← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Γιώργος Δημητρίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της Εταιρείας CYFELCO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2634/08, 30/12

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. Γιώργος Δημητρίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της Εταιρείας CYFELCO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2634/08, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A549 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2634/08 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και

  1. Γιώργος Δημητρίου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της Εταιρείας CYFELCO LTD, εκ Λεμεσού
  2. Ανδρέας Κοφτίδης, εκ Λεμεσού
  3. Μαργαρίτα Κοφτίδου, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως των Εναγομένων 2 και 3, ημερομηνίας 10/10/2016 Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2 και 3 - Αιτητές: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δ. Παναούτα & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ζαχαρίου) Για τους Ενάγοντες- Καθ΄ων η Αίτηση: κα Αδαμίδου για Ν. Αναστασιάδη & Συνεταίροι (για να ακούσει απόφαση η κα Παπή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Οι Εναγόμενοι 2 και 3 / Αιτητές με την αίτηση τους ημερομηνίας 10/10/2016 αιτούνται: «
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχει άδεια και/ή να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 2 και 3 - Αιτητών υπό το ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγής ως ακολούθως: Α. Με την προσθήκη δύο νέων παραγράφων με αριθμό 1 και 2 της δε υφιστάμενης παραγράφου 1 επαναριθμημένης ως παραγράφου 3 και οι νέες παράγραφοι 1 και 2 θα διαβάζονται ως εξής Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές Ενστάσεις: (α) Ο τίτλος του καταχωρηθέντος στις 11/05/2010 τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 03/05/2010, από τους Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 είναι άκυρος και/ή αντικανονικός γιατί δεν είναι σύμφωνος με την Δ.63 κ.2 και 3 και τον τύπο 52 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ημερομηνίας 03/05/2010 ώστε να προσδιορίζονται σωστά οι διάδικοι σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανονισμούς και την Νομολογία. (β) Το τροποποιηθέν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το διάταγμα της 12/05/2016 και το οποίο καταχωρήθηκε στις 17/05/2016 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 από τους Ενάγοντες παραβιάζει τους Δικονομικούς Κανονισμούς και την νομολογία γιατί πάσχει νομικά και/ή δεν είναι ορθό γιατί στηρίζεται σε άκυρο και/ή αντικανονικό και/ή νομικά μιασμένο τίτλο ο οποίος δεν είναι σύμφωνος με την Δ.63 κ.2 και 3 και τον τύπο 52 των περί πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 03/05/2010 και την καταχώρηση του τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 11/05/2010 ώστε να προσδιορίζονται σωστά οι διάδικοι σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανονισμούς και την Νομολογία. (γ) Το τροποποιηθέν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το διάταγμα της 12/05/2016 και το οποίο καταχωρήθηκε στις 17/05/2016 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 είναι άκυρο και/ή αντικανονικό και/ή δεν είναι σύμφωνο και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Δικονομικών Κανονισμών γιατί καταχωρήθηκε από διάδικο που δεν έχει νόμιμο δικαίωμα παράστασης ενώπιον του Δικαστηρίου ήτοι την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) και/ή από ανύπαρκτο διάδικο που δεν έχει νόμιμο δικαίωμα παράστασης ενώπιον του Δικαστηρίου. (δ) Η τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης του καταχωρηθέντος στις 17/05/2016 ειδικώς οπισθογραφημένου τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/05/2016 είναι άκυρη και/ή αντικανονική γιατί στηρίζεται σε άκυρο και/ή ανικανονικό και/ή μιασμένο τίτλο ο οποίος δεν είναι σύμφωνος με την Δ.63 κ.2 και 3 και τον τύπο 52 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 3/05/2010 και 12/05/2016 ώστε να προσδιορίζονται σωστά οι διάδικοι σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανονισμούς και την Νομολογία. (ε) Το ειδικώς τροποποιημένο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 17/05/2016 εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 είναι νομικά ανύπαρκτο και/ή είναι άκυρο και/ή είναι αντικανονικό και/ή πάσχει δικονομικά γιατί καταχωρήθηκε από πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται να είναι διάδικος σύμφωνα με τον νόμο και/ή τους Δικονομικούς Κανονισμούς ενώπιον του Δικαστηρίου και στηρίζεται σε μιασμένο και/ή σε άκυρο και/ή σε αντικανονικό ειδικώς τροποποιημένο οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο καταχωρήθηκε στις 11/05/2010 μετά την τροποποίηση του δυνάμει διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 03/05/2010 και το διάταγμα της 12/05/2016 κατά παράβαση των Δικονομικών Κανονισμών και της νομολογίας. (στ) Το καταχωρηθέν τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 17/05/2016 με τον παρόντα τίτλο είναι άκυρο και/ή αντικανονικό και/ή αντινομικό μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης στις 12/05/2016 γιατί οι ενάγοντες αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή ασκώντας νόσφυση εξουσίας ως Δικαστήριο ακύρωσαν τόσον το εκδοθέν στις 03/05/2010 διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και το καταχωρηθέν στο Δικαστήριο στις 11/05/2010 τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως επίσης και το εκδοθέν στις 12/05/2016 διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της αγωγής στο οποίο ο τίτλος του είναι διαφορετικός από το καταχωρηθέν στο Δικαστήριο στις 17/05/2016 τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και το οποίο τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα φέρει αντικανονικό και/ή ελαττωματικό τίτλο του καθότι δεν είναι σύμφωνο ως προς τον τίτλο με το εκδοθέν στις 12/5/2016 διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της αγωγής και/ή δεν φέρει εξ αρχής όλα τα χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφουν ένα τροποποιημένο δικόγραφο ως προς τον τίτλο του ώστε να είναι σύμφωνο με την Δ.63 κ.2 και 3 και τον τύπο 52 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και τη νομολογία. (ζ) Άνευ βλάβης των πιο πάνω ενστάσεων οι Εναγόμενοι 2 και 3 αναφέρουν ότι ο τίτλος του καταχωρηθέντος στις 17/05/2016 τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος δεν είναι ο ίδιος με τον τίτλο του εκδοθέντος διατάγματος στις 12/05/2016 και τον τίτλο της αίτησης ημερομηνίας 18/01/2016 βάσει της οποίας επιτράπηκε η τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος γιατί στην αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 12/05/2016 ως Ενάγοντες καταγράφεται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) εκ Λευκωσίας ενώ στο καταχωρηθέν στις 17/05/2016 τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταγράφεται MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD εκ Λεμεσού με αποτέλεσμα να καταστρατηγούνται οι πρόνοιες της Δ.63 κ.2 και 3 και τον τύπο 52 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών και το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 12/05/2016 που να καθιστά νομικά άκυρο το καταχωρηθέν στις 17/05/2016 τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τη νομολογία. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ενστάσεων οι Εναγόμενοι 2 και 3 προβάλλουν την υπεράσπιση των και αναφέρουν ότι αγνοούν και συνεπώς αρνούνται όλους και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης των εκτός εκείνων που ρητά παραδέχονται στην έκθεση υπεράσπισης των. Β. Η επαναριθμημένη ως παράγραφος 3 τροποποιείται και θα διαβάζεται ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 1 και 2 της έκθεσης απαίτησης των και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των. Γ. Η παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης επαναριθμείται ως παράγραφος 4 και της τροποποιείται διά αντικαταστάσεως της με νέα παράγραφο 4 η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 3-7 της έκθεσης απαίτησης των και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των και προς υπεράσπιση των λέγουν τα ακόλουθα. (α) Η Εταιρεία CYFELCO Ltd δεν ευρίσκεται υπό διαχείριση όπως ισχυρίζονται στην παράγραφο 3 της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης των οι Ενάγοντες διότι η διαχείριση της Εταιρείας CYFELCO Ltd υπό τον Γιώργο Δημητρίου τερματίστηκε στις 12/12/2008 και πριν να τεθεί η Εταιρεία υπό εκκαθάριση σύμφωνα με τον εκδοθέν διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/05/2009 στην Εταιρική αίτηση υπ' αριθμό 189/2008 και με το ίδιο διάταγμα ο Επίσημος Παραλήπτης έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας CYFELCO Ltd ο οποίος δυνάμει Νόμου και με το εκδοθέν διάταγμα εκπροσωπεί πλέον την Εναγόμενη 1 σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. (β) Η Εταιρεία CYFELCO Ltd δεν συνήψε την ισχυριζόμενη σύμβαση ενοικιαγοράς ημερομηνίας 3/3/2005 με τους Ενάγοντες και άνευ βλάβης της ανωτέρω θέσης τους προς υπεράσπιση των οι Εναγόμενοι 2 και 3 αναφέρουν ότι εάν ήθελε φανεί ότι συνάφθηκε οιαδήποτε συμφωνία ενοικιαγοράς με οιονδήποτε, αυτή έγινε παράνομα και/ή αντικαταστατικά και/ή από μη εξουσιοδοτημένα άτομα από την Εταιρεία και/ή έγινε με άλλη εταιρεία, θυγατρική της εταιρείας CYFELCO Ltd, η οποία και ευθύνεται για τυχόν παράβαση συμφωνίας όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Δ. Η παράγραφος 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης επαναριθμείται ως παράγραφος 5 τροποποιείται διά αντικαταστάσεως με νέα παράγραφο 5 η οποία θα διαβάζεται ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στις παραγράφους 8 -14 της έκθεσης απαίτησης των και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των και προς υπεράσπιση των λέγουν τα ακόλουθα: (α) Η εταιρεία CYFELCO Ltd δεν οφείλει κανένα ποσό στους Ενάγοντες και/ή ουδεμία υποχρέωση έχει έναντι των και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 και 3 δεν οφείλουν οποιονδήποτε ποσό ως εγγυητές της εταιρείας CYFELCO Ltd. (β) Άνευ βλάβης της ανωτέρω υπεράσπισης των οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι εάν συνάφθηκε σύμβαση ενοικιαγοράς μεταξύ των Εναγόντων και της εταιρείας CYFELCO Ltd όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, την οποία εν πάση περιπτώσει αμφισβητούν οι Εναγόμενοι 2 και 3, η εν λόγω σύμβαση ενοικιαγοράς κατά τον καταρτισμό της παραβίασε τις πρόνοιες τους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93

(1)1996, όπως τροποποιήθηκε, του περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμου του 2001, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 106
(1)2010 όπως τροποποιήθηκε και τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999 και τον περί Προστασίας Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου αρ. 197
(1)2003, όπως τροποποιήθηκε. (γ) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι τους κοινοποίησαν την επιστολή ημερομηνίας 2/6/2008, με την οποία τους πληροφορούσαν αναφορικά με τον τερματισμό της ισχυριζόμενης σύμβασης ενοικιαγοράς και καλώντας τους να συμμορφωθούν με τις καθ' ισχυρισμό των Εναγόντων συμβατικές τους υποχρεώσεις. (δ) Άνευ βλάβης των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι, εάν στάλθηκε η ισχυριζόμενη επιστολή τερματισμού, την οποία εν πάση περιπτώσει αμφισβητούν, με την ως άνω επιστολή τερματισμού, δεν επήλθε νόμιμος τερματισμός της ισχυριζόμενης σύμβασης ενοικιαγοράς που περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και κατ' επέκταση οι Ενάγοντες παράνομα και/ή αντισυμβατικά τους καλούσαν να πληρώσουν τα ισχυριζόμενα ως οφειλόμενα ποσά αφού η ισχυριζόμενη σύμβαση ενοικιαγοράς ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και/ή ότι εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν στον τερματισμό της ισχυριζόμενης σύμβασης ενοικιαγοράς. (ε) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 άνευ επηρεασμού των πιο πάνω επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβεί ουσιώδη όρο της σύμβασης εγγύησης γιατί δεν τους πληροφόρησαν και/ή δεν τους όχλησαν με γραπτή επιστολή των ως εγγυητών της Εναγομένης 1, όπως είχαν υποχρέωση να κάμουν κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπερημερίας ή της αθέτησης από την Εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδας της υποχρέωσης της να πληρώσει τις δόσεις ενοικιαγοράς και/ή ότι παρέβηκε τις πρόνοιες της σύμβασης ενοικιαγοράς με αποτέλεσμα να παραβιάζουν οι Ενάγοντες τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με τις συμβατικές των υποχρεώσεις και/ή τα συναλλακτικά ήθη και/ή τον Νόμο περί Συμβάσεων και/ή τους περί Καταχρηστικών Ρήτρων σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93
(1)1996, όπως τροποποιήθηκε, του περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμο του 2001, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 106
(1)2010 όπως τροποποιήθηκε, τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, του Περί Προστασίας Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου αρ. 197
(1)2003 και την εν γένει σχετική νομοθεσία και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης εκ μέρους των είναι άκυρη και οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να αξιώνουν οιονδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους 2 και
  1. (στ) Οι Εναγόμενοι 2 και 3 άνευ επηρεασμού των πιο πάνω επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται να προχωρήσουν την παρούσα αγωγή γιατί μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Εταιρείας CYFELCO Ltd δεν ζητήθηκε άδεια του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του εκκαθαριστή της Εταιρείας. Ε. Με την προσθήκη τεσσάρων νέων παραγράφων οι οποίες θα αριθμούνται 6, 7, 8 και 9 οι οποίες θα διαβάζονται ως εξής
  2. Άνευ βλάβης της ανωτέρω υπεράσπισης των οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή αυθαίρετα επέβαλαν αύξηση του επιτοκίου στα ισχυριζόμενα ποσά μεταβάλλοντας το σε 12,50% και παράνομα προέβησαν σε κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο και οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι οφείλουν τα ποσά που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στην έκθεση Απαίτησης των και επαναλαμβάνουν ότι τα ποσά αυτά προέκυψαν από τόκους και/ή άλλες παράνομες και/ή αυθαίρετες και/ή αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις που επιβλήθηκαν μετά από παράνομο και/ή αντισυμβατικό και/ή αυθαίρετο τερματισμό της ισχυριζόμενης σύμβασης ενοικιαγοράς και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς των ότι παραβιάζουν οι Ενάγοντες τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με τις συμβατικές των υποχρεώσεις και/ή τα συναλλακτικά ήθη και/ή τον Νόμο περί Συμβάσεων και/ή τους περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο 93
(1)1996, όπως τροποποιήθηκε, του περί Καταναλωτικής Πίστης (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Νόμο του 2001, όπως τροποποιήθηκε, του Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο 106
(1)2010 όπως τροποποιήθηκε, τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 1999, του Περί Προστασίας Ορισμένης κατηγορίας Εγγυητών Νόμου αρ.197
(1)2003 και την εν γένει σχετική νομοθεσία. Ανεξάρτητα και/ή διαζευκτικά με τις πιο πάνω θέσεις των οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι το υπόλοιπο ποσό που παρουσιάζεται από τους Ενάγοντες ως οφειλόμενο σύμφωνα της ισχυριζόμενης σύμβασης ενοικιαγοράς, δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο πληρωτέο από μέρους των Εναγομένων 2 και 3 και καλούν τους Ενάγοντες σε λεπτομερή παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων για την απαίτηση τους. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνεπεία της πιο πάνω αγωγής που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εναντίον των αναζήτησε τις υπηρεσίες δικηγόρου και υποβλήθηκαν σε έξοδα για την αμοιβή του και ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο μητρώον του ΦΠΑ. Εν όψει όλων των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται τους ισχυρισμούς και αξιώσεις των Εναγόντων που περιέχονται στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης τους και ζητούν από το Δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης και/ή αδικαιολόγητης και με έξοδα σε βάρος των και υπέρ των Εναγόμενων 2 και 3. 3. Οιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαια και/ή εύλογη υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο. 4. Έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης.» Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 22, 29, 30, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ. 14/60 και όπως αυτός τροποποιήθηκε, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.25 κ.1-5, Δ.39, Δ.48 κ.1-4
(2)και 9, Δ.63 κ.1-2 και Δ.64, τον περί Εταιρειών Νόμο όπως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρο 220, τον Περί Εξυγιάνσεως Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17
(1)2013 όπως αυτός τροποποιήθηκε, άρθρο 28, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στην σχετική Νομολογία. H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Κοϊνά, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους οι οποίοι κατά την γνώμη του θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης, η οποία καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους στις 3/4/2009. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση έφεραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «1. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε μετά από οκτώ
(8)χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής, είναι καταχρηστική, παράτυπη κακόπιστη και ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο.
  1. Η έγκριση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των Εναγόντων αλλά και της δικαιοσύνης και τέτοια ζημιά δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα.
  2. Η παρούσα Αίτηση σκοπό έχει τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή την κωλυσιεργία και/ή την επιβράδυνση και/ή την περαιτέρω αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης τους και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
  3. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών.
  4. Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την παρούσα Αίτηση, ήτα γνωστά ή εύλογα θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
  5. Οι Αιτητές με τις παραγράφους 1(γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) προσπαθούν να εισαγάγουν προδικαστικές ενστάσεις που αφορούν θέματα που έχουν αναδυθεί σε ενδιάμεσες αιτήσεις ακολούθως της καταχώρησης της παρούσας Αγωγής και έχουν ήδη εξεταστεί και αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.
  6. Με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία και δεν έχουν τεθεί τέτοιοι ισχυρισμοί που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  7. Η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων έχει ήδη ολοκληρωθεί. Οι αιτούμενες προσθήκες στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων/Αιτητών προτίθενται να υπονομεύσουν την μαρτυρία που έχει ήδη παρουσιασθεί από τον πρώτο μάρτυρα των Εναγόντων ο οποίος δυνατόν να ζητηθεί να επανακλητευθεί για να αντικρούσει τους νέους ισχυρισμούς των Εναγομένων εις περίπτωση όπου εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αφορούν διόρθωση της Έκθεσης Υπεράσπισης ούτε είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας εκ μέρους των Αιτητών, αλλά προσπάθεια εισαγωγής νέων επίδικων θεμάτων, νέας βάσης υπεράσπισης και επιπρόσθετα προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας Αγωγής.
  9. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και δυσαναλόγως μεγαλύτερες σε έκταση από την υπάρχουσα Υπεράσπιση. Δεν δύναται να χαρακτηρισθούν ως τυπικές τροποποιήσεις αλλά ουσιαστικές που προβάλλονται έπειτα από 8 χρόνια από την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής.» Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Θ.2 Θ.6 Θ.20, Δ.48 Θ.4, Δ.25 Θ.1-9, Θ4 Θ13, Θ14, Θ19, Θ.21, Θ.22, Θ.26, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, του άρθρου 3, Ν.249/90, του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους κανόνες επιείκειας και στην γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. H ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραϊτη, ο οποίος και αυτός με τη σειρά του επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην ένσταση του, προβάλλοντας τη θέση ότι τυχόν τροποποίηση της Υπεράσπισης, θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της δίκης, με υπέρμετρη καθυστέρηση της διαδικασίας, αφού οι ισχυρισμοί οι οποίοι επιχειρούνται να προστεθούν είναι θέσεις οι οποίες θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην έκθεση υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε στις 3/4/2009. Δεν φαίνονται να είναι ισχυρισμοί οι οποίοι προέκυψαν εκ των υστέρων, αλλά είναι ισχυρισμοί οι οποίοι αν όντως υπήρχαν θα έπρεπε να προβάλλονταν από την αρχή. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Νομική πτυχή Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Διαταγή 25 θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της δικογραφίας αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Κυπριακών δικαστικών αποφάσεων. Οι σχετικές αρχές εκτίθενται περιεκτικά στην υπόθεση Ευριπίδου κ.α. ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και συνοψίστηκαν με μεγάλη σαφήνεια από τον τέως Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαστή τότε) Γ. Πική, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 33 ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd., and Others v. Associated Newspapers Ltd. [1970] 2 All E.R. 754: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, η θεμελιακή αρχή που προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Είναι επιθυμητό όπως όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση προκύπτει ως αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Βεβαίως το θέμα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560). Κυρίαρχος παράγοντας που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιόν του τις πραγματικές επίδικες διαφορές (βλ. Geto v. M/V Vladimir Vasiliev (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714, 716). Όπως λέχθηκε στην Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (Αρ.1)
(1996)1 A.A.Δ. 162), σημαντικός παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο. Ο παράγοντας της καθυστέρησης είναι σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αλλά δεν είναι καθοριστικός, υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing and Exporting Co. Ltd κ.α. v. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Εν τούτοις, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης και το όλο ζήτημα παραμένει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή (SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44). Μελετώντας την υπό κρίση αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, σημειώνω, ότι δεν έχουν προσδιοριστεί με επάρκεια τα στοιχεία που κατ' ισχυρισμόν επιβάλλουν τις τροποποιήσεις, οι οποίες όπως φαίνεται είναι ιδιαίτερα εκτενείς, και δη σε αυτό το προχωρημένο στάδιο. Μοναδική αναφορά στην ένορκη δήλωση είναι ότι κατόπιν εξέτασης της Υπεράσπισης, κρίθηκε αναγκαίο να υποβληθεί το αίτημα, καθότι η υφιστάμενη Υπεράσπιση δεν περιλαμβάνει με πληρότητα την υπεράσπιση των Εναγομένων και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις διορθώνουν, συμπληρώνουν και προσθέτουν αναγκαίες λεπτομέρειες στους ήδη τεθέντες ισχυρισμούς. Κατ' αρχάς, σπεύδω να διαφωνήσω με τη θέση ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις απλώς συμπληρώνουν και προσθέτουν λεπτομέρειες σε υφιστάμενους ισχυρισμούς. Το αβάσιμο της τοποθέτησης αυτής διαφαίνεται ξεκάθαρα από τη φύση και την έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων με τις οποίες επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι ουσιαστικά αφενός αμφισβητούν την εγκυρότητα της σύμβασης ενοικιαγοράς, αφού αυτή παραβίασε τις πρόνοιες του Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2001 όπως αυτός τροποποιήθηκε και αφετέρου ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες έχουν παραβεί ουσιώδη όρο της σύμβασης εγγύησης της επίδικης συμφωνίας με αποτέλεσμα και πάλι να παραβούν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις οι οποίες πηγάζουν από τον Περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου 106
(1)/
  1. Θέση τους περαιτέρω αποκαλύπτεται ότι η υπογραφείσα σύμβαση εγγύησης εκ μέρους των Εναγομένων είναι άκυρη και ως εκ τούτου δεν εδικαιούντο να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους 2 και
  2. Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα για τροποποίηση, σημειώνω ότι το σημαντικό δεν είναι η έκταση του χρόνου που διέρρευσε, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης, και ο χρόνος που επέλεξε να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Εν όψει της φύσης και έκτασης των σκοπούμενων τροποποιήσεων, θεωρώ ότι ήταν υποχρέωση των Εναγομένων να επεξηγήσουν και να προσδιορίσουν τους λόγους, γιατί θεωρούν επιβεβλημένο στο παρόν στάδιο να συμπεριληφθούν οι ισχυρισμοί αυτοί σε ένα δικόγραφο που συντάχθηκε στις 3/4/2009 και οι οποίοι αφορούν γεγονότα που ήταν σε γνώση τους από τότε. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι όλα τα σχετικά γεγονότα πρέπει να ήταν εν γνώσει των Εναγομένων από τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης το
  3. Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση των αιτημάτων και της καθυστέρησης στην υποβολή τους είναι ιδιαίτερα αυξημένο στην προκειμένη περίπτωση. Αξιοσημείωτο δε, ότι οι Εναγόμενοι παραλείπουν παντελώς να δικαιολογήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, έστω από τον χρόνο που ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι. Η Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου καταχωρίστηκε από τις 19/1/
  4. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, την προαναφερθείσα νομολογία σύμφωνα με την οποία μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Εν τούτοις, προϋπόθεση για την έγκριση, είναι η κατάδειξη τόσο ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση όντως είναι απολύτως αναγκαία επί της ουσίας, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, όσο και ότι είναι καλόπιστη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει επεξηγηθεί για ποιο λόγο οι Εναγόμενοι επέλεξαν να υποβάλουν την υπό κρίση Αίτηση όταν ήδη είχε ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα για τους Ενάγοντες αλλά πριν ξεκινήσει η αντεξέταση από τους Εναγόμενους. Θεωρώ ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την καταχώρηση της Αίτησης και ειδικότερα η μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της, η φύση και έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων για γεγονότα που ήταν ήδη γνωστά για πάρα πολλά χρόνια στους Εναγόμενους αλλά και το χρονικό σημείο στο οποίο επελέγη να υποβληθεί, καταδεικνύουν ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης. Η απουσία καλής πίστης εκ μέρους των Εναγομένων στην υποβολή του αιτήματος δυστυχώς είναι πρόδηλη και διάχυτη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις που τίθενται και οι οποίες αφορούν το θέμα του τίτλου της αγωγής, της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, δεν είναι θέματα που θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και να κρίνω στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και στο παρόν στάδιο, αλλά είναι θέματα τα οποία είναι δυνατόν να απασχολήσουν το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, κατά το στάδιο της μελέτης της υπόθεσης κατά την τελική της έκβαση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: aitisi gia tropopoiisi ekthesis yperaspisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.