ΚMG CAPITAL MARKETS LTD ν. Μαρίνα Ιωάννου, Αρ. Αγωγής: 2628/16, 22/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A542 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2628/16 Μεταξύ: ΚMG CAPITAL MARKETS LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και Μαρίνα Ιωάννου, εκ Πάφου Εναγoμένης -------------- Διατάγματα ημερ. 14.9.2016 Ημερομηνία: 22.12.2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χριστοφόρου για Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Π. Κούρτελλος (κ. Π. Κωστακόπουλος για να ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Το Δικαστήριο στις 14.9.2016 κατόπιν μονομερούς αίτησης συνοδευόμενης από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Δανιλάκη, υπεύθυνης γραφείου (Office Manager των εναγόντων στην παρούσα αγωγή) εξέδωσε τα ακόλουθα τρία απαγορευτικά διατάγματα κατά της καθ' ης η αίτηση - εναγομένης, τα οποία όρισε επιστρεπτέα στις 22.9.2016. 1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να χρησιμοποιεί και/ή αποκαλύπτει και/ή κοινοποιεί και/ή εκμεταλλεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο είτε από μόνη τους είτε από κοινού με τρίτα πρόσωπα οιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα* αποκτήθηκαν και/ή περιήλθαν στην κατοχή της Εναγομένης κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της από τους Ενάγοντες, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στον εκάστοτε εργοδότη της και/ή σε οιονδήποτε τρίτο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) με το οποίο συνεργάζεται ή ήθελε συνεργαστεί ή συμβληθεί Εναγομένη από του να χρησιμοποιεί και/ή αποκαλύπτει και/ή κοινοποιεί και/ή εκμεταλλεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο οιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα* και/ή να διενεργεί άγρα υφισταμένων πελατών των Εναγόντων και/ή να επικοινωνεί με αυτούς με σκοπό να επηρεάσουν και/ή προτρέψουν και/ή πείσουν τέτοιους πελάτες των Εναγόντων να διακόψουν και/ή να περιορίσουν οποιεσδήποτε συμβατικές σχέσεις έχουν με τους Ενάγοντες, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 3. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στον εκάστοτε εργοδότη της και/ή σε οιονδήποτε τρίτο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) με το οποίο ήθελε συνεργαστεί η Εναγομένη από του να χρησιμοποιούν και/ή αποκαλύπτουν και/ή επιτρέπουν και/ή ανέχονται την αποκάλυψη προς οιονδήποτε πρόσωπο, επιχείρηση ή εταιρεία ανταγωνιστική ή μη όλες ή οιεσδήποτε από τις εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα των Εναγόντων, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στις 8.11.2016 η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας στην εξακολούθηση της ισχύος των ανωτέρων εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων παραθέτοντας 23 λόγους ένστασης, τους ακόλουθους: «1. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση και/ή τη συνέχιση ισχύος προσωρινού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται. 2. Οι αιτούμενες θεραπείες του Κλητηρίου Εντάλματος δεν αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και/ή ορατή πιθανότητα για να δικαιούνται οι Ενάγοντες-Αιτητές («Αιτητές») σε θεραπεία εναντίον της Εναγομένης -Καθ' ης η Αίτηση («Καθ' ης η Αίτηση»). 3. Η υπό κρίση αίτηση δεν καταφάσκει το υπαρκτό του κατεπείγοντος προκειμένου για την επίκληση μονομερώς της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει το κατεπείγον ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και/ή έχουν στρεβλώσει κατά τρόπο καταχρηστικό τα γεγονότα προκειμένου να τροχοδρομήσουν και/ή εμφανίσουν περιστάσεις που έλκουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου μονομερώς και/ή κατεπειγόντως. 4. Τα προστακτικά και/ή περιπίπτοντα διατάγματα υπήρξαν αχρείαστα και/ή απρόσφορα μέτρα ελλείψει οποιαδήποτε πρόθεσης και/ή ενέργειας της Καθ' ης η Αίτηση ενέχουσα κίνδυνο και/ή πραγματικό και/ή επικείμενο κίνδυνο επί των εννόμων συμφερόντων των Αιτητών ώστε να έχει δοθεί μονομερώς θεραπεία. 5. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» προτείνοντας και/ή προωθώντας μια επίπλαστη εκδοχή γεγονότων και/ή αποσιωπώντας έτερα γεγονότα σημαντικά της μόρφωσης του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου και/ή δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου πάντα τα κρίσιμα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά και/ή οι ενέργειες των Αιτητών διαπνέονται από κακοπιστία και/ή κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό. 6. Δεν προκύπτει αιτία αγωγής και/ή δεν έχει επισυμβεί οποιοδήποτε ζημιογόνο γεγονός που να έλκει αποζημίωση τουναντίον μαξιμαλιστικά και/ή καταχρηστικά οι Αιτητές αξιώνουν ποσά τα οποία με καμιά αριθμητική λογική δεν μπορεί να δικαιολογηθούν. 7. Οι Αιτητές δεν επέτρεψαν στο Δικαστήριο και/ή δεν προσέφεραν την δυνατότητα ώστε να εκτιμήσει δεόντως τον παράγοντα χρόνου ούτε να συνεκτιμήσει τούτον σε σχέση με τις αιτούμενες θεραπείες και την διαφορά που έχει προκύψει κατ' αποτέλεσμα δε έχουν εξαπατήσει το Δικαστήριο. 8. Η σκόπιμη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπει εις ολόκληρο τους ισχυρισμούς της ομνύουσας για τους Αιτητές ώστε η απόφαση του Δικαστηρίου κατέστη a priori ακροσφαλής. 9. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους, εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση. 10. Οι Αιτητές τεχνηέντως παραπλάνησαν το σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση των διαταγμάτων ημερομηνίας 14/09/2016 και/ή δεν υπέδειξαν στο Δικαστήριο έγγραφα που ήταν στην κατοχή των και/ή δεν έχουν δικαιολογήσει και/ή προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους τα διατάγματα είναι απαραίτητα. 11. Οι Αιτητές έχουν αποστεί της συνεχούς υποχρέωσης των όπως διατηρήσουν ενήμερο το σεβαστό Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα και/ή να επανέλθουν ενώπιον του και να θέσουν υπόψη του τη νέα κατάσταση πραγμάτων ως όφειλαν καίτοι διατείνονται ότι έρευνα των περιστάσεων εισέτι εξακολουθεί περαιτέρω δε έχουν αποτύχει στην πλήρη και/ή δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων αναφορικά με (άνευ περιορισμού) τα πιο κάτω: i. Τις περιστάσεις και/ή την φύση εργοδότησης της Καθ' ης η Αίτηση. ii. Το υπόβαθρο των γεγονότων και/ή της κρατούσας εργασιακής πρακτικής των Αιτητών αναφορικά με την διαχείριση και/ή μεταφορά και/ή χρήση δεδομένων και/ή πληροφοριών εντός του πλαισίου της εργασίας και/ή της διεκπεραίωσης των καθηκόντων της Καθ' ης η Αίτηση. iii. Αλυσίδας ηλεκτρονικής επικοινωνίας η οποία επιμαρτυρεί και/ή καταρρίπτει την εικόνα των γεγονότων ως αποτυπώνεται υπό των Αιτητών. 12. Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν και/ή δεν στοιχειοθετούν καλή και/ή πραγματικά υπαρκτή βάση απαίτησης (good cause of action) και/ή αξίωσης εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και/ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης των εναντίον αυτής. 13. Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή εξακολούθηση της ισχύος των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήσεως ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το ενδιάμεσο μονομερές διάταγμα ημερομ. 14/09/2011 δέον να ακυρωθεί. 14. Οι αιτούμενες τελικές θεραπείες της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ως και οι θεραπείες της υπό κρίσης ενδιάμεσης αίτησης προσκρούουν και/ή αντιμάχονται συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα και/ή ισοδυναμούν με αθέμιτο και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας και/ή πλήττουν το δικαίωμα εργασίας και/ή τριτενεργούν αντικανονικά σε απροσδιόριστο κύκλο προσώπων και/ή τα εκδοθέντα διατάγματα πάσχουν αοριστίας για τον αυτό λόγο. 15. Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούνται με την αναγκαία επάρκεια. 16. Οι Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς και/ή η Αίτηση είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στην Καθ' ης η Αίτηση. 17. Η πραγματική πρόθεση των Αιτητών έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή το θεμέλιο της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι η αγωγή καθ' αυτή είναι επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και/ή χρησιμοποιείται ως μέτρο άσκησης πίεσης εξ' ου κι ο μαξιμαλισμός των αξιώσεων των Αιτητών. 18. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχονται αναληθείς και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί και/ή το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 19. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων απολήγει σε υπέρμετρο περιορισμό δικαιωμάτων, τα εκδοθέντα δικατάγματα είναι αχρείαστα, καταπιεστικά και/ή ενοχλητικά, πάσχουν δε αοριστίας και/ή αβεβαιότητας (uncertainty) ως προς τον κύκλο των προσώπων που αφορούν. 20. Ουδεμία ζημιά υπέστησαν και/ή υφίστανται και/ή ενδέχεται να υποστούν οι αιτητές διά των όσων αποδίδουν στην Καθ' ης η Αίτηση, τα οποία εν πάσει περιπτώσει δεν είναι παραδεκτά αλλά και ούτε δυνατότης ούτε πιθανότης υπήρχε ή υπάρχει για οιουδήποτε είδους ζημιά και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί των Αιτητών αποτελούν πιθανολόγηση γεγονότων και/ή πάσχουν αοριστίας. 21. Λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαφοράς ως δικογραφείται υπό των Αιτητών το καταχρηστικό των ενεργειών των - υπηρετικών αλλότριας στόχευσης- ευχερώς συνάγεται υπό της επιλογής μη πρόσφορων μέσων προκειμένου για την προσωρινή και/ή ενδιάμεση προστασία αυτών τουναντίον οι Αιτητές επέλεξαν για ίδιους σκοπούς μη σχετικούς με την υπηρέτηση του δικαίου να εγείρουν την υπό κρίση διαδικασία η οποία εν τη ουσία στερείται πραγματικού αντικειμένου. 22. Η συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων προκαλεί και/ή θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και/ή βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία οποιοσδήποτε και/ή επικείμενος κίνδυνος ώστε να μην είναι δυνατό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. 23. Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να έχει τη μορφή της χρηματικής αποζημίωσης και/ή διαταχθείσα και/ή παρασχεθείσα εγγύηση είναι πρόδηλα ανεπαρκής." Η καθ' ης η αίτηση - εναγόμενη όπως διατείνονται οι ενάγοντες-αιτητές προσελήφθη στην υπηρεσία τους την 1.1.2015 ως Risk manager. Η ίδια στην ένσταση της ισχυρίζεται ότι είχε εργοδοτηθεί από τις 16.12.2011 στην κυπριακή εταιρεία ACONSULT LTD στη θέση του Fund Executive. Η ACONSULT LTD συστάθηκε και λειτουργούσε ουσιαστικά για διεκπεραίωση εργασιών της εταιρείας KMG Capital Markets Luxembourg S.A η οποία ασχολείται με τη διαχείριση οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, συγκεκριμένα είναι ο παγκόσμιος διαχειριστής επενδύσεων του KMG SICAV SIF (FUND). Η ενάγουσα-αιτήτρια εταιρεία που ανέλαβε τις εργασίες της ACONSULT LTD ενεγράφη στις 20.2.2014 και αδειοδοτήθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την εκτέλεση εργασιών διαχείρισης επενδύσεων στις 26.5.2014. Η καθ' ης η αίτηση-εναγομένη ήταν το πρόσωπο που της ανατάθηκε να αιτηθεί την αδειοδότηση της αιτήτριας-ενάγουσας εταιρείας και στο πλαίσιο αυτής της αίτησης περιήλθαν στην κατοχή της εμπιστευτικές πληροφορίες για τους ενάγοντες. Το εργασιακό καθεστώς της καθ' ης η αίτηση δεν άλλαξε ουσιαστικά, όταν από την 1.1.2015 εργοδοτήθηκε ως Risk Manager (αντί Fund Executive) από την νεοϊδρυθείσα και αδειοδοτηθείσα ενάγουσα εταιρεία η οποία ανέλαβε τις υποχρεώσεις και τις εργασίες της ACONSULT LTD και κατ' επέκταση της KMG Capital Markets Luxembourg S.A. Η καθ' ης η αίτηση διατείνεται επίσης στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι οι εργοδότες της ανέθεταν σ' αυτή καθήκοντα πάσης φύσεως κατά την επιλογή και την κρίση τους και μάλιστα προέβησαν σε δήλωση του ονόματος της ως compliance officer (λειτουργός συμμόρφωσης) διαφόρων ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών με αποτέλεσμα να αισθάνεται ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να κληθεί από τις αρμόδιες εποπτικές αρχές να λογοδοτήσει λόγω των καθηκόντων της σε περίπτωση διεξαγωγής ελέγχου. Η ίδια διατείνεται επίσης ότι είχαν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της περιπτώσεις διαγραφής υλικού από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των εναγόντων και είχε εκφράσει γραπτώς τους προβληματισμούς της προς τους εργοδότες της και την αντίθετη άποψη της για ενέργειες που θα μπορούσαν να την εκθέσουν. Ως εκ τούτου επειδή δεν ήθελε, όπως ενόρκως καταθέτει, να βρεθεί εξ' απροόπτου, υπόλογη ευθυνών για λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων από πρόσωπα που ενεργούσαν για τους αιτητές, μετέφερε σε προσωπικό της email εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα που αφορούσαν τους ενάγοντες-αιτητές, τα οποία θα χρησιμοποιούσε για να απαλλαγεί η ίδια οποιασδήποτε ευθύνης προσωπικά σε περίπτωση ελέγχου των αρμοδίων εποπτικών αρχών. Πρόθεση της ήταν να αποφύγει προσωπικά ως compliance officer επιλήψιμα νομικά ενέργειες ως εκ της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζει την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 13.9.16 και της μονομερούς αίτησης που οδήγησε στην έκδοση την επομένη ημέρα των πιο πάνω αναφερομένων απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι τα ακόλουθα: Η αιτήτρια απουσίαζε με άδεια από την εργασία της από τις 30.8.2016 μέχρι τις 5.9.2016. Η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση κα Δανιλάκη, υπεύθυνη γραφείου (office manager) των εναγόντων, παρακολουθούσε όλες τις ηλεκτρονικές πληροφορίες και μηνύματα που έρχονταν στα email όλων ανεξαίρετα των υπαλλήλων των εναγόντων. Στις 2.9.2015, όπως η ίδια αναφέρει στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της, διαπίστωσε ότι η καθ' ης η αίτηση είχε προωθήσει από το επαγγελματικό email που της παρείχαν οι ενάγοντες στο προσωπικό της email μια αλυσίδα από emails που περιείχαν ευαίσθητες και άκρως εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούσαν συγκεκριμένους πελάτες και οι οποίες αφορούσαν αλληλογραφία η οποία άρχισε από τις 24.6.2016 και στην οποία η εναγόμενη προστέθηκε προς το τέλος Αυγούστου για πληροφόρηση και μόνο. Θεωρήθηκε άκρως ανησυχητικό το γεγονός αυτό γιατί όπως η ενόρκως δηλούσα κα Δανιλάκη αναφέρει, η καθ' ης η αίτηση δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να προωθήσει τη συγκεκριμένη αλυσίδα στο προσωπικό της email γιατί δεν ήταν ζήτημα το οποίο χειριζόταν η ίδια και ούτε χρειαζόταν να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια από την ίδια. Έστω και αν αυτό χρειαζόταν - αναφέρει η κα Δανιλάκη - η εναγόμενη είχε ασφαλή πρόσβαση (secure remote access) στις πληροφορίες με συγκεκριμένους κωδικούς ασφαλούς πρόσβασης που της παρείχε η ενάγουσα εταιρεία, από το σπίτι της μέσω του φορητού υπολογιστή που επίσης της παρείχε αυτή. Συνεπώς η προώθηση των συγκεκριμένων πληροφοριών στο προσωπικό της email δεν δικαιολογείτο ούτε καν για σκοπούς διεκπεραίωσης των οποιωνδήποτε πιθανών ανατεθέντων καθηκόντων της. (παρ. 18 ένορκης δήλωσης Δανιλάκη) από τον προσωπικό της χώρο. Διαπίστωσε επίσης ότι το πιο πάνω περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο αλλά η εναγόμενη σε διαφορετικές ημερομηνίες απέστειλε παράνομα, δόλια και/ή αντισυμβατικά άκρως εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα άνευ ουσιαστικού λόγου στο προσωπικό της email, τα οποία καταγράφει στην παράγραφο 31 της ένορκης δήλωσης της και επισυνάπτει προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της ως τεκμήρια 7 - 10 τα σχετικά emails. Η καθ' ης η αίτηση επιστρέφοντας στην εργασία της στις 5.9.2016 της ελέχθηκε ότι ο προσωπικός ηλεκτρονικός υπολογιστής της είχε βλάβη και είχε σταλεί για επιδιόρθωση. Στις 6.9.2016 κατόπιν νομικής συμβουλής από το δικηγόρο τους οι ενάγοντες-αιτητές ενημέρωσαν την καθ' ης η αίτηση για τα ευρήματα τους, της επέστησαν την προσοχή και της ανέφεραν ότι, ότι απέστειλε στο προσωπικό της email αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία των εναγόντων. Ερωτήθηκε κατά πόσο χρησιμοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο ή κοινοποίησε σε τρίτους τις συγκεκριμένες εμπιστευτικές πληροφορίες χωρίς να ληφθεί απάντηση. Ρωτήθηκε επίσης, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, κατά πόσο ήταν διατεθειμένη στην παρουσία εργοδοτών της να μπει στο προσωπικό της email και να δείξει κατά πόσο προώθησε περαιτέρω σε τρίτους τις εν λόγω πληροφορίες, όμως και πάλι αρνήθηκε. Παραδέχτηκε μόνο ότι έστειλε τις εμπιστευτικές πληροφορίες στο email της όπως επίσης παραδέχτηκε ότι έψαχνε για καινούργια εργασία. Η θέση της όπως αποκαλύπτει στην παράγραφο 25 της ένορκης δήλωσης της η ενόρκως δηλούσα κα Δαλινάκη ήταν ότι, τις συγκεκριμένες εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα τα οποία προώθησε στο προσωπικό της email, δηλαδή εκτός του ηλεκτρονικού δικτύου των εναγόντων, το έκαμε για σκοπούς υποστήριξης των πληροφοριών (back up), πράγμα αχρείαστο αφού η ίδια η εταιρεία έχει δικλείδες ασφαλείας και υποστηρίξη των πληροφοριών που αποθηκεύοντο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στις 12.9.2016 η καθ' ης η αίτηση απελύθη από την εργασία της και στις 13.9.2016 ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αγωγής από τους ενάγοντες που ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη παράνομα, δόλια, αντισυμβατικά και κατά παράβαση των καθηκόντων πίστης, επιμέλειας, εμπιστοσύνης και εμπιστευτικότητας που είχε προς την εταιρεία δυνάμει της συμφωνίας εργοδότησης της (Τεκμ. 2 στην αίτηση) της επιπρόσθετης συμφωνίας Deed of Covenant (Τεκμ.3 στην αίτηση) και του εγχειριδίου υπαλλήλων των εναγόντων (Τεκμ. 4 στην αίτηση), διέρρευσε εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα στο προσωπικό της email. Ο λόγος απόλυσης της ήταν η κλοπή αυτών των εμπιστευτικών πληροφοριών. Ο όρος 14 του Τεκμηρίου 2 επιβάλλει στην καθ' ης η αίτηση τις ακόλουθες υποχρεώσεις: «14.1 The Employee will not, during or after the term of this Agreement disclose to any third person or use or take any personal advantage of any confidential information or any trade secret of any kind or nature obtained by him during the term hereof... 14.3 The Employee acknowledges that the violation of any of the provisions of this Section 14 will cause irreparable loss and harm to the Company which cannot be reasonable or adequately compensated by damages in an action at law, and accordingly, that the Company will be entitled, without posting bond or security, to injunctive relief and other equitable relief to prevent or cure breach or threatened breach thereof but no action for any such relief shall be deemed to waive the right of the company to an action for damages." Η αντίθετη θέση εκφράζεται στην ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση της. Η ίδια διατείνεται ότι ερωτήθηκε μόνο για το λόγο που απέστειλε υλικό στο προσωπικό της email και διευκρίνισε στους εργοδότες της ότι ο λόγος αποστολής των μηνυμάτων και του υλικού το τελευταίο διάστημα ήταν για τη διεκπεραίωση εργασιών από τον προσωπικό της χώρο εκτός ωρών εργασίας, αλλά και λόγω του ότι εντόπισε πολλές λανθασμένες ενέργειες στον τρόπο λειτουργίας των εναγόντων, κάτι το οποίο πιθανότατα να κατέληγε σε υποχρέωση της να λογοδοτήσει στις αρμόδιες εποπτικές αρχές ως compliance officer. Θεωρεί την απόλυση της παράνομη, δεν της ζητήθηκε ποτέ να παραδώσει το υλικό και τις εμπιστευτικές πληροφορίες πίσω στους εργοδότες της και ήταν σε γνώση των εργοδοτών της ότι οι εργασίες διεκπεραιώνονταν από το προσωπικό της email αφού και οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν το προσωπικό της email για να διοχετεύσουν σε αυτή πληροφορίες. Προτού προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, θα παραθέσω τις θεραπείες που επιδιώκουν οι ενάγοντες-αιτητές στην καταχωρηθείσα αγωγή τους. «Α. Γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ανερχόμενες σε €1.000.000 εναντίον της Εναγομένης για παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δυνάμει της Συμφωνίας Εργοδότησης ημερ. 1.1.2015 και/ή των καθηκόντων επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης (duty of confidence) και/ή πίστης (duty of fidelity) προς την Ενάγουσα και/ή για παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή για κλοπή και/ή μη εξουσιοδοτημένη και/ή δόλια οικειοποίηση και/ή χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών και/ή εγγράφων* που η ενάγουσα απέκτησε και/ή δημιούργησε κατά την προώθηση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι «εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα»* τα οποία η Εναγόμενη δόλια, παράνομα και/ή αντισυμβατικά απέστειλε και/ή μετέφερε (transmitted) εκτός του ηλεκτρονικού δικτύου της Ενάγουσας, μέσω του επαγγελματικού email που της παρείχε η Ενάγουσα, ήτοι marina@kmgcapitalmarkets.com, στο προσωπικό της email ήτοι marina.actuary@gmail.com, αποτελούν ιδιοκτησία και/ή πνευματική ιδιοκτησία της Ενάγουσας. Γ. Διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη όπως καταστρέψει όλες τις «εμπιστευτικές πληροφορίες και/ή έγγραφα»* ιδιοκτησίας της Ενάγουσας που παράνομα και/ή αντισυμβατικά απέσπασε και/ή οικειοποιήθηκε και/ή έκλεψε και/ή μετέφερε από το επαγγελματικό email που της παρείχε η Ενάγουσα (marina@kmgcapitalmarkets.com) στο προσωπικό της λογαριασμό marina.actuary@gmail.com. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις». Η καθ' ης η αίτηση αποδέχτηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της ως το Αιτητικό Γ του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος πριν την καταχώριση της ένστασης της στις 3.11.2016, χωρίς βεβαίως να αποδέχεται την ευθύνη της κλοπής των πληροφοριών σε μια προσπάθεια αποφυγής της δικαστικής αντιπαράθεσης πλην όμως η εισήγηση της λόγω του χρονικού σημείου που υπεβλήθη δεν εξετάστηκε και δεν έγινε αποδεκτή. Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων εκφράζουν εκατέρωθεν εντελώς αντίθετες θέσεις ως προς την ύπαρξη ή μη σωρευτικά των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Παράλληλα ο κ. Κούρτελος για την καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη από μέρους των αιτητών και ούτε υπήρχε επείγον στην έκδοση των διαταγμάτων αφού το επείγον της έκδοσης τους με μονομερή αίτηση αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα του τύπου mareva πηγάζει από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες προσδιορίζουν και τα όρια του πεδίου εφαρμογής του. Για να δικαιολογείται η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με βάση τις εν λόγω πρόνοιες, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο (
- i)ότι με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, (
- ii)ότι με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του στην αγωγή και (iii) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παράλληλα το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο, πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (βλ. Ενδεικτικά Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 A.A.Δ.557, ΑΒΡ Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστόφορου & άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ.248 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ.152, Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνικ. Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης (βλ. μεταξύ πολλών άλλων Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788 κ.α). Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka A.D. Πολ. Εφ. 10042, ημερ. 23/2/99, ο Δικαστής Αρτεμίδης στη σελ. 12 αναφέρει τα εξής: «Θα επαναλάβουμε έστω, με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, πως οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της». Αντικείμενο της διαδικασίας είναι να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663). Αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita
(2002)1 A.A.Δ.2015). Δεν θα υπεισέλθω στην ουσία της υπόθεσης για να εξετάσω τους εκατέρωθεν αντίθετους ισχυρισμούς που οδήγησαν στην απόλυση της καθ' ης η αίτηση και την έκδοση των διαταγμάτων. Θα προσπαθήσω να διαπιστώσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 στην προκειμένη περίπτωση για την οριστικοποίηση ή μη των εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων. Δεν θα συμφωνήσω με τον κ. Κούρτελο ότι δεν συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Η θέση του κ. Κούρτελου στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει βάση της αγωγής επειδή δεν υπάρχει παράβαση της σύμβασης εργοδότησης από μέρους της καθ' ης η αίτηση. Βάση της αγωγής (η οποία οδήγησε και στην απόλυση της), αποτελεί η ισχυριζόμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της να διοχετεύσει εμπιστευτικές πληροφορίες στο προσωπικό της email και είναι πιθανό οι ενάγοντες αιτητές από τη συμπεριφορά αυτή να έχουν υποστεί ή να υποστούν ζημιές και να δικαιούνται σε θεραπεία, κάτι το οποίο δεν είναι του παρόντος να εξεταστεί. Κατά συνέπεια αν δεν εμποδιστεί (στο βαθμό που μπορεί να εμποδιστεί η ενάγουσα) να χρησιμοποιήσει τις εμπιστευτικές αυτές πληροφορίες, θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτό που εμποδίζεται να πράξει με τα διατάγματα η καθ' ης η αίτηση είναι να χρησιμοποιήσει αυτές τις εμπιστευτικές πληροφορίες. Κατά συνέπεια ισχύουν κατά την άποψη μου όχι μόνο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις αλλά από μόνη της η αντισυμβατική συμπεριφορά που η καθ' ης η αίτηση επέδειξε να διοχετεύσει εμπιστευτικές πληροφορίες στο προσωπικό της email παράλληλα με το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αναζητούσε νέα εργασία, αποκαλύπτουν μία συζητήσιμη υπόθεση από την οποία είναι πιθανόν να προκύψουν ζημιές για τους αιτητές οι οποίες στο αρχικό στάδιο δεν είναι δυνατό να συγκεκριμενοποιηθούν και οι οποίες να μην μπορούν να υπολογιστούν και να αποδοθούν σε μελλοντικό χρόνο αν δεν εκδοθούν τα απαγορευτικά διατάγματα. Ισχύει κατά συνέπεια και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ακόμα το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης των διαταγμάτων γιατί ακόμα και αν η απόφαση του Δικαστηρίου είναι λανθασμένη δεν είναι δυνατό κανένα μέρος να υποστεί ζημιά από μια τέτοια απόφαση αφού και η ίδια η καθ' ης η αίτηση εκφράζει τη βούληση της να καταστρέψει και να μην χρησιμοποιήσει τις εμπιστευτικές πληροφορίες που η ίδια παραδέχεται ότι απέστειλε για άλλους λόγους (υποστήριξη back up ή χρήση τους για να απαλλαγεί προσωπικής ευθύνης) στο προσωπικό της email. H θέση του κ. Κούρτελου ότι δεν προκύπτει αιτία αγωγής και δεν έχει επισυμβεί ζημιογόνο γεγονός από το οποίο οι ενάγοντες να έχουν δικαίωμα αποζημίωσης καταρρίπτεται από το γεγονός και μόνο ότι η ίδια η καθ' ης η αίτηση αποδέχεται ότι για άλλους λόγους (και όχι αυτούς που ισχυρίζονται οι αιτητές-ενάγοντες) εμπιστευτικές πληροφορίες και υλικό απέστειλε στο προσωπικό της email, κάτι που συνιστά αντισυμβατική και ανεπίτρεπτη (σύμφωνα με τις εργασιακές σχέσεις) συμπεριφορά. Μελλοντικά κατά τη διάρκεια της δίκης θα εξεταστούν οι αιτιάσεις της καθ' ης η αίτηση ότι χρειαζόταν να εργαστεί επί του υλικού αυτού από το χώρο της και οι θέσεις των αιτητών ότι δεν χρειαζόταν αυτό το συγκεκριμένο υλικό για να εργαστεί επ' αυτού από τον προσωπικό της χώρο, πράγμα το οποίο θα μπορούσε να πράξει από το επαγγελματικό της email και τον προσωπικό της χώρο σε ώρες που δεν ευρίσκετο στην υπηρεσία της. Ο κ. Κούρτελος προβάλλει ακόμα τη θέση ότι τα διατάγματα θα πρέπει να παύσουν να ισχύουν λόγω μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή παρουσίασης γεγονότων ψευδώς και με παραπλανητικό τρόπο από την ενόρκως δηλούσα κα Δαλινάκη στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση. Αποκρύβει, η ενόρκως δηλούσα - όπως ισχυρίζεται - την εργοδότηση της καθ' ης η αίτηση από το 2011 και την παρουσιάζει ως προσφάτως εργοδοτηθείσα, η οποία εκμεταλλεύεται τη θέση της για να αποκομίσει ίδιο όφελος. Αποκρύβει, επίσης, τη συνήθη πρακτική που ακολουθείτο από το 2011 μέχρι το 2015 που ήθελε τους εργοδότες της καθ' ης η αίτηση (ACONSULT LTD) να αποστέλλουν στο προσωπικό της email εμπιστευτικές και άλλες πληροφορίες και έγγραφα, όπως επίσης και το γεγονός ότι οι εργοδότες της γνώριζαν ότι η καθ' ης η αίτηση διεκπεραίωνε μέρος της εργασίας της από τον προσωπικό της χώρο εκτός ωρών εργασίας ή όταν βρισκόταν με άδεια. Αποκρύβεται επίσης το γεγονός ότι ουδέποτε ζητήθηκε από την καθ' ης η αίτηση η επιστροφή και/ή η μη χρήση και/ή η καταστροφή των εγγράφων που διοχετεύτηκαν στο προσωπικό της email είτε πριν είτε κατά είτε μετά το χρόνο που αυτή απελύθη από την εργασία της. Όσον αφορά το κατεπείγον το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη και/ή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η θέση του κ. Κούρτελου είναι ότι είναι σκόπιμη η μη αποκάλυψη της πενταετούς εργοδότησης της καθ' ης η αίτηση από τους ενάγοντες και η αποστολή από όλο το προσωπικό των εναγόντων ηλεκτρονικών μηνυμάτων στους προσωπικούς λογαριασμούς email της για να αποδειχθεί ότι τέτοια γνώση έλαβαν μόνο μερικές ημέρες πριν την καταχώρηση της αγωγής και την έκδοση των διαταγμάτων, και το έπραξαν για προστασία των συμφερόντων της εταιρείας και των πελατών της. Κατά συνέπεια ήτο επείγον να εκδοθούν τα διατάγματα που απαγορεύουν την οποιαδήποτε χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών από την καθ' ης η αίτηση και/ή μελλοντικούς εργοδότες της. Ήταν δηλαδή η θέση του κ. Κούρτελου ότι η μη αποκάλυψη της πενταετούς εργοδότηση της καθ' ης η αίτηση και τη χρήση του προσωπικού λογαριασμού email της όλη αυτή την περίοδο, την οποία χαρακτηρίζει «κραυγαλέα σκόπιμη παράλειψη» έγινε σκόπιμα για να αιτιολογήσει το κατ' επείγον της έκδοσης των διαταγμάτων με την παρέμβαση του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν θα προέκυπτε ως επείγον εάν αποκαλύπτοντο τα γεγονότα που παραλείφθηκαν να αποκαλυφθούν από τους ενάγοντες-αιτητές και αφορούν την εργοδότηση της καθ' ης η αίτηση από το
- Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Commerzbank Auslandsbbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holding Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερ. 27.2.2015, ο Ερωτοκρίτου Δ, συνοψίζει τις αρχές που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο για να ακυρώσει μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα λόγω μη αποκάλυψης: "Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros MichaelExclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ.Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex TradeS.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση ArenaCorporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρώ ότι η παράλειψη των εναγόντων-αιτητών είναι τόσο ουσιώδης που σε περίπτωση που ετίθεντο τα γεγονότα που ο κ. Κούρτελος ισχυρίζεται ότι παραλήφθηκαν ή απεκρύβησαν η απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση των διαταγμάτων ή την διατήρηση τους σε ισχύ θα ήταν διαφορετική. Μπορεί η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών να είναι ελλειμματική ως προς την πλήρη αποκάλυψη του εργασιακού καθεστώτος της καθ' ης η αίτηση, πλην όμως η απόκρυψη της πενταετούς απασχόλησης της καθ' ης η αίτηση και της πρακτικής που ακολουθείτο δεν αγγίζει την ουσία της διοχέτευσης σε προσωπικό email εμπιστευτικών πληροφοριών από εργοδοτούμενο κατά παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του, ούτε μπορεί να αποδοθεί σκοπιμότητα στους ενάγοντες-αιτητές στην μη αποκάλυψη της πενταετούς εργοδότησης της καθ' ης η αίτηση για να δικαιολογήσουν το κατ' επείγον της αίτησης. Το επείγον ενός θέματος είναι ουσιώδες και φυσικά σ' αυτό επεκτείνεται και η υποχρέωση του αιτητή να αποκαλύψει τα γεγονότα που το καθιστούν επείγον. (βλ. Aμβροσιάδου ν. Coward Π.Ε.3/2011 και Π.Ε.4/2011, ημερ. 15.1.2013). Παράγοντας που συνεκτιμάται με τις θεραπείες που ζητούνται είναι ο χρόνος και το πολύπλοκο της υπόθεσης (Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Π.Ε. 211/10, ημερ. 14.7.2011, με αναφορά στην Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P. Lasala κ.ά. (2007 1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186). Στην παρούσα υπόθεση η μη αποκάλυψη του χρόνου εργοδότησης της καθ' ης η αίτηση και η κατοχή εμπιστευτικών πληροφοριών και/ή υλικού των αιτητών από αυτή καθ' όλο το χρόνο της εργοδότησης της έχω ήδη αποφανθεί ότι δεν είναι ουσιώδες για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, αφού υπάρχει διαφωνία ως προς τη χρησιμότητα του υλικού που διοχετεύθηκε από την καθ' ης η αίτηση, που όπως διατείνονται οι αιτητές ήταν άσχετο με την εκτέλεση των καθηκόντων της από τον προσωπικό της χώρο, ενώ η ίδια διατείνεται ότι ήθελε να το προστατεύσει και/ή υποστηρίξει (back up) και/ή να τα χρησιμοποιήσει για σκοπούς απαλλαγής από πιθανή μελλοντική ευθύνη της ίδιας. Η διαπίστωση στις 2.9.2016 καθ' ον χρόνο η καθ' ης η αίτηση ευρίσκετο με άδεια απουσίας από την εργασία της ότι αυτή απέστειλε στον προσωπικό λογαριασμό email της εμπιστευτικές πληροφορίες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο (και είναι παραδεκτό) αναζητούσε άλλη εργασία δικαιολογούσαν το κατ' επείγον της έκδοσης των διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω, τα εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα, τα έξοδα είναι εις βάρος της καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο