← Κύπρος

Θεόδωρου Ανδρέα Θεοδώρου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής 22/2013, 12/12/2016

Θεόδωρου Ανδρέα Θεοδώρου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής 22/2013, 12/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A528 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής 22/2013 Mεταξύ: Θεόδωρου Ανδρέα Θεοδώρου, εκ. Ποταμού Γερμασόγειας Γεώργιου Ανδρέα Θεοδώρου, εκ Ποταμού Γερμασόγειας Απαιτητών και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, εκ Λευκωσίας Αποζημιούσης Αρχής ------------------ Αίτηση ημερ. 8.4.16 ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.12.16 Για τους αιτητές: κος Στ. Χαραλάμπους (για ν' ακούσει απόφαση κα Κ. Χ"Iωάννου) Για τους καθ'ων η αίτηση: κος Α. Μελάς (για ν' ακούσει απόφαση κα Φ. Καργάδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν: «Α. Διάταγμα διατάττον την τροποποίηση της παραγράφου 7(α) της ειδοποίησης παραπομπής με τη διαγραφή του ποσού των €46.000= και την αντικατάσταση του με το ποσό των €122.000=. Β. Διάταγμα διατάττον την διαγραφή της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη νέα παράγραφο. «Οι απαιτητές ισχυρίζονται ότι με βάση τις συγκριτικές πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή και λαμβάνοντας υπόψη τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά των, το χρόνο πώλησης των, την προσφορά και την ζήτηση στην τοπική αγορά και τα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιοχής η κατά τετραγωνικό μέτρο αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας έκτασης ανέρχεται στο ποσό των €160,00». Γ. Διάταγμα διατάττον την διαγραφή της παραγράφου 9 της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη νέα παράγραφο. «Οι απαιτητές υιοθετούν το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του δικού τους εκτιμητή του εκτιμητικού γραφείου Total Valuations Chartered Surveyors κ. Πόλυ Κουρουσίδη και θεωρούν ότι τούτη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας έκθεσης απαίτησης των». Δ. Διάταγμα διατάττον την διαγραφή του ποσού των €46.000=, που αναφέρεται στο τέλος της παραγράφου 10 της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάσταση του με το ποσό των €122.000=. Ε. Διάταγμα διατάττον την διαγραφή του ποσού των €46.000=, που αναφέρεται στην παράγραφο 11Α της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάσταση του με το ποσό των €122.000=. ΣΤ. Διάταγμα διατάττον αντικατάσταση της Έκθεσης Εκτίμησης του Εκτιμητικού Γραφείου Α. Mouzourides & Co, που ευρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο του δικαστηρίου με την Έκθεση Εκτίμησης του εκτιμητικού γραφείου Total Valuations Chartered Surveyors. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.2, στους περί Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμούς του 1956 Άρθρο 9, στο Σύνταγμα και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του απαιτητή 1 Θεόδωρου Ανδρέα Θεοδώρου ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και από τον απαιτητή

  1. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι με την καταχώρηση της παρούσας παραπομπής ετοιμάστηκε από το εκτιμητικό γραφείο Α. Mouzourides & Co. έκθεση εκτίμησης σε σχέση με το ύψος του ποσού της αποζημίωσης. Ο Στέλιος Μουζουρίδης ο οποίος υπέγραψε την εν λόγω εκτίμηση, τον πληροφόρησε ότι για προσωπικούς λόγους αδυνατεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Ένεκα τούτου αποτάθηκε στο εκτιμητικό γραφείο Total Valuations Chartered Surveyors και ζήτησε την ετοιμασία νέας έκθεση εκτίμησης (Τεκ.1) για αντικατάσταση της έκθεσης του γραφείου Α. Mouzourides & Co. Μετά την ετοιμασία της νέας έκθεσης εκτίμησης διαπιστώθηκε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτής και της εκτίμησης του γραφείου Mouzourides & Co αναφορικά με το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, η τροποποίηση είναι επιβεβλημένη για σκοπούς καθορισμού του ποσού της δίκαιης αποζημίωσης. Η αποζημιούσα αρχή καταχώρισε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  2. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  3. Η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν καταστρατήγηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας.
  4. Η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας των διαδίκων και της ισότητας των όπλων.
  5. Η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν ανεπανόρθωτη βλάβη στην Απαλλοτριούσα Αρχή η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
  6. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος της Απαλλοτριούσας Αρχής για δίκη σε εύλογο χρόνο αλλά και εκτροπή από τα ορθά πλαίσια απονομής της δικαιοσύνης.
  7. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει αχρείαστη αύξηση των εξόδων της διαδικασίας.
  8. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει τις διατάξεις των περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικών Κανονισμών (The Compensation Assessment Tribunal Rules of 1956) και/ή τη διάταξη 49 των εν λόγω Κανονισμών και/ή την ακολουθούμενη πρακτική και/ή διαδικασία του Δικαστηρίου.
  9. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο και/ή αποχρώντα λόγο για να επιτύχει. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Στέλλας Γεωργίου ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Μεταξύ άλλων στην ένορκη της δήλωση προβάλλει ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθότι στερείται νομικού υπόβαθρου καθώς και ότι στην περίπτωση που εγκριθεί, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην αποζημιούσα αρχή. Είναι η θέση της ότι η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα δίοτι έγινε μετά τη ταυτόχρονη ανταλλαγή των εκτιμήσεων των δύο πλευρών όπως προνοούν οι σχετικοί κανονισμοί και αφού οι αιτητές έλαβαν γνώση του περιεχομένου της εκτίμησης της απαζημιούσας αρχής με βάση την οποία υιοθετείται αξία ανά τετραγωνικό μέτρο της απαλλοτριωθείσας γης μεγαλύτερη από αυτή που υιοθετέιται στην έκθεση των απαιτητών . Εισηγείται περαιτέρω ότι ένεκα των πιο πάνω σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση θα προκληθεί αδικία στην αποζημιούσα αρχή. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα σε γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφων εκπηγάζει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και οι παράμετροι τους οποίους το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας έχουν αναλυθεί εκτενώς από την νομολογία. Παραπέμπω στο ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη ν Greenmar Navigation Ltd κ.α.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η κατεύθυνση που προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι το Δικαστήριο με κάποιες εξαιρέσεις, θα πρέπει να εξασκεί τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, επιτρέποντας την αιτούμενη τροποποίηση. Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύουν ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο αιτητής προσπαθεί μέσω της τροποποίησης να διορθώσει παραλήψεις ή λάθη στο αρχικό δικόγραφο λόγω αμέλειας ή ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του σχετικού αιτήματος. Εξαιρέσεις στην γενική τάση αποτελούν περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα της τροποποίησης, θα προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης σε αντιπαραβολή με το συνταγματικό δικαίωμα σε εκδίκαση μιας διαφοράς εντός ευλόγου χρόνου, εξετάστηκε στην Federal Bank of Lebanon v Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44. Από εκείνη την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το κατά πόσο η καθυστέρηση προσκρούει στις πρόνοιες του Συντάγματος είναι θέμα υποκειμενικό που πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά από το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης που έχει ενώπιον του. Περιπτώσεις όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται εναντίον της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση περιλαμβάνουν επίσης εκείνες όπου η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης καθώς και εκείνες όπου ο αιτητής ενεργεί με εμφανή κακοπιστία. Όπου βεβαίως προβάλλεται η κακοπιστία ως λόγος ένστασης τότε το βάρος για την απόδειξη της το φέρει ο διάδικος ο οποίος την επικαλείται. Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.D 162). Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές καθώς και τις θέσεις της κάθε πλευράς προχωρώ στην ανάλυση των δεδομένων που βρίσκονται ενώπιον μου. Θα εξετάσω κατ΄ αρχήν την εισήγηση της Αποζημιούσας Αρχής ότι στη προκειμένη περίπτωση εφαρμογή έχουν οι Περί Εκτίμησης Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956 οι οποίοι δεν παραπέμπουν στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς . Είναι γεγονός ότι η διαδικασία της παραπομπής παρουσιάζει και είναι αποδεχτό από τη νομολογία ιδιομορφία. Δεν παύει όμως να είναι πολιτική υπόθεση και ειδικότερα ως προς το θέμα της τροποποίησης, δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση ή αντιμετώπιση από τη Διαταγή 25 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Στην υπόθεση Λίνα Νεοκλέους V Γενικού Εισαγγελέως
(1993)1 Α.Α.Δ. 352 είχε λεχθεί πως οι κανόνες που διέπουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και την ακολουθητέα διαδικασία σε παραπομπές για τον προσδιορισμό της αξίας απαλλοτριωθείσας γης είναι οι περί Δικαστηρίου Εκτίμησης Αποζημιώσεων Κανονισμοί του 1956, η ισχύς των οποίων διασώθηκε με την επιφύλαξη του άρθρου 24
(1)του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Ν.15/62. Στην υπόθεση Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς V Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608, η οποία αφορούσε τροποποίηση του τίτλου και της Έκθεσης Απαίτησης σε Παραπομπή, διευκρινίστηκε πως οι Κανονισμοί του 1956 είναι αυτοτελείς και δεν παραπέμπουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και ότι η διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων, όπως η αίτηση τροποποίησης, διέπεται από τον Καν. 9 των Κανονισμών του 1956. Παρά ταύτα πρέπει να σημειωθεί αφενός ότι ο ίδιος ο Ν.15/62, στο άρθρο 20
(1), προνοεί πως για όλα τα ζητήματα και τη δικονομία τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών, οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας "εάν ουδέν προβλέπεται" για τα ζητήματα αυτά στους Κανονισμούς του 1956 και αφετέρου ότι και το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς (πιο πάνω) επικυρώνοντας την τροποποίηση αναφέρθηκε σε αρχές που προκύπτουν από τις συνήθεις αστικές υποθέσεις (βλ. Φοινιώτης V Greenmar Navigation (πιο πάνω) και Χριστοδούλου V Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Είναι γεγονός ότι υποθέσεις οι οποίες αναφέρονται σε τροποποίηση δικογράφων σε παραπομπές είναι περιορισμένες. Τέτοιες είναι η υπόθεση Παύλου V Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 1586, στην οποίαν μόνον εν παρόδω γίνεται αναφορά σε τροποποίηση που είχε επιτραπεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο και η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας V 1. Κώστα Α. Κωνσταντινίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 2042 στην οποίαν διατάχθηκε αυτεπαγγέλτως τροποποίηση από το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο προς εναρμόνιση της δικογραφίας με την υπόθεση των εφεσιβλήτων όπως αυτή είχε εκτυλιχθεί κατά τη δίκη σε σχέση με το θέμα της επιζήμιας επίδρασης. Γενικά η διαδικασία παραπομπής θεωρείται ως ιδιόμορφη διαδικασία και ως έχουσα τουλάχιστον εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Δημοκρατία V Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ.1342, αφέθηκε να νοηθεί πως η δικογραφία στις παραπομπές δεν επέχει θέση γραπτών προτάσεων που καθορίζουν τα επίδικα θέματα με τον ίδιο τρόπο που αυτό συμβαίνει στις πολιτικές αγωγές και ακολούθως λέχθηκαν τα εξής: "Στη διαδικασία παραπομπής για τον καθορισμό αποζημιώσεων σε απαλλοτριώσεις, ενώ παρέχονται σημαντικά περιθώρια πρωτοβουλίας στα μέρη τόσο για τοποθέτηση τους όσο και για προσκόμιση μαρτυρίας, εντούτοις το δικαστήριο διατηρεί θεσμοθετημένες δυνατότητες διερεύνησης οι οποίες καταδεικνύουν τον τουλάχιστον εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα της διαδικασίας: βλ. τον Καν. 7
(1)που προβλέπει ότι το δικαστήριο με ιδίαν πρωτοβουλία μπορεί να απαιτήσει από διάδικο να παράσχει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες των λόγων της παραπομπής. Αυτός ο χαρακτήρας συνάδει άλλωστε με τη συνταγματική πρόνοια στο Άρθρο 23.4(γ) του Συντάγματος για τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Η εναπόθεση της ευθύνης εξ ολοκλήρου στα μέρη, με διαδικασία αμιγούς αντιπαράθεσης, θα εξαρτούσε την έκβαση υπέρμετρα από τους χειρισμούς στους οποίους εκείνοι θα προέβαιναν. Και έτσι να μην παρείχετο ενδεχομένως η δυνατότητα για τον καθορισμό αποζημίωσης με τα αναγκαία γνωρίσματα της δίκαιης και εύλογης". Τα πιο πάνω δεν σημαίνουν κατ' ανάγκην πως οι διάδικοι δεν έχουν υποχρέωση να στοιχειοθετούν τις θέσεις τους, τόσο για να γνωρίζει και ο αντίδικος τι έχει να αντιμετωπίσει όσο και για να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην αναζήτηση και εξέταση όλων των στοιχείων ως προς την αξία της γης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λίνας Νεοκλέους V Γενικού Εισαγγελέως (πιο πάνω) : "Το αντικείμενο της παραπομπής είναι ένα: ο καθορισμός της καταβλητέας από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. Η διαδικασία η οποία προβλέπεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς του 1956 (οι κανονισμοί) είναι ιδιόμορφη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του αντικείμενου της διαδικασίας. Επιβάλλεται όχι μόνο η έκθεση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και η παροχή όλων των λεπτομερειών που τις υποστηρίζουν, που στην πράξη συντίθενται από τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η εκτίμηση των ειδικών. Στην περίπτωση της απαλοτριούσας αρχής επιβάλλεται ρητή υποχρέωση για προσαγωγή της εκτίμησης της αξίας της γης από τις κτηματολογικές αρχές. (Βλ. κ. 6
(2)), Όχι μόνο απαιτείται η λεπτομερής στοιχειοθέτηση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά παρέχεται εξουσία και στο ίδιο το δικαστήριο (κ.7) να διατάξει την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών γεγονός το οποίο αμβλύνει την αντιπαράθεση μεταξύ των μερών αφενός, και σηματοδοτεί την υποχρέωση του δικαστηρίου για την αναζήτηση όλων των στοιχείων που τείνουν να διαφωτίσουν ως προς την αξία της γης αφετέρου". Ο καν. 7
(1)ουσιαστικά αναφέρεται στη δυνατότητα απαίτησης λεπτομερειών από τον Πρωτοκολλητή με οδηγίες του Δικαστηρίου για λόγους της παραπομπής ή της εκτίμησης καθώς και για οποιαδήποτε σχετικά γεγονότα και διαφορές. Παρόμοιες εξουσίες δίδει και ο καν. 8
(1)κατευθείαν στο ίδιο το Δικαστήριο για απαίτηση έκθεσης σε οποιοδήποτε στάδιο είτε από τον Διευθυντή Κτηματολογίου είτε από άλλη αποφασίζουσα αρχή. Οι κανονισμοί7
(1)και 8 έχουν ως εξής: "7.
(1)Subject to any directions which may be given by the President, the registrar may, at any time after receiving a notice of reference, require a party to furnish a statement setting out further and better particulars of the grounds of reference, appeal or application, or of any valuation of property which is the subject of the reference, and any facts and contentions relevant thereto. 8.The President of the Tribunal may at any time request the Director of Lands and Surveys or any other determining authority to give a statement of the reasons for his or its decision, determination or assessment, and to furnish any other particulars thereof which appear to be requisite for the decision of the application, appeal or reference before the Tribunal, . . " Στην υπό κρίση αίτηση, δεν διακρίνω ότι συνεπεία της τροποποίησης θα επέλθει ριζική μεταβολή της φύσης της αξίωσης. Η φύση της αξίωσης δεν αλλάζει και οι αιτητές δεν επιδιώκουν να εισάξουν αξίωση διαφορετικού είδους από την υφιστάμενη που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο καθορισμός της δίκαιης αποζημίωσης. Εκείνο το οποίο επιχειρείται είναι ουσιαστικά η αύξηση του ποσού το οποίο οι αιτητές αξιώνουν ως εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους. Είναι περαιτέρω εισήγηση της αποζημιούσας αρχής ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα από τους αιτητές επειδή υποβάλλεται μετά που διενεργήθηκε η ανταλλαγή των εκτιμήσεων μεταξύ των δύο πλευρών όπως προνοείται στον Κ.19 και αφού οι αιτητές διαπίστωσαν ότι η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του κτήματος που υιοθετεί η αποζημιούσα αρχή είναι €150 ενώ η αξία που υιοθετεί ο δικός τους εκτιμητής είναι €60. Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία το βάρος της απόδειξης ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα βρίσκεται στους ώμους του ενιστάμενου. Το γεγονός ότι οι αιτητές με την αιτούμενη τροποποίηση και αντικατάσταση της έκθεσης εκτίμησης ουσιαστικά ζητούν να τροποποιήσουν την ισχυριζόμενη αξία της απαλλοτριωθείσας γης, από μόνο του, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως κακοπιστία και τούτο λαμβανομένων υπόψη όλων των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση οι αιτητές ζητούν να αυξήσουν την ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του κτήματος έτσι ώστε αυτή να συνάδει με την αξία που υιοθετεί η ίδια η αποζημιούσα αρχή η θέση της οποίας εν πάση περιπτώσει είναι ότι η δίκαιη αποζημίωση για το απαλλοτριωθέν μέρος είναι μηδέν λόγω επαύξησης της αξίας του υπόλοιπου μέρους του κτήματος. Περαιτέρω πλην του γενικού ισχυρισμού ότι η αιτούμενη τροποποίηση καταστρατηγεί τον Κ. 19 δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την πρόκληση αδικίας, παραβίαση της ισότητας των όπλων ή ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα αφού η αποζημιούσα αρχή θα διατηρήσει το δικαίωμα της να προβάλλει την υπεράσπιση της αλλά και να αντεξετάσει τον εκτιμητή που θα παρουσιάσει η πλευρά των απαιτητών μεταξύ άλλων θεμάτων και σε σχέση με την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα του. Αντίθετα με βάση τον ισχυρισμό που παρέμεινε αναντίλεκτος και σύμφωνα με τον οποίο ο προηγούμενος εκτιμητής για προσωπικούς λόγους αδυνατεί να προσέλθει στο Δικαστήριο για να καταθέσει, η απόρριψη της αίτησης θα έχει ως συνέπεια οι αιτητές να στερηθούν του δικαιώματος τους να προωθήσουν την υπόθεση τους ή ακόμα του δικαιώματος τους να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο την κατάλληλη μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών τους σε σχέση με το ύψος της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Η έκθεση εκτίμησης δεν συνιστά μαρτυρία που έχει ήδη εισαχθεί με την καταχώρηση της, αλλά εκτίμηση που ο διάδικος προτίθεται να παρουσιάσει ως μαρτυρία. Σύμφωνα με τους περί Ειδικού για τον Καθορισμό Αποζημίωσης Δικαστηρίου Κανονισμούς του 1956, Δ.6
(1), η έκθεση απαίτησης πρέπει να περιλαμβάνει το αξιούμενο ποσό και πλήρη στοιχεία (full particulars) προς υποστήριξη του αξιούμενου ποσού. Σύμφωνα δε με τη Δ.19
(3), όπου διάδικος προτίθεται να προσκομίσει μαρτυρία εμπειρογνώμονα, τότε πρέπει να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή και να παραδώσει στην άλλη πλευρά, μεταξύ άλλων, «every plan and valuation of the land which is the subject of the proceedings (including particulars and computations in support of such valuation) which it is proposed to put in evidence». Η εισήγηση της πλευράς της αποζημιούσας αρχής ότι ο Κ. 19 που προνοεί για τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την κατάθεση των εκατέρωθεν εκτιμήσεων αποκλείει τη δυνατότητα τροποποίησης επειδή πλέον είναι σε γνώση των διαδίκων οι συγκεκριμένες αξίες που υιοθετούνται από έκαστην πλευρά δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τούτο δεδομένου ότι σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις η αξία που υιοθετείται από την πλευρά της αποζημιούσας αρχής σε σχέση με το ακίνητο που υπόκειται σε απαλλοτρίωση γνωστοποιείται στον απαιτητή εκ των προτέρων κατά την προσφορά της υπολογισθείσας αποζημίωσης αλλά και περαιτέρω έχοντας κατά νου ότι οι πρόνοιες του εδαφίου 5 του Κ. 19 παρέχουν τη δυνατότητα κλήσης περισσότερων του ενός εκτιμητή και παρουσίασης περισσότερων στοιχείων και λεπτομερειών και τούτο επειδή όπως προκύπτει και από τη νομολογία αποκλειστικός σκοπός της διαδικασίας είναι ο καθορισμός της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών και είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα για ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε και ΣΤ της Αίτησης. Τροποποιημένη Ειδοποίηση Παραπομπής, Έκθεση Απαίτησης και κατάθεση της εκτίμησης του εκτιμητικού γραφείου Total Valuations Chartered Surveyors, σε αντικατάσταση της υφιστάμενης έκθεσης εκτίμησης, να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος και αντίγραφα να παραδοθούν στην Αποζημιούσα Αρχή την ίδια μέρα. Να ακολουθήσει η καταχώρηση της Υπεράσπισης εντός 10 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους. Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι η Αποζημιούσα Αρχή δεν ευθύνεται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθούν στο σύνολο τους οι Αιτητές. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί την Αποζημιούσα Αρχή, εντούτοις θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον της τα έξοδα αυτά, αφού η καταχώρηση της Αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής της δικονομικής συμπεριφοράς και η ένσταση της ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον των Αιτητών. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της Παραπομπής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν τους Αιτητές, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Αίτηση τροποποίηση Παραπομπής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.