται στη γραπτή μαρτυρία της (Έγγραφο Α) ότι η αδελφή της παραπονέθηκε στις Πρώτες Βοήθειες για μούδιασμα στο χέρι. Στην αντεξέταση της διευκρίνισε πως δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη συζήτηση που είχε η αδελφή της, λόγω των αφόρητων πόνων που ένιωθε. Κατά τα άλλα η μάρτυρας κρίνεται ειλικρινής. Δέχθηκε ότι υπήρχε οικογενειακό ιστορικό καρδιακών παθήσεων και ότι είχε ψηλή χοληστερόλη, χωρίς όμως να χρειάζεται φαρμακευτική αγωγή. Με την πιο πάνω επιφύλαξη - όσον αφορά το κατ' ισχυρισμόν παράπονο για μούδιασμα στο χέρι - αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ως ορθή. Επί του ιδίου ζητήματος η αδελφή της (ΜΕ2), ενώ στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο «Β»), αναφέρει ότι είπε στις νοσηλεύτριες/ιατρούς που παρέλαβαν την Ενάγουσα ότι είχε «φοβερούς πόνους και μούδιασμα στο χέρι» στην αντεξέταση της από τους συνηγόρους της Εναγόμενης και του Τριτοδιαδίκου, ανέφερε πως δεν θυμόταν εάν είχε πει για μούδιασμα στο χέρι στις Πρώτες Βοήθειες. Φαίνεται ότι υπήρξε κάποια συνεννόηση των ΜΕ1 και 2, ώστε να τεθεί ο ισχυρισμός ότι αναφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες πως η Ενάγουσα ένιωσε μούδιασμα στο χέρι. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται αυτή τη θέση, δεδομένων και των ταλαντεύσεων των ΜΕ1 και 2 επί της πτυχής αυτής της μαρτυρίας τους. Η ΜΕ2 υποστήριξε, περαιτέρω, πως ήταν βέβαιη ότι ανέφερε στον Τριτοδιάδικο καθώς και στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό της κλινικής, ότι η Ενάγουσα είχε παραπονεθεί για μούδιασμα στο χέρι. Ούτε αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της κρίνεται πειστική. Εάν η Ενάγουσα της είχε αναφέρει ότι ένοιωσε μούδιασμα στο χέρι, θα αναμενόταν να το έλεγε ευθύς μόλις εισήλθαν στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Αυτό υπαγορεύει η λογική, έχοντας υπόψη τους φρικτούς πόνους που ένοιωθε η Ενάγουσα σε συνάρτηση και με το ιστορικό καρδιακών νοσημάτων που υπάρχει στην οικογένεια. Δεν αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία της ΜΕ2 σε σχέση με αναφορά του κατ' ισχυρισμόν παραπόνου της Ενάγουσας, είτε στο προσωπικό των Πρώτων Βοηθειών, είτε αργότερα στο προσωπικό της κλινικής και στον Τριτοδιάδικο, όταν η Ενάγουσα είχε εισαχθεί σε δωμάτιο ως εσωτερικός ασθενής. Η μαρτυρία της ελέγχεται και σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι τον Κ. Νεοφύτου, τον επισκέπτονταν για κρυολογήματα. Ήταν φανερή η προσπάθεια της να μην αποκαλύψει ότι ο Νεοφύτου ήταν ο γιατρός που παρακολουθούσε όλη την οικογένεια και ήταν γνώστης των καρδιακών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι γονείς της. Κατά τα άλλα η μαρτυρία της ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε ουσιαστικό της μέρος. Το μόνο σημείο που υπήρξε αμφισβήτηση αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τη στάση που τήρησε ο ΜΥ
- Υποστήριξε, συναφώς, ότι μετά που εξέτασε την Ενάγουσα, γύρω στις 01:30 της 1/3/2009, τους ενημέρωσε για το πρόβλημα και έφυγε από την κλινική. Επανήλθε η ώρα 10:00 π.μ. και όταν τον ενημέρωσαν ότι επιθυμούσαν να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και όχι σε ιδιωτική κλινική, όπως τους είχε εισηγηθεί ο ίδιος, ζήτησε να πληρωθεί προτού μεταφερθεί η Ενάγουσα. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι αυτό έγινε μέσα στο δωμάτιο της εντατικής. Κρίνεται υπερβολική αυτή η αναφορά της μάρτυρος, η οποία δυνατό να οφείλεται στα παράπονα της οικογένειας για την όλη αντιμετώπιση της οποίας έτυχε η αδελφή της από το προσωπικό της Εναγομένης. Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία της ΜΕ2 επί των πιο πάνω αμφισβητούμενων ζητημάτων δεν γίνεται αποδεκτή. Η εντύπωση που σχημάτισα για τις φίλες της Ενάγουσας, ΜΕ3 και 5 ήταν θετική. Σημειώνεται ότι η μαρτυρία της ΜΕ3 δεν αμφισβητήθηκε ενώ της ΜΕ5 αμφισβητήθηκε στο μέρος μόνο που αφορούσε τις συνθήκες μεταφοράς της Ενάγουσας από δωμάτιο του θαλάμου σε δωμάτιο της εντατικής. Παρά την αντεξέταση της επί του ζητήματος, η ΜΕ5 ήταν σταθερή στη θέση της πως η ίδια αντιλήφθηκε ότι είχαν πέσει οι παλμοί της Ενάγουσας και ότι δυσκολευόταν να αναπνεύσει, γεγονός που ανέφερε στη νοσηλεύτρια. Η μαρτυρία της κρίνεται πειστική και την αποδέχομαι, όπως και τη μαρτυρία της ΜΕ
- Ακολουθεί αξιολόγηση της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα της Ενάγουσας, καρδιολόγου Mark Klutstein (ΜΕ4), τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του οποίου δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Το Δικαστήριο έχοντας επίγνωση των αρχών με βάση τις οποίες προσεγγίζεται και αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων έχει διεξέλθει με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του καθώς και το σύνολο της ιατρικής μαρτυρίας και των τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί. Όπως έχει νομολογηθεί, οι εμπειρογνώμονες αξιολογούνται όπως όλοι οι άλλοι μάρτυρες. Ρόλος τους είναι να διαφωτίσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των εγειρομένων θεμάτων (βλ. Πιττάλης ν. Ianira Enter. Ltd
- i)Υποστήριξε πως με βάση την πληροφόρηση του, η επί καθήκοντι ιατρός μίλησε με τον καρδιολόγο Κ. Νεοφύτου και της είπε να καλέσει τον Τριτοδιάδικο, επειδή το πρόβλημα που παρουσίαζε ήταν γαστρεντερολογικό. Ακολούθως τηλεφώνησε στον Τριτοδιάδικο, ο οποίος της είπε ότι είχε ενημερωθεί από τον Νεοφύτου και ήταν καθ' οδόν προς την κλινική. Όπως έχει υποδειχθεί, η θέση αυτή της Εναγόμενης παρέμεινε μετέωρη αφού επέλεξε να μην καλέσει ως μάρτυρα τον Νεοφύτου για να υποστηρίξει την εκδοχή της Εναγόμενης. Υποδεικνύεται ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και ο Τριτοδιάδικος αμφισβήτησαν έντονα πως ο Νεοφύτου έδωσε οδηγίες για εισαγωγή της Ενάγουσας στο όνομα του Τριτοδιαδίκου ή ότι τηλεφώνησε στον Τριτοδιάδικο, όπως υποστήριξε στη μαρτυρία της η ΜΥ6. (
- ii)Προκειμένου να υπερπηδήσει το πρόβλημα από το γεγονός ότι ο Τριτοδιάδικος δεν ήταν συνεργάτης της κλινικής και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να κάνει εισαγωγή ασθενή στην Εναγόμενη με βάση τους κανονισμούς (Τεκμήριο 40), υποστήριξε πως η εισαγωγή έγινε κανονικά, επειδή είχε εισηγηθεί τον Τριτοδιάδικο ο Νεοφύτου, που ήταν ιατρός συνεργάτης της κλινικής. Επικαλέστηκε προς τούτο τη σχετική καταχώριση επί του Τεκμηρίου 27, όπου αρχικά ανεγράφη το όνομα του Νεοφύτου το οποίο διεγράφη και από κάτω γράφτηκε το όνομα του Τριτοδιαδίκου ως του ιατρού που έκανε την εισαγωγή. Η εισήγηση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Στην απουσία του Νεοφύτου από το εδώλιο του μάρτυρα, παρέμεινε άγνωστο το περιεχόμενο της συνομιλίας του με την ΜΥ6. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, πως η σχετική με το ζήτημα μαρτυρία της ΜΥ6 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη. (iii) Υπάρχει όμως ακόμη ένα εμπόδιο για την αποδοχή της θέσης του ΜΥ1 ότι η εισαγωγή έγινε από τον Τριτοδιάδικο. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πριν, με βάση τους κανονισμούς της Εναγόμενης (Τεκμήριο 40) μόνο συνεργάτες ιατροί θα μπορούσαν να κάνουν εισαγωγή ασθενούς. Ακόμα και αν γινόταν αποδεκτός ο ισχυρισμός της ΜΥ6 ότι της έδωσε οδηγίες ο Νεοφύτου για να γίνει εισαγωγή στο όνομα του Τριτοδιαδίκου, κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στους κανονισμούς. Με βάση το άρθρο 4.2 του Τεκμηρίου 40 θα μπορούσε κατ' εξαίρεση, να επιτραπεί σε μη συνεργάτη της κλινικής να προβεί σε παρακολούθηση και νοσηλεία ασθενούς που νοσηλεύεται στην κλινική, μετά από παράκληση συνεργάτη ιατρού και σχετική έγκριση του Συμβουλίου. Τα άρθρα 4.1 και 4.2, του Τεκμηρίου 40 έχουν ως ακολούθως: «4.1 Κατ' αρχή δεν επιτρέπεται η εκτέλεση στην Κλινική χειρουργικής επέμβασης, παροχή ιατρικής υπηρεσίας, χορήγηση αναισθησίας, παρακολούθηση και νοσηλεία ασθενούς από ιατρό ο οποίος δεν είναι Συνεργάτης Ιατρός. 4.2 Κατ' εξαίρεση από την πιο πάνω γενική αρχή κατόπιν εγκρίσεως του Συμβουλίου δυνατό να επιτραπεί, κατόπιν παρακλήσεως του Συνεργάτη Ιατρού ο οποίος είναι υπεύθυνος για μια χειρουργική επέμβαση ή για την παρακολούθηση και νοσηλεία ενός ασθενούς ή για την χορήγηση αναισθησίας σε ένα ασθενή, αντίστοιχα, χειρουργική επέμβαση, παρακολούθηση και νοσηλεία ή χορήγηση αναισθησίας από μη Συνεργάτη Ιατρό αντίστοιχης ειδικότητας εάν η συγκεκριμένη περίπτωση απαιτεί ιατρικά παραδεχτή και αναγνωρισμένη ειδικότητα που δεν καλύπτεται από τους Συνεργάτες Ιατρούς. (
- iv)Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, υποστήριξε πως η Κλινική σεβάστηκε την επιθυμία της ασθενούς. Υποδεικνύεται πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των ΜΕ1 και 2 καθώς και του Τριτοδιαδίκου, ούτε η Ενάγουσα ούτε οι συγγενείς της επέλεξαν τον Τριτοδιάδικο, τον οποίο δεν γνώριζαν καν. Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, τον Τριτοδιάδικο τον εισηγήθηκε, προφανώς, ο Νεοφύτου, στη βάση της τηλεφωνικής του πληροφόρησης από τη ΜΥ6, ότι το πρόβλημα της Ενάγουσας ήταν γαστρεντερολογικό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα εισήχθη στην κλινική της Εναγόμενης από τον Τριτοδιάδικο. Η μαρτυρία του όσον αφορά τα θέματα της ειδικότητας του δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Υποδεικνύεται ότι οι επιστημονικές θέσεις που εξέφρασε τόσο για τα συμπτώματα του εμφράγματος, όσο και για τις ενέργειες προς αντιμετώπιση του, συμβαδίζουν με τις απόψεις του ΜΕ4. Κρίνεται, περαιτέρω, ορθή η μαρτυρία του ότι χορήγησε την ενδεδειγμένη θεραπεία στην Ενάγουσα, αμέσως μετά από την εξέταση της, γύρω στις 01:30 της 1.3.2009. Η απόφαση του να μην της χορηγήσει θρομβολυτική αγωγή εκείνη τη στιγμή, κρίνεται ορθή και δικαιολογημένη, εφόσον είχαν παρέλθει 15 και πλέον ώρες από την ώρα του εμφράγματος. Υποδεικνύεται πως με βάση και την επιστημονικά ορθή και τεκμηριωμένη θέση του ΜΕ4, η θρομβόλυση θα μπορούσε να ήταν επωφελής εάν εχορηγείτο τις πρώτες ώρες μετά από το έμφραγμα. Η μαρτυρία του όσον αφορά τη συμπεριφορά του προς την Ενάγουσα και τους οικείους τους κρίνεται πειστική. Έχει ήδη υποδειχθεί, πως δεν ευσταθούν τα παράπονα της Ενάγουσας για τη στάση που τήρησε ο ΜΥ1 μετά από την εξέταση της, όπως προκύπτουν μέσα από τη μαρτυρία της ΜΕ2. Δεν θα μπορούσε επίσης να μην επαινεθεί η ενέργεια του να συνοδεύσει την Ενάγουσα με το νοσοκομειακό όχημα. Από την άλλη όμως, δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στη μεταφορά της Ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Δεδομένου ότι η Εναγόμενη κλινική δεν διέθετε μηχάνημα για αγγειογραφία-στεφανιογράφημα, θα αναμενόταν αμεσότερη ενέργεια, ενόψει και της σοβαρότητας της κατάστασης της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Υποδεικνύεται ότι πήγε στην κλινική και εξέτασε την Ενάγουσα γύρω στις 01:30 με 02:00 και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λεμεσού γύρω στις 11:00. Το γεγονός ότι ανέμενε από τους συγγενείς να επιλέξουν πού ήθελαν να μεταφερθεί, δεν δικαιολογεί τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, η οποία θα μπορούσε να είχε αποβεί μοιραία για τη ζωή της Ενάγουσας, με βάση και την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ4, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι της είχε χορηγήσει την ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή. Δεν απαιτείται όμως περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα αυτό. Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ4, η ζημιά στο μυοκάρδιο είχε γίνει μέχρι τα μεσάνυκτα και δεν επήλθε περαιτέρω βλάβη, από τυχόν λάθη ή παραλείψεις που ακολούθησαν. Από τη στιγμή εκείνη το μόνο που απέμενε ήταν να σωζόταν η ζωή της Ενάγουσας και όχι βελτίωση του καρδιακού μυ, ο οποίος είχε υποστεί ήδη την όποια βλάβη, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ4. Ο ΜΥ5 έδωσε την εικόνα πολύ έμπειρου γαστρεντερολόγου. Κατέθεσε τεκμηριωμένα τις απόψεις του, δίδοντας κατανοητές και πειστικές εξηγήσεις για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την ειδικότητα του. Η άποψη του πως δεν εδικαιολογείτο η διενέργεια γαστροσκόπησης, λόγω των εξετάσεων που είχαν προηγηθεί, κρίνεται ορθή και απόλυτα τεκμηριωμένη. Ορθή κρίνεται και η άποψη που εξέφρασε πως δεν εδικαιολογείτο διάγνωση «παγκρεατίτιδας». Σημειωτέον πως με την άποψη αυτή συμφώνησε και ο ΜΕ4, ο οποίος δεν είναι βέβαια γαστρεντερολόγος αλλά φάνηκε να έχει ευρύτερες γνώσεις της ιατρικής επιστήμης. Ας σημειωθεί πως και ο Τριτοδιάδικος υποστήριξε στη μαρτυρία του πως δεν διέγνωσε παγκρεατίτιδα. Έδωσε, τέλος, πειστικές εξηγήσεις για την άποψη που εξέφρασε ως προς την αντιμετώπιση της οποίας έτυχε η Ενάγουσα στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Όπως εξήγησε, ήταν δικαιολογημένη η αντιμετώπιση της από την ιατρό των Πρώτων Βοηθειών, με βάση τα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα, τα οποία χαρακτήρισε «άτυπα για έμφραγμα». Διευκρίνισε ωστόσο πως ο οξύς πόνος στο επιγάστριο μπορεί να οφείλεται και σε πολλούς άλλους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και σε έμφραγμα του μυοκαρδίου. (Γ) Αξιολόγηση του Τριτοδιάδικου Η γενική εντύπωση που σχημάτισα για τον Τριτοδιάδικο δεν ήταν η καλύτερη. Σε αρκετά σημεία έδειχνε απρόθυμος να δώσει σαφείς απαντήσεις. Απαντούσε με μισόλογα, δίδοντας την εντύπωση πως προσπαθούσε, προτού τοποθετηθεί επί των θεμάτων, να βεβαιωθεί πως δεν θα έλεγε κάτι που θα μπορούσε να βλάψει την υπόθεση του. Ειδικότερα: (α) Υποστήριξε πως δεν του είχε αναφερθεί από κανένα ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για μούδιασμα στο χέρι, ούτε ότι υπήρχε οικογενειακό ιστορικό καρδιακών νοσημάτων. Υποδεικνύεται πως στο δικόγραφο του δέχεται ότι ζήτησε και πήρε το οικογενειακό και προσωπικό ιστορικό της Ενάγουσας. Αυτός μάλιστα, αναφέρει στην παράγραφο 11(
- c)της υπεράσπισης του, ήταν και ο λόγος που εισηγήθηκε τη διενέργεια καρδιογραφήματος και αξιολόγηση του από γιατρό της Εναγόμενης. Στην αντεξέταση του από το συνήγορο της Εναγόμενης ανέφερε επί του προκειμένου πως μιλούσε, κυρίως, με τον πατέρα της Ενάγουσας και δεν θυμόταν εάν μίλησε με την αδελφή της (ΜΕ2). Ας σημειωθεί πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΕ2 η ίδια μίλησε μαζί του και του είχε αναφέρει, μάλιστα, το παράπονο της Ενάγουσας για μούδιασμα στο χέρι. Η μαρτυρία, βέβαια, της ΜΕ2 σε σχέση με το παράπονο για μούδιασμα στο χέρι, δεν έγινε αποδεκτή. Σε άλλη σχετική ερώτηση επί του ιδίου ζητήματος υποστήριξε πως τα μόνα προβλήματα της Ενάγουσας που του ανέφερε ο πατέρας της ήταν ότι πάθαινε κρίσεις πανικού και ότι είχε κλειστοφοβία. Του είπε επίσης, υποστήριξε, ότι επισκεπτόταν συχνά τις Α΄ Βοήθειες με παρόμοια ενοχλήματα. Ας σημειωθεί πως τέτοιες θέσεις δεν υποβλήθηκαν στην Ενάγουσα ή την ΜΕ2, κατά την αντεξέταση τους από το συνήγορο του Τριτοδιαδίκου. (β) Σε σχέση με την εμπλοκή του στη διενέργεια καρδιογραφήματος, οι θέσεις του ήταν ασαφείς και συγκεχυμένες. Αρχικά υποστήριξε πως είπε στους συγγενείς ότι θα έπρεπε να διερευνηθούν άλλοι λόγοι για τους πόνους στο στομάχι, εφόσον τα ευρήματα από τις εξετάσεις δεν δικαιολογούσαν τα παράπονα της Ενάγουσας. Σε περαιτέρω ερωτήσεις επί του θέματος, είπε ότι εισηγήθηκε και στην κα Αμανατίδου (ΜΥ6) πως θα ήταν καλό να γινόταν ένα καρδιογράφημα. Αρνήθηκε, πάντως, ότι έδωσε οδηγίες ή ζήτησε ο ίδιος να γίνει καρδιογράφημα. Ήταν, ανέφερε, απλά μια εισήγηση στην κα Αμανατίδου. Θα πρέπει ωστόσο να υποδειχθεί πως στην υπεράσπιση του δέχεται ότι ζήτησε όπως διενεργηθεί καρδιογράφημα. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 5, αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Περαιτέρω ο Τριτοδιάδικος αναφέρει ότι ζήτησε να γίνουν εξετάσεις υπερηχογραφήματος κοιλίας καθώς και καρδιογράφημα. Το καρδιογράφημα δεν έγινε υπό την επίβλεψη του αλλά έγινε από την τότε επί καθήκοντι γιατρό και/ή από το ιατρικό και/ή από το παραϊατρικό προσωπικό της Εναγόμενης». Κρίνεται, συνεπώς, αντιφατική η προφορική ένορκη μαρτυρία του σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ας σημειωθεί πως στη μαρτυρία του υποστήριξε πως δεν είδε αλλά ούτε ενημερώθηκε ότι έγινε καρδιογράφημα. Ενώ, όπως φαίνεται πιο πάνω, στην υπεράσπιση του υποστήριξε πως έγινε υπό την επίβλεψη της επί καθήκοντι ιατρού κ.λ.π. (γ) Αντιφάσεις και ασάφειες παρουσιάζει η μαρτυρία του και όσον αφορά την ώρα που έγινε η συνομιλία με τους συγγενείς και την Αμανατίδου για το θέμα του καρδιογραφήματος. Σε κάποιο σημείο ανάφερε ότι η συζήτηση έγινε η ώρα 3, σε άλλη σχετική ερώτηση απάντησε πριν τις 3 και σε άλλο σημείο ανάφερε ότι η συζήτηση έγινε μεταξύ 13:00 έως 15:00. Υποδεικνύεται πως στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε πως το καρδιογράφημα έγινε μετά από τη γαστροσκόπηση, ενώ με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, είχε ζητήσει το καρδιογράφημα πριν από τη γαστροσκοπική εξέταση, αφού το τοποθετεί μετά από την πληροφόρηση του για το ιστορικό της Ενάγουσας. (δ) Ασαφής υπήρξε και η μαρτυρία του σε σχέση με την ώρα και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποφάσισε να διενεργήσει τη γαστροσκόπηση. Αρχικά υποστήριξε πως την είχε προγραμματίσει για η ώρα 4:00 μ.μ., προτού αποχωρήσει από την κλινική, δηλαδή γύρω στις 1:00 μ.μ.. Ακολούθως ανέφερε πως αποφάσισε να γίνει η γαστροσκοπική εξέταση μετά που είδε τα αποτελέσματα της ακτινογραφίας και του υπερηχογραφήματος, δηλαδή γύρω στις 3:00 μ.μ., όταν πήγε τη δεύτερη φορά στην κλινική. (ε) Η μαρτυρία του ελέγχεται και σε πολλά άλλα σημεία. Αναφέρονται ενδεικτικά οι ασάφειες που παρατηρούνται στη μαρτυρία του σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες κλήθηκε ο αναισθησιολόγος και την απροθυμία που επέδειξε να τοποθετηθεί ευθέως στα ζητήματα που σχετίζονται με τις ενέργειες του που αφορούν το ζήτημα της ολικής αναισθησίας της Ενάγουσας. Απέφυγε να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις στις σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν για την εμπλοκή του αναισθησιολόγου. Εάν τον κάλεσε ο ίδιος, εάν τον ενημέρωσε για το ιστορικό της Ενάγουσας, εάν λήφθηκε ιστορικό από τον αναισθησιολόγο κ.ά. (στ) Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν συνομίλησε, ούτε είδε την εσωτερική επί καθήκοντι ιατρό (ΜΥ2) και ότι μιλούσε μόνο με την Αμανατίδου, την οποία συναντούσε στον όροφο που βρίσκονταν τα δωμάτια της κλινικής. Η μαρτυρία του κρίνεται αναληθής και επί αυτής της πτυχής. Δεδομένου ότι η ΜΥ6 ήταν καθήκον στις Πρώτες Βοήθειες θα αναμενόταν να έχει συζητήσεις με την ιατρό ορόφου, που ήταν η ΜΥ2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο κρίνει πως δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στη μαρτυρία του Τριτοδιαδίκου για να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι μόνο ότι κλήθηκε από την ΜΥ6 και μετέβη στην κλινική όπου συνάντησε και εξέτασε την Ενάγουσα γύρω στις 1:00 μ.μ., δίδοντας οδηγίες για διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, υπερήχων και καρδιογράφημα. Αποδέχομαι, περαιτέρω, ότι μετά τη διενέργεια της γαστροσκόπησης, έδωσε οδηγίες για να χορηγηθεί στην Ενάγουσα φαρμακευτική αγωγή και έφυγε από την κλινική, θεωρώντας ότι τελείωσε η δική του εμπλοκή από γαστρεντερολογικής σκοπιάς. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως έχει αξιολογηθεί πιο πάνω, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 1. Η Ενάγουσα ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ηλικίας 40 ετών. Είχε ύψος 1.68 μ., ζύγιζε 98 κιλά και κάπνιζε γύρω στα 10 τσιγάρα την ημέρα. Δεν ήταν παντρεμένη αλλά είχε κάποιο δεσμό. Χωρίς να έχει συμπτώματα, είχε καρδιακό πρόβλημα. Συγκεκριμένα, είχε κλειστές αρτηρίες. Είχε επίσης ψηλούς δείκτες χοληστερόλης ήτοι 428 ολική χοληστερόλη (η κανονική είναι 200-220) και 358 LDL («κακή» χοληστερόλη η οποία δεν πρέπει, φυσιολογικά, να είναι πέραν των 160). Δεν έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση της ψηλής χοληστερόλης, ως άνω, επειδή, προφανώς, δεν γνώριζε ότι είχε τόσο ψηλούς δείκτες. Η εντύπωση της ήταν ότι η ολική χοληστερόλη της ήταν γύρω στα 240. Ο λόγος που δεν γνώριζε τις ακριβείς τιμές δεν διευκρινίστηκε. Θα μπορούσε να εικάσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε προβεί σε πρόσφατη αιματολογική εξέταση. Υπήρχε οικογενειακό ιστορικό καρδιακών παθήσεων. Ειδικότερα ο πατέρας της Ενάγουσας είχε υποβληθεί σε εγχείρηση ανοικτής καρδίας, ενώ και η μητέρα της παρακολουθείτο από καρδιολόγο. Είναι, ως φαίνεται, γι' αυτό το λόγο που και η ίδια είχε κάνει στο παρελθόν τεστ κόπωσης σε καρδιολόγο στην Πάφο, ήτοι τον Δρα Μουτήρη ο οποίος ήταν συγγενής από την πλευρά της μητέρας της. Η εξέταση δεν κατέδειξε καρδιακό πρόβλημα. Εργαζόταν στο λογιστήριο δικηγορικού οίκου της Λεμεσού με καθαρές απολαβές €1.790,53 μηνιαίως (βλ. Τεκμήριο 26). 2. Γύρω στις 10:30 π.μ. της 28.2.2009, ενώ βρισκόταν στο σπίτι της, ένοιωσε δυνατούς πόνους στην κοιλιακή χώρα οι οποίοι συνεχίζονταν και εντείνονταν. Γύρω στις 11:00 κάλεσε στο τηλέφωνο την αδελφή της (ΜΕ2), η οποία ανταποκρίθηκε και την μετέφερε στην κλινική της Εναγόμενης εταιρείας, περί τις 11:30 π.μ. Προτού καταλήξουν στην κλινική, είχαν περάσει από το ιατρείο του οικογενειακού γιατρού της Ενάγουσας (παθολόγο-καρδιολόγο Κ. Νεοφύτου) αλλά το ιατρείο του, που βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι της Ενάγουσας, ήταν κλειστό. 3. Επί καθήκοντι ιατρός στις Πρώτες Βοήθειες της κλινικής ήταν η Δρ. Αμανατίδου (ΜΥ6), στην οποία η Ενάγουσα και η αδελφή της ανάφεραν τα συμπτώματα που είχε η Ενάγουσα. Ότι δηλαδή ένοιωθε δυνατούς πόνους στο στομάχι. Η ΜΥ6 ρώτησε την Ενάγουσα τι έφαγε το προηγούμενο βράδυ και της απάντησε ότι είχε φάει σουβλάκια. Δεν της υπόβαλε ερωτήσεις για προσωπικό ή οικογενειακό ιστορικό ούτε και η Ενάγουσα ή η αδελφή της (ΜΕ2) είπαν στην ΜΥ6 ότι υπήρχε ιστορικό καρδιακών παθήσεων στην οικογένεια. Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω, η μαρτυρία των ΜΕ1 και 2, ότι ανάφεραν στην ΜΥ6 ότι εν Ενάγουσα ένιωσε μούδιασμα στο χέρι, δεν γίνεται αποδεκτή. Η ΜΥ6 κατέγραψε τα ενοχλήματα που της είχαν αναφερθεί και τα ευρήματα της από την κλινική εξέταση στο Τεκμήριο 42, ως ακολούθως: «πόνος στο επιγάστριο από χθες μετά από βαρύ φαγητό, γενική αδυναμία, αγχώδης κατάσταση, κοιλιά ενπίεστη, ευαισθησία στο επιγάστριο, εντερικοί ήχοι». Στο ίδιο τεκμήριο (42-αντίγραφο από τη σχετική σελίδα του βιβλίου Πρώτων Βοηθειών-) κάτω από τη στήλη διάγνωση, αναγράφεται: «Επιγαστραλγία, κρίση πανικού». Της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή για αντιμετώπιση των πόνων και της επιγαστραλγίας (βλ. Τεκμήριο 42 στη στήλη «θεραπευτική αγωγή»), χωρίς οποιαδήποτε βελτίωση της κατάστασης της Ενάγουσας. 4. Η ΜΥ6 ρώτησε, ακολούθως, την Ενάγουσα εάν έχει προσωπικό-οικογενειακό γιατρό και της απάντησε ότι ήταν ο Κ. Νεοφύτου, παθολόγος-καρδιολόγος, ο οποίος τύγχανε να ήταν εξωτερικός συνεργάτης της Εναγόμενης κλινικής. Μετά από αυτή την πληροφορία, η ΜΥ6 τηλεφώνησε στον ιατρό Νεοφύτου, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό. Όπως υποδείχθηκε, παρέμεινε άγνωστο το περιεχόμενο της συνομιλίας της ΜΥ6 με τον ιατρό Νεοφύτου, εφόσον ο δεύτερος δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία, ενώ η σχετική μαρτυρία της ΜΥ6 δεν έγινε αποδεκτή. Είναι όμως προφανές ότι της εισηγήθηκε να επικοινωνήσει με τον Τριτοδιάδικο, με τον οποίο συνεργαζόταν, δεδομένης και της ειδικότητας του. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα, ήτοι: (α) Το γεγονός ότι η ΜΥ6 διέγνωσε επιγαστραλγία (β) Το γεγονός ότι η Ενάγουσα επαραπονείτο για δυνατούς πόνους στο επιγάστριο (γ) Το γεγονός ότι ο Τριτοδιάδικος ήταν γαστρεντερολόγος και συνεργαζόταν με τον Νεοφύτου Ήταν συνεπώς λογικό και αναμενόμενο να εισηγηθεί ο Νεοφύτου στην ΜΥ6, όπως η Ενάγουσα εξεταστεί από γαστρεντερολόγο και να επικοινωνήσει με τον Τριτοδιάδικο με τον οποίο είχε (ο Νεοφύτου)επαγγελματική συνεργασία, με βάση την αδιαμφισβήτητη επί του σημείου αυτού μαρτυρία του Τριτοδιαδίκου. 5. Ακολούθως η ΜΥ6 τηλεφώνησε στον Τριτοδιάδικο και του ανέφερε το περιστατικό, ζητώντας του προφανώς να εξετάσει την Ενάγουσα, (με εισήγηση/παράκληση του Νεοφύτου), σε σχέση με το γαστρολογικό πρόβλημα που φαινόταν ότι παρουσίαζε. Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πριν, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ΜΥ6, ότι ο Τριτοδιάδικος της είπε ότι τον είχε ήδη ενημερώσει ο Νεοφύτου και ήταν καθ' οδόν προς την κλινική. Προκύπτει, βέβαια, από την παρουσία του μετά, ότι αποδέχθηκε να εξετάσει την Ενάγουσα. 6. Αναμένοντας την έλευση του Τριτοδιαδίκου, η ΜΥ6 έκρινε ότι έπρεπε να εισαχθεί σε δωμάτιο της κλινικής και αφού ενημέρωσε σχετικά την Ενάγουσα και την αδελφή της, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της κλινικής. Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα εξακολουθούσε, παρά τη φαρμακευτική αγωγή που της χορηγήθηκε, να αισθάνεται φοβερούς πόνους στο στομάχι, γεγονός που διαπίστωσε τόσο η ΜΥ6 όσο και το υπόλοιπο ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό της κλινικής. 7. Επί καθήκοντι ιατρός για τους εσωτερικούς ασθενείς της Εναγόμενης κλινικής ήταν η Δρ. Νεάρχου (ΜΥ2), την οποία η ΜΥ6 ενημέρωσε καθώς και για το γεγονός ότι είχε κληθεί ο Τριτοδιάδικος να την εξέταζε για το γαστρεντερολογικό πρόβλημα που παρουσίαζε. 8. Όταν μεταφέρθηκε η Ενάγουσα στο δωμάτιο του ορόφου της κλινικής, ενώ συνέχιζε να αισθάνεται πόνους στο στομάχι, έκανε εμετό και ευκοιλιότητα και καθαρίστηκε με τη βοήθεια της αδελφής της, αφού η ίδια δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί. 9. Γύρω στις 13:00 αφίχθη στην κλινική ο Τριτοδιάδικος και αφού ενημερώθηκε από το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών σε ποιο δωμάτιο βρισκόταν, την επισκέφθηκε και την εξέτασε κλινικά. Προκειμένου να διερευνήσει το πρόβλημα που παρουσίαζε η Ενάγουσα, αφού συνέχιζε να παραπονιέται για δυνατούς πόνους στο επιγάστριο, ζήτησε τη διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, καθώς και ακτινογραφία και υπερηχογράφημα κοιλίας. Ακολούθως αναχώρησε από την κλινική, αφού έδωσε οδηγίες για χορήγηση στην Ενάγουσα καταπραϋντικών, μεταξύ των οποίων και πεθιδίνη (βλ. Τεκμήριο 51). 10. Γύρω στις 15:00 πήγε ξανά στην κλινική και είδε την Ενάγουσα η οποία εξακολουθούσε να υποφέρει από πόνους στο επιγάστριο. Στο μεταξύ είχαν διενεργηθεί οι εξετάσεις που ζήτησε. Οι βιοχημικές εξετάσεις (Τεκμήριο 32) έδειχναν φυσιολογικά επίπεδα της αμυλάσης (50 από 30-110) ενώ τα αποτελέσματα της ακτινογραφίας και του υπερηγοχραφήματος (Τεκμήρια 49γ και δ, αντίστοιχα) δεν δικαιολογούσαν τα παράπονα της Ενάγουσας. Το μόνο ουσιαστικό εύρημα ήταν οίδημα ήπιας μορφής στο πάγκρεας («The pancreas shows mild swelling» (βλ. Τεκμήριο 49(γ)). 11. Ενόψει των πιο πάνω αποτελεσμάτων και των συνεχιζόμενων πόνων της Ενάγουσας, ο Τριτοδιάδικος έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια καρδιογραφήματος και γαστροσκοπικής εξέτασης. 12. Το καρδιογράφημα διενεργήθηκε από την ΜΥ3 και το αποτέλεσμα (Τεκμήριο 3) τοποθετήθηκε στο φάκελο της Ενάγουσας, χωρίς να το αναζητήσει ο Τριτοδιάδικος ή η ΜΥ2. Στο συμπέρασμα αυτό, ότι δηλαδή το καρδιογράφημα δεν αξιολογήθηκε από οποιοδήποτε ιατρό, κατέληξα αφού έλαβα υπόψη την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ4 ότι επρόκειτο για ένα από τα χειρότερα καρδιογραφήματα που έχει δει. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ακόμη και ένας φοιτητής ιατρικής θα έπρεπε να διαπιστώσει ότι απεικόνιζε οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να αποδεχθεί το Δικαστήριο ότι είδαν και αξιολόγησαν το Τεκμήριο 3, είτε ο Τριτοδιάδικος ή η ΜΥ2, χωρίς να διαπιστώσουν ότι δεν ήταν φυσιολογικό. Ας σημειωθεί, ότι η μαρτυρία της ΜΥ2 ότι είδε τον Τριτοδιάδικο να το κρατά και ότι της είπε ότι ήταν φυσιολογικό, έχει απορριφθεί. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, πως με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της Εναγόμενης κλινικής (Τεκμήριο 40), τα καρδιογραφήματα θα έπρεπε να γίνονταν από ιατρούς και όχι από νοσηλευτές, όπως ήταν η πρακτική που ακολουθείτο, με βάση την αδιαμφισβήτητη επί του ζητήματος αυτού μαρτυρία. 13. Δυστυχώς δεν αναγράφεται στο ηλεκτροκαρδιογράφημα η ώρα που διενεργήθηκε αλλά μπορεί εύλογα να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι διενεργήθηκε λίγο μετά τις 15:00 της 28.2.2009 και οπωσδήποτε, προτού διενεργηθεί η γαστροσκοπική εξέταση, η οποία έλαβε χώρα στην παρουσία αναισθησιολόγου γύρω στις 5 μ.μ. Δεν παραγνωρίζεται, βεβαίως, το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 60 καταγράφεται πρώτα η γαστροσκόπηση και μετά το καρδιογράφημα. Όπως επεξηγήθηκε από τη ΜΥ2, η μαρτυρία της οποίας κρίνεται πειστική ως προς το ζήτημα αυτό, δεν κατέγραψε με χρονολογική σειρά τις ενέργειες και τα αποτελέσματα των εξετάσεων που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 60. 14. Όπως είναι παραδεκτό, το Τεκμήριο 3 παρουσιάζει εμφανή σημεία εμφράγματος του μυοκαρδίου. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία, το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορούσε να εκτιμηθεί ως μη φυσιολογικό από τους γιατρούς όλων των ειδικοτήτων και ειδικότερα τόσο από την Νεάρχου όσο και από τον Τριτοδιάδικο. Η εξειδικευμένη όμως μελέτη και εκτίμηση των συνεπειών του, ανάγεται στον τομέα ειδικού καρδιολόγου, ο οποίος θα έπρεπε να είχε κληθεί για να το έβλεπε και να το εκτιμούσε. 15. Η γαστροσκοπική εξέταση διενεργήθηκε εν τέλει από τον Τριτοδιάδικο γύρω στις 17:00 μετά από ολική αναισθησία της Ενάγουσας, από αναισθησιολόγο εξωτερικό συνεργάτη της Εναγόμενης. Η γαστροσκόπηση κατέδειξε διάβρωση στομάχου, η οποία δεν δικαιολογούσε τους πόνους που ένιωθε η Ενάγουσα. Ο Τριτοδιάδικος δεν διέγνωσε παγκρεατίτιδα όπως υποστηρίζει η Υπεράσπιση. Η αναφορά του σε «οιδηματώδες πάγκρεας», στηρίχθηκε στο αποτέλεσμα του Τεκμηρίου 49(γ). Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ4 και ΜΥ5, η υπό αναφοράν εξέταση ήταν αχρείαστη, ενόψει των αποτελεσμάτων των αιματολογικών εξετάσεων, της ακτινογραφίας και του υπερήχου που είχαν προηγηθεί. Κατά ευτυχή συγκυρία, η αναισθησία και η εν γένει αχρείαστη ταλαιπωρία της Ενάγουσας από την γαστροσκόπηση, δεν οδήγησε σε περαιτέρω δυσάρεστα αποτελέσματα όσον αφορά την υγεία της. 16. Ο Τριτοδιάδικος, μετά από τη διενέργεια της γαστροσκόπησης και αφού δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε σοβαρό γαστρεντερολογικό πρόβλημα, ώστε να δικαιολογούσε τα παράπονα της Ενάγουσας, έφυγε από την κλινική, θεωρώντας ότι τελείωσε η δική του εμπλοκή στην αποθεραπεία της Ενάγουσας. Για τις υπηρεσίες του, χρέωσε την Ενάγουσα με το ποσό των €280 ως το τιμολόγιο του Τεκμήριο 61. 17. Μετά την αποχώρηση του Τριτοδιαδίκου, η Ενάγουσα εξακολούθησε να νοσηλεύεται στην Εναγόμενη κλινική. Γύρω στα μεσάνυκτα και ενώ βρισκόταν στο δωμάτιο νοσηλείας της, η ΜΕ5 διαπίστωσε επιδείνωση της κατάστασης της. Ενημέρωσε αμέσως νοσηλεύτρια της κλινικής η οποία επιβεβαίωσε ότι είχαν πέσει οι παλμοί της και αφού ενημέρωσε με τη σειρά της την εσωτερική ιατρό, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας της κλινικής. 18. Ακολούθως διενεργήθηκε το καρδιογράφημα Τεκμήριο 58(α) και διαπιστώθηκε, τότε, για πρώτη φορά ότι η Ενάγουσα είχε υποστεί έμφραγμα. Κλήθηκε αμέσως ο καρδιολόγος Δρ. Αγαθαγγέλου (ΜΥ1) ο οποίος, αφού εξέτασε την Ενάγουσα, γύρω στις 01:30 της 1/3/2009 και είδε τα αποτελέσματα των εξετάσεων που είχαν προηγηθεί (μεταξύ των οποίων και τα Τεκμήρια 3 και 58(α)) απεφάνθη ότι η Ενάγουσα είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, από τις 10:30 π.μ. Σημειώνεται, επίσης, ότι για την κατάσταση της Ενάγουσας, όπως είχε διαφοροποιηθεί τα μεσάνυκτα, ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος εισηγήθηκε όπως μεταφερθεί στην εντατική θεραπεία. 19. Τα γεγονότα που ακολούθησαν και η εξέλιξη της υγείας της Ενάγουσας δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Μεταφέρθηκε, γύρω στις 11:00 π.μ. στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και ακολούθως στο ΑΗΙ, όπου υποβλήθηκε σε εξειδικευμένες εξετάσεις και χειρουργικές επεμβάσεις. Όπως είναι παραδεκτό η Ενάγουσα ήταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση και κινδύνευσε η ζωή της. Οι επεμβάσεις όμως υπήρξαν επιτυχείς και απεσωβήθη το μοιραίο. Παρά την επιτυχία των επεμβάσεων παρέμεινε σοβαρή δυσλειτουργία της καρδίας, λόγω νέκρωσης σημαντικού τμήματος του μυοκαρδίου. Η σημερινή κατάσταση της Ενάγουσας είναι ως την έχει περιγράψει στη μαρτυρία του ο ΜΕ4. Η λειτουργία της καρδίας υπολείπεται κατά 30-40% της κανονικής. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι ανάμεσα στις επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η Ενάγουσα ήταν και για την τοποθέτηση απινιδωτή, λόγω των αρρυθμιών που παρουσίαζε. Λόγω της πιο πάνω κατάστασης του καρδιακού μυ και της δυσλειτουργίας της καρδίας της, η Ενάγουσα έχει καταστεί ανίκανη για εργασία. Δεν μπορεί να ασχοληθεί με οποιαδήποτε αθλητική δραστηριότητα και κουράζεται εύκολα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στη μαρτυρία του ο ΜΕ4, μετά από περπάτημα 25 μέτρων, είχε δύσπνοια. Ζυγίζει σήμερα 113 κιλά και παίρνει καθημερινά φαρμακευτική αγωγή που συνίσταται σε 11 χάπια, μερικά από τα οποία χρειάζεται να τα παίρνει αρκετές φορές την ημέρα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Ειδικότερα: Ι. Ο συνήγορος της Ενάγουσας, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση της μαρτυρίας, εισηγήθηκε πως όλοι οι μάρτυρες της Ενάγουσας παρέθεσαν τα γεγονότα ακριβοδίκαια, ενώ η μαρτυρία των μαρτύρων της Εναγόμενης επί των γεγονότων ήταν αναξιόπιστη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από το συνήγορο στην παράλειψη της Εναγόμενης να καλέσει ως μάρτυρα τον Κ. Νεοφύτου, τη μαρτυρία του οποίου επικαλέστηκε για να στηρίξει τις θέσεις πως: (α) ο Τριτοδιάδικος είχε επιλεγεί από την Ενάγουσα και (β) ότι έγινε εισαγωγή μετά από τηλεφωνικές οδηγίες του Νεοφύτου με θεράποντα ιατρό τον Τριτοδιάδικο. Παρέλειψαν, υποστήριξε, επίσης να καλέσουν ως μάρτυρες τους ιατρούς Magid και Αλωνεύτη (καρδιολόγο και αναισθησιολόγο, αντίστοιχα) καθώς και την εσωτερική ιατρό των Πρώτων Βοηθειών Pukalska η οποία είχε διαπιστώσει το έμφραγμα γύρω στα μεσάνυκτα. Υποδείχθηκε, περαιτέρω, από το συνήγορο το γεγονός ότι το καρδιογράφημα Τεκμήριο 3, δεν φέρει ώρα και υπογραφή από γιατρό. Υποστήριξε, συναφώς, ότι πρόκειται για ουσιαστική παράλειψη παραπέμποντας στη σχετική με το θέμα μαρτυρία του ΜΕ4, ο οποίος ανέφερε πως το καρδιογράφημα θα πρέπει, απαραίτητα, να αναγράφει την ώρα που διενεργείται και να φέρει και την υπογραφή του ιατρού που το είδε. Υπόδειξε τέλος, πως η Εναγόμενη δεν είχε εφοδιάσει την Ενάγουσα με το συγκεκριμένο καρδιογράφημα, παραπέμποντας στις σχετικές με το θέμα επιστολές του (Τεκμήρια 2α και 2β). Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η αμέλεια της Εναγόμενης είναι ολοφάνερη αφού καθυστέρησαν να διαπιστώσουν το έμφραγμα που είχε υποστεί η Ενάγουσα για 15 και πλέον ώρες. Η Ενάγουσα, υποστήριξε, πήγε στην κλινική της Εναγόμενης με εμφανή σημεία εμφράγματος τα οποία οι ιατροί της Εναγόμενης απέτυχαν να διαγνώσουν. Όσον αφορά την εμπλοκή του Τριτοδιαδίκου εισηγήθηκε ότι τον κάλεσε η Πολυκλινική για να διερευνήσει το γαστρεντερολογικό πρόβλημα που θεώρησε η επί καθήκοντι ιατρός ότι αντιμετώπιζε η Ενάγουσα. Υπέδειξε επί του προκειμένου πως η Ενάγουσα δεν επέλεξε τους ιατρούς που θα την περιθάλψουν αλλά τη συγκεκριμένη κλινική της Εναγόμενης. Τον Τριτοδιάδικο δεν τον γνώριζε ούτε η Ενάγουσα ούτε οποιοσδήποτε από τους συγγενείς της που βρισκόταν στην κλινική. Η Ενάγουσα, συνέχισε ο συνήγορος, δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να γνωρίζει τους κανονισμούς λειτουργίας της Εναγόμενης και τις συμβατικές σχέσεις που είχαν οι ιατροί με την κλινική. Η Ενάγουσα, καταλήγει, επέλεξε την Εναγόμενη κλινική για να την περιθάλψει και ορθά έστρεψε τα βέλη της στην Εναγόμενη και όχι στον Τριτοδιάδικο, τον οποίο δεν γνώριζε. Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης ότι για την αποτυχία διάγνωσης του εμφράγματος ευθύνεται ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας, παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Παντελή Λάμπρου ν. Πολυκλινική «Υγεία» Λτδ κ.ά. Αρ. Αγωγής 3354/2006, ημερ. 28/1/2011, στην οποία είχε εγερθεί παρόμοια υπεράσπιση και δεν έγινε αποδεκτή από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Παρεμβάλλεται εδώ πως πολύ πρόσφατα εκδόθηκε απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Έφεση που καταχώρισε η Πολυκλινική «Υγεία» Λτδ εναντίον της υπό αναφοράν απόφασης. Όπως υποδεικνύεται στη συνέχεια, το Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση με την οποία έκρινε ότι η Κλινική ήταν υπόλογη αμέλειας. Καταληκτικά ο συνήγορος υποστήριξε πως υπήρξαν πολλά λάθη και παραλείψεις από το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό της Εναγόμενης και ειδικότερα: (α) Παρέλειψαν, να διαγνώσουν το έμφραγμα, παρά τα εμφανή συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα. (β) Παρέλειψαν να λάβουν, ιστορικό από την Ενάγουσα. (γ) Παρέλειψαν να διαπιστώσουν τη σοβαρότητα της κατάστασης της Ενάγουσας. (δ) παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες εξετάσεις και/ή να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις εφόσον η προηγηθείσα διάγνωση και θεραπεία υπήρξε αναποτελεσματική. (ε) Παρέλειψαν να εκτιμήσουν ορθά και/ή αγνόησαν τα αποτελέσματα των διαφόρων εξετάσεων. Άλλη εισήγηση ήταν πως επιδείχθηκε αμέλεια και από τον αναισθησιολόγο, που ήταν συνεργάτης της κλινικής, αφού χορήγησε ολική αναισθησία στην ενάγουσα, παρά τα εμφανή σημεία εμφράγματος. Με βάση την εισήγηση, ο αναισθησιολόγος όφειλε να βεβαιωνόταν ότι δεν υπήρχε καρδιακό πρόβλημα, προτού της χορηγήσει αναισθητικό. Η εισήγηση δεν ευσταθεί για δύο λόγους: (α) Πρώτα γιατί δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός αμέλειας της Εναγόμενης σε σχέση με λάθη ή παραλείψεις του αναισθησιολόγου και (β) ο αναισθησιολόγος δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης αλλά εξωτερικός συνεργάτης. Προκύπτουν, βέβαια, εύλογα ερωτηματικά ως προς τις ενέργειες και τυχόν παραλείψεις του αναισθησιολόγου, ο οποίος χορήγησε ολική αναισθησία στην Ενάγουσα για τους σκοπούς της γαστροσκόπησης, ενώ η ενάγουσα είχε υποστεί ένα σοβαρό έμφραγμα. Δεν αποτελεί όμως επίδικο ζήτημα της υπόθεσης, εφόσον ο αναισθησιολόγος δεν είναι διάδικος και δεν υπήρξε ισχυρισμός στα δικόγραφα της Ενάγουσας ότι η χορήγηση της αναισθησίας, συνέβαλε στην πρόκληση της βλάβης. Σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων, αφού υπόδειξε ότι οι ειδικές ζημιές των παραγράφων 35(α)-(στ) της Έκθεσης Απαίτησης είναι παραδεκτές, εισηγήθηκε ως πολλαπλασιαστή τα 12 χρόνια για την απώλεια των μελλοντικών απολαβών. Ενόψει και της παραδοχής του ύψους των καθαρών απολαβών της Ενάγουσας, εισηγήθηκε όπως επιδικαστεί το συνολικό ποσό των €279.322,68 ήτοι €1.790,68 Χ 13 μισθό Χ 12 (συντελεστής). Για τις γενικές αποζημιώσεις, αφού παρέπεμψε σε άλλες αποφάσεις σε σχέση με παρόμοιες βλάβες, εισηγήθηκε το ποσό των €500.000 ως τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη σοβαρή και μόνιμη βλάβη της υγείας της Ενάγουσας. ΙΙ Ο συνήγορος της Εναγόμενης υποστήριξε πως η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει αμέλεια της Εναγόμενης κλινικής. Με βάση την εισήγηση, η παράλειψη έγκαιρης διάγνωσης του εμφράγματος οφείλεται στην αμέλεια που επέδειξε ο Τριτοδιάδικος, ο οποίος σε κάθε ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε ως ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας. Αναλύοντας και σχολιάζοντας τη μαρτυρία, πραγματεύθηκε μια προς μια τις λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται με την Έκθεση Απαίτησης στην Εναγόμενη, υποστηρίζοντας πως δεν έχει καταδειχθεί αμέλεια από πλευράς των εσωτερικών ιατρών ή του νοσηλευτικού προσωπικού της Εναγόμενης. Ειδικότερα, σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν αποτυχία έγκαιρης διάγνωσης ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί έμφραγμα, επικαλέστηκε τη μαρτυρία των ΜΥ1 και 5, και τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα της Ενάγουσας (ΜΕ4) με βάση την οποία, τα συμπτώματα που παρουσίαζε η Ενάγουσα - εκτός από το μούδιασμα στο χέρι - ήταν άτυπα για έμφραγμα. Όσον αφορά την αποδιδόμενη παράλειψη διαπίστωσης του εμφανούς εμφράγματος με βάση το Τεκμήριο 3, υποστήριξε πως το καρδιογράφημα διενεργήθηκε μετά από οδηγίες του Τριτοδιαδίκου και εκείνος όφειλε να το αξιολογούσε. Όσον αφορά τη μη κλήτευση του Κ. Νεοφύτου, ο συνήγορος, ανταποδίδοντας τα πυρά του συνηγόρου της Ενάγουσας, υποστήριξε πως η πλευρά που όφειλε να τον καλέσει ήταν της Ενάγουσας δεδομένου ότι ήταν ο οικογενειακός-προσωπικός γιατρός της. Καταλήγοντας επί της πτυχής της αμέλειας, ο συνήγορος της Εναγόμενης εισηγήθηκε πως δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της κλινικής σε σχέση με τη διάγνωση ή την περίθαλψη της Ενάγουσας. Υπεύθυνος για την θεραπεία της ήταν ο Τριτοδιάδικος, τον οποίο επέλεξε η Ενάγουσα και/ή οι συγγενείς της για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας που παρουσίαζε. Παραπέμποντας στις γνωστές αρχές που διέπουν το ζήτημα της εκ προστήσεως ευθύνης, εισηγήθηκε πως η κλινική δεν ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλήψεις των ανεξάρτητων επαγγελματιών που προσφέρουν ιατρικές υπηρεσίες, χρησιμοποιώντας τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό της κλινικής. Η Εναγόμενη, επεσήμανε, σεβάστηκε την επιθυμία της Ενάγουσας και των συγγενών της, επιτρέποντας στον Τριτοδιάδικο να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, στην κλινική τους. Αυτή η απόφαση της Εναγόμενης, συμπλήρωσε, συνάδει με τις σχετικές πρόνοιες του κώδικα ιατρικής δεοντολογίας (Τεκμήριο 41). Σε τέτοια περίπτωση, κατέληξε, ο ρόλος των εσωτερικών ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού της Εναγόμενης ήταν απλά υποστηρικτικός προς τον θεράποντα ιατρό της Ενάγουσας που ήταν ο Τριτοδιάδικος. Σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις, εισηγήθηκε, με αναφορά σε αυθεντίες που σχετίζονται με ανάλογες σωματικές βλάβες, ότι το ποσό που θα επιδικάσει το Δικαστήριο δεν πρέπει να ξεπερνά τις €100.000. Για τις απώλειες μελλοντικών απολαβών, εισηγήθηκε ως πολλαπλασιαστή τα επτά χρόνια. ΙΙΙ Ο συνήγορος του Τριτοδιαδίκου αντέτεινε πως ο Τριτοδιάδικος κλήθηκε από την Πολυκλινική για να επιληφθεί του γαστρεντερολογικού προβλήματος που παρουσίαζε η Ενάγουσα και μόνο. Η θέση της Εναγόμενης ότι ενήργησε ως ο θεράπων ιατρός της δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, για τους ακόλουθους κυρίως, λόγους: (α) Η Ενάγουσα δεν γνώριζε τον Τριτοδιάδικο και δεν ζήτησε από αυτόν να ενεργήσει ως ο θεράπων ιατρός της. Ο Τριτοδιάδικος είδε για πρώτη φορά την Ενάγουσα την ημέρα εκείνη, όταν κλήθηκε από την κλινική για να την εξετάσει. (β) Με βάση τους κανονισμούς λειτουργίας της κλινικής, δεν επιτρέπεται σε ιδιώτη ιατρό που δεν είναι εξωτερικός συνεργάτης της κλινικής, να ενεργεί ως θεράπων ιατρός ασθενών που νοσηλεύονται στην κλινική. (γ) Ο Τριτοδιάδικος, αφού συμπλήρωσε την εξέταση για την οποία κλήθηκε, χρέωσε την Ενάγουσα με το ποσό των €280 για τη συγκεκριμένη εξέταση και έφυγε από την κλινική. (δ) Μετά την αναχώρηση του Τριτοδιαδίκου, η Ενάγουσα εξακολουθούσε να νοσηλεύεται στην κλινική, χωρίς ο ίδιος να έχει οποιαδήποτε ενημέρωση ή ανάμιξη στην περαιτέρω νοσηλεία της. (ε) Για την αναισθησία της Ενάγουσας στα πλαίσια της γαστροσκόπησης, ειδοποιήθηκε αναισθησιολόγος συνεργάτης της κλινικής (Αλωνεύτης) με τον οποίο δεν είχε οποιαδήποτε επαγγελματική συνεργασία ο Τριτοδιάδικος. (στ) Όταν διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα υπέστη έμφραγμα (μετά τα μεσάνυκτα) κλήθηκε και πάλι καρδιολόγος συνεργάτης της κλινικής (Αγαθαγγέλου-ΜΥ1). Ο Αγαθαγγέλου δεν ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο για τις ενέργειες του. Εφόσον η κλινική θεωρούσε ότι ο Τριτοδιάδικος ήταν ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας, θα αναμενόταν να τον ενημέρωναν για την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας της Ενάγουσας. Καταληκτικά ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο Τριτοδιάδικος ουδεμία άλλη ανάμειξη είχε στην περίθαλψη της Ενάγουσας πλην της διερεύνησης του γαστρεντερολογικού προβλήματος και τη διενέργεια της γαστροσκόπησης, για την οποία προέβη σε σχετική χρέωση. Αναφορικά με το καρδιογράφημα, επικαλέστηκε ουσιώδεις σάφειες και αντιφάσεις στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εναγόμενης σε σχέση με το χρόνο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε, υποστηρίζοντας πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ή γνώση ο Τριτοδιάδικος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το επίπεδο δεξιότητας που πρέπει να επιδεικνύει ο επαγγελματίας ιατρός σε πρόσωπα που τίθενται υπό την φροντίδα του, έχει τεθεί με σαφήνεια στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αθανασίου ν. Κουνούνη
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα Δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού, η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά. Στην ίδια υπόθεση, τονίστηκε ότι δεν αναμένεται από ένα γιατρό να είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Ψύλλου κα