← Κύπρος

A.C. CHRISTODOULOY CONSULTANTS LTD κ.α. ν. ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΕΒΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5409/10, 29/12/2016

A.C. CHRISTODOULOY CONSULTANTS LTD κ.α. ν. ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΕΒΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5409/10, 29/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A547 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5409/10 Μεταξύ: A.C. CHRISTODOULOY CONSULTANTS LTD, από τη Λευκωσία ADVANTAGE BUSINESS CONSULTANTS LTD, από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΕΒΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό
  2. PE.LE.DI DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό
  3. SAMCOLA LIMITED, από τη Λεμεσό
  4. PETEVINOS DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό
  5. PETEVINOS PROPERTIES LIMITED, από τη Λεμεσό
  6. EBENEZAR LIMITED, από τη Λεμεσό
  7. PETEVINOS "THE RESORT" LIMITED, από τη Λεμεσό
  8. YEOLA TRADING LIMITED, από τη Λεμεσό
  9. GRESTPROFT SERVICES LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.09.2011 Μεταξύ:
  10. A.C. CHRISTODOULOY CONSULTANTS LTD, από τη Λευκωσία
  11. P.EFS. ADVANTAGE BUSINESS CONSULTANTS LTD, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
  12. ΠΕΤΡΟΥ ΠΕΤΕΒΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό
  13. PE.LE.DI DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό
  14. SAMCOLA LIMITED, από τη Λεμεσό
  15. PETEVINOS DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό
  16. PETEVINOS PROPERTIES LIMITED, από τη Λεμεσό
  17. EBENEZAR LIMITED, από τη Λεμεσό
  18. PETEVINOS "THE RESORT" LIMITED, από τη Λεμεσό
  19. YEOLA TRADING LIMITED, από τη Λεμεσό
  20. GRESTPROFT SERVICES LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - 29.12.2016 Για τους Ενάγοντες: κ. Σ. Νεοκλέους για PHC TSANGARIDES LLC (κα Κουζάρη για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους: κα Α. Ιωάννου για Δημόκριτος Αριστείδου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων είναι για το ποσό των €350.000 πλέον Φ.Π.Α. σαν οφειλή για παρεχόμενες υπηρεσίες που, όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, κατέστησαν απαιτητές και πληρωτέες στη βάση συμβατικών υποχρεώσεων της μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων συμφωνίας ημερομηνίας 11.12.2008 και του μνημονίου συνεργασίας ημερομηνίας 15.12.2008 για παροχή χρηματοοικονομικών και/ή συμβουλευτικών οικονομικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες είναι εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες σύμφωνα με το σχετικό νόμο στην Κύπρο και ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την παροχή χρηματοοικονομικών και/ή συμβουλευτικών οικονομικών υπηρεσιών. Οι Εναγόμενοι 2 - 9 είναι επίσης εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένες σύμφωνα με το σχετικό νόμο στην Κύπρο και κατά τον ουσιώδη χρόνο μαζί με τον Εναγόμενο 1, ήταν πελάτες των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής και/ή μέτοχος και εκπροσωπούσε όλες τις Εναγόμενες εταιρείες ως όμιλο εταιρειών και ενεργούσε για όλες συνολικά και τις παρουσίαζε ως μία οντότητα κάτω από τον τίτλο Όμιλος Εταιρειών Πετεβίνος. Στη βάση γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 11.12.2008 και του μνημονίου συνεργασίας ημερομηνίας 15.12.2008, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον Εναγόμενο 1, ως διευθυντή του Ομίλου Εταιρειών Πετεβίνος (στο εξής όμιλος Πετεβίνος) και εκ μέρους των Εναγομένων 2 - 9, όπως οι Ενάγοντες προσφέρουν προς όλες τις εταιρείες του συγκροτήματος συμβουλευτικές, οικονομικές υπηρεσίες μεταξύ των οποίων και βοήθεια για εξασφάλιση χρηματοδότησης έργων ανάπτυξης στον κατασκευαστικό τομέα. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι το αντάλλαγμα για την παροχή των αναφερομένων υπηρεσιών των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους θα καθοριζόταν βάσει του 5% επί του συνόλου παντός εκταμιευμένου ή χορηγούμενου από χρηματοπιστωτικό ή άλλο δανειοδοτικό ίδρυμα που αφορά ένα έκαστο υπό ανάπτυξη ή κατασκευή έργο καθώς επίσης και επί παντός εισπραττόμενου ποσού από μέρους του ομίλου Πετεβίνος κατά την εκποίηση μέρους ή του όλου έργου. Οι Ενάγοντες, όπως ισχυρίζονται, παρείχαν συγκεκριμένες χρηματοοικονομικές και άλλες συμβουλευτικές εργασίες κατ' εντολή του Εναγόμενου 1 προς τους Εναγόμενους 2 και προς άλλες εταιρείες του Ομίλου Πετεβίνος και εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο ημερομηνίας 10.01.2010 προς τους Εναγόμενους 2 για το ποσό των €350.000 πλέον Φ.Π.Α. Οι Ενάγοντες επανειλημμένα αξίωσαν την πληρωμή του ποσού, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, και ιδιαίτερα με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 27.09.
  21. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα και παραμένει χρεωστικό οφειλόμενο ολόκληρο το ποσό και για το λόγο αυτό καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση στην οποία ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης τους οποίους όμως αγνοούν και αρνούνται οι υπόλοιποι Εναγόμενοι. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται επίσης ότι ήταν πελάτης των Εναγόντων αλλά οι υπόλοιποι Εναγόμενοι αρνούνται κατηγορηματικά ότι ήταν πελάτες των Εναγόντων. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι 2 και 7 αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής και μέτοχος τους, ενώ οι Εναγόμενοι 3, 4 5, 6 8 και 9 παραδέχονται ότι κατά τον ουσιαστικό χρόνο ήταν διευθυντής και μέτοχος τους. Οι Εναγόμενοι 2 - 9 αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 1 τους εκπροσωπούσε ως όμιλο εταιρειών και/ή ξεχωριστά και ενεργούσε για όλους συλλογικά και/ή ξεχωριστά, και ότι τους παρουσίαζε ή είχε δικαίωμα να τους παρουσιάζει ως μια οντότητα κάτω από τον τίτλο Όμιλος Εταιρειών Πετεβίνος. Οι Εναγόμενοι 2 - 9 αρνούνται ότι έδωσαν στον Εναγόμενο 1 οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και ισχυρίζονται ότι δεν συνιστούσαν νομικό πρόσωπο ή οντότητα ή όμιλο όλοι μαζί και αρνούνται ότι δεσμεύονται έναντι των Εναγόντων από την ισχυριζόμενη συμφωνία και το μνημόνιο. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας του με τους Ενάγοντες, κατά ή περί τις 05.04.2009 και χωρίς την εξουσιοδότηση των Εναγομένων 2 - 9, συνήψε εικονικό, παράνομο και άκυρο αγοραπωλητήριο έγγραφο, σύμφωνα με το οποίο ψευδώς και παραπλανητικά εμφάνιζε τους Εναγόμενους 7 να έχουν πωλήσει στους Ενάγοντες ένα διαμέρισμα έναντι του τιμήματος των €487.000,00 το οποίο θα εξοφλείτο από την αποζημίωση 5% που θα τους κατέβαλλαν οι Εναγόμενοι
  22. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κανένα ποσό για κατασκευή ή ανάπτυξη έργου εκταμιεύτηκε για οποιοδήποτε από αυτούς και ούτε άλλο αντάλλαγμα έδωσαν οι Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους και ως εκ τούτου ισχυρίζονται ότι η Απαίτηση των Εναγόντων είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι Ενάγοντες τους πρόσφεραν οποιεσδήποτε συμβουλευτικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και αρνούνται ότι οφείλουν στους Ενάγοντες το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ισχυρίζονται ότι το επίδικο τιμολόγιο οι Ενάγοντες το κατασκεύασαν και/ή το εξέδωσαν δόλια, απατηλά και υστερόβουλα και μετά από σκέψεις για να ενισχύσουν την ισχυριζόμενη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων
  23. Στη βάση των ισχυρισμών για άκυρο και εικονικό αγοραπωλητήριο έγγραφο, η Εναγόμενη 7 ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες:
  24. Δήλωση ότι δεν υπάρχει δεσμευτική και επιβλητή συμφωνία πώλησης μεταξύ των Εναγόμενων 7 και των Εναγόντων.
  25. Δήλωση ότι η πιο πάνω συμφωνία είναι άκυρη εξ' υπαρχής και χωρίς καμία ισχύ και/ή διάταγμα ακύρωσης της.
  26. Διάταγμα που να διατάσσει τους Ενάγοντες να αποσύρουν από το κτηματολόγιο το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 05.04.2009 και/ή διατάσσει τη διαγραφή του εμπράγματου βάρους που δημιούργησε η κατάθεση του.
  27. Διαζευκτικά διάταγμα ακύρωσης της κατάθεσης του πιο πάνω εγγράφου. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρνούνται ότι το οφειλόμενο ποσό προεξοφλήθηκε με το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος το οποίο αγόρασαν οι Ενάγοντες από τους Εναγόμενους
  28. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες. Τον Φίλιππο Ευστρατίου, Διευθυντή των εναγόντων 2 (Μ.Ε.1), τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου, Διευθυντή των εναγόντων 1 (Μ.Ε.2) και τον Αντρέα Παναγιώτου (Μ.Ε.3). Για τους εναγόμενους έδωσε μαρτυρία ο Δημόκριτος Αριστείδου (Μ.Υ.1). Ο Μ.Ε.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, η οποία έγινε Τεκμήριo Α και στην οποία επαναλαμβάνει ουσιαστικά το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 1-
  29. Ανέφερε στην αντεξέταση του, ότι οι υπηρεσίες που οι Ενάγουσες πρόσφεραν στους Εναγόμενους αφορούσαν την ετοιμασία τεχνοοικονομικής μελέτης και αφορούσαν κυρίως διαβεβαιώσεις προς την τράπεζα για την βιωσιμότητα της επένδυσης. Ο Εναγόμενος 1, σύμφωνα με τον μάρτυρα, παρουσιάστηκε στους διευθυντές των Εναγόντων ως εκπρόσωπος των εταιρειών, ζητώντας απ' αυτούς την βοήθεια τους σε σχέση με συμβουλευτικές υπηρεσίες για χρηματοοικονομικά θέματα με σκοπό την εξασφάλιση δανείου από την Ελληνική Τράπεζα. Η συμφωνία των Εναγόντων έγινε με την Petevinos Group αφού ο Εναγόμενος 1 παρουσιαζόταν να εκπροσωπεί τον όμιλο εταιρειών Πετεβίνος. Σε υποβολή της κας Ιωάννου ότι κατά τον ουσιαστικό χρόνο δεν υπήρχε νομική οντότητα με το όνομα Petevinos Group, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι διευθυντές των Εναγόντων δεν διερεύνησαν πράγματι αν υπήρχε τέτοιο νομικό πρόσωπο, επειδή γνώριζαν τον Εναγόμενο 1 και ούτε θεώρησαν ότι ο Εναγόμενος 1 θα τους παραπληροφορούσε, αφού τους διαβεβαίωνε ότι εκπροσωπούσε τον όμιλο των εταιρειών του. Ως αποτέλεσμα των υπηρεσιών που οι Ενάγοντες πρόσφεραν στους Εναγόμενους, εκταμιεύθηκε το ποσό των €6.000.000 από την Ελληνική Τράπεζα προς την Εναγόμενη 2 και με βάση τη συμφωνία, Τεκμήριο 2, οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €350.000 πλέον ΦΠΑ το οποίο οφείλεται μέχρι σήμερα για τις υπηρεσίες τις οποίες είχαν προσφέρει. Η Εναγόμενη 2 είχε προηγουμένως αποταθεί σε άλλη τράπεζα για την εξασφάλιση δανείου, η απάντηση της τράπεζας όμως ήταν αρνητική. Οι τράπεζες την περίοδο εκείνη ήθελαν την παρουσία ενός business plan το οποίο να εξηγεί το σκοπό του δανείου και τη βιωσιμότητα του έργου για το οποίο απαιτείτο το δάνειο. Οι Ενάγοντες πραγματοποίησαν αυτό το σχέδιο, που ήταν ένας μεγάλος όγκος δουλειάς, έγιναν πάρα πολλές συναντήσεις με την τράπεζα αλλά και τεχνοοικονομική μελέτη και ως αποτέλεσμα το δάνειο εγκρίθηκε και εκταμιεύθηκε το ποσό των €6.000.
  30. Μαζί με τη βοήθεια του συνεργάτη του Εναγόμενου 1 Γιώργου Φιλίππου, ο ίδιος ετοίμασε την τεχνοοικονομική μελέτη, που αποδείκνυε ότι το έργο ήταν βιώσιμο. Σε σχέση με το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 5.4.09 και τη θέση της κας Ιωάννου ότι αυτό ήταν εικονικό, ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή και ανέφερε ότι αυτό εξετάστηκε από την Αστυνομία και ήταν καθ' όλα νόμιμο. Ο Μ.Ε.2 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Εναγόμενος 1 ζήτησε τις υπηρεσίες των Εναγόντων για εξασφάλιση δανείου για την αγορά του κτιρίου Mairoza λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος 1 με τις εταιρείες του. Υπέγραψαν το Τεκμήριο 2 που είναι η συμφωνία και το Τεκμήριο 3 που είναι το μνημόνιο συνεργασίας με το συγκρότημα του κ. Πετεβίνου. Έγιναν πολλές συναντήσεις μαζί του και καταναλώθηκαν πολλές ώρες με τον Εναγόμενο 1, τον Γιώργο Φιλίππου και τον Μ.Ε.1 αλλά και τον εκτελεστικό διευθυντή της Ελληνικής Τράπεζας κ. Κεραυνό, που αποσκοπούσαν σε συζήτηση των θεμάτων για την έγκριση και εκταμίευση του επίδικου δανείου. Μετά από πολλές προσπάθειες και τη δική του συμβολή, όπως ανέφερε ο μάρτυρας, εγκρίθηκε το επίδικο δάνειο, εκταμιεύθηκε ποσό €5.000.000 για την αγορά του κτιρίου Mairoza και ποσό €1.000.000 για την ανακαίνιση του. Στον μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι τίποτε δεν πρόσφερε στους εναγόμενους και καμία βοήθεια έδωσε για την έγκριση του δανείου. Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι τράπεζες εκτός από τις δικές τους εκτιμήσεις ζητούσαν την ετοιμασία μελέτης από τα πρόσωπα που ζητούσαν το δάνειο και μετά την εμπεριστατωμένη μελέτη που ετοίμασε ο Μ.Ε.1, εγκρίθηκε το δάνειο. Σε ερώτηση της κας Ιωάννου αναφορικά με τις ενέργειες που ο ίδιος έκαμε για να διαπιστώσει αν υπήρχε νομική οντότητα με το όνομα Petevinos Group, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έκαμε οτιδήποτε γιατί εξ αρχής πείστηκε ότι ευσταθούσε τέτοια νομική οντότητα για τον λόγο ακριβώς ότι έτσι παρουσιαζόταν ο Εναγόμενος 1 στις συναντήσεις που είχαν. Τελευταίος μάρτυρας για τους Ενάγοντες (Μ.Ε.3) ήταν ο Αντρέας Παναγιώτου, ο οποίος κατά τον ουσιαστικό χρόνο υπήρξε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Τράπεζας. Κατά τον Μάιο του 2009 δέχθηκε, όπως ανέφερε, τηλεφώνημα από τον Μ.Ε.2, με σκοπό να συστήσει στην Τράπεζα τον Εναγόμενο 1 που ασχολείτο με έργα ανάπτυξης. Πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ τους και ο Μ.Ε.2 ανέπτυξε το έργο, το οποίο αφορούσε την αγορά της πολυκατοικίας Mairoza στη Λεμεσό. Το κόστος ανάπτυξης ανερχόταν στα €10.000.000 και χρειαζόταν ανακαίνιση και διαμόρφωση για να μπορέσει να πωληθεί σταδιακά και με την ανακαίνιση θα διπλασιαζόταν όπως τον διαβεβαίωσαν η αξία του συγκροτήματος. Έγινε ανταλλαγή απόψεων με τα στελέχη της Τράπεζας και ο ίδιος παρακάλεσε τον Ανώτατο Διευθυντή να χειριστεί περαιτέρω το θέμα. Στη συνέχεια το αίτημα παραπέμφθηκε στη Λεμεσό στο αρμόδιο κλιμάκιο, όπου και άρχισαν οι διαβουλεύσεις. Υποβλήθηκαν όλα τα στοιχεία, ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες και η Τράπεζα έκρινε το ποσό των €10.000.000 υπερβολικό και έγιναν διαβουλεύσεις για το ποσό των €6.000.000, από το οποίο €5.000.000 θα δίνονταν για την αγορά του κτιρίου και €1.000.000 για ανακαίνιση και καταβολή τόκων. Μετά την έγκριση εκταμιεύθηκε ποσό €5.000.000 για την αγορά και άρχισε η εκταμίευση του ποσού για την ανακαίνιση. Σε κάποιο σημείο η ανακαίνιση σταμάτησε γιατί ο Πέτρος Πετεβίνος δεν είχε τα χρήματα για να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας το δάνειο δόθηκε αφού ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία και όχι λόγω του κ. Χριστοδούλου. Αν έπειθε την τράπεζα με τα στοιχεία, θα γινόταν αποδεκτό το αίτημα για το δάνειο. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Δημόκριτος Αριστείδου (Μ.Υ.1), ο οποίος ανέφερε ότι ήταν ο δικηγόρος της εταιρείας Mairoza από το 1979 και είχε πολύ στενές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας, τους διευθυντές και τους μετόχους της εταιρείας αυτής. Κατά το τέλος του 2006 διορίστηκε ως διευθυντής της εταιρείας που αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και μετά από εξέταση όλων των δεδομένων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για να αντεπεξέλθει η εταιρεία θα έπρεπε να πωληθεί το ακίνητο. Έκαμε διαπραγματεύσεις με διάφορα πρόσωπα για την πώληση της εταιρείας και το 2007 συμφώνησε την πώληση του κτιρίου με τον Πανίκο Γιατρό. Κατά το 2008 εμφανίστηκε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ήθελε να αγοράσει μέρος του κτιρίου και ο Εναγόμενος 1 του σύστησε το Γιώργο Φιλίππου και τον Φίλιππο Ευστρατίου, οι οποίοι του ανέφεραν ότι θα εξασφαλίσουν δάνειο για την αγορά του κτιρίου. Επειδή καθυστερούσε η πράξη, επικοινώνησε ο ίδιος με την Ελληνική Τράπεζα, η οποία τον διαβεβαίωσε ότι θα έδινε το δάνειο. Μίλησε με τον υπεύθυνο της Τράπεζας στη Λεμεσό και εξ όσων πληροφορήθηκε στο φάκελο της τράπεζας υπήρχε ένα ερωτηματολόγιο το οποίο απαντήθηκε από τον Εναγόμενο 1 και δυο εκθέσεις εκτίμησης που παρέδωσε ο Εναγόμενος 1 και πληροφορήθηκε επίσης μέσα από τον φάκελο ότι μετά από σύσταση του διευθυντή της Τράπεζας στη Λεμεσό εγκρίθηκε δάνειο για την αγορά του κτιρίου ύψους €5.000.000 και ποσό €1.000.000 για την ανακαίνιση του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Εναγόμενος 1 για κάθε δουλειά που έκαμνε δημιουργούσε και μία εταιρεία, όμως δεν υπήρχε ως νομικό πρόσωπο η Petevinos Group και ο σκοπός που ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιούσε το όνομα αυτό ήταν «για να προσελκύει την αγορά». Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στο Τεκμήριο 10, το οποίο χαρακτήρισε ως εικονικό. Όπως ανέφερε, το Τεκμήριο 10 μιλά για χρήματα που δεν δόθηκαν και για ένα ακίνητο που δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και το έργο δεν προχώρησε, όπως περαιτέρω ανέφερε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι το δάνειο δόθηκε λόγω της προσπάθειας των Εναγόντων και σε υποβολή του κ. Νεοκλέους ότι δόθηκε λόγω της μελέτης που ετοίμασαν οι Ενάγοντες, ο μάρτυρας αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Στο μάρτυρα υπεβλήθηκε ότι οι Ενάγοντες στηρίζουν την απαίτηση τους στις συμφωνίες Τεκμήρια 2 και 3 για υπηρεσίες που παραχώρησαν, θέση που ο μάρτυρας αρνήθηκε και επανέλαβε ότι το δάνειο δεν δόθηκε λόγω των υπηρεσιών των Εναγόντων. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Οι Εναγόμενοι αμφισβητούν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για προσφορά υπηρεσιών και ιδιαίτερα την ετοιμασία τεχνοοικονομικής μελέτης. Οι Ενάγοντες και ιδιαίτερα ο Μ.Ε.1 παρά τους ισχυρισμούς τους για την ετοιμασία τέτοιας μελέτης τίποτε δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στηρίζουν ουσιαστικά την απαίτηση τους στα Τεκμήρια 2 και
  31. Η υπόθεση των εναγόντων θεωρώ ότι δεν στηρίζεται στην αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά η ουσία της υπόθεσης είναι το κατά πόσο η υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, δεσμεύει όλους τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι 2-9 αρνούνται οποιαδήποτε προσφορά υπηρεσιών εκ μέρους των Εναγόντων αλλά αρνούνται ιδιαίτερα ότι ο Εναγόμενος 1 είχε εξουσιοδοτηθεί εκ μέρους τους να τους εκπροσωπήσει στην υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο
  32. Το Τεκμήριο 2, όπως φαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί εκ μέρους των Εναγόντων και του συγκροτήματος εταιρειών Πετεβίνος (Petevinos Group). Είναι παραδεκτό από τους Ενάγοντες ότι δεν υπάρχει τέτοια νομική οντότητα και γι' αυτό ακριβώς το λόγο καταχώρισαν την αγωγή εναντίον των οκτώ εταιρειών και του ίδιου του Πέτρου Πετεβίνου. Οι Εναγόμενοι 2 και 7 αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής τους ενώ οι υπόλοιποι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διευθυντής τους. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οτιδήποτε εκ μέρους των Εναγόντων που να καταδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 2-9 εξουσιοδότησαν με οποιονδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει την επίδικη συμφωνία παρά τους ισχυρισμούς των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι είχαν την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος 1 εκπροσωπούσε το σύνολο των εταιρειών. Οι ίδιοι εξ άλλου παραδέχτηκαν ότι καμιά έρευνα έκαμαν για το θέμα της εκπροσώπησης από τον εναγόμενο
  33. Η απόδειξη της Απαίτησης των Εναγόντων δεν θα κριθεί όπως αναφέρω πιο πάνω στο αξιόπιστο ή όχι της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αλλά στο κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 εκπροσωπούσε νόμιμα και είχε την εξουσιοδότηση των Εναγομένων να υπογράψει το Τεκμήριο 2, αφού δεν αμφισβητείται η υπογραφή του Τεκμηρίου 2 από τον ίδιο. Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 υποστήριξαν ότι ο Εναγόμενος 1 είχε τέτοια εξουσία, όμως οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν μετέωροι. Δεν αμφισβητείται εκ μέρους των Εναγομένων 2-9 ότι αποτελούν μέλη των εταιρειών που ο Εναγόμενος 1 παρουσίαζε ως το συγκρότημα εταιρειών Πετεβίνος, όμως δεν αποδέχονται ότι υπάρχει νομική οντότητα με τέτοιο όνομα. Σύμφωνα με το άρθρο 195 του Περί Συμβάσεων Νόμου ΚΕΦ.195: «Το πρόσωπο που παριστάνει ψευδώς τον εαυτό του ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο άλλου και με τον τρόπο αυτό εξωθεί τρίτο να συναλλαγεί μαζί του υπό την ιδιότητα του αντιπροσώπου, υποχρεούται να αποζημιώνει τον τρίτο για κάθε απώλεια ή ζημιά αυτός υπέστη από τη συναλλαγή αυτή εάν το πρόσωπο που προβάλλεται ως αντιπροσωπευόμενος δεν εγκρίνει τις πράξεις του.» Εξετάζοντας το Τεκμήριο 2 και την αναφορά σε συγκρότημα εταιρειών είναι σαφές ότι η συμφωνία υπογράφηκε με ένα ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο Εναγόμενος 1 ψευδώς και παραπλανητικά παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες ότι ενεργούσε ως το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους των Εναγόμενων 2-9, παρουσιάζοντας τους Εναγόμενους 2-9 ως όμιλο εταιρειών με κοινή βούληση. Ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και οι Εναγόμενοι 2 - 9 αρνούνται ότι τον είχαν εξουσιοδοτήσει να υπογράψει το Τεκμήριο
  34. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποιούσε το όνομα Petevinos Group «για να προσελκύει την αγορά» στοιχείο, κατά την κρίση μου, που καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος 1 συνήθιζε να παρουσιάζει για σκοπούς εντυπώσεων ψεύτικη και παραπλανητική εικόνα των εταιρειών του αλλά και της δικής του εξουσίας. Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 εμπιστεύθηκαν, όπως ανέφεραν, τον Εναγόμενο 1 και δεν πίστευαν ότι θα τους εξαπατούσε, όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την υπογραφή συμφωνίας με ένα ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, ιδιαίτερα από τον Μ.Ε.2 ο οποίος διετέλεσε όπως ο ίδιος ανέφερε Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος 1 ψευδώς και παραπλανητικά παρουσιάστηκε στους Ενάγοντες ότι ενεργούσε υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου του συγκροτήματος εταιρειών Πετεβίνος που στον ουσιαστικό χρόνο δεν υπάρχει μαρτυρία ποιες εταιρείες αποτελούσαν το συγκρότημα Πετεβίνος. Στο Τεκμήριο 2 υπάρχει κάτω από την υπογραφή για το συγκρότημα Petevinos Group, η υπογραφή του Πέτρου Πετεβίνου αλλά και σφραγίδα της Εναγόμενης
  35. Το γεγονός ότι υπάρχει η σφραγίδα της Εναγόμενης 7 δεν μπορεί να ερμηνευθεί, κατά την κρίση μου, ως έγκριση και αποδοχή της Εναγόμενης 7, αφού δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να υποστηρίζει τέτοια έγκριση, αλλά περαιτέρω η συμφωνία όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της γίνεται μεταξύ των εναγόντων και του συγκροτήματος Petevinos. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η τοποθέτησης της σφραγίδας που αφορά την εταιρεία Petevinos The Resorts Ltd δεν μπορεί να έχει καμία άλλη ερμηνεία παρά από την τυχαία και χωρίς συγκεκριμένη πρόθεση τοποθέτησης της σφραγίδας αυτής. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι η υπογραφή των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν δεσμεύει τους Εναγόμενους 2 - 9 αφού ουδέποτε ενέκριναν την υπογραφή τους και ουδέποτε αποδέκτηκαν το περιεχόμενο τους. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 δεσμεύεται έναντι των Εναγόντων από την υπογραφή της συμφωνίας, Τεκμήριο 2 στη βάση του άρθρου 195 του Κεφ.
  36. Μπορεί οι Εναγόμενοι 2-9 να αμφισβητούν τις υπηρεσίες των Εναγόντων και να αρνούνται ότι οι Ενάγοντες έχουν προβεί σε οποιαδήποτε μελέτη για υποστήριξη του αιτήματος για παροχή δανείου, ο Εναγόμενος 1 όμως όχι μόνο δεν αμφισβητεί τις υπηρεσίες των Εναγόντων, αλλά με την επιστολή του Τεκμήριο 6, ευχαριστεί ιδιαίτερα τους Ενάγοντες για τις υπηρεσίες αυτές και με την επιστολή, Τεκμήριο 13, επιβεβαιώνει την βοήθεια τους για την έγκριση του δανείου από την Ελληνική Τράπεζα. Όπως ανέφερα, ο Εναγόμενος 1 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η όποια ερμηνεία των Τεκμηρίων 6 και 13 δόθηκε από τον Μ.Υ.1, και τα όσα ο Μ.Υ.1 καταλογίζει στους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 για την υπογραφή των Τεκμηρίων 6 και 13 δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματική πρόθεση του Εναγόμενου
  37. Ο Μ.Υ.1 δεν μπορεί να γνωρίζει τις προθέσεις του Εναγόμενου 1, αφού δεν είχε στον ουσιαστικό χρόνο γνώση της υπογραφής των Τεκμηρίων από τον Εναγόμενο 1 ούτε και γνωρίζει τις σχέσεις μεταξύ Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και εναγομένου
  38. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 13 παραμένει δεδομένο και αδιαμφισβήτητο και η πρόθεση του Εναγόμενου 1 εκφράζεται μέσα από το περιεχόμενο τους και η όποια ερμηνεία δίδεται από τον Μ.Υ.1 αφορά τη δική του πεποίθηση και επιθυμία παρά πραγματικό γεγονός. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει στην Απαίτηση τους και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε με τους Ενάγοντες για την παροχή εκ μέρους τους υπηρεσιών τεχνοοικονομικής μελέτης, σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2 και 3, και αναγνωρίζει τις υπηρεσίες αυτές των εναγόντων (Τεκμήρια 6 και 13). Θεωρώ όμως ότι η Απαίτηση των Εναγόντων δεν μπορεί να έχει την ίδια επιτυχία σε σχέση με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, αφού οι Εναγόμενοι 2-9 δεν αναγνωρίζουν οποιαδήποτε εξουσία του Εναγόμενου 1 να υπογράψει εκ μέρους τους την συμφωνία, Τεκμήριο 2 και ούτε αναγνωρίζουν οποιαδήποτε ενέργεια των Εναγόντων προς όφελος τους και οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι Εναγόμενοι 2 - 9 ενέκριναν τις ενέργειες του Εναγόμενου
  39. Με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι 7 ζητούν δήλωση ότι δεν υπάρχει δεσμευτική συμφωνία πώλησης μεταξύ των Εναγόμενων 7 και των Εναγόντων και δήλωση ότι η συμφωνία αυτή είναι εξ αρχής άκυρη. Δεν έχει τεθεί όμως ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση αυτή των Εναγομένων 7 και δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι το θέμα εξετάσθηκε από την Αστυνομία και δεν προέκυψε οτιδήποτε. Η παραδοχή του Εναγόμενου 1 στην έκθεση υπεράσπισης ότι υπέγραψε εικονικό, παράνομο και άκυρο αγοραπωλητήριο έγγραφο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και δεν αντεξετάστηκε. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 7 σε σχέση με την Ανταπαίτηση παρέμειναν μετέωροι. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον του Εναγόμενου 1 και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 ως η Απαίτηση πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την Απαίτηση τους εναντίον των Εναγόμενων 2-9 και ως εκ τούτου η Απαίτηση εναντίον τους απορρίπτεται χωρίς διαταγή για έξοδα, αφού η Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 - 9 ήταν κοινή με τον Εναγόμενο 1 παρά τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς τη Έκθεσης Υπεράσπισης. Απορρίπτεται επίσης η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων 7 εναντίον των Εναγόντων, χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ-ΙΜ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Οφειλή για παρεχόμενες υπηρεσίες cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.