← Κύπρος

CYSTRALIS LIMITED υπό την εμπορική επωνυμία ELEMEC ENGINEERING CONSULTANTS (ELEMEC CONSULTING ELECTRICAL & MECHANICAL ENGINEERS) ν. MEDGOLF PROPER

CYSTRALIS LIMITED υπό την εμπορική επωνυμία ELEMEC ENGINEERING CONSULTANTS (ELEMEC CONSULTING ELECTRICAL & MECHANICAL ENGINEERS) ν. MEDGOLF PROPERTIES LIMITED, Αρ. αγωγής: 4744/13, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A541 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 4744/13 CYSTRALIS LIMITED υπό την εμπορική επωνυμία ELEMEC ENGINEERING CONSULTANTS (ELEMEC CONSULTING ELECTRICAL & MECHANICAL ENGINEERS) Ενάγοντες εναντίον MEDGOLF PROPERTIES LIMITED Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες - αιτητές: κα Xατζηαράπη Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση : κα Καραπατάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, οι ενάγοντες αιτητές ζητούν όπως εκδοθεί Διάταγμα και με το οποίο να απαγορεύει στους εναγόμενους από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν επιβαρύνουν και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν τα τα δύο ακίνητα που περιγράφονται στην αίτηση. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρα 4,5 και 9, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η Δ.48 θ.2-4, η πρακτική και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Σάντορ Σίνκα. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη δήλωση, ως επίσης αναφέρεται στην ιδιότητα των εναγόντων και τις ασχολίες των. Σύναψαν με τους εναγόμενους γραπτή συμφωνία και με την οποία οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικής μελέτης και σχεδίων και επίβλεψης ανέγερσης συγκροτήματος κατοικιών με γήπεδο γκολφ στην Τερσεφάνου της Επαρχίας Λάρνακας και ο τρόπος αμοιβής είχε καθορισμένο τρόπο με τον οποίο αναφέρθηκε ο ενόρκως δηλών και επιπρόσθετα, συμφωνήθηκαν επιπλέον εργασίες και ο τρόπος αμοιβής διέφερε, όπως τον έχει καθορίσει ο ενόρκως δηλών. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν το πρώτο μέρος των εργασιών και συνεπώς δικαιούνταν το 50% του 2.5% επί της τελικής δαπάνης του έργου και υποβλήθηκαν όλες οι μελέτες που ετοιμάστηκαν προς τους επιμετρητές του έργου και τα ποσά που διεκδικούνται ως αμοιβή, υπολογίστηκαν βάσει της εκτίμησης στην οποία προέβηκαν οι επιμετρητές την οποία ζήτησαν οι διευθυντές της εναγόμενης. Επιπρόσθετα, εκτέλεσαν το μεγαλύτερο μέρος των επιπλέον εργασιών τις οποίες περιέγραψε, καθορίζοντας επίσης την αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν, το ποσό που έχουν εισπράξει ως αμοιβή και το ποσό που έχουν να λαμβάνουν. Προέβηκε σε μια επιχειρηματολογία που έχει ως επίκεντρο το αιτιολογημένο και δικαιολογημένο της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, έχοντας υπ΄ όψη το γεγονός ότι η απαίτηση τους είναι απλή και ξεκάθαρη και που αφορά υπόλοιπο αφειλόμενο και αυτό που απαιτείται είναι η σοβαρή ενδείξη για την πιθανότητα ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος και όχι η απόδειξη του. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η εναγόμενη εταιρεία θα ανέγειρε κατοικίες στην Τερσεφάνου της επαρχίας Λάρνακας και όταν καταχωρείτο η αγωγή το 2013, δεν υπήρχε στην αντίληψη των εναγόντων ότι υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος αποξένωσης των ακινήτων επί των οποίων θα ανεγείρονταν οι κατοικίες και το γήπεδο γκολφ, έχοντας υπ΄ όψη ότι τότε θα άρχιζαν οι εργασίες. Πριν από λίγες μέρες πληροφορήθηκαν από άτομο του κύκλου της εναγομένης, ότι έχουν ήδη αποξενωθεί μεγάλος αριθμός ακινήτων στην περιοχή όπου θα κατασκευαζόταν το γκολφ, για να αποπληρωθούν τεράστια χρέη προς την Τράπεζα Κύπρου και αυτό θορύβησε τους ενάγοντες, έχοντας υπ΄ όψη ότι η ακρόαση είναι ορισμένη στις 17/3/2017 και υπάρχει ο κίνδυνος παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απόφασης. Ακολούθησε έρευνα στο κτηματολόγιο Λάρνακας, η οποία κατέδειξε ότι από τα 24 ακίνητα που ήταν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της εναγόμενης, πωλήθησαν τα 14 και εξοφλήθηκαν 4 υποθήκες και από τα υπόλοιπα ακίνητα, τα 8 είναι επιβαρυμένα με υποθήκες αξίας αρκετών εκατομμυρίων ευρώ και μόνο τα ακίνητα για τα οποία διεκδικείται η παγοποίηση τους δεν έχουν οποιανδήποτε επιβάρυνση και η κατάσταση πραγμάτων είναι διαφορετική από την κατάσταση που υπήρχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Η παγοποίηση των εν λόγω ακινήτων είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την απόφαση που ήθελε εκδοθεί και επιχειρηματολόγησε για την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, λέγοντας επίσης ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση αποξένωσης των ακινήτων και από πληροφορίες που λαμβάνει από άτομα του κύκλου της εναγομένης, υπάρχει ο φόβος ότι η Τράπεζα Κύπρου θα διορίσει παραλήπτη, εάν δεν το έχει πράξει ήδη, για να εισπράξει το λαβείν της για τα δάνεια που έχει παραχωρήσει στην εναγόμενη εταιρεία. Ανέφερε επίσης ο ενόρκως δηλών ότι τα δάνεια της εναγόμενης έχουν συναφθεί τα έτη 2005 και 2006 με κυμαινόμενο επιτόκιο και το χρέος σήμερα θα ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα ή άλλη δραστηριότητα πέραν της επίδικης ανάπτυξης που έχει ναυαγήσει και με αποτέλεσμα τα δάνεια να μην είναι εξυπηρετούμενα. Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, η εναγόμενη δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, διότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, θα μπορέσει να διαθέσει η εναγόμενη εταιρεία την περιουσία της, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι σε περίπτωση μη έκδοσης του Διατάγματος και επιτυχίας της αγωγής, δεν θα υπάρχει οτιδήποτε προς ικανοποίηση της απόφασης. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι συντρέχουν όλες οι προυποθέσεις για την έγκριση της αίτησης και για τις οποίες έκανε αναφορά και με την έκδοση του Διατάγματος θα προστατευθούν τα δικαιώματα των εναγόντων. Το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, διέταξε όπως η μομομερής αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, ήτοι δεν εκδόθηκε οποιοδήποτε Διάταγμα μονομερώς. Η εναγόμενη έφερε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, με νομικό υπόβαθρο την Δ.48 θ.4, τα άρθρα 4,5,6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, τα άρθρα 32 και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, την γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις αρχές της επιείκιας. Προβλήθηκαν συνολικά 17 λόγοι ένστασης και που αφορούν το νόμω και ουσία αβάσιμο της αίτησης, την μη τήρηση των προυποθέσεων για την έκδοση του Διατάγματος, την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, την ασάφεια, αοριστία και μη τεκμηρίωση των ισχυρισμών περί του κινδύνου μη απονομής της Δικαισύνης, ότι δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, την ανυπαρξία σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατού ενδεχόμενου επιτυχίας της αγωγής. Επίσης προωθούνται λόγοι ένστασης που αφορούν την μη έκδοση των Διαταγμάτων με βάση το ισοζύγο της ευχέρειας, την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην εναγόμενη διότι θα παρεμποδίζεται στο να εκτελεί τις επαγγελματικές και επιχειρηματικές της δραστηριότητες και καταστρέφοντας την οικονομικά ως ζώσα οικονομική μονάδα. Επιπρόσθετα η εναγόμενη επικαλείται ότι η μη έκδοση του Διατάγματος δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγονες, ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική και αποσκοπεί να εξασκηθεί αθέμιτη πίεση στην εναγόμενη, ότι προβάλλουνται αντιφατικοί, ψευδείς και ανυπόστατοι ισχυρισμοί, ότι η εναγόμενη ούσα φερέγγυα εταιρεία μπορεί να ικανοποιήσει οποιαδήποτε τυχόν εκδοθείσα απόφαση και εν κατακλείδι, η εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι η τυχόν αποξένωση των ακινήτων δεν θα έχει οποιαδήποτε αρνητική επίδραση στην ικανοποίηση οποιασδήποτε εκδοθείσας και δεν έχει παρουσιάσει στέρεη μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του Διατάγματος τυχόν απόφαση δεν θα εκδοθεί. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Αβραάμ. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει και αυτός με την σειρά του σε αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα και της εξουσιοδότησης του όπως προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που συνοδεύουν την αίτηση και επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένατασης, με κάποια βεβαίως διάνθηση ισχυρισμών. Τοποθετείται επί ισχυρισμών των εναγόντων, φέρνοντας ορισμένα παραδείγματα που καταδεικνύουν την αντιφατικότητα των εγειρόμενων ισχυρισμών των εναγόντων, αρνείται την εκτέλεση των εργασιών που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι εκτέλεσαν, αναφέρει επίσης ότι γνώριζαν οι ενάγοντες ευθύς εξ΄ αρχής την περιουσιασκή κατάσταση της εναγόμενης και δεν έχει προβληθεί κάτι που να δικαιολογεί σε αυτό το στάδιο την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Αυτό που έχει πράξει η εναγόμενη, είναι η μεταβίβαση μέρους της περιουσίας της στην Τράπεζα Κύπρου στα πλαίσια επαναδιαπραγμάτευσης των δανείων της, απορρίπτοντας τον κίνδυνο διορισμού παραλήπτη και λέγοντας ότι η εναγόμενη διαθέτει μεγάλη ακίνητη ιδιοκτησία με την οποία εξασφαλίζεται η ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί. Ακόμα όμως και σε περίπτωση διορισμού εκκαθαριστή, η έκδοση του Διατάγματος δεν ικανοποιεί οποιαδήποτε αναγκαιότητα ή εξασφάλιση, έχοντας υπ΄ όψη ότι η εναγόμενη θα τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης. Επιπρόσθετα, ενόρκως δηλών αναφέρει ακόμα ένα παράδειγμα αντιφατικών ισχυρισμών και που αφορούν τις θέσεις ότι η εναγόμενη αποφάσισε να μην πρχωρήσει με την εκτέλεση του έργου, ενώ σε κατοπινό στάδιο αναφέρει ότι πίστευαν οι ενάγοντες ότι ήταν θέμα χρόνου να αρχίσουν οι εργασίες και ότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη των εναγόντων ο οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω) λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η "καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939" (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633) Στον Kerly's (πιο πάνω), παρα. 15 - 68 το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί."** Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360 - 61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο". * "Delay in taking proceedings. Delay, unless explained, in making or pursuing an application for an interlocutory injunction is generally fatal, though the courts will balance the question of delay against the likelihood of the plaintiff ultimately succeeding in the action, and will take into account whether or not the defendant has been led into expense or lulled into security or misled by the inaction of the plaintiff. But the tendency of modern decisions is not to refuse an injunction at the hearing of the action merely on acount of delay in instituting proceedings, subject to the provisions of the Limitation Act 1939." ** "Interim injunction refused on account of delay. Any significant, unnecessary delay in applying for interlocutory relief is likely to tilt the balance of convenience against the plaintiff. That does not mean that proceedings should be started without warning; delay due to failure of the defendants to answer letters may be excused." *** "Mere delay after knowledge of the infringement to take proceedings is not a bar to the right to an injunction at the trial. But delay may cause the Court to refuse an interlocutory injunction, especially if the defendant has built up a trade in which he has notoriously used the mark." Σύμφωνα με το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας ("balance of convenience"). Παραπέμπουμε στην παρα. 6.16: "Το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilantibus, non dormientibus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Επιπλέον εάν με την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόμενο να δημιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση με την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυμο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόμενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζημιά της υπόθεσης του ενάγοντα."* * "An interlocutory injunction is a discretionary remedy. Unexplained delay by the plaintiff has always been a bar to such relief. This has been said to be an application of the equitable maxim: vigilantibus, non dormientibus, jura sebvenient. A more modem approach is that the very fact of delay demonstrates that the plaintiff does not need the immediate and exceptional relief provided by an interlocutory injunction. Moreover, if by his delay the plaintiff knowingly allows the defendant to build up his business in the activity complained of, it would be inequitable to grant the plaintiff relief until he has fully proved his case. The extent of delay necessary to prevent the grant of relief in any particular case will depend upon the individual circumstances and no hard and fast rules can be given. The court may be willing to disregard delay which is satisfactorily accounted for even though the defendant has during that time increased his activities but may hold that the balance of convenience and/or the status quo have altered to the detriment of the plaintiff's case." Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd - v - Σκυροποιία <<Λεωνίκ>> Λτδ 2001
(1)(Β) 785, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ.Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525)΄΄. Στην υπόθεση Ζεμενίδης - ν - Ζεμενίδου 1992 1 Α.Α.Δ. σελ. 54, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί να αποξενώσει τόσο μέρος ακινήτου ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος μετά των εξόδων της αγωγής. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο, είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι είναι επείγον ή υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο.΄΄ Στην υπόθεση Κώστας Καλογήρου - ν - C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ 1237, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί................................................. Είναι γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο της απειλής. Ο ισχυρισμός, όμως, περί απειλής δε θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά απομόνωση αλλά σε συσχετισμό με την αλλαγή των σχέσεων των μερών, η οποία επήλθε με τον τερματισμό της σύμβασης. Ο κίνδυνος αποξένωσης, με τον τερματισμό της σύμβασης, κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Ορθά νομίζουμε το Δικαστήριο, μέσα στο σύνολο των πιο πάνω, άσκησε τη διακριτική του εξουσία και εξέδωσε το διάταγμα. Η εισήγηση ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ - (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759) - μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το σύνολο, όμως, των στοιχείων, που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας, μεταξύ των οποίων και το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής, δικαιολογούσαν την κατάληξη. Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφασή του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης.΄΄ ΕΞΕΤΑΣΗ ΒΑΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας υπ΄ όψη τους ισχυρισμούς και θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και τα όσα ανέπτυξαν αμφότερες οι ευπαίδευτες συνήγοροι στις αγορεύσεις τους και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση πληρεί τις προυποθέσεις για την έγκριση της και κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη και αντίστοιχα, η ένσταση κρίνεται ως νόμω και ουσιά αβάσιμη. Με την αξιολόγηση που θα ακολουθήσει πιο κάτω, θα γίνεται ταυτόχρονη εξέταση των προυποθέσεων για την έγκριση της αίτησης με ταυτόχρονη αξιολόγηση των λόγων ένστασης. Ως προς την πρώτη προυπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται, διότι τόσο μέσα από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, όσο και μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζυτήσιμη, η οποία συνίσταται στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας που είχε ως αντικείμενο την από μέρους των εναγόντων εκτέλεση ηλεκτρομηχανολογικής μελέτης και σχεδίων, καθώς και επίβλεψης ανέγερσης συγκροτήματος κατοικιών με γήπεδο γκόλφ και που οι ενάγοντες εκτέλεσαν μέρος των εργασιών, πληρώθηκαν ένα μέρος της αμοιβής τους και παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Συνακόλουθα, η περί του αντιθέτου εισήγηση των εναγομένων ότι δεν έχει αποκαλυφθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, δεν γίνεται αποδεκτή και ως προς το ζήτημα που ήγειραν οι εναγόμενοι περί αντιφατικών ισχυρισμών που αποκλείουν την ύπαρξη συζυτήσιμης υπόθεσης, το Δικαστήριο το αξιολογεί πιο κάτω και εν πάση περιπτώση, το κριτήριο για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζυτήσιμης υπόθεσης, έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί πιο πάνω στην νομική πτυχή του ζητήματος και έχει ήδη κριθεί, ότι με βάση την έκθεση απαίτησης και το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης η πρώτη προυπόθεση πληρείται. Η δεύτερη προυπόθεση επίσης κρίνεται από το Δικαστήριο ότι αυτή πληρείται και κατ΄ επέκταση η περί του αντιθέτου εισήγηση των εναγομένων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Συγκεκριμένα, η πλευρά των εναγόντων αποκρυστάλλωσε με σαφήνεια και λεπτομέρεια την αξίωση τους, παραθέτοντας λεπτομέρειες όχι μόνο της επίδικης συμφωνίας και τους όρους αυτής, αλλά επεκτάθηκε και σε λεπτομέρειες που διακρίνουν την μερική εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους τους, την μερική πληρωμή προς αυτούς και την μη πληρωμή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, το οποίο μάλιστα έχει υπολογισθεί βάση της εκτίμησης στην οποία προέβησαν οι επιμετρητές και που έχουν ζητήσει οι διευθυντές των εναγομένων. Επί αυτού του ζητήματος, οι εναγόμενοι προέβησαν μόνο σε μια γενική άρνηση των ισχυρισμών περί μη εκτέλεσης των εργασιών και που δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να υπερκαλύψει την πιο πάνω σαφή τοποθέτηση των εναγόντων που πηγάζει από στέρεη μαρτυρία, θέτοντας οι εναγόμενοι επίσης ζήτημα αντιφατικών ισχυρισμών από πλευράς εναγόντων. Οι θέσεις αυτές των εναγομένων δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι εγείρουν ζήτημα αντίφασης ισχυρισμών που αναφύονται στην υπό εξέταση αίτηση, ως προς την πηγή προέλευσης της αξίωσης τους και το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με αυτήν την τοποθέτηση, διότι οι ενάγοντες, μέσα από το μαρτυρικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την αίτηση, συνδέει και αλληλουποστηρίζει την επίδικη συμφωνία με την μερική εκτέλεση των εργασιών, την μερική εξόφληση των εργασιών και την ύπαρξη του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού, καταδεικνύοντας ταυτόχρονα τον τρόπο υπολογισμού του ποσού και του ύψους αυτού, αιτιολογόντας και δικαιολογώντας την ύπαρξη του και κατ΄ επέκαση την ύπαρξη ορατών πιθανοτήτων επιτυχίας της αγωγής και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα έγερσης αντιφατικών ισχυρισμών, αλλά απεναντίας υπάρχει μια αλληλουχία και διασύνδεση γεγονότων που υποστηρίζουν και ενισχύουν την απαίτηση των εναγόντων. Ως προς την έγερση ζητήματος αντιφατικών ισχυρισμών ότι οι εναγόμενοι αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στην ανέγερση του συγκροτήματος κατοικιών και ακολούθως ότι εγέρθηκε η θέση ότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη των εναγόντων το 2013 ότι υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος να αποξενωθούν τα ακίνητα εντός των οποίων υπήρχε πρόθεση να ανεγερθούν οι κατοικίες και το γήπεδο γκολφ και ότι πίσευαν οι ενάγοντες ότι ήταν ζήτημα χρόνου να ξεκινήσουν οι εργασίες, θα γίνει ειδική αξιολόγηση πιο κάτω, διότι σχετίζεται με την τρίτη προυπόθεση, ήτοι την αδυναμία απονομής Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης και η τρίτη προυπόθεση κρίνεται ότι πληρείται. Μέσα από όλο το πλέγμα γεγονότων που ηγέρθηκαν με την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, διαφαίνεται πράγματι ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, δεν θα απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συγκεκριμένα, μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, αλλά και μέσα από την επίσημη έρευνα που έγινε στο κτηματολόγιο Λάρνακας και που αποτελεί επίσημο έγγραφο του Κράτους και το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί και πιο συγκεκριμένα δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αντίθετη σαφής μαρτυρία που να αντικρούει το πιστοποιητικό έρευνας που κατέθεσαν οι ενάγοντες, διαφάνηκε η διάθεση σημαντικού αριθμού ακινήτων των εναγομένων προς την Τράπεζα Κύπρου και αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί, παρ΄ ότι οι εναγόμενοι ανέφεραν ότι αυτό έγινε στα πλαίσια επαναδιαπραγμάτευσης των δανείων και που εν πάση περιπτώση, ο κοινός παρονομαστής είναι ότι πλέον τα ακίνητα εκείνα δεν ανήκουν πλέον στους εναγόμενους. Επιπρόσθετα, δεν έχουν αμφισβητηθεί και πιο συγκεκριμένα οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε αντίθετη σαφή και λεπτομερή μαρτυρία που να αντικρούει και να καταρρίπτει την ύπαρξη των επιβαρύνσεων στα υπόλοιπα ακίνητα που αναφέρονται οι ενάγοντες. Τα μόνα ακίνητα που οι εναγόμενοι διαθέτουν και που δεν είναι επιβαρυμένα, είναι αυτά για τα οποία οι ενάγοντες αιτούνται την παγοποίηση τους. Οι εναγόμενοι επί αυτού του σημείου, ανέφεραν ότι διαθέτουν ακίνητη περιουσία που δύναται να ικανοποιήσει την έκδοση οποιασδήποτε απόφασης, πλην όμως αυτή η τοποθέτηση παρέμεινε ασαφής και ατεκμηρίωτη, διότι δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία σαφής που να καταδεικνύει με συγκεκριμένους τίτλους ιδιοκτησίας την ύπαρξη και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, απαλλαγμένης από οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις, πέραν αυτής που επιδιώκεται η παγοποίηση της. Ως προς την στέρεη μαρτυρία που επικαλούνται οι εναγόμενοι ότι δεν υπάρχει που να καταδεικνύει κίνδυνο ή πρόθεση αποξένωσης της εν λόγω ακίνητης περιουσίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η τοποθέτηση των εναγομένων δεν έχει ούτε νομολογιακό, ούτε πραγματικό έρεισμα. Συγκεκριμένα, το νομολογιακό κριτήριο ως αυτό έχει εκτεθεί στην νομική πτυχή και από το οποίο το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση, είναι η επίδραση που θα έχει στην ικανοποίηση της Δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί και δεν απαιτείται η ύπαρξη μαρτυρίας που να καταδεικνύει τέτοια πρόθεση. Oύτε και η τοποθέτηση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν ποιο ή ποια είναι τα άτομα του κύκλου της εναγομένης που τους πληροφόρησαν για την κατάσταση της εναγομένης έχει οποιαδήποτε επίδραση, εν΄ όψει του πιο πάνω νομολογιακού κριτηρίου και που εν πάση περιπτώση, δεν αλλοιώνει την κατάσταση της εναγόμενης εταιρείας με την σημαντική αποξένωση αριθμού ακινήτων της εναγόμενης, την επιβάρυνση άλλων με εμπράγματα βάρη και τα μόνα που δεν είναι επιβαρυμένα είναι αυτά για τα οποία επιδιώκεται η παγοποίηση τους. Με βάση λοιπόν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι τυχόν αποξένωση των δύο ακινήτων που αφορά η υπό εξέταση αίτηση, θα είχε άμεσο αντίκτυπο και επίδραση στην ικανοποίηση και γενικά εκτέλεση της οποιασδήποτε Δικαστικής απόφασης ήθελε εκδοθεί υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, έχοντας υπ΄ όψη ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη ακίνητη περιουσία απαλλαγμένη από εμπράγματα βάρη και ούτε έχει καταδειχθεί η ύπαρξη άλλων δραστηριοτήτων και εισοδημάτων των εναγομένων. Συνακόλουθα και κατ΄ επέκταση, οι προβληθέντες λόγοι και οι τοποθετήσεις των εναγομένων ότι είναι ασαφείς αόριστοι και ατεκμηρίωτοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί κινδύνου μη απονομής Δικαιοσυνης σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι οι εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και μπορούν να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση, δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο και εν πάση περιπτώση, κρίνονται ως γενικοί, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι οι ισχυρισμοί και θέσεις περί φερεγγυότητας της εναγόμενης, λόγω μη προσκόμισης σχετικής και σαφούς μαρτυρίας που να καταδεικνύει υγιή και βιώσιμο κύκλο εργασιών. Βεβαίως οι εναγόμενοι προέβαλαν την θέση ότι είναι μια ζώσα οικονομική μονάδα, πλην όμως αυτή η θέση παρέμεινε στην σφαίρα της γενικότητας, της ασάφειας και της μη τεκμηρίωσης, διότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο, όπως π.χ. διεξαγωγή εργασιών, ετήσιες εκθέσεις, τραπεζικοί λογαριασμοί που να δείχνουν οικονομικά υγιή και βιώσιμο κύκλο εργασιών. Η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, δεν θα έχει οποιονδήποτε αντίκτυπο στους εναγόμενους και δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι το Διάταγμα θα καταστρέψει οικονομικά και επιχειρηματικά τους εναγόμενους ως ζώσα οικονομική μονάδα, ως η θέση των εναγομένων και συνακόλουθα η σχετική τοποθέτηση των εναγομένων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με βάση λοιπόν την αξιολόγηση που μόλις έχει προηγηθεί, κρίνεται ότι με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας, η έκδοση του Διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους για τους εναγόμενους, διότι δεν έχει διαπιστωθεί οποιοσδήποτε κίνδυνος βλάβης στα περιουσιακά τους συμφέροντα με την παγοποίηση των ακινήτων, ενώ εάν δεν εκδιδόταν το Διάταγμα, υπάρχει ο κίνδυνος η τυχόν έκδοση απόφασης υπέρ των εναγόντων να παραμείνει άνευ αντικρύσματος και η ζημιά τους θα ήταν ανεπανόρθωτη και κατ΄ επέκταση η περί του ανιθέτου εισήγηση και τοποθέτηση των εναγομένων δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ως προς την έγερση ζητήματος αντιφατικών ισχυρισμών των εναγόντων, ήτοι ότι οι εναγόμενοι αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στην ανέγερση του συγκροτήματος κατοικιών και ακολούθως ότι εγέρθηκε η θέση ότι δεν περιέπεσε στην αντίληψη των εναγόντων το 2013 ότι υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος να αποξενωθούν τα ακίνητα εντός των οποίων υπήρχε πρόθεση να ανεγερθούν οι κατοικίες και το γήπεδο γκολφ και ότι πίσευαν οι ενάγοντες ότι ήταν ζήτημα χρόνου να ξεκινήσουν οι εργασίες, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικών ισχυρισμών, αλλά απεναντίας αιτιολογούν και δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και παρά την πάροδο τριών χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι η αποξένωση των ακινήτων των εναγομένων περιήλθε στην αντίληψη των εναγόντων σε αυτό το στάδιο και έσπευσαν να προβούν στην έρευνα του κτηματολογίου και ακολούθως στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Συνακόλουθα, αλλά και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπήρχε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης και η περί του αντιθέτου εισήγηση και τοποθέτηση των εναγομένων δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Το αιτιολογημένο και δικαιολογημένο της αίτησης για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, αυτομάτως εκθεμελιώνει την τοποθέτηση των εναγομένων περί κακοπιστίας, εκδικητικότητας και αθέμιτης πίεσης, όχι μόνο λόγω της έγκρισης της αίτησης, αλλά εν πάση περιπτώση, αυτές οι τοποθετήσεις παρέμειναν γενικές, ασαφείς, αόριστες και ατεκμηρίωτες, χωρίς οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να οδηγούν προς αυτές τις τοποθετήσεις των εναγομένων. Εν κατακλείδι, ως προς την τοποθέτηση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες προβαίνουν σε ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν χρειάζονται να ειπωθούν πολλά, παρά μόνο επαναλαμβάνει την νομολογιακή προσέγγιση όπως αυτή έχει εκτεθεί ανωτέρω στην νομική πτυχή, ήτοι ότι στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η ουσία της διαφοράς και ούτε εξάγονται ευρήματα και συμπεράσματα ουσίας, διότι αυτό θα γίνει στα πλαίσια της ακοροαματικής διαδικασίας και η μόνη αξιολόγηση που γίνεται στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας και που έγινε ήδη, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι έχει ήδη προδικαστεί η ουσία της υπόθεσης, είναι η τήρηση των προυποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη, η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται προσωρινό Διάταγμα ως το Α
(1)
(2)της αίτησης, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ εναγόντων και εναντίον του εναγομένων ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε μεν μονομερώς, αλλά με την μη έκδοση του Διατάγματος μονομερώς και την Διαταγή του Δικαστηρίου όπως η αίτηση επιδοθεί, έχει καταστεί αίτηση δια κλήσεως από το αρχικό της στάδιο πριν επιδοθεί στους εναγόμενους, δεν δίνονται οδηγίες όπως οι ενάγοντες καταχωρήσουν οποιαδήποτε εγγύηση (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ν - Δέσπω Στυλιανού ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση 354/2013 ημερ. 4/12/2015), όπου στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι όταν μια μονομερής αίτηση καταστεί δια κλήσεως με τις οδηγίες που δίνονται όπως αυτή επιδοθεί, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Βεβαίως το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, δεν παρέβλεψε και την υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄αυτούς των διαταγμάτων, πλην όμως η τοποθέτηση του ότι όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί, όπως έγινε ευθύς εξ΄ αρχής στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 δεν έχουν τόπο, δικαιολογούν την μη έκδοση οδηγιών για ανάληψη υποχρέωσης παροχής εγγύησης. Υπ......................................... ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα παγοποίηση ακινήτων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.