RODOU CHARALAMBOUS & SONS LIMITED ν. ΠΑΝΙΚΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3404/15, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A552 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3404/15 ΜΕΤΑΞΥ: RODOU CHARALAMBOUS & SONS LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και
- ΠΑΝΙΚΟΥ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ, από τη Λεμεσό
- ONOPAN ESTATES & INVESTMENTS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 14.9.2016 Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Γεωργίου για A.Chr. Theophilou LLC (για να ακούσει απόφαση η κα Παναγιώτου) Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Παύλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Η Ενάγουσα-Αιτήτρια με την αίτηση της ημερ. 14/9/2016 αιτείται: «(α) Άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στην Ενάγουσα και/ή εκπρόσωπο της να προβεί ενόρκως σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, τα οποία αναφέρονται και/ή είναι σχετικά με οποιοδήποτε θέμα της παρούσας αγωγής, εντός του χρόνου που θα διατάξει το Δικαστήριο. (β) Τα έξοδα της αίτησης.» Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.28, Θ.3, Δ.39, Δ.48, Θ.1, 2
(1), 3 και 4 και Δ.64 και στις γενικές αρχές και συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση H αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Δημοσθένους, η οποία αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι: «
- Μετά την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης και κατά την μελέτη και προετοιμασία της υπόθεσης για Ακρόαση, περί το τέλος του καλοκαιριού η δικηγόρος της Ενάγουσας κ. Γεωργίου που χειρίζεται την υπόθεση εντόπισε μια δέσμη εγγράφων που αφορούν και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής, τα οποία εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής δεν είχε αποκαλύψει προηγουμένως καθότι δεν τα είχε εντοπίσει στο αρχείο του γραφείου, αφού βρίσκονταν σε αρχείο εκτός του γραφείου όπου αποθηκεύονται οι κλειστές και παλιές υποθέσεις (συγκεκριμένα στον φάκελο της Αίτησης πτώχευσης 54/2010 που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης). Όπως με ενημερώνει η κ. Γεωργίου επειδή δεν εργαζόταν στο γραφείο των δικηγόρων της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε την ύπαρξη τους και έτσι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους δεν είχαν αποκαλυφθεί κατά την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Συγκεκριμένα τα έγγραφα αυτά αφορούν την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και τις διαβουλεύσεις που έγιναν με το δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία, που ήταν τότε κατά τον ουσιώδη χρόνο οι δικηγόροι των Εναγομένων, τις οποίες υπογράφει ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου και το δικηγορικό γραφείο Ανδρέα Θεοφίλου (A. CHR. THEOPHILOU LLC), δικηγόροι της Ενάγουσας όπου ορισμένες υπογράφει ο κ. Ανδρέας Θεοφίλου και άλλες η κ. Μαρία Σωκράτους, δικηγόροι. Η εν λόγω αλληλογραφία περιλαμβάνει όλες τις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των μερών μέσω των δικηγόρων τους από την έναρξη των διαπραγματεύσεων σε σχέση με την διαδικασία πτώχευσης και την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, μέχρι την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά και την υπογραφή της επίδικης εγγυητικής και της τελικής διευθέτησης των ποσών της εγγυητικής μέχρι εκδίκασης της Έφεσης. Η εν λόγω αλληλογραφία διαφωτίζει το ιστορικό της υπόθεσης και επιβεβαιώνει την αναγνώριση της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 12/4/2010 από τους Εναγόμενους μέσω των δικηγόρων τους. Επίσης, στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνεται προσχέδιο της επίδικης συμφωνίας που αποστάληκε από μέρους του δικηγορικού γραφείου Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία την 12/4/2010 και ώρα 8:30 π.μ. στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Η εν λόγω αλληλογραφία ανταλλάγηκε στα πλαίσια της Αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού 2/2007 (του Ανωτάτου Δικαστηρίου 19/2006) και της Έφεσης 18/2010, ως επίσης και της αίτησης πτώχευσης 54/2010 που καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου 1 (ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης) μέχρι την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, η οποία αμφισβητείται από τους Εναγόμενους και της υπογραφής της επίδικης εγγυητικής. (.) Περαιτέρω, η Ενάγουσα επιθυμεί να αποκαλύψει τα Πρακτικά του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης Πτώχευσης υπ' αριθμό 54/2010 (Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού) ημερομηνίας 2/3/2010, 9/3/2010, 15/3/2010, 23/3/2010, 29/3/2010 και 12/4/2010, τα οποία η Ενάγουσα δεν είχε στην κατοχή της κατά την καταχώρηση της αρχικής αποκάλυψης εγγράφων και τα οποία περιήλθαν στην κατοχή της μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και την προετοιμασία της μαρτυρίας του υπαλλήλου του Δικαστηρίου την 23/8/
- Για αυτό το λόγο δεν μπόρεσε να τα αποκαλύψει ενωρίτερα.
- Τέλος, η Ενάγουσα επιθυμεί να αποκαλύψει περαιτέρω αντίγραφο της επίδικης εγγυητικής που έχει η Τράπεζα στην κατοχή της ημερομηνίας 22/4/2010, όπως επίσης κατάσταση λογαριασμού της Ενάγουσας όπου παρουσιάζεται ότι αποκόπτονταν τα εκάστοτε έξοδα της εγγυητικής από τον λογαριασμό της Ενάγουσας. Τα εν λόγω έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν στην αρχική δήλωση καθότι μόλις χθες προσκομίσθηκαν αντίγραφα από την Τράπεζα κατά την προετοιμασία της μαρτυρίας του υπαλλήλου της.» Η Ένσταση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
- Οι Αιτητές προσπαθούν να αποκαλύψουν νέα έγγραφα σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο, καταστρατηγώντας με τον τρόπο αυτό τη συνοπτική διαδικασία και/ή τις επιτακτικές πρόνοιες των νέων Διαταγών 25 και 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Στις 07/06/2016, οι Αιτητές καταχώρησαν στο Δικαστήριο συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία αποκάλυψαν νέα έγγραφα χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου και/ή κατά παράβαση των προνοιών της Δ.28 Θ.Θ. 2 &3 και/ή του τύπου 22 που επιβάλλει η Δ.28 θ.
- Τα νέα έγγραφα που επιχειρούν να αποκαλύψουν οι Αιτητές είναι άσχετα με τη βάση της απαίτησης του Ενάγοντα και/ή δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, δε πληροί τις προϋποθέσεις της Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή η ενόρκως δηλούσα δεν είχε ιδία γνώση όλων των γεγονότων και/ή αυτή δεν κατονομάζει ή κατονομάζει ικανοποιητικά την πηγή της γνώσης της και/ή η πηγή της γνώσης της είναι γενική και αόριστη.
- Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της παρούσας Αίτησης έγινε από δικηγορική υπάλληλο και όχι από τους Αιτητές, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και ενδεχόμενη έγκριση της θα προκαλέσει αδικία σε βάρος των Εναγομένων που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με έξοδα.» Η ένσταση βασίζεται πάνω στις Δ.25 Θ.1, Δ.28 ΘΘ.2 & 3, Δ.30, Δ.39 ΘΘ. 1&2 και Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πάνω στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. H ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Πανίκου Ονουφρίου, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους που προβάλλει στην ένσταση του, επαναλαμβάνοντας περαιτέρω ότι τα έγγραφα αυτά, όφειλε ο ενάγοντας να τα αποκαλύψει αρχικά, αφού ο ίδιος τα είχε στην κατοχή του από την αρχή έγερσης της παρούσας αγωγής. Ήταν δε περαιτέρω η θέση του, ότι με την τροποποίηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα έγγραφα θα πρέπει να αποκαλύπτονται εφάπαξ και μια φορά, χωρίς να έχει δικαίωμα ο διάδικος να προβαίνει σε συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις στις οποίες υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και συγγράμματα. Αναφορά στις θέσεις των συνηγόρων θα γίνει εκεί όπου και στον βαθμό που είναι αναγκαίο στην συνέχεια. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν το θέμα της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, ως μπορούν να συνοψισθούν με βάση τη σχετική νομολογία, είναι οι ακόλουθες:
- Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και στην αποτροπή αιφνιδιασμού του αντιδίκου σε σχέση με έγγραφη απόδειξη. Περαιτέρω στοχεύει στην δυνατότητα ορθής αντιμετώπισης της υπόθεσης κατά την ημέρα της δίκης και την αποφυγή ή μείωση των εξόδων.
- Η αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους.
- Σχετικά με τα επίδικα θέματα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και που σχετίζονται φυσικά με τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα ενός εγγράφου ελέγχεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις και τις λεπτομέρειες που τυχόν έχουν δοθεί. Επισημαίνεται ότι η αποκάλυψη δεν περιορίζεται σε έγγραφα τα οποία θα ήταν αποδεκτά ως μαρτυρία νοουμένου ότι αυτά είναι δυνατόν να προωθήσουν την υπόθεση του αιτούντος ή να βλάψουν εκείνη του αντιπάλου του. Το κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για τους σκοπούς ένορκης αποκάλυψης κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι από το διάδικο. Η κρίση για τη σχετικότητα προϋποθέτει υπαρκτό αντικείμενο σε σχέση με το οποίο αυτή διαμορφώνεται.
- Δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη εγγράφων για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας.
- Τα έγγραφα τα οποία ζητείται να αποκαλυφθούν πρέπει να ήταν ή να βρίσκονται στην κατοχή ή εξουσία ή έλεγχο του διαδίκου που θα προβεί στην αποκάλυψη.
- Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28, αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα.
- Η αποκάλυψη εγγράφων εναπόκειται σε κάθε περίπτωση στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
- Το διάταγμα δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Με άλλα λόγια αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. (Βλ. National Bank of Greece S.A. v. Mitsides and Another
(1962)1 C.L.R. 40 Τυλληρή ν. Λαικής Τράπεζας
(1998)1Δ Α.Α.Δ 2271, G.A.P. Navigation v. Merzario Marrittima SRL
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1624, Transmarine Shipping Ltd v. Ονουφρίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 151, Vector Onega v. Του πλοίου M/V girvas κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 823 Kipagrotiki Ltd ν. Σάββα
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1610 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13 σελ. 34 επ.). Ως προκύπτει δε από τη Δ.28 η ένορκη αποκάλυψη μπορεί να διακριθεί σε γενική αποκάλυψη και σε ειδική αποκάλυψη δηλαδή σε αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων που καθορίζονται είτε ονομαστικά, είτε με αναφορά σε κατηγορία στην οποία ανήκουν. Αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.11 πρέπει να γίνεται διά κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ενώ αίτηση δυνάμει της Δ.28 Κ.1 μπορεί να γίνει μονομερώς και να μην υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (βλ. Δ.28 Κ.1 και Δ.48 Κ.8
(1)(z)). Στην TBF (CYPRUS) LTD κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1Α Α.Α.Δ. 153 επικροτήθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστή ότι η Δ.28 Κ.11 χρησιμοποιείται εφόσον η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον την πιο πάνω διάταξη μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Όσον δε αφορά το σκοπό της εν λόγω διάταξης αφού το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι αυτή ταυτίζεται με την αγγλική Δ.31 Κ.19Α
(3)παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ...................................... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Όταν λοιπόν ζητείται η αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου δυνάμει της Δ.28 Κ.11 απαιτείται να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι η ένορκη δήλωση αποκάλυψης ήταν ανεπαρκής καθώς και η σχετικότητα αλλά και η κατοχή του εγγράφου (βλ. και The Annual Practice 1958, σελ. 725). Πρόσφατη δε απόφαση επί του θέματος αποτελεί και η Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 31/2013 MARCEGAGLIA SpA από την Ιταλία, GAZOLDO DEGLI OPPOKITI, MANTOVA ν ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ «VYSOKOGORSK» ΣΗΜΑΙΑΣ ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ, ημερομηνίας 31.5.2016, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, οr supposed not το exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was nοt aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery». Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά με παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: «Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly.» Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, με αναφορά και πάλιν στην Mitchell: «Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice.» Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του. Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3. Σημειώνεται ακόμα ότι η Δ.28, κ. 11 (Ο. 31, r. 19Α
(3)), δεν στοχεύει στην εξασφάλιση άδειας από τον αιτητή για περαιτέρω αποκάλυψη από τον ίδιο, αλλά σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του αντιδίκου σε αποκάλυψη εγγράφων τα οποία ο τελευταίος δεν απεκάλυψε με την αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης και ο αιτητής έχει λόγους να θέλει να αποκαλυφθούν (βλ. T.B.F. (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 153, Halsbury's, ibid, paras 45-46).» Με την υπό κρίση Αίτηση αυτό που ουσιαστικά επιζητά η ενάγουσα είναι να της επιτραπεί να καταχωρήσει Περαιτέρω Ένορκη Δήλωση (Further Affidavit) με την οποία να αποκαλύψει συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής και τα οποία εκ λάθους και εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική αποκάλυψη της. Εξετάζοντας λοιπόν την αίτηση στην ουσία της υπό το φως όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που την περιβάλλουν, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος της ενάγουσας, για τους ακόλουθους λόγους. Από τη στιγμή που τα έγγραφα των οποίων ζητείται τώρα η αποκάλυψη δεν έχουν αποκαλυφθεί στην προηγούμενη ένορκη δήλωση αποκάλυψης που καταχώρησε η ενάγουσα, η τελευταία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ανεπαρκής και μη ικανοποιητική. Τα έγγραφα αυτά είναι σχετικά με την υπόθεση και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τις αναφορές στα έγγραφα που γίνονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, πρόκειται κυρίως για έγγραφα, τα οποία εντοπίστηκαν και τα οποία αφορούν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, τα οποία δεν είχαν αρχικά αποκαλυφθεί γιατί βρίσκονταν σε αρχείο εκτός του γραφείου που διατηρεί η ενάγουσα και συγκεκριμένα στο φάκελο Αίτηση Πτώχευσης 54/10, η οποία αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης. Μάλιστα, με την ένορκη δήλωση της η κα Δημοσθένους επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια ποια είναι αυτά τα νέα έγραφα που επιθυμεί η Ενάγουσα να αποκαλυφθούν απαριθμώντας τα και ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, όπως επεξήγησε τα έγγραφα αυτά αφορούν την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και τις διαβουλεύσεις που έγιναν με το δικηγορικό γραφείο των κ. κ. Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία, που ήταν τότε κατά τον ουσιώδη χρόνο οι δικηγόροι των Εναγομένων, τις οποίες υπογράφει ο δικηγόρος κ. Νίκος Νικολάου και το δικηγορικό γραφείο Ανδρέα Θεοφίλου (A. CHR. THEOPHILOU LLC), δικηγόροι της Ενάγουσας όπου ορισμένες υπογράφει ο κ. Ανδρέας Θεοφίλου και άλλες η κ. Μαρία Σωκράτους, δικηγόροι. Η εν λόγω αλληλογραφία περιλαμβάνει όλες τις διαβουλεύσεις που έγιναν μεταξύ των μερών μέσω των δικηγόρων τους από την έναρξη των διαπραγματεύσεων σε σχέση με την διαδικασία πτώχευσης και την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, μέχρι την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας αλλά και την υπογραφή της επίδικης εγγυητικής και της τελικής διευθέτησης των ποσών της εγγυητικής μέχρι εκδίκασης της Έφεσης. Η εν λόγω αλληλογραφία διαφωτίζει το ιστορικό της υπόθεσης και επιβεβαιώνει την αναγνώριση της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 12/4/2010 από τους Εναγομένους μέσω των δικηγόρων τους. Επίσης, στα εν λόγω έγγραφα περιλαμβάνεται προσχέδιο της επίδικης συμφωνίας που αποστάληκε από μέρους του δικηγορικού γραφείου Αντρέας Γιωρκάτζης & Σία την 12/4/2010 και ώρα 8:30 π.μ. στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Από την άλλη οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι η επισύναψη των εγγράφων τα οποία επιδιώκει η ενάγουσα να αποκαλυφθούν δεν καθίσταται αναγκαία, εφόσον η ουσία και περιεχόμενο των εγγράφων δεν εξετάζεται σε αυτό το στάδιο, επιπλέον δε αναφέρουν ότι η τροποποίηση που επήλθε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπει την περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων. Σε αυτό το στάδιο και για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση κατά πόσο τα εν λόγω έγγραφα είναι σχετικά με την υπόθεση χωρίς να εισέρχεται στην αποδεκτότητα αυτών ως μαρτυρία με βάση τους κανόνες του δικαίου της Απόδειξης αλλά και το κατά πόσο η επιδιωκόμενη περαιτέρω αποκάλυψη θα εξυπηρετήσει εν τέλει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται με την ένσταση τους ότι η συμφωνία η οποία επιδιώκεται να αποκαλυφθεί δεν είναι δικογραφημένη. Η αποκάλυψη των εγγράφων αυτών δεν έχει διαφανεί να επηρεάζει δυσμενώς τους εναγομένους. Τα όσα προβάλλονται σε σχέση με το ζήτημα δεν καταδεικνύουν τέτοιο δυσμενή επηρεασμό. Δεν διαφάνηκε ακόμα καθυστέρηση στην υποβολή τέτοιου αιτήματος, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 2/9/2015, σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 15/10/2015 και αποκάλυψη εγγράφων καταχωρήθηκε στις 25/2/2016. Η παρούσα και επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 14/9/2016 η οποία προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων. Ούτε και έχει διαφανεί ότι η παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος, συνιστά με οποιοδήποτε τρόπο κατάχρηση στη διαδικασία, όπως είναι η εισήγηση των Εναγομένων. Υπενθυμίζω και επαναλαμβάνω στο σημείο αυτό, ότι με βάση την νομολογία, η υποχρέωση αποκάλυψης συνεχίζεται και εκτείνεται σε έγγραφα που αποκτούνται ή δημιουργούνται στην πορεία της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας ακόμα κι' αν τα έγγραφα αυτά δεν αποκαλύφθηκαν λόγω αβλεψίας. Οι εναγόμενοι διαμαρτύρονται έντονα και εισηγούνται ότι δεν προβάλλονται λόγοι από την ενάγουσα που να δικαιολογούν το αίτημα της. Η θέση τους αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον η ενάγουσα προβάλλει με ειλικρίνεια ότι η μη συμπερίληψη των εγγράφων στην αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης της ήταν αποτέλεσμα λάθους και ή άγνοιας. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν έχει καταδειχθεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι η ενάγουσα ενήργησε με κακοπιστία. Η θέση των εναγομένων, ότι προσπαθεί τώρα η ενάγουσα να διορθώσει τα λάθη και παραλείψεις της δεν με βρίσκει σύμφωνη, αλλά επισημαίνεται ότι η λήψη του υπό εξέταση διαβήματος για διόρθωση των παραλείψεων της δεν απαγορεύεται, αντίθετα παρέχεται τέτοια θεραπεία η οποία αναλόγως των περιστάσεων μπορεί να αποδοθεί. Σημαντικό πάντως είναι και πρέπει να λεχθεί ότι η μη αποκάλυψη κάποιου εγγράφου, δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο ότι δεν θα επιτραπεί και η παρουσίαση του κατά τη δίκη, αφού στην περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη, θα μπορούσε ενδεχομένως η παρουσίαση του να επιτραπεί. Ουσιαστικό κριτήριο στο οποίο δίδεται καθοριστική σημασία αποτελεί η ανάγκη να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης απονομή δικαιοσύνης. Σε σχέση δε με την θέση των καθ΄ων η αίτηση ότι με την τροποποίηση καταστρατηγούνται οι θεσμοί οι οποίοι πρόσφατα έχουν τροποποιηθεί και σκοπό έχουν την συντομότερη εκδίκαση των υποθέσεων αυτής της φύσεως, θεωρώ ότι ναι μεν οι Θεσμοί έχουν τροποποιηθεί κατ΄ αυτόν τον τρόπο αλλά σε καμία περίπτωση αυτή η τροποποίηση είναι ικανή να καταστρατηγήσει και ή να παραβιάσει τα θεμέλια της δίκαιης δίκης, απαγορεύοντας στους διαδίκους να αποκαλύψουν τα έγγραφα τα οποία έχουν στην κατοχή τους και επιθυμούν να τα παρουσιάσουν στην δίκη. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στην Ενάγουσα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που εκτίθενται στις παραγράφους 4, 5 και 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση εντός 15 ημερών από σήμερα. Τέλος τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας-Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: aitisi gia adeia gia simpliromatiki enorki dilosi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο