← Κύπρος

Hazlewood Investment & Finance Limited ν. Nader Nader Manuel κ.α., Αγωγή αρ.: 2005/2016, 30/12/2016

Hazlewood Investment & Finance Limited ν. Nader Nader Manuel κ.α., Αγωγή αρ.: 2005/2016, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A553 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2005/2016 Μεταξύ: Hazlewood Investment & Finance Limited, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Ενάγουσας και Nader Nader Manuel, από τη Ρωσία Victor Filippovich Rashnikov, από τη Ρωσία Ocean Flow International Corp, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Antequera Enterprises Limited, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 4/7/2016 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Στ. Σταύρου μαζί με κ. Χρ. Νικολάου, για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρίστος Ιωάννου μαζί με κα Αγάθη Ζερβού) Για τους εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης για ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΠΕΛΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Χριστοφόρου) Για τους εναγόμενους 3 και 4 - καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου μαζί με τον κ. Γ. Μίτλετον για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ & ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση η κα Ειρ. Οικονόμου) και κ. Χρ. Χριστοφόρου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Χριστοφόρου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρίστηκε την 1.7.2016, η ενάγουσα αξιώνει από όλους τους εναγομένους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, μεταξύ άλλων αποζημιώσεων («γενικών και/ή ειδικών και/ή παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών και/ή επαυξημένων») και το ποσό των 79.500.000,00 (εβδομήντα εννέα εκατομμύρια, πεντακόσιες χιλιάδες) Δολαρίων Αμερικής, ως αποζημιώσεις για «παράβαση καθηκόντων πίστεως/εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή για ψυχική πίεση και/ή για συνομωσία και/ή για απάτη και/ή για ψευδείς παραστάσεις και/ή για υποβοήθηση για διάπραξη παράβασης καθήκοντος πίστης (dishonest assistance in breach of trust or fiduciary duty) και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή διαφορετικά». Την 6.7.2016 η ενάγουσα πέτυχε μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται στους Καθ' ων η Αίτηση και κάθε ένα ξεχωριστά από αυτούς και/ή σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο και/ή εκπρόσωπο και/ή υπηρέτη και/ή εργοδοτούμενο και/ή υπάλληλο και/ή άμεσο ή έμμεσο διάδοχο τους και/ή σε οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό και/ή υπό τις οδηγίες και/ή με την έγκριση οποιωνδήποτε από τους Καθ' ων η Αίτηση καθώς και των αξιωματούχων των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4: α) να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή να διαχειριστούν, αποξενώσουν και/ή μειώσουν την αξία και/ή επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποποιηθούν και/ή διαθέσουν οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο με τρόπο που θα οδηγούσε σε μείωση της αξίας των ελεύθερων και μη βεβαρημένων στοιχείων του ενεργητικού τους και/ή των περιουσιακών στοιχείων τους, τα οποία δεν έχουν παγοποιηθεί από οποιοδήποτε άλλο διάταγμα του Δικαστηρίου («μη βεβαρημένη αξία»), σε ποσό κάτω από ΗΠΑ$90.000.000,00 και/ή β) να διαθέσουν, διαχειριστούν, αποξενώσουν, επιβαρύνουν ή μειώσουν την καθαρή αξία των πιο κάτω περιγραφόμενων περιουσιακών τους στοιχείων μέχρι το ποσό των ΗΠΑ$90.000.000,00: 1) Τις μετοχές που κατέχουν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως τελικοί δικαιούχοι (beneficial owners) στην εταιρεία Snapbox Holdings Limited με αριθμό εγγραφής ΗΕ 272570, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, 2) Το ακίνητο με το όνομα Villa les Tarentes (με αριθμό εγγραφής section AD 28 at 06230) στη διεύθυνση St Jean Cap Ferrat, 84 Boulevard General de Gaulle, France, 3) Το ακίνητο με το όνομα Villa les Figuiers (με αριθμό εγγραφής section 117 AN) στη διεύθυνση Villefranche-sur-Mer, 06230, 10, Avenue Louise Bordes, France, 4) Το ακίνητο με το όνομα Villa Nellcote (με αριθμό εγγραφής section 118, 119, 120, 121, 122) στη διεύθυνση Villefranche-sur-Mer, 06230, 10, Avenue Louise Bordes, France, 5) Οποιαδήποτε ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα σε οποιοδήποτε λογαριασμό στο όνομα τους ή για λογαριασμό τους σε οποιοδήποτε τραπεζικό ίδρυμα στο εξωτερικό, μέχρι του ως άνω περιγραφόμενου ποσού. Νοείται ότι από το παρόν διάταγμα θα εξαιρείται ποσό που δεν υπερβαίνει τις ΗΠΑ$30.000 μηνιαίως για την κάλυψη των συνήθων εξόδων τους, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών των επαγγελματικών συμβούλων και δικηγόρων για καθένα από τους Καθ' ων η Αίτηση.» Το προαναφερόμενο διάταγμα αποτελούσε μέρος των αιτούμενων θεραπειών της υπό κρίση Αίτησης. Όσον αφορά το αιτητικό της παραγράφου Δ της Αίτησης, το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις ώστε αυτό να δοθεί μονομερώς και διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η παράγραφος Δ της Αίτησης, έχει ως εξής: «Δ) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει ότι καθένας από τους Καθ' ων η Αίτηση 1-4 πρέπει εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του παρόντος διατάγματος, αποκαλύψει ενόρκως στους δικηγόρους της Αιτήτριας, που θα επαληθεύεται στην περίπτωση των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4 από ένορκη δήλωση αρμόδιου αξιωματούχου, το σύνολο των περιουσιακών τους στοιχείων που βρίσκονται σε όλο τον κόσμο που υπερβαίνει τα ΗΠΑ$100.000 (εκατό χιλιάδες) σε αξία είτε κατέχεται στο όνομά του είτε όχι και είτε κατέχεται από κοινού ή προσωπικά, αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβα- νομένων, σε σχέση με οποιοδήποτε τραπεζικό λογαριασμό, το όνομα και τη διεύθυνση του υποκαταστήματος, το όνομα του κατόχου του λογαριασμού, τον αριθμό του λογαριασμού και το ποσό του πιστωτικού υπολοίπου.» Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.2, Δ.48 θθ. 1-9, Δ.64, στη Νομολογία, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας (equity law), στις αρχές του κοινοδικαίου, στις αρχές επί των διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση εμφαίνεται στην Ένορκη Δήλωση της Αγάθης Ζερβού, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ, δικηγόρων της ενάγουσας εταιρείας. Η ομνύουσα στην πολυσέλιδη Ένορκη της Δήλωση, αναφέρει πως γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και των εγγράφων που περιέχονται σ' αυτόν, αλλά και από πληροφορίες που έλαβε, μεταξύ άλλων και από τον Alexander Povolotskiy, δικηγόρο και προσωπικό σύμβουλο του Shalva Chigirinskiy (στο εξής θα αναφέρεται ως ο "Shalva") ο οποίος είναι ο μοναδικός εγγεγραμμένος μέτοχος και ο απώτερος τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) της ενάγουσας εταιρείας. Ως προς την ταυτότητα των διαδίκων η ομνύουσα αναφέρει τα εξής: Η ενάγουσα - αιτήτρια, είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με την νομοθεσία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της είναι στην οδό Trident Chambers, P.O. Box 146, Road Town, Tortola, Βρετανικές Παρθένες Νήσοι. Ο Shalva είναι Ρώσσος και Ισραηλινός υπήκοος ο οποίος διαμένει στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και είναι ο μοναδικός εγγεγραμμένος μέτοχος και ο απώτερος τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) της ενάγουσας. Ο πρώτος εναγόμενος, ο Nader Nader Manuel (στο εξής ο «Nader»), είναι Σύριος επιχειρηματίας ο οποίος διαμένει κατά διαστήματα στη Ρωσική Ομοσπονδία. Ο δεύτερος εναγόμενος ο Victor Filippovich Rashnikov (στο εξής ο «Victor»), είναι Ρώσος επιχειρηματίας ο οποίος διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία και είναι ο τελικός δικαιούχος (ultimate beneficial owner) της εναγόμενης

  1. Η τρίτη εναγόμενη, η Ocean Flow International Corp (στο εξής «Ocean Flow») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με την νομοθεσία των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της είναι στην οδό Jipfa Building, 3rd Floor, Main Street, Road Town, Tortola, Βρετανικές Παρθένες Νήσοι. Τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) της εταιρείας είναι ο Nader και ο Victor. Η τέταρτη εναγόμενη, η Antequera Enterprises Limited (στο εξής «Antequera») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με το Κυπριακό δίκαιο με αριθμό εγγραφής ΗΕ 136087 και η οποία διατηρεί το εγγεγραμμένο γραφείο της στην οδό Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, 195, Neocleous House, 3030, στη Λεμεσό. Η ομνύουσα παραθέτει το ιστορικό υπόβαθρο και τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την επίδικη διαφορά, στις παραγράφους 29 - 58 της Ένορκης της Δήλωσης. Παραθέτω στη συνέχεια μια συνοπτική αναφορά των λεχθέντων της Αγάθης Ζερβού. Περί τα τέλη του 2003 με αρχές του 2004 ο Shalva και ο Victor, αποφάσισαν να συνεργαστούν υπό την μορφή κοινοπραξίας και οιονεί συνεταιρισμού (μέσω εταιρειών δικών τους συμφερόντων) για την υλοποίηση δύο κατασκευαστικών έργων στη Μόσχα, το «Hotel Rossiya», (θα ανεγειρόταν κοντά στο Κρεμλίνο) και το «Russian Tower» (στο εξής το «Έργο»), το οποίο είναι και το αντικείμενο της αντιδικίας στην παρούσα αγωγή. Το «Russian Tower» θα ανεγειρόταν στο Διεθνές Επιχειρηματικό Κέντρο της Μόσχας, γνωστό ως "Moscow City". Αφορούσε την κατασκευή του ψηλότερου ουρανοξύστη στο "Moscow City", στο οικόπεδο με αριθμό 17-
  2. Ο ουρανοξύστης θα αποτελείτο από πλήρως εξοπλισμένα διαμερίσματα με υπηρεσίες, χώρους γραφείων, ένα ξενοδοχείο πέντε αστέρων, καταστήματα, εστιατόρια, «συνεδριακές εγκαταστάσεις», κέντρα ευεξίας (spa) και χώρους στάθμευσης. Στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας, ο Shalva θα ενεργούσε ως εργολάβος των πιο πάνω έργων, ενώ ο Victor θα παρείχε την χρηματοδότηση του μετοχικού κεφαλαίου της κοινοπραξίας, μέσω εταιρειών δικών του συμφερόντων. Τα πιο πάνω πρόσωπα γνωρίστηκαν μέσω του Nader, ο οποίος ήταν έμπιστος φίλος του Shalva για περισσότερο από 30 χρόνια και άτομο που τύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του Shalva, ασκούσε δε σημαντική επιρροή πάνω του. Ο Shalva μαζί με τον Victor, συμφώνησαν να συμμετέχουν ως μέτοχοι σε μία κυπριακή εταιρεία, την Leondaris Holding Limited (στο εξής «Leondaris»), μέσω εταιρειών δικών τους συμφερόντων με σκοπό μεταξύ άλλων, την υλοποίηση του Έργου. Το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Leondaris ανήκε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Antequera, της οποίας τελικός δικαιούχος ή ένας εκ των τελικών δικαιούχων ήταν ο Victor (είναι θέση της ενάγουσας ότι τελικός δικαιούχος ήταν και ο Nader), ενώ το υπόλοιπο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Leondaris ανήκε στην εταιρεία Gradison Consultants Inc (στο εξής «Gradison»), εταιρεία στην οποία τελικός δικαιούχος ήταν ο Shalva. Υπεύθυνη δε για την υλοποίηση, την διαχείριση και την κατοχή του Έργου ήταν η ρωσική εταιρεία ST Towers LLC (στο εξής η «ST Towers»), θυγατρική της Leondaris, η οποία ανήκε εξ ολοκλήρου στην τελευταία και ελεγχόταν από αυτήν. Οι σχέσεις μεταξύ των μετόχων του Έργου και η λειτουργία της κοινοπραξίας δίεπετο μεταξύ άλλων και από τα ακόλουθα έγγραφα:
  3. Συμφωνία μετόχων (Shareholders' Agreement) ημερομηνίας 18/11/2004 (στο εξής «Αρχική Συμφωνία Μετόχων») (Τεκμήριο 8 στην Ένορκη Δήλωση) μεταξύ της Gradison και της Antequera με σκοπό την σύσταση της κοινοπραξίας υπό την μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στην Κύπρο, την Leondaris.
  4. Συμφωνία την οποία συνήψε η Gradison μαζί με την Antequera και την Leondaris για Αναδιοργάνωση (στο εξής «Συμφωνία Αναδιοργάνωσης») ημερομηνίας 14/11/2008 και νέα Συμφωνία Μετόχων (στο εξής «Συμπληρωματική Συμφωνία Μετόχων») ημερομηνίας 14/11/2008 (Τεκμήριο 9 στην Ένορκη Δήλωση), με τις οποίες συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ST Towers θα ήταν υπεύθυνη για την υλοποίηση και τη δημιουργία του Έργου.
  5. Συμφωνία Αντικατάστασης (Deed of Adherence) (στο εξής «Συμφωνία Αντικατάστασης») ημερομηνίας 29/12/2008 (Τεκμήριο 10 στην Ένορκη Δήλωση) σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα έγινε συνεταίρος της Antequera στην κοινοπραξία για το Έργο σε αντικατάσταση της Gradison. Βάσει της Συμφωνίας Αντικατάστασης, η ενάγουσα απέκτησε το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Leondaris. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι οι πιο πάνω συμφωνίες διέπονται από τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν κάθε διαφορά που προκύπτει βάσει των πιο πάνω συμφωνιών. Σύμφωνα με την ομνύουσα, αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι από την Αρχική Συμφωνία Μετόχων και των μετέπειτα Συμφωνιών και/ή την σχέση εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε λόγω της κοινοπραξίας, πηγάζουν και/ή προέκυψαν και υπήρχαν μεταξύ των συμβαλλομένων, εξυπακουόμενες υποχρεώσεις και καθήκοντα εμπιστοσύνης και/ή πίστης και επιμέλειας. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση της ενάγουσας ότι η Antequera είχε έναντι της Gradison αρχικά και στην συνέχεια έναντι της ενάγουσας που την διαδέχθηκε μέσω της Συμφωνίας Αντικατάστασης, καθήκον και υποχρέωση να την ενημερώνει με ειλικρίνεια και πληρότητα για όλα τα σημαντικά γεγονότα και/ή πληροφορίες που αφορούσαν στο βασικό αντικείμενο της μεταξύ τους έννομης σχέσης και στην κοινή ανάπτυξη έργων στην οποία αποσκοπούσαν, ειδικότερα δε για την ανάπτυξη του Έργου. Περαιτέρω, η Antequera είχε υποχρέωση να μην της αποκρύπτει τέτοιες πληροφορίες και να μην την παραπληροφορεί και/ή παραπλανεί και/ή να της παρουσιάζει τέτοια γεγονότα με ψευδή και/ή ανακριβή και/ή ατελή τρόπο. Είχε επίσης καθήκον και υποχρέωση να μην ενεργεί σε βάρος της κοινοπραξίας στην οποία συμμετείχαν τα δύο μέρη και/ή σε βάρος των συμφερόντων του οιονεί συνέταιρου της στη κοινοπραξία. Παρά το γεγονός ότι για την κατασκευή του Έργου είχαν ξεκινήσει κάποιες σημαντικές εργασίες (όπως η ανασκαφή του χώρου και η κατασκευή τοίχων αντιστήριξης) αυτές, κατά την περίοδο 2008 - 2009, είχαν ανασταλεί λόγω της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης. Περί τις αρχές του 2009, ο Shalva αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα που προέκυψαν εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης αλλά και απειλές από παλαιούς «φίλους» του, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την οικονομική ύφεση προσπάθησαν να αποκτήσουν τις επιχειρήσεις του στην Ρωσία. Εξαιτίας των πιο πάνω, ο Shalva έφυγε από την Μόσχα αναζητώντας νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες σε άλλες χώρες. Προτού όμως αποχωρήσει από τη Μόσχα κατά ή περί την 14/02/2009, ο Shalva παραχώρησε στον αδελφό του Alexander Pavlovich Chigirinskiy (στο εξής ο «Alexander»), γενικό πληρεξούσιο, εξουσιοδοτώντας τον να ενεργεί εκ μέρους του, σε σχέση με τα υπό ανάπτυξη έργα του στη Ρωσία (συμπεριλαμβανομένου και του Έργου). Μετά την αποχώρηση του Shalva από τη Μόσχα, όλες οι αποφάσεις των μετόχων αναφορικά με το Έργο, λαμβάνονταν από τον Alexander (ενεργούσε εκ μέρους του Shalva) και από τον Nader, ο οποίος παρουσιαζόταν ως συνεργάτης του Victor και ότι είχε εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για το Έργο, εκ μέρους του ιδίου αλλά και του Victor. Όπως προβάλλει η ομνύουσα, είναι θέση της ενάγουσας, ότι εκτός από τον Victor, μερίδιο στην κοινοπραξία είχε και ο Nader αφού καθ' όλο τον ουσιαστικό χρόνο έπαιρνε αποφάσεις εκ μέρους της Antequera και του ίδιου του Victor. Η θέση αυτή, όπως αναφέρει η ομνύουσα, ενισχύεται και από το γεγονός πως σε αρκετές συναντήσεις που συμμετείχε ο Shalva αρχικά και μετέπειτα ο Alexander μαζί με τους Victor και Nader, ήταν σαφές πως ο Nader εκπροσωπούσε εκτός από τον εαυτόν του και την ίδια την Antequera αλλά και τους μετόχους της (τούτο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τον Victor). Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2010, ο Shalva μαζί με τον Alexander ήρθαν σε καταρχήν συνεννόηση και διαπραγματεύονταν την ενδεχόμενη πώληση του συμφέροντος (μεριδίου) που κατείχε ο Shalva στο «Hotel Rossiya» και στο Έργο. Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2011, οι διαπραγματεύσεις αυτές μεταξύ των δύο αδελφών ναυάγησαν και ο Αlexander έπαψε να συμμετέχει στη διαχείριση των πιο πάνω έργων. Μετά την απόφαση του Αlexander να αποσυρθεί από τη διαχείριση των έργων, ο Shalva συμφώνησε με τον Nader (αυτός ενεργούσε και εκ μέρους του Victor) ότι ο Nader θα ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση του Έργου, δηλαδή για τη δραστηριότητα και τις αποφάσεις που λάμβανε η ST Towers, αφού αφενός τον εμπιστευόταν πλήρως και αφετέρου δεν θα ήταν πρακτικά εφικτή η διαχείριση της ST Towers από τον ίδιο τον Shalva, καθότι αυτός διέμενε πλέον άλλοτε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και άλλοτε στο Ισραήλ. Μετά την αποχώρηση του Αlexander από τη διαχείριση των έργων, οι Nader και Victor περί τα τέλη του Ιούλη με αρχές Αυγούστου του 2011, πρότειναν στον Shalva να τους πωλήσει το μετοχικό συμφέρον που είχε στο «Hotel Rossiya» και στο Έργο, προσφέροντας του ένα συνολικό ποσό ύψους $100 εκατομμυρίων και για τα δύο έργα. Η πρόταση αυτή κέντρισε το ενδιαφέρον του Shalva και δέχθηκε να διαπραγματευθεί διότι ο ίδιος δεν είχε σκοπό να διεξάγει ενεργά επιχειρήσεις στη Μόσχα και ήθελε να επενδύσει σε επιχειρηματικά σχέδια εκτός της Ρωσίας. Για να δικαιολογήσουν το ποσό αυτό οι Nader και Victor προσπάθησαν να πείσουν τον Shalva να πωλήσει το μερίδιο του, προβαίνοντας σε σωρεία ψευδών παραστάσεων όπως: (α) Ότι ο τομέας των ακινήτων στη Ρωσία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε σοβαρή κρίση και θα ήταν τρομερά δύσκολο αν όχι αδύνατο να βρεθεί κάποιος καλόπιστος τρίτος αγοραστής να αγοράσει το εν λόγω Έργο, αφού αυτό θα έπρεπε πρώτα να ανεγερθεί. Κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετά δαπανηρό αφού υπήρχαν μεγάλες δυσκολίες στη συγκέντρωση των χρημάτων που χρειάζονταν για να προχωρήσει η κατασκευή του Έργου, σε βαθμό που οι ίδιοι οι μέτοχοι θα αναγκάζοντο να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή του. (β) Ότι η Τοπική Κυβέρνηση της Μόσχας δεν θα έδινε ποτέ τις απαραίτητες άδειες και εγκρίσεις για να προχωρήσει η κατασκευή του Έργου, ενόσω ο Shalva ήταν συνέταιρος της κοινοπραξίας, καθότι εθεωρείτο ως «πολιτικώς ανεπιθύμητο πρόσωπο» εξαιτίας των στενών σχέσεων που είχε με τον πρώην δήμαρχο της Μόσχας. (γ) Ότι ακόμη και αν ο Shalva δεν λάμβανε μέρος στην κατασκευή του Έργου, η οποιαδήποτε λήψη των απαραίτητων αδειών και εγκρίσεων από την κυβέρνηση της Μόσχας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη. (δ) Ότι για να προχωρήσει η κατασκευή του Έργου θα έπρεπε, μεταξύ άλλων, να γίνουν αρκετές αλλαγές στις τεχνικές και οικονομικές προδιαγραφές και τροποποιήσεις στις συμφωνίες που είχε η ST Towers, για μίσθωση του οικοπέδου στο οποίο θα γινόταν η ανέγερση του Έργου. Γενικά του παρουσίαζαν πως το "Russian Tower" ήταν ένα αποτυχημένο και προβληματικό έργο που πιθανότατα δεν θα υλοποιείτο ποτέ. Εξαιτίας του γεγονότος ότι ο Shalva δεν συμμετείχε σε επενδυτικά έργα στη Μόσχα και δεν έλαβε διοικητικές αποφάσεις αναφορικά με τα πιο πάνω έργα για περισσότερο από δύο χρόνια, ήταν δύσκολο γι' αυτόν να εκτιμήσει την ορθότητα των δηλώσεων των Nader και Victor και ενόψει του γεγονότος ότι ο Nader ήταν άτομο που είχε την εμπιστοσύνη και την αποδοχή του Shalva, δεν συνέτρεχε κανένας λόγος να μην τον εμπιστευτεί. Οι διαπραγματεύσεις και οι ψευδείς παραστάσεις από μέρους των Nader και Victor συνεχίστηκαν μέχρι και τα μέσα του Αυγούστου του 2011, χρόνο κατά τον οποίο οι πιο πάνω πρότειναν στον Shalva να αγοράσουν το μετοχικό του συμφέρον και στα δύο έργα για το ποσό των $80 εκατομμυρίων, δηλαδή κατά $20 εκατομμύρια λιγότερο από την αρχική τους πρόταση. Ο Shalva δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητήσει τις παραστάσεις των Nader και Victor και γι' αυτό συμφώνησε όπως οι δικηγόροι τους ετοιμάσουν τα απαραίτητα έγγραφα αναφορικά με την πώληση των μετοχών του στην κοινοπραξία. Kατά η περί την 22/09/2011 η ST Towers ενεργώντας μέσω του γενικού διευθυντή της, Alexander Kurnikov (στο εξής ο «Kurnikov») συνήψε συμβόλαιο με την Cushman & Wakefield (πολυεθνική εταιρεία η οποία παρέχει κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, έχουσα, μεταξύ άλλων, και έδρα - παράρτημα στην Μόσχα και που στο εξής θα αναφέρεται ως η «Cushman»), για την εκτίμηση της αξίας του Έργου και κατά ή γύρω στις 29/09/2011, συνήψε και δεύτερο συμβόλαιο με την εν λόγω εταιρεία για την εκπόνηση του καινούργιου σχεδιασμού (project concept) για το Έργο (Τεκμήρια 15 και 15 Α). Οι οποιεσδήποτε συζητήσεις μεταξύ του Nader, των αντιπροσώπων της ST Towers και της Cushman, έγιναν χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και την έγκριση του Shalva ή της ενάγουσας, οι οποίοι δεν ήσαν ενήμεροι για τον διορισμό της Cushman. Περαιτέρω, ο Nader δεν απεκάλυψε στην ενάγουσα ή στον Shalva τα αποτελέσματα της εκτίμησης που έγινε και η οποία ήταν διαθέσιμη από τα μέσα Νοεμβρίου του
  6. Κατά η περί τις 13/10/2011, η αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας (Moscow Urban Development and Land Commission) ενέκρινε ψηφίσματα (Minutes No. 42) αναφορικά με το οικόπεδο υπ' αρ. 17-18 στο Moscow-City, το οποίο ανήκε κάτω από συμφωνία υπομίσθωσης, στην ST Towers (είχε δηλαδή σχέση με το Έργο). Τα ψηφίσματα αυτά εξασφάλιζαν ότι η κατασκευή του Έργου θα εγκρινόταν και ότι αυτή θα προχωρούσε με την τροποποιημένη του μορφή, όπως και τελικά έγινε (Τεκμήρια 17 και 17 Α). Οι οποιεσδήποτε συζητήσεις με την αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας για τη διαδικασία εξασφάλισης αυτών των ψηφισμάτων όπως και η τελική εξασφάλιση των εν λόγω ψηφισμάτων, έγινε χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση της ενάγουσας ή του Shalva, είτε από τον Nader, είτε από τον Victor. Κατά ή περί την 07/10/2011 η Cushman παρέδωσε στην ST Towers εκτίμηση για το Έργο. Ακολούθησε μια σειρά συζητήσεων περιλαμβανομένης της εξέτασης των δεδομένων και διάφορες υποθέσεις που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξία του Έργου. Οι συζητήσεις μεταξύ της Cushman, του Nader και της ST Towers συνεχίστηκαν και γίνονταν παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για την πώληση της συμμετοχής της ενάγουσας, στο Έργο. Kατά ή περί τον Οκτώβριο του 2011, ξεκίνησαν οι συζητήσεις για τους όρους της πώλησης του μετοχικού κεφαλαίου της ενάγουσας στο Έργο. Βασικοί όροι της συναλλαγής στις διαπραγματεύσεις, ήταν η πώληση του 50% των μετοχών της Leondaris προς $50 εκατομμύρια και ότι η αγοραία τιμή θα πληρωνόταν σε διάφορα στάδια (ένα αρχικό ποσό θα δινόταν στον Shalva στην αρχή, με την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας για την Αγοραπωλησία των Μετοχών και το υπόλοιπο θα αποπληρωνόταν ακολούθως της έκδοσης της απαραίτητης άδειας από την αρμόδια αρχή της Μόσχας που θα επέτρεπε αλλαγές στο Έργο). Η διαπραγμάτευση των πιο πάνω όρων γινόταν χωρίς ο Shalva και ή ενάγουσα να είναι ενήμεροι για τις αποφάσεις που πάρθηκαν στις 13/10/2011 από την αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας. Την ίδια περίοδο που γίνονταν οι πιο πάνω διαπραγματεύσεις, ο Nader προέβη ξανά σε ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις, με σκοπό να πείσει τον Shalva να μεταφέρει άμεσα τις μετοχές που είχε η ενάγουσα στην Leondaris, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν επρόκειτο να δοθεί η σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές της Μόσχας. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Cushman η αγοραία αξία του ακινήτου για το Russian Tower (το Έργο) στις 30/09/2011, ανερχόταν στα $234 εκατομύρια, το ύψος της οποίας όμως εξαρτάτο και από την έκδοση τροποποιημένου Τοπογραφικού Σχεδίου του Ακινήτου (General Land Plot Site Plan) από την ST Towers πριν το τέλος Νοεμβρίου
  7. Το εν λόγω General Land Plot Site Plan, εκδόθηκε στις 08/11/
  8. Ο Nader και ο Victor δεν ανέφεραν «τίποτα» στον Shalva ή στην ενάγουσα αναφορικά με την εκτίμηση της Cushman προφανώς επειδή του είχαν ήδη αναφέρει ψευδώς, ότι η αξία του Έργου ήταν πάρα πολύ χαμηλή. Κατά την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2011, η διεύθυνση της Renaissance Construction Company (διεθνής αναπτυξιακή και κατασκευαστική εταιρεία, που στο εξής θα αναφέρεται ως η «Renaissance») εξέφρασε ενδιαφέρον προς την ST Towers και τους επαγγελματίες εκτιμητές ακινήτων από την Cushman, για την αγορά ολόκληρου ή μέρους του Έργου (Τεκμήριο 16 της Ένορκης Δήλωσης). Είναι η θέση της ενάγουσας ότι τόσο η ίδια όσο και ο Shalva δεν ήταν ενήμεροι για τις οποιεσδήποτε συζητήσεις μεταξύ της ST Towers και της Renaissance. Κατά τις αρχές Δεκεμβρίου 2011, ο Shalva πρότεινε στον Nader όπως μειωθεί ο χρόνος αποπληρωμής (όπως αυτός καθορίστηκε στους Βασικούς Όρους της Συμφωνίας για την αγοραπωλησία των μετοχών) και ως αντάλλαγμα να αφαιρεθεί ο όρος που προνοούσε ότι η τελική πληρωμή θα γινόταν ακολούθως της έκδοσης της απαραίτητης άδειας από την αρμόδια αρχή της Μόσχας, που θα επέτρεπε αλλαγές στο Έργο. Ο Nader ανέφερε στον Shalva ότι ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει με την εν λόγω τροποποίηση νοουμένου ότι ο Shalva θα αποδεχόταν να πωληθεί το μερίδιο του για $37.5 εκατομμύρια αντί για $50 εκατομμύρια. Του ανέφερε επίσης ότι θα έπρεπε να αποδεχτεί την πρόταση του, λόγω του ότι δεν υπήρχαν προτειθέμενοι αγοραστές για το Έργο και ότι ήταν πολύ δύσκολο να εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από τις αρμόδιες αρχές της Μόσχας. Οι πιο πάνω ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις, οδήγησαν τον Shalva και κατ' επέκταση την ενάγουσα να πωλήσει αμέσως και μάλιστα σε πολύ μειωμένη τιμή το μερίδιο της στην κοινοπραξία (για το ποσό των $37.5 εκατομμυρίων) στην Ocean Flow (εταιρεία συμφερόντων των Nader και Victor), σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερομηνίας 21.12.2011 (στο εξής «Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών») (Τεκμήριο 24). Σύμφωνα με την ομνύουσα, είναι η θέση της ενάγουσας ότι από τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας ξεχωριστά αλλά και σε συμπαιγνία/συνομωσία μεταξύ τους, αφενός απέκρυψαν σημαντικά γεγονότα που αφορούσαν στην ανάπτυξη του Έργου και αφετέρου προέβησαν εσκεμμένα, με πρόθεση παραπλάνησης της ενάγουσας, με παραστάσεις που γνώριζαν ότι ήταν ψευδείς και ανακριβείς και στις οποίες η ενάγουσα βασίστηκε. Οι εναγόμενοι, καθ' όλο τον ουσιαστικό χρόνο, ενήργησαν αδιαφορώντας για τα νόμιμα δικαιώματα της ενάγουσας, κατά παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων και των μετέπειτα Συμφωνιών, των καθηκόντων εμπιστοσύνης, πίστης και επιμέλειας και των υποχρεώσεων τους που πήγαζαν από τις έννομες σχέσεις και την σχέση εμπιστοσύνης στην οποία βρίσκονταν με την ενάγουσα. Επιπρόσθετα, εξαπάτησαν την ενάγουσα και τους αντιπροσώπους/ιδιοκτήτες της, οι οποίοι παραπλανήθηκαν από τις παραστάσεις των εναγομένων και λειτούργησαν σε βάρος των συμφερόντων της ενάγουσας και/ή προχώρησαν σε πώληση των μετοχών της σε πολύ χαμηλή τιμή και/ή σε τιμή μικρότερη από την πραγματική τους αξία και/ή σε τιμή στην οποία ουδέποτε θα τις πωλούσαν αν γνώριζαν τα πραγματικά περιστατικά και/ή αν δεν είχαν παραπλανηθεί από τους Nader και Victor και την Antequera. Ο Shalva ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τα πιο πάνω γεγονότα περίπου την 01/06/
  9. Συγκεκριμένα, αρχικές πληροφορίες για τα πιο πάνω γεγονότα προήλθαν από τον δικηγόρο της S & T Equity (Overseas) Limited, όταν αυτός συναντήθηκε με το προσωπικό της Cushman για να μαζέψει πληροφορίες σχετικές με την Αγωγή υπ' αριθμό 972/2016 που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (στο εξής « η Αγωγή Snegiri»). Η ομνύουσα αναφέρεται στην αγωγή Snegiri, στις παραγράφους 17 - 27 της Ένορκης της Δήλωσης. Η εν λόγω αγωγή αφορά την ματαίωση και μη εκτέλεση των συμφωνιών τις οποίες σύναψε η εκεί ενάγουσα εταιρεία Snegiri (εταιρεία της οποίας τελικός δικαιούχος είναι ο αδερφός του Shalva, Αlexander) με τους Nader και Victor και τρίτο πρόσωπο, που είχε ως αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων και την παράνομη κατακράτηση των ωφελημάτων που προήλθαν από τον εν λόγω πλουτισμό. Τα έγγραφα και οι πληροφορίες που παρουσίασε η Cushman στον δικηγόρο της Snegiri δεν ήταν σχετικά με την Αγωγή Snegiri αλλά αφορούσαν την εκτίμηση του Έργου. Τότε είναι που κατέστη σαφές ότι το χαμηλό ποσό ως τίμημα για τις μετοχές που πωλήθηκαν στη βάση της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών, έγινε αποδεκτό στη βάση ψευδών παραστάσεων. Είναι γι' αυτό τον λόγο που κατέστη αναγκαία η προσφυγή της ενάγουσας στο Δικαστήριο για την ζημιά και/ή απώλεια την οποία επωφελήθηκε αθέμιτα η Ocean Flow και που προκλήθηκε εξαιτίας των ανακριβών και ψευδών παραστάσεων που προέβησαν οι Nader και Victor. Οι εναγόμενοι 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, προβάλλοντας είκοσι πέντε

(25)λόγους. Αναφέρεται ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Αρ. 14/60) και/ή του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αναφορικά με την έκδοση προσωρινών παρεπιπτόντων διαταγμάτων, με επιμέρους αναφορές: (α) στο ισοζύγιο της ευχέρειας. (β) στη μη ύπαρξη οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας εναντίον οιουδήποτε των εναγομένων. (γ) στην αποτυχία της ενάγουσας να ικανοποιήσει την δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος, δεδομένου του ότι «η πραγματική βάση της Αίτησης σχετίζεται με γεγονότα που έλαβαν χώρα το 2011». (δ) στο ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των γεγονότων και των ουσιωδών στοιχείων που σχετίζονται με την υπόθεση. (ε) στο ότι τα εκδοθέντα διατάγματα στρέφονται εναντίον περιουσιακών στοιχείων που δεν τελούν υπό τον έλεγχο των εναγομένων 1 και
  1. (στ) στο ότι τα «Κυπριακά Δικαστήρια» δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την «παρούσα διαδικασία». (ζ) στο ότι η Κύπρος δεν είναι ο πιο βολικός χώρος ("Forum Conveniens") για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς, εν αντιθέσει με την Ρωσία. (η) στο ότι η αγωγή και η υπό κρίση Αίτηση είναι επιπόλαιη (frivolous), ενοχλητική (vexatious), εκβιαστική και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. (θ) στο ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν ικανοποιούνται και ότι με αυτά η ενάγουσα επιχειρεί την αλίευση μαρτυρίας. Προβάλλεται επίσης ότι η εγγύηση που διατάχθηκε η ενάγουσα να καταθέσει είναι «εσφαλμένη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν μπορεί να παράσχει επαρκή και/ή οποιαδήποτε ασφάλεια στους εναγόμενους 1 και 2». Η Ένσταση των εναγόμενων 1 και 2 στηρίζεται στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις Διαταγές 7, 8, 9, 39, 48, Θ. 1-13 και Δ.64, στη Νομολογία και στις σχετικές αρχές επί προσωρινών διαταγμάτων και/ή διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου Norwich Pharmacal και στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Πραγματικό υπόβαθρο της Ένστασης των εναγομένων 1 και 2, συνιστά η Ένορκη Δήλωση της Νάταλης Παπανδρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των εναγομένων 1 και 2, η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αγάθης Ζεβρού, στον βαθμό και στην έκταση που αυτοί είναι αντίθετοι με τους δικούς της ισχυρισμούς. Η ομνύουσα περιγράφει τους εναγόμενους 1 και 2, Nader και Victor ως εξής: «Ο Nader είναι ένας Ρώσος επιχειρηματίας και κάτοχος Ρωσικού διαβατηρίου. Σπούδασε ιατρός στην Ιατρική Ακαδημία της Μόσχας Στην αρχή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, γύρω στο 1985, ασχολήθηκε με την εμπορία χάλυβα και την εμπορία Ferro Alloys και από τότε έχει εμπλακεί ενεργά σε ένα μεγάλο και ποικίλο χαρτοφυλάκιο επενδύσεων σε ένα ευρύ φάσμα αγορών. Είναι άτομο υψηλής εκτίμησης στους οικονομικούς κύκλους στη Ρωσία και αλλού και θεωρείται ως ένας συνετός και επιτυχημένος επιχειρηματίας στον οποίο έχει επίσης απονεμηθεί το Order of the Russian Orthodox Church of St. Seraphim of Sarov 3rd degree. Ο Victor είναι ένας από τους πιο έγκριτους και επιτυχημένους Ρώσσους επιχειρηματίες, και υπήρξε ένα μακροχρόνιο μέλος του Forbes List. Κατέχει πτυχίο διδάκτορα σε τεχνικές επιστήμες και έχει εκλεγεί ως Τιμώμενος Καθηγητής του Ινστιτούτου Χάλυβα και Κραμάτων της Μόσχας και Ακαδημαϊκός της Ρωσικής Ακαδημίας Ποιότητας (Honoured Professor of Moscow Institute of Steel and Alloys and Academician of the Russian Academy of Quality). Είναι επίσης ο Πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών του Chelyabinsk και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ρωσικής Ένωσης Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών. Είναι μέλος της Ρωσικής κοινότητας, χαίρει υψηλής εκτίμησης και του έχουν απονεμηθεί διάφορα μετάλλια, σε διάφορες περιπτώσεις από την κυβέρνηση, την εκκλησία και από διάφορους άλλους θεσμούς.» Η μαρτυρία της Νάταλης Παπανδρέου συνοψίζεται ως εξής: Ο Shalva και ο Nader ήταν γνωστοί για αρκετά χρόνια αλλά δεν ήταν στενοί φίλοι και ούτε είχαν μεταξύ τους «σχέση εμπιστοσύνης ή πίστης». Και οι δύο ήσαν επιχειρηματίες και επαγγελματίες στον τομέα τους. Ο Shalva δεν ήταν στενός φίλος με τον Victor και δεν «μοιράζονταν σχέση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας». Είχαν συναντηθεί για πρώτη φορά το 2004 όταν γίνονταν συζητήσεις για το Έργο και το "Hotel Russia". Από τότε συναντήθηκαν μόνο μερικές φορές, οι συναντήσεις τους ήταν σύντομες και η τελευταία συνάντηση έλαβε χώρα το
  2. Η σχέση τους περιοριζόταν στο γεγονός ότι ήταν οι πραγματικοί δικαιούχοι των εταιρειών που μοιράζοντο κοινή συμμετοχή στο Έργο και στο "Hotel Russia". Ο Nader δεν ήταν ποτέ μέτοχος της Antequera, όπως δεν ήταν μέτοχος (άμεσος ή έμμεσος) στο Έργο προ της 21.12.
  3. Έγινε μέτοχος μειοψηφίας στο Έργο κατά την πιο πάνω ημερομηνία, όταν η Ocean Flow, της οποίας ο Nader ήταν ο δικαιούχος μέτοχος με μερίδιο 40%, αγόρασε το 50% της ενάγουσας στο Έργο. Έτσι είχε καταστεί «έμμεσος δικαιούχος του 20% του Έργου». Είναι θέση της ομνύουσας πως οι απαιτήσεις της ενάγουσας είναι «εσφαλμένες και/ή παράλογες και/ή μη πειστικές». Το «παράπονο» της ενάγουσας βασίζεται σε μια εμπορική συμφωνία που καταρτίστηκε πριν από πέντε
(5)χρόνια, μεταξύ της ενάγουσας και του Shalva (ενός πολύ έμπειρου επιχειρηματία, ο οποίος ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια στον τομέα της ανάπτυξης ακινήτων) από την μια και της Ocean Flow από την άλλη, εταιρείας που ανήκε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον Victor (60%) και τον Nader (40%) οι οποίοι ήταν συνετοί επενδυτές αλλά χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία στον τομέα των ακινήτων. Και οι δύο πλευρές είχαν «το προνόμιο της ενδελεχούς μελέτης και της λήψης νομικών συμβουλών» κατά την σύναψη της συμφωνίας της 21.12.2011 (Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών) και επομένως τα συμβαλλόμενα μέρη, με την βοήθεια και συνδρομή των νομικών τους συμβούλων, συνομολόγησαν με ελεύθερη βούληση και πλήρη επίγνωση, μια συμφωνία με ξεκάθαρους νομικούς και τεχνικούς όρους. Ο ισχυρισμός ότι ο Shalva ή η ενάγουσα ήταν ανίκανοι να αξιολογήσουν την αξία του περιουσιακού στοιχείου που επρόκειτο να πωληθεί και εξαρτιόντουσαν αποκλειστικά από τις παραστάσεις του αγοραστή, είναι αστήρικτος, αβάσιμος και επιπόλαιος και συνιστά ξεκάθαρα «σκέψη εκ των υστέρων». Ο Shalva ήταν ενήμερος ότι γίνονταν «συζητήσεις» με την κυβέρνηση της Μόσχας για την βελτίωση «των παραμέτρων» του Έργου, προσπάθεια η οποία τύγχανε της υποστήριξης του. Ήταν ο ίδιος ο Shalva που πρόσφερε τις μετοχές του στον Nader και τον Victor και όχι το αντίθετο. Ο Shalva πίεζε για την πώληση, λόγω της δεινής οικονομικής του κατάστασης, μετά την διευθέτηση της απαίτησης της "Sibir Energy" εναντίον του για υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων και λόγω της «κατάρρευσης των διαπραγματεύσεων» με τον αδελφό του (ο Alexander δεν ήταν διατεθειμένος να δώσει μετρητά ως αντάλλαγμα αλλά μόνο μετοχές στην Snegiri). Κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν, ήταν ο ίδιος ο Shalva που επέμενε όπως το τίμημα εξαγοράς των μετοχών μειωθεί, με αντάλλαγμα να του καταβληθεί το τίμημα εξαγοράς αμέσως και όχι με δόσεις. Και ο λόγος ήταν επειδή ο Shalva «δεν μπορούσε και δεν ήθελε» να αναμένει την ικανοποίηση των προϋποθέσεων (condition precedent) για την πληρωμή του ποσού εξαγοράς. Η ενάγουσα όχι μόνο γνώριζε για τις συζητήσεις με την κυβέρνηση της Μόσχας και την έκδοση των μη δεσμευτικών ψηφισμάτων τον Οκτώβριο του 2011 και των τελικών διαταγμάτων τον Δεκέμβριο του 2011,αλλά και άτομα της ομάδας του Shalva συμμετείχαν ενεργά στις σχετικές συζητήσεις με τις αρμόδιες αρχές. Επίσης, η ενάγουσα όχι μόνο γνώριζε για τον διορισμό της Cushman αλλά και άτομα της ομάδας του Shalva συμμετείχαν ενεργά στην διαδικασία διορισμού της Cushman και στην παροχή πληροφόρησης και εγγράφων σ' αυτήν για τους σκοπούς προετοιμασίας της έκθεσης της. Ο Shalva ήταν ένας έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείτο στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων, ο οποίος είχε την υποχρέωση μέχρι την 21.12.2011 να αναλάβει την ανάπτυξη (developing) του Έργου και ως εκ τούτου «ήταν ή θα έπρεπε να ήταν σε θέση να εκτιμήσει ο ίδιος την αξία του μεριδίου της αιτήτριας στο εν λόγω Έργο». Σε κάθε περίπτωση η ενάγουσα εκπροσωπήθηκε από ένα διεθνές δικηγορικό γραφείο, οι δικηγόροι του οποίου είχαν την ευκαιρία να «μελετήσουν, να αναθεωρήσουν και να σχολιάσουν» το προσχέδιο της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών, ημερομηνίας 21.12.2011. Οι εναγόμενοι 3 και 4, επίσης καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας έντεκα
(11)συνολικά λόγους, οι οποίοι παρατίθενται αυτούσιοι: «Α. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει είναι ανεπαρκείς, γενικές και αόριστες. Β. Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποκαλύψουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και εν πάση περιπτώση έχουν αναντίλεκτα αποποιηθεί του δικαιώματος να εγείρουν οιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους. Γ. Η Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις/κριτήρια για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960και/ή διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου Norwich Pharmacal. Δ. Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται ρίσκο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Εν πάση περιπτώσει, είναι ξεκάθαρο ότι, δεδομένου ότι η αξίωση είναι εξ' ολοκλήρου χρηματική, η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 δεν πληρείται. Εναλλακτικά και/ή επιπρόσθετα των ανωτέρω, οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει στο Δικαστήριο επαρκή μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι θα είναι ανίκανοι να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις (σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής) χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ε. Η Αίτηση αποτυγχάνει να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» και δεν πληρούνται οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και της νομολογίας και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα σε μονομερή βάση. Έχει δε προκύψει σοβαρή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των Αιτητών και συνεπώς κωλύονται από το να διεκδικούν μονομερή και/ή οιαδήποτε θεραπεία, εν όψει της δικονομικής τους συμπεριφοράς. ΣΤ. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν συμβαδίζει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη σχετική Νομολογία και ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοηθούν. Ζ. Οι Αιτητές έχουν παραβιάσει το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Εναλλακτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, οι Αιτητές έχουν προβεί σε σοβαρές ψευδείς παραστάσεις και/ή άδικες παραστάσεις των πραγματικών γεγονότων και/ή δεν παρέθεσαν δικαίως τα γεγονότα και το ορθό ιστορικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Η. Οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Χωρίς περιορισμό των ανωτέρω, οι Αιτητές έχουν στρατηγικά και/ή μεθοδικά προσχεδιάσει τις διαδικασίες, γεγονός το οποίο τους αποτρέπει από το να διεκδικούν θεραπεία στη βάση του δικαίου της επιεικείας. Θ. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή του παραμερισμού της και/ή της απόρριψης του Διατάγματος. Ι. Η εγγύηση των €500.000 δόθηκε από τρίτο πρόσωπο και εν πάση περιπτώση είναι ανεπαρκής και/ή ανίκανη να καλύψει όλες τις ενδεχόμενες ζημίες που θα υποστούν οι Εναγόμενοι και/ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9
(2)του Κεφ. 6 και/ή το αρ. 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/
  1. Κ. Το Δικαστήριο δεν είναι το "forum conveniens" για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και/ή δεν κέκτηται δικαιοδοσίας ώστε να εκδικάσει την παρούσα διαφορά.» Η Ένσταση των εναγομένων 3 και 4 στηρίζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, Θ. 1-4, Δ.7, 8, 9 και Δ.64, στη Νομολογία και στις σχετικές αρχές επί προσωρινών διαταγμάτων και/ή διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου Norwich Pharmacal, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών Νόμου Ν. 67/1988(ως τροποποιήθηκε), στους γενικούς κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση των εναγομένων 3 και 4 υποστηρίζεται από μία πολυσέλιδη Ένορκη Δήλωση της Ηλιάνας Χατζησάββα, μίας εκ των διευθυντών της Antequera. Όπως η ίδια αναφέρει, είναι επίσης μία εκ των διευθυντών της B.C.R.S. LIMITED, η οποία με την σειρά της είναι διευθύντρια της Ocean Flow. Είναι επίσης μία εκ των διευθυντών της εταιρείας Snapbox Holding Limited. Η Χατζησάββα, της οποίας η μαρτυρία συμπλέει με τη μαρτυρία της Νάταλης Παπανδρέου, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αγάθης Ζερβού, στον βαθμό που αυτοί είναι αντίθετοι με τους δικούς της. Ειδικότερα, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί «συνομωσίας, ψευδών παραστάσεων, ψυχικής πίεσης και οιωνδήποτε δόλιων, παράνομων και καταχρηστικών πράξεων», που η ενάγουσα επικαλείται εναντίον των εναγομένων, τους οποίους χαρακτηρίζει «ανεδαφικούς, ανυπόστατους και πεπλανημένους». Είναι η θέση της πως οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, συμμορφώθηκαν πλήρως με όλες τις «συμβατικές και/ή νομικές τους υποχρεώσεις έναντι των αιτητών, ως αυτές καταγράφονται με λεπτομέρεια στις μεταξύ των μερών συμφωνίες, με τελευταία την Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, ημερομηνίας 21.12.2011 («η επίδικη συμφωνία»). Όπως αναφέρει στην παράγραφο 8 της Ένορκης της Δήλωσης: «... η «παρούσα υπόθεση αφορά μια συνήθη εμπορική συμφωνία η οποία έλαβε χώρα μεταξύ της Αιτήτριας και του Shalva από τη μια, ο οποίος ήταν πολύ έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείτο για πολλά χρόνια στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων, και από την άλλη της Ocean Flow, εταιρείας συμφερόντων (κατά τον ουσιώδη χρόνο) του Victor, ο οποίος ήταν (και είναι) εγνωσμένου κύρους επενδυτής, ο οποίος όμως δεν είχε καμία απολύτως εμπειρία επαγγελματική ή άλλη στον τομέα ανάπτυξης γης. Η Επίδικη Συμφωνία συνήφθη κάτω από απόλυτη διαφάνεια, με τη βοήθεια ειδικών και από τις δύο πλευρές και με ελευθέρα βούληση και οι όροι της οποίας συμφωνήθηκαν μετά από εκτενείς διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών.» Πέραν των προβαλλόμενων με την Ένορκη Δήλωση της Νάταλης Παπανδρέου ισχυρισμών, η Χατζησάββα αναφέρει και τα εξής: Ο Shalva και η ενάγουσα-αιτήτρια παραπλάνησαν το Δικαστήριο «με το να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως πρόσωπα που δεν είχαν αντίληψη της αγοράς ή που δήθεν θα μπορούσαν να βασιστούν και να συνομολογήσουν μια τέτοια συμφωνία πώλησης ενός περιουσιακού στοιχείου αξίας δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς να γνωρίζουν οι ίδιοι την αξία του στοιχείου αυτού βασιζόμενοι, δήθεν αποκλειστικά και μόνο στην εμπιστοσύνη που επέδειξαν στους καθ' ων η αίτηση». Είναι παραδεκτό, τονίζει, πως ο Shalva ήταν ένας από τους πιο γνωστούς Ρώσους επιχειρηματίες ο οποίος δραστηριοποιείτο στον τομέα των ακινήτων μέχρι και την διεθνή οικονομική κρίση και την ακόλουθη κατάρρευση του τομέα. Μάλιστα, για αυτόν ακριβώς τον λόγο, είχε συμφωνηθεί ότι την ευθύνη για την διεκπεραίωση του Έργου θα είχε ο Shalva ως «εργολάβος» (developer), ενώ ο ρόλος του Victor θα «περιοριζόταν» σ' αυτόν του επενδυτή. Τούτο επιβεβαιώνεται τόσο από την Συμφωνία Μετόχων, ημερομηνίας 18.11.2004, όσο και από την Συμπληρωματική Συμφωνία Μετόχων, ημερομηνίας 14.11.
  2. Κατά τη διάρκεια των ετών 2008-2009, προέκυψαν δύο βασικά προβλήματα σε σχέση με το Έργο, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα η κατασκευή του να ανασταλεί με ορατή πιθανότητα την μη προώθηση του: (α) στις αρχές του 2009, ο Shalva αντιμετώπιζε εξαιρετικά οικονομικά και άλλα προβλήματα. Αριθμός δικαστικών διαδικασιών (αστικών και ποινικών) ηγέρθησαν εναντίον του. (β) κατά την περίοδο 2008-2009, ο τομέας των ακινήτων στη Ρωσία πέρασε μέσα από σοβαρές αναταραχές λόγω της διεθνούς κρίσης. Σχετικά δημοσιεύματα στον τύπο, ανέφεραν πως ο Shalva ήταν διατεθειμένος το 2009 να πωλήσει το ποσοστό του στο Έργο για 43.5 εκατομμύρια δολάρια. Κατά ή περίπου τον Μάρτιο του 2009 ο Shalva ξαφνικά εγκατέλειψε τη Ρωσία, ώστε να αποφύγει τους πιστωτές του και την οικονομική του κατάρρευση. Αυτό προκάλεσε τεράστια λειτουργικά προβλήματα στο Έργο (το έφερε στο «χείλος του γκρεμού») καθότι ο Salva ως «ο εργολάβος» του Έργου είχε την απόλυτη ευθύνη διεκπεραίωσης του, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής υποεργολάβων, προμηθευτών, συμβούλων και άλλων εξειδικευμένων προσώπων. Μετά τη φυγή του Shalva από τη Μόσχα, ο αδελφός του Alexander ενεργούσε εκ μέρους του σε σχέση με το Έργο στη βάση ενός γενικού πληρεξουσίου, το οποίο όμως ουδέποτε αποκαλύφθηκε. Από τα μέσα του 2010 μέχρι και τον Αύγουστο του 2011, τα δύο αδέλφια συζητούσαν μεταξύ τους και διαπραγματεύοντο την πώληση του συμφέροντος που κατείχε ο Shalva τόσο στο Έργο όσο και στο Hotel Rossiya. Λόγω του ότι ήταν αναγκαία η προηγούμενη έγκριση της Antequera, σε οποιαδήποτε αλλαγή μετόχου στο Έργο, το καλοκαίρι του 2010, ο Alexander ζήτησε από τον Victor να συναινέσει σε ενδεχόμενη αλλαγή ιδιοκτησίας της ενάγουσα ή των μετοχών που αυτή κατείχε στο Έργο. Ο Victor ήταν πάντα πρόθυμος και συναινούσε στη μεταφορά των μετοχών του Shalva στον Alexander, ωστόσο αυτή η μεταφορά δεν υλοποιήθηκε ποτέ λόγω της διαφωνίας των δύο αδελφών κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ τους (o Shalva ήθελε να πωλήσει το 37.59% του Έργου για το ποσό των 25 εκατομμυρίων σε μετρητά και να διατηρήσει το υπόλοιπο 12.5% του μετοχικού κεφαλαίου στην Leondaris. Ο Alexander του αντιπρότεινε 25 εκατομμύρια δολάρια σε μετοχές της εταιρείας του Snegiri, χωρίς μετρητά, για όλο το μετοχικό του κεφάλαιο. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ Shalva και Alexander, ο τότε γενικός διευθυντής (Skubilenko)της ST Towers τον οποίο είχε διορίσει ο Alexander στην απουσία του Shalva, εξέφρασε την επιθυμία να παραιτηθεί και αποχώρησε τελεσίδικα την 19.10.
  3. Ο Victor και η ομάδα του, εισηγήθηκε στον Shalva τον διορισμό του Kurnikov κάτι το οποίο έγινε αποδεκτό. O Kurnikov ανέλαβε χρέη γενικού διευθυντή της ST Towers στις 20.10.
  4. Κατά τον χρόνο διορισμού του Kurnikov και στους μήνες που ακολούθησαν, τα πρόσωπα που ασχολούντο με τα θέματα της ST Towers (Svetlana Bazhenova, Michael Orlov) είχαν επιλεγεί από τον ίδιο τον Shalva. Τα εν λόγω πρόσωπα μαζί με τους Povolotskiy, Olga Generalova και Alexander Borishovich Kovalev, (στο εξής η «ομάδα SPC») ήσαν άτομα τα οποία εργοδοτούντο από τον Shalva στις διάφορες εταιρείες και επιχειρήσεις του. Η ομάδα SPC όχι μόνο ετηρείτο πλήρως ενήμερη, αλλά συμμετείχε ενεργά σε όλα τα θέματα που αφορούσαν το Έργο, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, του διορισμού της Cushman (η ομάδα SPC είχε ενεργό ρόλο στην κατάρτιση της συμφωνίας διορισμού της και την εφοδίασε με σχόλια, παρατηρήσεις και πληροφορίες, στοιχεία που ήσαν αναγκαία ώστε η Cushman να ετοιμάσει την Έκθεση της) και των συζητήσεων με τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τα αναθεωρημένα Διατάγματα. Η ST Towers διόρισε την Cushman ώστε να εκτιμήσει το Έργο και να προβεί σε μία ενδελεχή έρευνα και σχεδιασμό, με σκοπό να εξευρεθούν τρόποι συνέχισης του. Η προσπάθεια έκδοσης των απαιτούμενων Διαταγμάτων (Decrees) από την αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όχι μόνο γνωστή στον Shalva και στους αντιπροσώπους του, αλλά η ίδια η ομάδα SPC ήταν ενεργά εμπλεκόμενη στην όλη διαδικασία εξασφάλισης των. Τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου του 2011, ο Shalva προσέγγισε τον Victor και του πρόσφερε το 50% των μετοχών στο Έργο και στο Hotel Rossiya. Ο Shalva με τα προβλήματα που είχε (έλλειψη ρευστότητας, η ρήξη με τον Alexander όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις και το γεγονός πως ο τελευταίος από τις 2.8.2011 σταμάτησε να ενεργεί εκ μέρους του Shalva σε σχέση με το Έργο) δεν είχε άλλες επιλογές παρά να πωλήσει το μερίδιο του. Ο Victor και η ομάδα του αν και αρχικά ήσαν επιφυλακτικοί στο να επενδυθεί επιπρόσθετο ποσό στο Έργο (με την εξαγορά του συμφέροντος του Shalva), απεφάσισαν εν τέλει πως το «ρίσκο παραμονής του Shalva ως μετόχου στο Έργο, υπερτερούσε των ρίσκων που σχετίζονταν με την αγορά των μετοχών του». Και τούτο λαμβανομένου υπόψη ότι ο Victor είχε ήδη επενδύσει μεγάλα ποσά στο Έργο τα οποία κινδύνευαν να χαθούν, ότι ο Shalva είχε διαφορές όχι μόνο με τους πιστωτές του αλλά και με τις Ρωσικές Αρχές και συγκεκριμένα με την Κυβέρνηση της Μόσχας, ότι το Έργο απαιτούσε συνεχείς επενδύσεις τις οποίες ο Shalva δεν μπορούσε να παρέχει δεδομένης της οικονομικής του κατάστασης και ότι ο Shalva δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις συμβατικές του υποχρεώσεις αφού βρισκόταν εκτός Ρωσίας, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών μέσω των αντιπροσώπων και των δικηγόρων τους (ο Shalva και η ενάγουσα αντιπροσωπεύοντο από τον διεθνή νομικό οίκο Hogan Lovells, ίσως ένα από τους κορυφαίους νομικούς οίκους παγκοσμίως). Στα αρχικά στάδια, οι δύο πλευρές διαπραγματεύοντο στη βάση πως η ομάδα του Victor θα κατέβαλλε το αντίτιμο για την εξαγορά του συμφέροντος του Shalva στο Έργο σταδιακά, αναλόγως των εξελίξεων σε σχέση με το ζήτημα της έκδοσης των αναθεωρημένων Διαταγμάτων. Αρχικά το ποσό είχε συμφωνηθεί στα 50 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής, το οποίο θα κατεβάλλετο με την πλήρωση συγκεκριμένων όρων και προϋποθέσεων. Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, ο Shalva αντιπρότεινε, λόγω της δεινής οικονομικής του κατάστασης και της άμεσης ανάγκης του σε ρευστότητα, όπως το αντίτιμο μειωθεί ελαφρώς σε 37.5 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής, καταβλητέα σε μετρητά αμέσως, σε αντάλλαγμα της αφαίρεσης συγκεκριμένων προϋποθέσεων (o Shalva δεν μπορούσε να αναμένει την τελική έκδοση των αναθεωρημένων Διαταγμάτων και την εγγραφή του τροποποιημένου μισθωτηρίου, ούτε και μπορούσε να αναμένει την έκβαση της δέουσας έρευνας, για να αποκρυσταλλωθεί το τελικό ποσό της συμφωνίας που θα ελάμβανε ο Shalva και/ή η Ενάγουσα). Η εισήγηση του Shalva έγινε αποδεκτή από τον Victor και δόθηκαν εντολές στους δικηγόρους να ετοιμάσουν τα απαιτούμενα έγγραφα. Κατόπιν νομικής επεξεργασίας από τους δικηγόρους και των δύο πλευρών, κατά ή περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2011, συμφωνήθηκε το τελικό κείμενο της επίδικης Συμφωνίας. Η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 21.12.2011 η οποία είχε υπογραφεί όχι μόνο από την ενάγουσα αλλά και από τον ίδιο τον Shalva, περιλαμβάνει ρητό όρο ότι οι τελευταίοι συνομολογούν την Συμφωνία «ελευθέρα βουλήσει και χωρίς οποιαδήποτε ψυχική ή άλλη πίεση». Στη Συμφωνία περιλαμβάνεται επίσης ρητή και ανέκκλητη δήλωση ότι η τιμή πώλησης των 37.5 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής θεωρείται από αυτούς «δίκαιη έστω και εάν η αξία του περιουσιακού στοιχείου αυξηθεί στο μέλλον». Είναι θέση της ομνύουσας πως από την ημέρα υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας μέχρι και τον Ιούλιο του 2016, όταν η αιτήτρια προσήλθε «κατεπειγόντως» στα Κυπριακά Δικαστήρια, ούτε αυτή αλλά ούτε και ο Shalva «προέβαλε οποιοδήποτε σχετικό παράπονο στους Καθ' ων η αίτηση». Η ομνύουσα διατείνεται επίσης πως ο Shalva εισηγήθηκε να τροποποιηθεί το πρώτο προσχέδιο της επίδικης συμφωνίας, καθότι βάσει αυτού θα ελάμβανε το αντίτιμο για τις μετοχές του επτά
(7)μήνες μετά την 31.12.2012 (δηλαδή τον Μάιο του 2013) ενώ με την τροποποίηση που ο ίδιος ζήτησε, του καταβλήθηκε το ποσό των 37.5 εκατομμυρίων αμέσως (τον Δεκέμβριο του 2011). Με τη συγκατάθεση όλων των πλευρών και μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα καταχώρησε Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (ορκίστηκε και πάλι η Αγάθη Ζερβού) προς απάντηση συγκεκριμένων ισχυρισμών, τόσο της Νάταλης Παπανδρέου όσο και της Ηλιάνας Χατζησάββα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν επίσης, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, απαντητικές Ένορκες Δηλώσεις (ορκίστηκαν η Νάταλη Παπανδρέου και η Ηλιάνα Χατζησάββα). Δεν θα παραθέσω το περιεχόμενο των εν λόγω Ενόρκων Δηλώσεων, το οποίο όμως μελέτησα με προσοχή και έλαβα υπόψη. Κατά την ακρόαση της Αίτησης όλες οι πλευρές υπεραμύνθηκαν των θέσεων τους με αναφορά σε νομολογία. Προτού σχολιαστεί η νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης κρίνω πως το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή καθότι η Εναγόμενη 4 (Εταιρεία που έχει συσταθεί στη Κύπρο) δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών, η οποία εν πάση περιπτώσει περιέχει αποκλειστικό όρο διαιτησίας. Διατείνονται περαιτέρω πως το Δικαστήριο στη Κύπρο δεν είναι το καταλληλότερο (Forum Conveniens) να εκδικάσει την επίδικη διαφορά αφού οι κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις καθηκόντων ή άλλα αστικά αδικήματα, επεσυνέβησαν στη Ρωσία, όλοι οι εμπλεκόμενοι είναι Ρώσοι υπήκοοι (μη Κύπριοι) ή εταιρείες που έχουν συσταθεί εκτός της δικαιοδοσίας, «με τους οποίους η Κύπρος ουδεμία πραγματική ή νομική διασύνδεση έχει». Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, καταλληλότερα είναι τα Δικαστήρια στη Ρωσία και εφαρμογή έχει το Ρωσικό Δίκαιο. Αντίθετη είναι η θέση της Ενάγουσας. Διατείνεται πως τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή λόγω της ύπαρξης σχετικής δικαιοδοτικής ρήτρας, στις τρεις από τις σχετικές συμφωνίες. Συγκεκριμένα, τονίζει πως «το άρθρο 28 της Αρχικής Συμφωνίας Μετόχων και της Συμπληρωματικής Συμφωνίας Μετόχων το άρθρο 11 της Συμφωνίας Αναδιοργάνωσης καθώς και το Άρθρο 12 της Συμφωνίας Αντικατάστασης, καθιστούν τα κυπριακά Δικαστήρια αρμόδια για την επίλυση κάθε διαφοράς που θα προέκυπτε κάτω από τις Συμφωνίες αυτές». Η ύπαρξη τέτοιας ρήτρας δικαιοδοσίας, καθιστά, καταλήγει, «τα Κυπριακά Δικαστήρια το αποκλειστικό και κατάλληλο δικαιοδοτικό «φόρουμ» για εκδίκαση της σχετικής αξίωσης της Αιτήτριας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 που είναι οι βασικοί Εναγόμενοι στην αγωγή». Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον το ίδιο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, έχοντας ως υπόβαθρο τα ενώπιον του στοιχεία και όχι κατά πόσο ενδεχομένως Δικαστήρια άλλων χωρών έχουν ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η κατά τόπο ή η καθ' ύλη αρμοδιότητα (δικαιοδοσία) ενός Δικαστηρίου είναι ύψιστο θέμα δημόσιας τάξης. Πρέπει απαρέγκλιτα, να εξετάζεται, είτε κατόπιν έγερσης από τα διάδικα μέρη είτε αυτεπάγγελτα (ex protio motu) από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει απλώς εξουσία αλλά και καθήκον να το εξετάζει. (Βλ. Philippou v Philippou
(1986)1 C.L.R.689 και "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ.729). Τα δικόγραφα της υπόθεσης και συγκεκριμένα η Έκθεση Απαίτησης αποτελούν, κατά κανόνα, το μοναδικό πλαίσιο γεγονότων για να αποφασιστεί θέμα δικαιοδοσίας είτε καθ' ύλη είτε κατά τόπο (βλ. Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ.1059 και Ιωαννίδης ν. Κρητικού
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.828). Ως προς το ποιό είναι το καταλληλότερο βήμα (Forum Conveniens) για την επίλυση μιας διαφοράς, είναι νομολογημένο πως κατάλληλο βήμα (Forum Conveniens) είναι εκείνο με το οποίο η αγωγή έχει την πλέον πραγματική και ουσιαστική σύνδεση. (Βλ. Cosco Bulk Co Limited v. Saramaca Ship Management Ltd, Aίτηση για αναθεώρηση Αγωγής Ναυτοδικείου 25/2003, ημερ. 12.10.2005). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους των Εναγομένων, οι οποίοι σε κάθε περίπτωση, έχουν την ευθύνη να καταδείξουν με τρόπο σαφή και διακριτό, ότι το πιο κατάλληλο δικαιοδοτικό βήμα για την εκδίκαση μιας αγωγής δεν είναι η Κύπρος (βλ. Thinking Steel International B.U. v. Caramondani Bros Public Co., Πoλιτική Έφεση 361/2008, ημερομηνίας 29.6.2012). Εν προκειμένω κρίνω πως τα κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις επίδικες διαφορές των διαδίκων για τους εξής λόγους: (α) Στις τρεις συμφωνίες (Αρχική Συμφωνία Μετόχων ημερομηνίας 18.11.2004, Συμφωνία Αναδιοργάνωσης ημερομηνίας 14.11.2008 και Συμφωνία Αντικατάστασης ημερομηνίας 29.12.2008) που ρύθμιζαν τη λειτουργία της κοινοπραξίας και τις σχέσεις μεταξύ των μετόχων του Έργου, περιλαμβάνεται σχετική ρήτρα που καθιστά τα κυπριακά Δικαστήρια αρμόδια για την επίλυση κάθε διαφοράς που θα αναφύετο μεταξύ των. (β) η εναγόμενη 4 είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Κύπρο (κυπριακή εταιρεία) γεγονός που καθιστά τα κυπριακά Δικαστήρια να έχουν δικαιοδοσία. (γ) στην εναγόμενη 4 (και κατ' επέκταση στους νόμιμους μετόχους της) συνέταιρο της ενάγουσας στην κοινοπραξία, η τελευταία αποδίδει (αυτή είναι η βάση της αγωγής της) πως συνέπραξε και/ή συνωμότησε με τους εναγόμενους 1 και 2 και όλοι μαζί, αφενός μεν παρέβηκαν το καθήκον επιμέλειας, πίστης και εμπιστοσύνης που όφειλαν να επιδείξουν προς την ενάγουσα και αφετέρου πως προέβησαν, προ της υπογραφής της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερομηνίας 21.12.2011, σε «απατηλές πράξεις και/ή ψευδείς παραστάσεις» επί των οποίων η ενάγουσα βασίστηκε και υπέγραψε την εν λόγω Συμφωνία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Αναφορικά με τα διατάγματα τύπου «Mareva» έχει λεχθεί νομολογιακά πως σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος, είναι όχι μόνο η παρεμπόδιση μεταφοράς περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου εκτός δικαιοδοσίας των Κυπριακών δικαστηρίων αλλά και η παρεμπόδιση του εναγομένου να τα εξανεμίσει εντός της δικαιοδοσίας. Και τούτο ώστε να μην μείνει ανικανοποίητος ο ενάγοντας σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του. Η έκδοση ενός διατάγματος τύπου «Mareva» διέπεται επίσης από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60. Επίσης, νομολογιακά έχει καθιερωθεί πως ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Προτού το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προυποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έκδωσε μονομερώς, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του ΄Αρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6. Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ΄ επείγον της αίτησης, ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και η παράκαμψη του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Στην υπόθεση Χ΄΄Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203, στη σελίδα 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «....... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία. Παρόλο που το στοιχείο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά, στην προκειμένη περίπτωση θα προχωρήσω πρώτα στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου
  1. Κρίνω πως με αυτό τον τρόπο θα δοθεί απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον το υπό κρίση διάταγμα θα έπρεπε να δοθεί μονομερώς. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί. Με βάση το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση (ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση) του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  2. Η βάση της αγωγής της ενάγουσας στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση συγκεκριμένων δικαιωμάτων της που απορρέουν από τις μεταξύ των διαδίκων έννομες σχέσεις. Η δεύτερη προϋπόθεση (η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας), φρονώ, πως δεν ικανοποιείται. Από το πραγματικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Ο Shalva ήταν ένας έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείτο για πολλά χρόνια στον τομέα ανάπτυξης ακινήτων. Βάσει της συμφωνίας του με τον Victor, ο Shalva θα ενεργούσε ως ο «εργολάβος» του Έργου ενώ ο ρόλος του δεύτερου θα περιοριζόταν στη χρηματοδότηση του Έργου. Ως ο «εργολάβος», ο Shalva είχε την απόλυτη ευθύνη διεκπεραίωσης του Έργου, και σ' αυτή περιλαμβάνετο και η επιλογή υπεργολάβων, προμηθευτών, συμβούλων και άλλου εξειδικευμένου προσωπικού. Τούτο προβλέπεται στον όρο 8 της Αρχικής Συμφωνίας Μετόχων ημερομηνίας 18.11.2004 όσο και στη Συμπληρωματική Συμφωνία Μετόχων ημερομηνίας 14.11.2008 (Τεκμήρια 8 και 9 αντίστοιχα στην Ένορκη Δήλωση Ζερβού). Η φυγή του Shalva από τη Ρωσία στις αρχές του 2009, είχε, λόγω του ρόλου και των ευθυνών του, αρνητική επίδραση στο Έργο. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο Shalva, από τα μέσα του 2010 μέχρι και τον Αύγουστο του 2011, διαπραγματευόταν με τον αδελφό του Alexander την πώληση του συμφέροντος που ο ίδιος κατείχε στο Έργο. Η πλευρά του Victor είχε συγκατατεθεί στη μεταφορά των μετοχών του Shalva στο Έργο προς τον αδελφό του, δεδομένου του ότι τούτο θα ήταν η μοναδική βιώσιμη λύση στο πρόβλημα που προέκυψε. Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Shalva και του αδελφού του κατέρρευσαν, επειδή ο Alexander δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει μετρητά στον Shalva, παρά μόνο μετοχές στην εταιρεία του (Snegiri), κάτι που ο Shalva δεν αποδέκτηκε. Από το 2004-2009 ο Shalva ήταν ο γενικός διευθυντής της ST Towers (Ρωσική εταιρεία η οποία είχε τη διαχείριση του Έργου). Τα πρόσωπα που ασχολούντο με τα θέματα της εν λόγω εταιρείας είχαν επιλεγεί από τον ίδιο τον Shalva κατά την περίοδο 2004-2009 ή από τον αδελφό του Alexander, κατά την περίοδο που ο τελευταίος ενεργούσε για τον πρώτο. Τα εν λόγω πρόσωπα συμμετείχαν ενεργά σ' όλα τα θέματα που αφορούσαν το Έργο. Τον Σεπτέμβριο του 2011, η ST Towers διόρισε την Cushman (πολυεθνική εταιρεία η οποία παρέχει κτηματομεσιτικές υπηρεσίες, έχουσα παράρτημα στη Μόσχα) για να ετοιμάσει Εκτίμηση σε σχέση με την αξία του Έργου και για να προβεί σε έρευνα και σχεδιασμό, ώστε να εξευρεθούν τρόποι συνέχισης του. Τα πρόσωπα που ασχολούντο με τα θέματα της ST Towers, όχι μόνο ήσαν ενήμερα για τον διορισμό της Cushman, αλλά είχαν και ενεργό ρόλο στην κατάρτιση της συμφωνίας διορισμού της. Την εφοδίασαν μάλιστα με σχόλια, παρατηρήσεις και πληροφορίες που ήσαν αναγκαίες για την ετοιμασία της Έκθεσης. Τούτο προκύπτει από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που εστάλησαν μεταξύ των (Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18 στην Ένορκη Δήλωση της Ηλιάνας Χατζησάββα). Στον Shalva είχε επίσης κοινοποιηθεί Κατάσταση Λογαριασμού ημερομηνίας 30.9.2011 με τα έξοδα της ST Towers, στην οποία περιλαμβάνονταν πληρωμές προς την Cushman ύψους RUR 846.283.91 για «Evaluation of the Project» και RUR 1,692.567.81 για «Advisory Services» (Τεκμήριο 30 στην Ένορκη Δήλωση Αγάθης Ζερβού). Πέρα απ' αυτό, τα εν λόγω πρόσωπα ήσαν ενεργά εμπλεκόμενα στη διαδικασία έγκρισης από την αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας, αρχικά των των «ψηφισμάτων» (εκδόθηκαν στις 13.10.2011) και ακολούθως των σχετικών Διαταγμάτων (Decrees). Τούτο προκύπτει από τα ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλαγεί μεταξύ τους (Τεκμήρια 19, 20, 21, 22 και 23 στην Ένορκη Δήλωση της Ηλιάνας Χατζησάββα). Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του Shalva και του Victor για την εξαγορά του μεριδίου του πρώτου στο Έργο, διεξήγοντο από τους δικηγόρους των δύο πλευρών. Τον Shalva τον εκπροσωπούσε ο διεθνής, νομικός οίκος Hogan Lovells. Στα αρχικά στάδια οι διαπραγματεύσεις διεξήγοντο στη βάση του ότι η ομάδα του Victor θα κατέβαλλε το αντίτιμο της εξαγοράς σταδιακά, αναλόγως των εξελίξεων σε σχέση με το ζήτημα της έκδοσης των αναθεωρημένων Διαταγμάτων. Στις 9.11.2011 «κυκλοφόρησε» σε ηλεκτρονικό μήνυμα το αρχικό προσχέδιο της Επίδικης Συμφωνίας ημερομηνίας 21.12.2011) με προτεινόμενες τροποποιήσεις και σχόλια από τους Άγγλους Δικηγόρους της Ενάγουσας και του Shalva (Τεκμήριο 25 στην Ένορκη Δήλωση της Ηλιάνας Χατζησάββα). Κατά τις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, ο Shalva πρότεινε την τροποποίηση του προσχεδίου της συμφωνίας, με την αφαίρεση όλων των προϋποθέσεων που είχαν σχέση με το πρόγραμμα αποπληρωμής, έναντι της μείωσης του αντιτίμου στα 37.5 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής το οποίο θα κατεβάλλετο σε μετρητά, αμέσως, ενώ βάσει του προσχεδίου της Επίδικης Συμφωνίας, ο Shalva θα λάμβανε τα χρήματα επτά
(7)μήνες μετά την 31.10.2012 (δηλαδή τον Μάιο του 2013). Η πρόταση αυτή έγινε αποδεκτή από τον Victor και την ομάδα του και δόθησαν οδηγίες στους δικηγόρους των δύο πλευρών να ετοιμάσουν τα απαιτούμενα έγγραφα. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 συμφωνήθηκε το τελικό κείμενο της Επίδικης Συμφωνίας (Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών ημερομηνίας 21.12.2011). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως όλα όσα προαναφέρονται δεν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων, αλλά η πιο πάνω αξιολόγηση γίνεται μόνο στα περιορισμένα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Από τα προαναφερόμενα καταδεικνύεται πως οι εκδοχές που η ενάγουσα προέβαλε καταρρίπτονται. Αποδομείται η θέση πως (α) ο Shalva δεν ήταν ενήμερος για τον διορισμό της Cushman και δεν γνώριζε για τα αποτελέσματα της Εκτίμησης της, (β) δεν ήταν ενήμερος για τις συζητήσεις με την αναπτυξιακή επιτροπή της Μόσχας για τη διαδικασία εξασφάλισης των σχετικών ψηφισμάτων, (γ) η πρόταση να μειωθεί το αντίτιμο της εξαγοράς των μετοχών του Shalva στα 37.5 εκατομμύρια δολάρια Αμερικής αντί 50 εκατομμύρια, προερχόταν από τον Nader. Πέραν τούτων, η εκδοχή πως ο Shalva εξαπατήθηκε από τους Εναγόμενους 1 και 2, καταρρίπτεται από το γεγονός πως κατά τις διαπραγματεύσεις, ο Shalva εκπροσωπείτο από έναν διεθνή νομικό οίκο. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως οι δικηγόροι του προχώρησαν στον καταρτισμό της επίδικης συμφωνίας, μιας συμφωνίας εκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς να μελετήσουν όλες τις παραμέτρους και να λάβουν υπόψη τους ακόμη και την πιο μικρή λεπτομέρεια. Τέλος, έχοντας ως υπόβαθρο τα πιο πάνω, καταρρίπτεται και η εκδοχή πως ο Shalva «ενημερώθηκε για πρώτη φορά για τα πιο πάνω γεγονότα, περίπου τον Ιούνιο του 2016». Τα όσα έχω προαναφέρει απαντούν και στο ερώτημα κατά πόσο το υπό κρίση Διάταγμα θα έπρεπε να δοθεί μονομερώς. Κρίνω πως, με υπόβαθρο τα ανωτέρω δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι εξαιρετικές περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος χωρίς την ειδοποίηση της άλλης πλευράς. Το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ικανοποιείται. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί, κρίνω πως δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32. Η εν λόγω προϋπόθεση είναι συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από την σχετική νομολογία, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης [βλ. Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.Δ.1121]. Ο χρηματικός παράγοντας όμως δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια (Βλ. Κώστας Κυρίσαββα και άλλος ν. Χάρη Κύζη
(2011)1 Β ΑΑΔ 1245). Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1977)1 ΑΑΔ, 1791, λέχθηκε ότι το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 προτίθενται να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία έτσι ώστε να μην καταστεί εφικτή η εκτέλεση της απόφασης σε περίπτωση που αυτή εκδοθεί εναντίον τους. Ούτε έχει προβληθεί ισχυρισμός ούτε έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των εναγομένων, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν είτε λόγω αφερεγγυότητος είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Υπενθυμίζω πως η αιτούμενη με την αγωγή θεραπεία είναι η καταβολή αποζημιώσεων. Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσον η ενάγουσα απεκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία τα οποία ήσαν ουσιώδη, θα πρέπει να λεχθεί πως απάντηση στο ερώτημα δίδουν τα όσα έχω προαναφέρει τα οποία δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν όλα όσα έπρεπε να τεθούν και τούτο έχει ως αποτέλεσμα πως το εκδοθέν Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και γι' αυτόν τον λόγο. Δεδομένου του ότι η υπό κρίση Αίτηση έχει κριθεί, δεν τίθεται θέμα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience). Τούτο θα εξετάζετο μόνο σε περίπτωση που οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 ικανοποιούντο και μάλιστα σωρευτικά. Τέλος ενόψει της τύχης του Διατάγματος και της κατάληξης της Αίτησης, το ζήτημα της επάρκειας ή μη της δοθείσης εγγύησης, έχει πλέον ακαδημαϊκό ενδιαφέρον και δεν θα το εξετάσω. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και η Αίτηση να απορριφθεί. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα με το πέρας της υπόθεσης, μόλις δηλαδή εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ/ΑΧ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.