TLAIS ENTERPRISES LTD ν. HER MAJESTY'S REVENUE & CUSTOMS (EX HER MAJESTY'S CUSTOMS AND EXCISE), Αρ. Αγωγής: 319/2007, 16/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A535 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 319/2007 Μεταξύ: TLAIS ENTERPRISES LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και HER MAJESTY'S REVENUE & CUSTOMS (EX HER MAJESTY'S CUSTOMS AND EXCISE), από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένων -------------- Αίτηση ημερ. 18.5.2016 Ημερομηνία: 16.12.2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: κα Κ. Στιβαρού για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κ. Αχιλλέας Δημητριάδης για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. κ. Michael Clarke για την καθ' ης η Αίτηση εταιρεία παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και εδρεύει στη Λεμεσό με δραστηριότητες στον τομέα της εμπορίας τσιγάρων, συνομολόγησε στις 11.11.02 συμφωνία με το Τμήμα Εσόδων και Τελωνείων της AM της Βασίλισσας του Ηνωμένου Βασιλείου (Her Majestys Revenue and Custom) και την εταιρεία Gallaher η οποία έχει συσταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (μέλος της Gallaher group που διεξάγει σε παγκόσμια κλίμακα επιχειρήσεις κατασκευής και εμπορίας τσιγάρων). Η Gallaher είχε προηγουμένως συνάψει συμφωνία με την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία ώστε η τελευταία να είναι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος της στη Δημοκρατία. Στόχος της σύστασης της τριμερούς συμφωνίας της 11.11.02 ήταν η πάταξη του λαθρεμπορίου τσιγάρων. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ενάγουσας εταιρείας ότι αντισυμβατικά η Εναγόμενη Αιτήτρια περί το τέλος του 2004 ή αρχές του 2005 παραβαίνοντας τη συμφωνία της 11.11.02 προέβηκε σε έκδοση κόκκινης κάρτας η οποία την απόκλεισε από τις διεθνείς αγορές εμπορίας τσιγάρων, με αποτέλεσμα να υποστεί τεράστια ζημιά. Ακολούθησαν αγωγές στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Gallaher International Ltd εναντίον των εναγόντων, και των εναγόντων στην Κύπρο εναντίον του συμβαλλομένου Τμήματος Εσόδων και Τελωνείων της ΑΜ της Βασίλισσας του Ηνωμένου Βασιλείου. Με την Αίτηση ημερομηνίας 18/5/16 οι Εναγόμενοι - Αιτητές Her Majesty's Revenue & Customs αιτούνται την διαγραφή (strike out) της αγωγής, επικαλούμενοι το προνόμιο της ετεροδικίας (the privilege of state immunity) και διαζευκτικά (αλλά χωρίς μειωμένη νομική βαρύτητα) το γεγονός ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν forum non conveniens σε ότι αφορά την παρούσα αγωγή. Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε πριν 10 χρόνια, στις 17/12/07 και στις 27/12/07 οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση για διαγραφή της αγωγής (strike out) επικαλούμενοι το προνόμιο της ετεροδικίας (The privilege of state immunity) αλλά και το γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είχε δικαιοδοσία αφού δεν είναι το κατάλληλο Forum (Forum non Conveniens) για να εκδικάσει τη διαφορά. Στις 13.3.09 αδελφός Δικαστής παραμέρισε την επίδοση της αγωγής και αποφάσισε ότι οι Αιτητές απολαμβάνουν του προνομίου της ετεροδικίας σαν μέρος της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Η απόφαση εφεσιβλήθη από τους Καθ' ων η Αίτηση και το Εφετείο στις 18/3/15 ανέτρεψε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο βασίστηκε στην παραδοχή των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές ήταν τμήμα της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, για να τους προσδώσει την προστασία του προνομίου της ετεροδικίας. Αποφασίστηκε από το Εφετείο ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε υπόψη του για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, γεγονότα που θα μπορούσαν να συναφθούν από το είδος της συναλλαγής κατά πόσο δηλαδή ήταν εμπορική συναλλαγή η επίδειξη κόκκινης κάρτας ή άσκηση κρατικής εξουσίας και κατά πόσο οι Αιτητές ήσαν κατά την επίδειξη της κόκκινης κάρτας τμήμα της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά συνέπεια ήταν κάτι το οποίο δεν μπορούσε να αποφασιστεί στο πρόωρο στάδιο της διαδικασίας χωρίς θετική μαρτυρία. Η επίδοση του κλητηρίου που παραμερίστηκε πρωτόδικα δεν έγινε αποδεκτή από το Εφετείο. Προσεκτική μελέτη της απόφασης του Εφετείου καταδεικνύει ότι είναι λανθασμένη η θέση που προβάλλουν οι Αιτητές, ότι οι λόγοι αποδοχής της έφεσης είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αφού προσκομιστεί θετική μαρτυρία από τους Αιτητές για το ισχύον αλλοδαπό δίκαιο από εμπειρογνώμονα μάρτυρα, πράγμα που αυτοί έπραξαν με την καταχώριση της νέας επίδικης αίτησης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Tim Eicke QC, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίδειξη κόκκινης κάρτας από τους Αιτητές είναι πράξη κυριαρχίας (Act of State) αφού το Τμήμα Εσόδων και Τελωνείων του Ηνωμένου Βασιλείου είναι τμήμα της κυβέρνησης. Η κατάληξη όμως ότι οι Αιτητές είναι τμήμα της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου δεν συνεπάγεται αυτόματα ότι η διαδικασία κίτρινης/κόκκινης κάρτας που προβλέπεται στην τριμερή συμφωνία είναι πράξη κυριαρχίας των Αιτητών. Το Εφετείο, στην τελευταία σελίδα της απόφασης του, αναφέρει ότι δεν είχε αποφασίσει το θέμα της ετεροδικίας αναφέροντας τα ακόλουθα: «Συνεπώς, στη βάση των όσων δεδομένων τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά το στάδιο της αιτήσεως για παραμερισμό, η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση μαζί με τη διαταγή εξόδων παραμερίζεται. Εναπόκειται βεβαίως στην εφεσίβλητη να θέσει ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκείνο το υλικό το οποίο επιθυμεί έτσι ώστε το ζήτημα της ετεροδικίας να τύχει πλήρους εξέτασης.» Η θέση αυτή του Εφετείου έχει εκληφθεί από τους Αιτητές ως υποχρέωση προσκόμισης θετικής μαρτυρίας για το ισχύον αλλοδαπό δίκαιο ως προς το προνόμιο της ετεροδικίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που έχουν επισυνάψει τη γνωμάτευση του κ. Tim Eicke QC την οποία καταχώρισαν υπό μορφή ένορκης δήλωσης του ιδίου. Οι Αιτητές διατείνονται ότι συμμορφούμενοι με τις υποδείξεις του Εφετείου καταχώρησαν την παρούσα αίτηση διαγραφής και παραμερισμού της αγωγής μέσω της οποίας προβάλλουν ξανά, σε αυτό το στάδιο στην διαδικασία το θέμα της ετεροδικίας παραθέτοντας στοιχεία για να βασίσουν τους ισχυρισμούς τους ότι οι Αιτητές αποτελούν μέρος της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και ως εκ τούτου απολαμβάνουν του προνομίου της ετεροδικίας. Νομική βάση της Αίτησης αποτελεί η Διαταγή 27, Θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. «Δ.27, Θ.3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Η ιδιαιτερότητα της παρούσας Αίτησης διαγραφής (strike out) συνίσταται στο γεγονός ότι εγείρεται για λόγους δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και για λόγους του προνομίου ετεροδικίας που απολαμβάνουν οι Αιτητές και για το λόγο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είναι forum of conveniens. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία, θα πρέπει να αναζητήσει πληροφόρηση από την μοναδική πηγή που μπορεί να τα αναζητήσει, δηλαδή την Έκθεση Απαίτησης (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 25). Το εγειρόμενο θέμα δικαιοδοσίας ως αμιγώς νομικό ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται προδικαστικά από τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στη μόνη πηγή πληροφοριών που είναι η Έκθεση Απαίτησης και μπορεί να εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο (βλ. Christakis Michael v. United Sea Transport Co Ltd
(1981)1 C.L.R. 322). Στην Λοϊζος Λουκά & Υιοί ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316, αποφασίστηκε ότι τα Πρωτόδικα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να στέργουν προς ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη της αγωγής αλλά να ασκούν την ευχέρεια τους με φειδώ και όταν διαπιστώνουν ότι: (α) Πράγματι η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία αιτία αγωγής. (β) Ότι η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Στην υπόθεση Χαρίλαος Αποστολίδης & Σία Λτδ ν. Πρεσβεία της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ.ά.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 802, έχουν αναφερθεί τα εξής σχετικά: «Αναφορικά με το θέμα της ασυλίας και ετεροδικίας που απολαμβάνουν τα κράτη μεταξύ τους έχουν δημιουργηθεί στο Διεθνές Δίκαιο διάφορες θεωρίες. Αρχικά υπήρχε η θεωρία της πλήρους ή απόλυτης ασυλίας, ενώ στη συνέχεια δημιουργήθηκε η θεωρία της περιορισμένης ασυλίας. Ο γενικός κανόνας είναι ότι κάθε χώρα σέβεται την κυριαρχία της άλλης και δεν την υπάγει στην δικαιοδοσία των δικαστηρίων της. Σύμφωνα με την αρχή par in parem non habet imperium τα δικαστήρια δεν μπορούν να ασκήσουν δικαιοδοσία επί του προσώπου ή της περιουσίας ξένης χώρας, εκτός εάν η ίδια η ξένη χώρα δέχεται να υποβληθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. The Cristina
(1938)1 All E.R. 719 και The Pavlement Beige
(1880)L.R. 5 P.D. 197, βλ. επίσης Cheshire's Private International Law, Όγδοη Έκδοση, σελ. 96, 97). Κατά τα τελευταία χρόνια πολλές χώρες έχουν περιορίσει την ασυλία που παρέχουν σε θέματα που χαρακτηρίζονται σε καθαρά κυβερνητικά (acta Imperii). Η θέση αυτή είναι γνωστή ως η αρχή της περιορισμένης ασυλίας (restrictive immunity). Το Αγγλικό Κοινό Δίκαιο φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια κλίνει προς την υιοθέτηση ακριβώς της γραμμής της περιορισμένης ασυλίας». Το πιο πάνω ζήτημα πραγματεύεται και η υπόθεση UNITICA ENTERPRISES LIMITED και THE SLOVAK REPUBLIC
(1999)1A AAΔ.284, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το καθεστώς κρατικής ασυλίας, που διέπει τις δημοκρατικές σχέσεις, εδράζεται στην αρχή pan in parem non habet juridictionem. Υπάρχουν δύο θεωρίες, της απόλυτης ετεροδικίας και της σχετικής ετεροδικίας. Η πρώτη δεν αναγνωρίζει δικαιοδοσία στα εγχώρια δικαστήρια για όλες τις πράξεις ξένου κράτους. Στη δεύτερη, που εκφράζει τη σύγχρονη ροπή του Διεθνούς Δικαίου, το ξένο κράτος απολαμβάνει το προνόμιο της ετεροδικίας στην ενεργή κυριαρχία (Jure Imperii). Δεν επεκτείνεται όμως η ασυλία στην πράξη οικονομικής και εμπορικής δραστηριότητας που θα μπορούσε να τελέσει και ένας ιδιώτης (πράξεις Jure Gestionis). Το προνόμιο δεν καλύπτει τις ενέργειες αυτού του είδους της ξένης πολιτείας.» Με βάση τα ως άνω αναφερόμενα αποσπάσματα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα κράτος χαίρει του προνομίου της ετεροδικίας και περιπτώσεις όπου του αφαιρείται αυτό το προνόμιο. Το τι ορίζει το κατά πόσο ένα κράτος μπορεί να επικαλεσθεί το προνόμιο της ετεροδικίας είναι το είδος της πράξης για την οποία ενάγεται. Εάν είναι πράξη τύπου Jure Imperii, δηλαδή πράξη κυριαρχίας ή άλλως πως act of sovereignty τότε το κράτος δικαιούται την προστασία του προνομίου της ετεροδικίας. Εάν από την άλλη η πράξη για την οποία ενάγεται το κράτος είναι πράξη τύπου Jure Gestionis, δηλαδή πράξη εμπορικής φύσεως ή άλλως πως act of a commercial nature τότε το εναγόμενο κράτος δεν δικαιούται την προστασία του προνομίου της ετεροδικίας. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων επί της ένορκης δήλωσης της δικηγόρου κας Καλλισθένης Δ. Στιβαρού υποστηριζόμενη από γνωμάτευση και ένορκη δήλωση του κ. Tim Eicke QC, Tεκμήρια 1 και 2 της ένορκης δήλωσης της δικηγόρου κας Καλλισθένης Δ. Στιβαρού, ο οποίος είναι δικηγόρος του Στέμματος (Barrister - Queen's Counsel) που ασκεί το επάγγελμα του στο Ηνωμένο Βασίλειο με ειδίκευση στα επίδικα θέματα και καταθέτει ενόρκως τη γνώμη του σε σχέση με το αλλοδαπό δίκαιο της Αγγλίας ως εμπειρογνώμονας επί του νομικού καθεστώτος των Αιτητών, που αντιμετωπίζεται ως θέμα πραγματικό το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία κυρίως με τη γνώμη νομομαθούς. Οι αιτητές συνεπώς με την παρούσα αίτηση θέτουν εκ νέου το θέμα της ετεροδικίας έτσι ώστε να εξεταστεί υπό το φως της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Το θέμα όμως εδώ δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται για να επιλυθεί με τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα για το Αλλοδαπό Δίκαιο που ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Μεγάλη σημασία έχει η συμφωνία της 11.11.2002 για να καταφανεί εάν ήταν η επίδειξη κόκκινης κάρτας πράξη κρατικής εξουσίας και επ' αυτού το Ανώτατο Δικαστήριο στην προηγηθείσα επιτυχή έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ημερ. 18.3.2015, αποφάσισε ότι (Ναθαναήλ, Δ.): «Η συμφωνία των εδώ διαδίκων αφορά αναμφίβολα σε μια καθαρά εμπορική συναλλαγή μεταξύ της Gallaher και της εφεσείουσας. Ο σκοπός της αναφορικά με την πάταξη ή αναχαίτιση του λαθρεμπορίου τσιγάρων με ρυθμίσεις μεταξύ δύο ιδιωτικών εταιρειών και την εμπλοκή της εφεσίβλητης με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν παραπέμπει αυτόματα σε κρατική συμφωνία για την οποία η εφεσίβλητη να δύναται να επικαλείται προνόμιο ετεροδικίας. Η φύση επίσης της συμφωνίας ήταν και παραμένει η ιδιωτική ρύθμιση της εμπορίας των τσιγάρων, υπό το φως του γεγονότος ότι υπήρχε ήδη συμφωνία αποκλειστικής διανομής μεταξύ Gallaher και εφεσείουσας.» Και πιο κάτω όσον αφορά το σύστημα κίτρινης, κόκκινης κάρτας και κατά πόσο αυτό συνιστά πράξεις κρατικής εξουσίας αναφέροντα τα ακόλουθα: «Το σύστημα κίτρινης/κόκκινης κάρτας με τη δέσμευση της εφεσίβλητης να παρέχει πληροφορίες στην εφεσείουσα και η ανάμειξη παλαιού αποθέματος τσιγάρων με νέο απόθεμα αφορούν καθαρά εμπορικές δοσοληψίες. Πράξεις εμπορικής ή οικονομικής δραστηριότητας δεν είναι πράξεις κρατικής εξουσίας υπό το φως μάλιστα του τρόπου ανάμειξης της εφεσίβλητης εδώ. (Unitica Enterprises Ltd v. The Slovak Republic ημερ. 5.3.1999, ΔΕΚ, και I Congreso del Partido
(1981)2 All E.R.1064). Tο σύστημα κίτρινης/κόκκινης κάρτας δεν είναι αποκλειστικότητα της εφεσίβλητης και σ' αυτό παραπέμπει η τελευταία παράγραφος της συμφωνίας, που παρατέθηκε αυτούσια πιο πάνω, στο ότι η εφεσίβλητη είχε σκοπό να ζητήσει από την εφεσείουσα να το εφαρμόσει, απευθυνόμενη, δηλαδή, σε ένα ιδιώτη και μάλιστα εκτός της επικράτειας του Ηνωμένου Βασιλείου.» Σε άλλο σημείο το Ανώτατο Δικαστήριο αποφαίνεται ότι: «Η διαδικασία της κίτρινης/κόκκινης κάρτας είναι αμφίβολο αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την ίδια την εφεσίβλητη εναντίον άλλου συμβαλλόμενου μέρους εφόσον σκοπός ήταν η συνεργασία και των τριών συμβαλλόμενων για πάταξη του λαθρεμπορίου. Η χρήση της από την εφεσίβλητη προς την εφεσείουσα πιθανόν να υποδεικνύει και να παραπέμπει σε διάρρηξη συμφωνίας. Το ίδιο και η μη παροχή πληροφοριών. Περαιτέρω, η παραίνεση, υποκίνηση, ή, εξώθηση τρίτου να παραβεί μια συμφωνία αποτελεί λόγο για τον οποίο η συμφωνία ακυρώνεται ή διαρρηγνύεται υπαιτιότητι του μέρους εκείνου που προέβηκε στις πιο πάνω πράξεις. Αυτό αποτελεί αστικό αδίκημα, όπως ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, συμφώνως του άρθρου 34(Ι) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Το πού έγινε η κατ' ισχυρισμόν υποκίνηση και η διάρρηξη της συμφωνίας είναι θέμα μαρτυρίας. Η εφεσείουσα διατείνεται ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στη Δημοκρατία στη βάση συμφωνίας που συνομολογήθηκε τελικά στην Κύπρο, υπογραφείσα από την ίδια μεταγενέστερα της υπογραφής της συμφωνίας από τα άλλα δύο συμβαλλόμενα μέρη. ΟΙ παράγραφοι 24-30 της ένορκης δήλωσης Π. Τλάϊς, ήταν αρκετές για να αποδώσουν δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Εμπλέκονται δε και ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που δεν θα μπορούσαν να αποφασιστούν τελεσίδικα σ' αυτό το στάδιο.» Ο κ. Tim Eicke QC, ο οποίος ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας εκλήθηκε να απαντήσει τα δύο πιο κάτω ερωτήματα: "(a) the Defendants, at any relevant time, fell, as a matter of English law, within the definition of "Contracting State" under Article 27 of the Convention; and (b) if not, whether, as a "legal entity of a Contracting State" (Article 27), the Defendants, as a matter of English law, were acting "in the exercise of sovereign authority (acta jure imperii)" (Article 27
(2)) when operating the system of yellow/red cards." Αποφάνθηκε κατόπιν ενδελεχούς μελέτης ότι: "For the reasons set out in more detail above, it is clear that, as a matter of English law, the Defendants in these proceedings, whether as IMC&E or as its successor HMRC, were and are at all material times within the definition of "Contracting State" under Article 27 of the Convention and/or, in the alternative, acting "in the exercise of sovereign authority (acta jure imperii) (Article 27
(2)) when operating the system of yellow/red cards." Η τριμερής συμφωνία που αποτελεί εμπορική συναλλαγή μεταξύ δύο ιδιωτών και στην οποία προβλέπεται η διαδικασία της κίτρινης/κόκκινης κάρτας από το τρίτο συμβαλλόμενο μέρος που μπορεί σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη του κ. Tim Eicke QC να είναι «Contracting State» δεν είναι βέβαιο αν με αυτή την προβλεπόμενη διαδικασία της κίτρινης/κόκκινης κάρτας εξασκεί πράξη κυριαρχίας. Αυτό πιθανό να ήταν το αποτέλεσμα της μελέτης της τριμερούς συμφωνίας από τον εμπειρογνώμονα μάρτυρα, ο οποίος δεν εξετάζει καθόλου τη συμφωνία και/ή τη διάρρηξη της από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων που να δίδει τέτοιο δικαίωμα στο συμβαλλόμενο κράτος «Contracting State». Με την γνωμάτευση και ένορκη δήλωση εμπειρογνωμοσύνης του ο κ. Tim Eicke QC, διαπιστώνει μέσα από εκτενή νομική ανάλυση και παράθεση σωρείας αυθεντιών, ότι οι Αιτητές είναι όντως, υπό το Αγγλικό δίκαιο που είναι και το επίδικο δίκαιο, τμήμα της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι η διαδικασία κίτρινης/κόκκινης κάρτας που εφαρμόστηκε σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση ήταν πράξη Jure Imperii για την οποία οι Αιτητές απολαμβάνουν την προστασία του προνομίου της ετεροδικίας. Η χρήση όμως της κίτρινης/κόκκινης κάρτας σκοπό είχε όπως έχει αποφασιστεί από το Εφετείο ανωτέρω και ήταν η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών να χρησιμοποιηθεί για την πάταξη του λαθρεμπορίου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε από τους Αιτητές εναντίον άλλου συμβαλλομένου μέρους. Η χρήση της κόκκινης κάρτας εναντίον άλλου συμβαλλομένου μέρους και όχι από συμβαλλόμενο μέρος εναντίον τρίτων είναι πιθανό να παραπέμπει σε διάρρηξη μια εμπορικής συμφωνίας για την οποία οι Αιτητές να μην απολαμβάνουν του προνομίου της ετεροδικίας. Κατά συνέπεια οι Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος να προσκομίσουν θετική μαρτυρία όσον αφορά το προνόμιο ετεροδικίας που επικαλούνται, ούτως ώστε να χρειάζεται να εξετάσω τις θέσεις του ενόρκως δηλούντος Michael Clarke για την Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία. Forum of conveniens: Το ζήτημα του forum of conveniens δεν εγέρθηκε στην πρώτη αίτηση των Αιτητών και δεν εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση. Εγείρεται εννιά χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής με την παρούσα αίτηση. Στη σελ. 13 της απόφασης του Εφετείου αναφέρεται ότι "ζήτημα μη ευκολίας δικαιοδοσίας ("forum non conveniens") δεν θα μπορούσε όμως να εξεταστεί διότι δεν εγειρόταν τέτοιο ζήτημα στο αιτητικό της αίτησης.» Εξετάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης διαζευκτικά και με το ίδιο τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή της αναστολής της διαδικασίας σε περίπτωση που δεν υφίστατο προνόμιο ετεροδικίας αλλά έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην Κύπρο. Η κατάληξη του Εφετείου ήταν ότι δεν υπήρχε στο αιτητικό της πρώτης αίτησης και κακώς εξετάστηκε πρωτοδίκως το θέμα του forum non conveniens. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει πλέον άλλο forum για την εκδίκαση της αγωγής τους για την παραχώρηση αποζημιώσεων από τη συμπεριφορά των Αιτητών. Το δικαίωμα της ενάγουσας εταιρείας (Καθ' ης η Αίτηση) έχει παραγραφεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (άρθρο 5 του Limitation Act 1980: "Αn action founded on simple contract shall not be brought after the expiration of six years from the date on which the cause of action accrued"). Kατά συνέπεια δεν τίθεται θέμα πλέον καταλληλότερου forum εφόσον δεν υπάρχει εναλλακτική επιλογή για την ενάγουσα εταιρεία. Το θέμα δεν εγέρθηκε και δεν εξετάστηκε στην πρώτη αίτηση των Αιτητών, αλλά εννιά χρόνια μετά την έγερση της αγωγής και αφού είχε παραγραφεί το δικαίωμα της ενάγουσας εταιρείας να καταχωρίσει αγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην Stamatekos v. Wilhem Harms
(1991)1 A.A.Δ. 940, αποφασίστηκε ότι: «Η καθυστέρηση δώδεκα χρόνων στην καταχώρηση της αίτησης, που πιθανόν να καθιστούσε αδύνατη την έναρξη διαδικασίας σε άλλη χώρα λόγω παραγραφής, είχαν σαν αποτέλεσμα να μη δικαιούται η αιτήτρια της αιτούμενης θεραπείας.» Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση Magdon G J Ltd v. A L Metal Trading Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2064, στην οποία τονίστηκε η ανάγκη προώθησης του αιτήματος για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας αναφέροντας ότι: «Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο.» Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.1.2007 και επεδόθη στις 19.10.
- Έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 17.12.2007 και η πρώτη αίτηση που έγινε για τον παραμερισμό των διαταγμάτων σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου και της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, στηρίχτηκε στο ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές έχουν προνόμιο ετεροδικίας έναντι της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου και δεν υπήρξε συμμόρφωση με τη διαδικασία επίδοσης που προβλέπεται από τον περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης Περί Κρατικού Προνομίου Ετεροδικίας και Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Κυρωτικό) Νόμο του
- Στο αιτητικό της πρώτης αίτησης επιδιώκεται πράγματι η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας (βλέπε Ε του αιτητικού της πρώτης αίτησης), χωρίς να καταγράφεται κανένας λόγος γιατί το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας αφήνοντας να νοηθεί μάλλον ότι το αίτημα έλλειψης δικαιοδοσίας στηρίζεται στην ακύρωση των διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και σφράγισης και καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος, λόγω του προνομίου της ετεροδικίας που απολαμβάνουν οι Αιτητές. Το θέμα του forum of conveniens τίθεται στην παρούσα αίτηση ημερ. 18.5.2016 με βάθρο το ότι η συμφωνία δεν υπεγράφη στην Κύπρο και ως εκ τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας για πρώτη φορά. Παρά το ότι η απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου που ανέστειλε τη διαδικασία λόγω προνομίου ετεροδικίας των αιτητών εξεδόθη στις 13.3.2009, η απόφαση του Εφετείου που ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση, εξεδόθη στις 18.3.2015, αφού πλέον είχε παραγραφεί το δικαίωμα των Αιτητών να προσφύγουν στο Ηνωμένο Βασίλειο για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Στην παρούσα υπόθεση προηγήθηκε η αίτηση ημερ. 27.12.2007 για τον παραμερισμό των διαταγμάτων σφράγισης, καταχώρησης του κλητηρίου και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας από τους Αιτητές, προτού αυτοί επιχειρήσουν με μονομερή αίτηση τους ημερ. 9.1.2008 να καταχωρίσουν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, αίτηση την οποία απέσυραν στις 21.1.2008, θεωρώντας ότι αυτή έγινε εκ του περισσού και ότι η διαμαρτυρία τους εκφράζεται στην ήδη καταχωρηθείσα αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 27.12.
- Οι Αιτητές-Εναγόμενοι ουδέποτε κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, είτε οποιαδήποτε εμφάνιση στην αγωγή και κατά συνέπεια δεν είχαν υπαχθεί με οποιοδήποτε τρόπο στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (εμφάνιση καταχώρησαν μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 16.7.2015). Η εμφάνιση που καταχωρήθηκε στις 16.7.2015 από τους Εναγόμενους δεν ήταν υπό διαμαρτυρία. Το γεγονός ότι οι Αιτητές ζήτησαν χρόνο για την καταχώρηση υπεράσπισης σε αίτηση που καταχώρησαν οι δικηγόροι της ενάγουσας εταιρείας στις 15.12.2015, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν πλέον υπαχθεί στη δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση είναι ημερομηνίας 18.5.2016 (ένα χρόνο μετά την καταχώρηση εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία), με την οποία αμφισβητείται η δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια η αίτηση δεν γίνεται στο αρχικό στάδιο μετά την καταχώριση εμφάνισης. Βάση της Δ.16 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εμφάνιση στην διαδικασία συνιστά η καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στον Πρωτοκολλητή κατά τον καθορισμένο τύπο. Συνεπώς οι Εναγόμενοι θεωρούνται ότι «παρέστησαν/entered an appearance" στο Δικαστήριο στις 16.7.2015 μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ημερ. 18.3.2015). Με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι ζήτησαν χρόνο για την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους σε δύο διαδοχικές περιπτώσεις μετά την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία κωλύονται από το να ισχυρίζονται ότι έπραξαν αυτό με σκοπό να αμφισβητήσουν την δικαιοδοσία. Ζήτημα δικαιοδοσίας εγέρθηκε μόνο με την επίδικη αίτηση χωρίς να προηγηθεί εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Η υπόθεση Hampton Advisory Group SA v. Bost AD και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 549, επιλαμβάνεται αυτού του θέματος και αναφέρει: «Μάλιστα το Άρθρο 24, προνοεί περαιτέρω ότι το Δικαστήριο κράτους μέλους ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται με την καταχώρηση εμφάνισης αποκτά δικαιοδοσία, αλλά όχι αν η εμφάνιση έχει σκοπό μόνο την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο Δικαστήριο με αποκλειστική αρμοδιότητα με βάση το Άρθρο
- Αναφέρεται στο σύγγραμμα των Adrian Briggs and Peter Rees: Civil Jurisdiction and Judgments 4η έκδ., σελ. 91, παρ. 2.67 ότι η εμφάνιση στα πλαίσια του Κανονισμού δεν είναι, αυστηρώς ομιλούντες, συνώνυμη με την υποταγή ή την αποδοχή της δικαιοδοσίας. Η παραδοσιακή αντίληψη του Αγγλικού Νόμου ότι υπάρχει υποταγή στη δικαιοδοσία με την αποδοχή της επίδοσης της αγωγής, δεν εμπίπτει στην έννοια του Άρθρου
- Η στην πράξη εμφάνιση του εναγομένου και η επίπτωση και σημασία της εξετάζεται, εν πάση περιπτώσει, με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς της χώρας όπου καταχωρείται η εμφάνιση. Και εδώ, η εμφάνιση της εταιρείας ήταν υπό διαμαρτυρία, τηρούμενης ακριβώς της διαδικασίας που επιβάλλει η Δ.16 θ.9, προς αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας..» Σε αντίθετη με την πιο πάνω υπόθεση, εδώ οι Εναγόμενοι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία αλλά σύνηθες Σημείωμα Εμφάνισης και ήγειραν ζήτημα δικαιοδοσίας ένα περίπου χρόνο μετά την καταχώρηση του. Θεωρώ ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι έχουν αποδεχτεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων δυνάμει του άρθρου 24 του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η αίτηση κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΓ, ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αναστολή διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο