← Κύπρος

Vegardia Holdings Limited ν. Cransseta Investments Ltd., Αρ. Αίτησης 595/15, 15/12/2016

Vegardia Holdings Limited ν. Cransseta Investments Ltd., Αρ. Αίτησης 595/15, 15/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A534 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 595/15 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν. 101/1987) και Αναφορικά με τη Διαιτησία που εκκρεμεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC) και θα διεξαχθεί στο Άμστερνταμ μεταξύ της Vegardia Holdings Limited και της Cransseta Investments Ltd, αμφότερες εκ Λεμεσού και Αναφορικά με την Αίτηση Μεταξύ: Vegardia Holdings Limited, εκ Λεμεσού Αιτητών και Cransseta Investments Ltd., εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------- Αίτηση ημερ. 16.12.2015 για προσωρινά διατάγματα 15 Δεκεμβρίου 2016 Για αιτητές: κα Ε. Κονναρή με κ. Χ. Κωνσταντίνου για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση: Δρ. Π.Ν. Κούρτελλος με κα Σ. Χρίστου για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Συμεού & Κονναρής ΔΕΠΕ και Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ (κ. Λ. Κωστακόπουλος ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει συμφωνίας ημερ. 2.4.2014 η καθ' ης η αίτηση, που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, πώλησε στην αιτήτρια, επίσης Κυπριακή Εταιρεία, το 50% των μετοχών της στην εταιρεία Terasol Energy B.V. έναντι του ποσού των €12.000.000,00, ποσό που έχει ήδη καταβληθεί στην καθ' ης η αίτηση. Την ίδια μέρα καταρτίστηκε από τις ίδιες εταιρείες συμφωνία μετόχων που να διέπει τις σχέσεις τους στην Terasol Energy B.V. στην οποία κατέχουν πλέον από 50% του μετοχικού κεφαλαίου εκάστη. Τόσο η συμφωνία πώλησης των μετοχών όσο και η συμφωνία μετόχων προνοούσαν ότι θα διέπονται από το Ολλανδικό Δίκαιο και ότι οποιαδήποτε διαφορά τυχόν προκύψει θα υποβληθεί σε διαιτησία που θα διεξαχθεί στο Άμστερνταμ. Στις 21.7.2014 η Terasol Εnergy B.V μετονομάστηκε σε Bluesol Energy B.V. Ακολούθησε άλλη συμφωνία ημερομηνίας 22.7.2014 δυνάμει της οποίας η καθ' ης η αίτηση πώλησε στην αιτήτρια ποσοστό 6% των μετοχών της στην Terasol Holding B.V. έναντι του ποσού των €24.000.000,00, ποσό που ήδη έχει πληρωθεί. Την ίδια μέρα καταρτίστηκε από τις ίδιες εταιρείες συμφωνία μετόχων που να διέπει τις σχέσεις τους στην Terasol Holding B.V. στην οποία τώρα η αιτήτρια κατέχει ποσοστό 6% του μετοχικού της κεφαλαίου και η καθ' ης η αίτηση το υπόλοιπο 94%. Και οι δύο συμφωνίες διέπονται επίσης από το Ολλανδικό Δίκαιο και υπάρχει πρόνοια για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς ήθελε προκύψει σε διαιτησία στο Άμστερνταμ. Η εταιρεία Bluesol Εnergy B.V. και η Terasol Ηolding B.V. ήταν με τη σειρά τους μέτοχοι κατά 99,99% σε δύο Ιαπωνικές Εταιρείες. Στη βάση των πιο πάνω συμφωνιών οι Ιαπωνικές Εταιρείες θα προχωρούσαν σε επενδύσεις στον τομέα των φωτοβολταικών στην Ιαπωνία με σκοπό την μεταπώληση τους σε επενδυτή και την πραγματοποίηση σημαντικού κέρδους. Στις 3.3.2015 οι διάδικοι προέβησαν σε καταρτισμό τροποποιητικής συμφωνίας, επειδή καθυστερούσε η εξεύρεση επενδυτή, δυνάμει των οποίων τα μέρη επαναβεβαίωσαν την πρόθεση τους να επιτύχουν την πώληση των μετοχών της εταιρείας Bluesol σε ενδιαφερόμενο επενδυτή μέχρι τις 31.3.2015, διαφορετικά η καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να καταβάλει στην αιτήτρια τόκους επί του ποσού των €19.500.000,

  1. Παρόμοια συμφωνία έγινε και για την Terasol Energy Β.V με διαφορετικά όμως ποσά και ημερομηνίες, δηλαδή η 22.7.2015 θα ήταν η ημερομηνία μέχρι την οποία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί η πώληση των μετοχών της εταιρείας, διαφορετικά θα πληρώνοντο τόκοι επί ποσού εκ €30.000.000,
  2. Ήταν όρος των τροποποιητικών συμφωνιών ότι σε περίπτωση μη εξεύρεσης επενδυτή μέχρι τις ημερομηνίες που καθορίστηκαν σ' αυτές, η αιτήτρια θα είχε δικαίωμα πώλησης των μετοχών της στην καθ' ης η αίτηση το οποίο θα μπορούσε να εξασκήσει, οπότε η καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να καταβάλει το συμφωνηθέν τίμημα μαζί με τους τόκους. Οι πιο πάνω προθεσμίες που τάχθηκαν δεν τηρήθηκαν, οπότε τα ποσά που αναφέρονται στις συμφωνίες κατέστησαν άμεσα πληρωτέα στην αιτήτρια. Η πληρωμή των ποσών αυτών είναι και η κύρια διαφορά προς επίλυση από το Διαιτητικό Δικαστήριο στο Άμστερνταμ. Με την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία η αιτήτρια προέβη στην καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Πρωτογενούς Αίτησης στις 16.12.2015 για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του κ. Λάμπρου Σωτηρίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Michael Kyprianou & Co LLC και ενός εκ των διευθυντών της εταιρείας Α.Ν.Κ. Τrustee Services Ltd, μοναδικής διευθύντριας της αιτήτριας αλλά και μετόχου μειοψηφίας, ημερομηνίας 16.12.
  3. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της Πρωτογενούς Αίτησης η αιτήτρια καταχώρισε και την υπό κρίση μονομερή αίτηση, στην οποία στις 17.12.2015 εξασφάλισε τα εξής διατάγματα μονομερώς: «Α. Εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους Καθ' ων η Αίτηση την μετακίνηση, αλλοίωση, μετατροπή, απομείωση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξένωση, διάθεση ή επιβάρυνση οποιασδήποτε περιουσίας αξίας μέχρι €49,027,532.61 οπουδήποτε και αν αυτή ευρίσκεται είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό την οποία κατέχει αποκλειστικά ή μαζί με άλλα πρόσωπα άμεσα ή έμμεσα ή στην οποία με οποιοδήποτε τρόπο θα δικαιούνται και η οποία θα μπορούσε να διατεθεί με οδηγίες ή κατ' επιθυμία ή κατ' εντολή των καθ' ων η αίτηση μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στο Διαιτητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Διαιτησίας και/ή μέχρι την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση οποιασδήποτε Διαιτητικής απόφασης ήθελε εκδοθεί στα πλαίσια της Διαιτητικής διαδικασίας και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Από το πιο πάνω διάταγμα εξαιρούνται τα εξής: (α) Λογικό ποσό που δυνατό να χρειαστούν οι Καθ' ων η Αίτηση για την υπεράσπιση της υπόθεσής τους περιλαμβανομένων νομικών συμβουλών, εμφανίσεων στο Δικαστήριο και άλλων συναφών νοουμένου ότι ανά 15νθήμερο θα πληροφορούν το Δικαστήριο και παράλληλα τους δικηγόρους των Αιτητών ενόρκως για τα ποσά που θα καταβάλλονται και την πηγή από την οποία θα προέρχονται. (β) Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα εμποδίζουν τους Καθ' ων η Αίτηση από του να διεξάγουν οποιαδήποτε συναλλαγή αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία που θα αφορά την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών τους και έναντι πραγματικού και ευλόγου ανταλλάγματος νοουμένου ότι θα πρέπει να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου ή η συγκατάθεση των Αιτητών σε περίπτωση που η αξία του επηρεαζόμενου περιουσιακού στοιχείου ή η αξία της συναλλαγής υπερβαίνει τις €30.
  4. (γ) Τα εν λόγω διατάγματα δεν θα απαγορεύουν στους Καθ' ων η αίτηση την διενέργεια οποιασδήποτε πράξης αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία αν έχουν προς τούτο εκ των προτέρων εξασφαλίσει την έγγραφη συναίνεση των Αιτητών ή των δικηγόρων τους. Β. Εκδίδεται επίσης ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους καθ' ων η αίτηση όπως εντός 7 εργασίμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος να καταχωρίσουν ένορκη δήλωση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που να αναφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία που έχουν αξία μεγαλύτερη των €5.000,00 στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, την ακριβή τοποθεσία στην οποία βρίσκεται το κάθε περιουσιακό στοιχείο, και την αξία τους και είτε αυτά τους ανήκουν αποκλειστικά, είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα μέσω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής δικαιώματος ή στα οποία με οποιοδήποτε τρόπο δικαιούνται ή θα μπορούσαν να διαθέσουν καθ' υπόδειξη, με οδηγίες ή κατ' εντολή τους. Γ. Εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα που να απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση και/ή αντιπροσώπους ή υπηρέτες τους από του να λάβουν οποιοδήποτε διάβημα και/ή απόφαση για την καθ' οιονδήποτε τρόπο αλλαγή και/ή μεταβολή της εταιρικής δομής τους, δηλαδή της μετοχικής και του διοικητικού συμβουλίου, μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο πρωτογενή αίτηση και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Με την αίτηση ζητούντο και άλλα διατάγματα και θεραπείες όπως το διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη, οι οποίες όμως αποσύρθηκαν άνευ βλάβης στις 17.12.2015 και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με δικαίωμα επαναφοράς τους. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται επί των άρθρων 5, 35, 36-51 του Κανονισμού Αρ.1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, των άρθρων 1 - 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/87), των άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των άρθρων 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, της Δ.48, θ.θ.1 - 4, 7 - 9 και 13 και της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Λάμπρου Σωτηρίου και του κ. Παρασκευά Ηλία και οι δύο ημερομηνίας 16.12.
  5. Μεγάλο μέρος από την ένορκη δήλωση του Σωτηρίου αναλώνεται στην παράθεση των γεγονότων, που ξεκινούν από το 2014 με τη γνωριμία των διαδίκων, μεταξύ των αξιωματούχων μέχρι σήμερα. Τα βασικά γεγονότα της διαφοράς τους έχουν ήδη παρατεθεί πιο πάνω. Στην ένορκη δήλωση του ο Σωτηρίου τονίζει την παράβαση από πλευράς της καθ' ης η αίτηση όρων των μεταξύ των διαδίκων τροποποιητικών συμφωνιών σ' όσον αφορά την πληρωμή των ποσών σε καθορισμένες προθεσμίες που ξεκινούσαν για μεν την Bluesol στην 6.5.2015 για δε την Terasol στις 7.9.
  6. Μέχρι σήμερα καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €520.000,00 έναντι των συμφωνηθέντων τόκων για την Bluesol και εκκρεμεί η πληρωμή ποσού εκ €926.043,89 μέχρι τις 14.12.2015, ενώ για την Terasol δεν πληρώθηκε κανένα ποσό. Η καθ' ης η αίτηση με επιστολές της ημερ. 30.9.2015 κάλεσε την καθ' ης η αίτηση να τιμήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις σε σχέση με την Bluesol (Τεκμ.23) και την Terasol (Τεκμ.24). Στις 22.10.2015 παρήλθε η προθεσμία εξεύρεσης αγοραστή για την Terasol, οπότε ενεργοποιήθηκε το δικαίωμα της αιτήτριας πώλησης, η οποία το άσκησε με ειδοποίηση της ημερ. 23.10.2015 για το ποσό των €33.677.991,14 (η ειδοποίηση είναι Τεκμ.25). Στη συνέχεια αντηλλάγησαν σειρά ηλεκτρονικών μηνυμάτων μεταξύ των διαδίκων (Τεκμ.26) στην προσπάθεια τους εξεύρεσης λύσης. Σε συνάντηση τους οι εκπρόσωποι της καθ' ης η αίτηση παραδέχθηκαν ρητώς τις υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση όπως και την πληρωμή του χρέους προς την αιτήτρια μαζί με τους τόκους, αλλά, όπως ανέφερε, ανέμενε να πωλήσει το έργο σε επενδυτή για να εξασφαλίσει τα χρήματα. Στη συνέχεια η αιτήτρια έδωσε προθεσμία μέχρι τις 6.11.2015 στην καθ' ης η αίτηση είτε να εξαγοράσει τις μετοχές της αιτήτριας, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας πώλησης των μετοχών, είτε να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για την εξόφληση του χρέους. Λόγω παράλειψης της καθ' ης η αίτηση να υποβάλει οποιαδήποτε πρόταση στην αιτήτρια, η τελευταία προσέφυγε στο Επαρχιακό Δικαστήριο του Άμστερνταμ για προδικαστικές δεσμεύσεις επί των μετοχών της Bluesol, της Terasol και άλλων τεσσάρων Ολλανδικών εταιρειών, θυγατρικών της καθ' ης η αίτηση. Το Ολλανδικό Δικαστήριο εξέδωσε τα διατάγματα μονομερώς (Τεκμ.29) τα οποία στη βάση του Ολλανδικού Δικαίου καθίστανται εκτελεστά με την επίδοση τους στην εταιρεία της οποίας δεσμεύονται οι μετοχές. Στις 10.11.2015 οι Ολλανδοί δικηγόροι της αιτήτριας ενημέρωσαν σχετικά γραπτώς την Bluesol και την Terasol όπως και τις άλλες τέσσερις θυγατρικές εταιρείες της καθ' ης η αίτηση που επηρεάζονται από το διάταγμα (Τεκμ.31, 32 και 33) και στις 11.11.2015 την καθ' ης η αίτηση (Τεκμ.33). Στις 9.11.2015 ο δικαστικός κλητήρας εναπέθεσε σημείωση των διαταγμάτων επί του μητρώου μετόχων της Bluesol, ενώ δεν ανευρέθηκαν μητρώα στα εγγεγραμμένα γραφεία των υπόλοιπων επηρεαζομένων εταιρειών μέχρι τις 26.11.2015 που κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στα μητρώα. Ακολούθησε πάλι αλληλογραφία μεταξύ των μερών για διευθέτηση της διαφοράς, αλλά η θέση της καθ' ης η αίτηση, παρά την παραδοχή του χρέους, ήταν ότι δεν είχε χρήματα, εφόσον δεν είχε ολοκληρωθεί η πώληση των έργων σε επενδυτή. Σ' όσον αφορά τις θυγατρικές Ιαπωνικές εταιρείες υποσχέθηκε ότι θα παρείχε πληροφορίες στην αιτήτρια σχετικά με το μετοχικό καθεστώς τους. Η αίτηση για διαιτησία καταχωρήθηκε στις 7.12.2015 (Τεκμ.50) τελευταία μέρα της προθεσμίας που έδωσε το Ολλανδικό Δικαστήριο, αλλά παρά τις υποσχέσεις της καθ' ης η αίτηση να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην προβαίνει σε οποιαδήποτε πληρωμή. Είναι εισήγηση του Σωτηρίου ότι η καθ' ης η αίτηση χρησιμοποιεί παρελκυστικές τακτικές προς αποφυγή πληρωμής των ποσών που συμφωνήθηκαν και πληροφόρησης τους για τα θέματα που ζήτησαν. Καταλήγοντας ο Σωτηρίου εισηγείται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για να πετύχει η αίτηση, ενώ σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στην αιτήτρια στο μέλλον, εφόσον το Ολλανδικό Δικαστήριο δεν μπορεί να δεσμεύσει περιουσία που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας του, ενώ στην Ιαπωνία θα μπορούσε να παγοποιηθεί μόνο περιουσία που κατέχεται άμεσα από την καθ' ης η αίτηση και όχι από θυγατρική εταιρεία. Αναφέρει τέλος ότι η διαιτησία στην Ολλανδία αναμένεται να διαρκέσει γύρω στα δύο χρόνια, γι' αυτό και θα πρέπει να διοριστεί παραλήπτης της καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Παρασκευάς Ηλία, εγκεκριμένος λογιστής, στην ένορκη δήλωση του που επίσης συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι είναι έτοιμος και πρόθυμος να ενεργήσει ως ενδιάμεσος παραλήπτης της καθ' ης η αίτηση κάτω από τους όρους που θα του θέσει το Δικαστήριο. Δεν θα επεκταθώ επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του, εφόσον αφορά αποκλειστικά σε θεραπείες που έχουν αποσυρθεί άνευ βλάβης και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε μονομερώς της αίτησης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση η οποία προβάλλει ένα μεγάλο αριθμό λόγων ένστασης, που αναφέρονται κυρίως στην παράλειψη ενεργοποίησης από πλευράς αιτήτριας προνοιών των Κανονισμών του ICC για το θέμα του κατεπείγοντος, στο ότι η αιτήτρια δεν εξάντλησε το στάδιο των διαπραγματεύσεων προτού προχωρήσει με την παράκληση Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας, ότι η πρωτογενής αίτηση είναι πρόωρη, ότι η αιτήτρια δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της καθ' ης η αίτηση, δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας, ότι υπήρξε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, ότι δεν δικαιολογείτο το κατεπείγον, ότι τα διατάγματα που ζητούνται είναι δρακόντια και/ή καταπιεστικά και ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 μαζί με άλλους λόγους. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται όπου παρίσταται ανάγκη. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Βαλεντίνας Ευριπίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των Συμεού και Κονναρής ΔΕΠΕ, ημερ. 24.2.2016, ενός εκ των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση της η Ευριπίδου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Εξηγεί ότι τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται γνωρίζει από τους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση, από τον Peter Gerstmann, ένα εκ των τελικών δικαιούχων της καθ' ης η αίτηση στη βάση της Δήλωσης Γεγονότων που προέβη ο ίδιος και η Ευριπίδου επισυνάπτει ως Τεκμ.1 και από τον Dmitry Glοukhov επίσης τελικόν δικαιούχον της καθ' ης η αίτηση. Μεγάλο μέρος της μακροσκελούς ένορκης δήλωσης της αναλώνεται στην παράθεση των γεγονότων σε σχέση με τη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων που ξεκινά από τον καταρτισμό των συμφωνιών πώλησης μετοχών και συμφωνιών μετόχων και στη συνέχεια των τροποποιητικών συμφωνιών μέχρι τη διαδικασία της διαιτησίας. Αρνείται τη θέση του Σωτηρίου περί παράβασης όρων των συμφωνιών από πλευράς της καθ' ης η αίτηση, παραθέτοντας τις δικές της απόψεις και επιχειρήματα. Τονίζει την παράβαση από πλευράς της αιτήτριας του καθήκοντος ειλικρινούς αποκάλυψης, όπως τη δυνατότητα έκδοσης συντηρητικών και ενδιάμεσων μέτρων στη βάση των άρθρων 28 και 29 των Κανονισμών του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC). Παραλείπει επίσης να αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε στις 15.12.2015 την Απάντηση και την Ανταπαίτηση της στην Παράκληση Διαιτησίας της αιτήτριας, με τις οποίες ζητά να κηρυχθούν άκυρες οι τροποποιητικές συμφωνίες, ως προϊόντα παράνομης πίεσης, απειλών και εκβιασμών από πλευράς αιτήτριας. Αναφέρεται επίσης σε αλληλογραφία μεταξύ των αξιωματούχων των διαδίκων και συναντήσεων μεταξύ τους τόσο πριν τον καταρτισμό των επίδικων συμφωνιών αλλά και μετά. Μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης της αφορά επίσης σε συγκεκριμένους όρους των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών για να καταδείξει ότι η αιτήτρια παρουσίασε στο Δικαστήριο μόνο εκείνους τους όρους που πιστεύει ότι εξυπηρετούν την υπόθεση της. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω πλήρεις λεπτομέρειες, εφόσον είναι η ουσία της διαφοράς των διαδίκων στην Διαιτησία που εκκρεμεί στην Ολλανδία. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι η Ευριπίδου επιμένει στην ένορκη δήλωση της ότι η καθ' ης η αίτηση είχε ολοκληρώσει ορισμένα προπαρασκευαστικά στάδια που πήραν χρόνο, εξ ου και η σχετική καθυστέρηση, αλλά η αιτήτρια προς το σκοπό να πετύχει την έκδοση των διαταγμάτων δημιούργησε μια τεχνική πραγματικότητα κρίσης. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι χρησιμοποιήθηκε από πλευράς αξιωματούχων της αιτήτριας αθέμιτη πίεση, απειλές και σωματική βία σε βάρος αξιωματούχου της καθ' ης η αίτηση, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να προβεί σε υπογραφή του χειρόγραφου σημειώματος (Τεκμ.16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση) με το οποίο η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε να αγοράσει πίσω τις μετοχές. Η απειλή βίας και η άσκηση πίεσης σε βάρος αξιωματούχου της καθ' ης η αίτηση είχαν επίσης σαν αποτέλεσμα τα μέρη να προβούν στην υπογραφή των τροποποιητικών συμφωνιών αναφορικά με την Bluesol και την Terasol. Είναι η θέση της Ευριπίδου ότι οι συμφωνίες αυτές ουδέποτε θα υπογράφοντο αν δεν χρησιμοποιούντο οι εκβιασμοί και οι πιέσεις από πλευράς της αιτήτριας. Καταλήγοντας η Ευριπίδου εισηγείται την ακύρωση των διαταγμάτων, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  7. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις από μεν πλευράς της αιτήτριας της Τώνιας Αντωνίου και για την καθ' ης η αίτηση της Βαλεντίνας Ευριπίδου. Στην ένορκη της δήλωση η Αντωνίου αρνείται παντελώς τα όσα ισχυρίζεται η Ευριπίδου στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και ιδιαίτερα τα σημεία που αφορούν στη χρήση απειλής ή βίας από πλευράς αιτήτριας. Η Ευριπίδου από την άλλη στη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση αρνείται τις θέσεις της Αντωνίου επιμένοντας στις αρχικές της θέσεις ότι δεν ικανοποιείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι απεκρύβησαν βασικά γεγονότα κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Από μια αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι στις 23.12.2015, ημερομηνία κατά την οποία ήταν επιστρεπτέα τα προσωρινά διατάγματα, συμφωνήθηκε όπως ο χρόνος συμμόρφωσης με το διάταγμα για καταχώρηση ένορκης δήλωσης στον Πρωτοκολλητή που να καταγράφει τα περιουσιακά στοιχεία της αιτήτριας παραταθεί μέχρι τις 4.1.2016 και ώρα 15.00 και ότι η ένορκη δήλωση θα κατατίθετο μόνο στον Πρωτοκολλητή και θα παραμείνει υπό τη φύλαξη του χωρίς δικαίωμα χρήσης από την άλλη πλευρά, αλλά με δικαίωμα των δικηγόρων της αιτήτριας να την επιθεωρήσουν όχι όμως για να πάρουν αντίγραφα. Δεν θα δικαιούνται επίσης να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες της ένορκης δήλωσης μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης στα προσωρινά διατάγματα εκτός από τη χρήση τους εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Επίσης οι δικηγόροι των αιτητών ανέλαβαν υποχρέωση όπως τις πληροφορίες που θα επιθεωρήσουν θα τις διατηρήσουν εμπιστευτικές και δεν θα τις αποκαλύψουν σε κανένα πρόσωπο, ούτε και στους πελάτες τους. Στις 22.8.2016 ημερομηνία κατά την οποία τα προσωρινά διατάγματα πάλι ήταν επιστρεπτέα, εκ συμφώνου ορισμένα εκ των διαταγμάτων τροποποιήθηκαν ως εξής: Με την αντικατάσταση του ποσού των €49.027.532,61 που αναγράφεται στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 1 του προσωρινού διατάγματος με το ποσό των €43.027.532,
  8. Επίσης με την αντικατάσταση της πρότασης στο τέλος της παραγράφου 1 «μέχρι την τελική εκδίκαση και έκδοση απόφασης στο Διαιτητικό Δικαστήριο στα πλαίσια της Διαιτησίας και/ή μέχρι την εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση οποιασδήποτε διαιτητικής απόφασης ήθελε εκδοθεί στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου» με την πρόταση «μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στη διαιτησία με αρ.ICC21513/FS στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο στο Άμστερνταμ». Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης με την προσθήκη άρθρων του Περί Συμβάσεων Νόμου, του περί Επισήμων Γλωσσών Νόμου (Ν.67/88), του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου (Ν.138

(1)/01), του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών Κυρωτικός Νόμος 39/62. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Η μεν δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε την οριστικοποίηση των διαταγμάτων, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που έθεσε η νομολογία. Από την άλλη ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση κατόπιν εκτενούς αναφοράς και αξιολόγησης των γεγονότων, ζήτησε την ακύρωση των διαταγμάτων, κυρίως λόγω απόκρυψης σημαντικών γεγονότων και παραπληροφόρησης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς και λόγω της μη απόδειξης του κατεπείγοντος. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις των δικηγόρων θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Είναι η θέση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση στην γραπτή αγόρευση του αλλά συνιστά και λόγο ένστασης, ότι τα διατάγματα που εκδόθησαν μονομερώς θα πρέπει να ακυρωθούν λόγω παραβίασης των προνοιών του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, που προνοεί για τη δυνατότητα έκδοσης ενός διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά, όταν καταδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, διέπει τις περιστάσεις όπου ένα διάταγμα μπορεί να εκδοθεί χωρίς ειδοποίηση, κατά παράβαση δηλαδή του γενικού κανόνα ότι πρέπει να ακούεται και η άλλη πλευρά, και τούτο μπορεί να γίνει όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. [Βλ. In re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 861]. Όπως τονίστηκε και στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, στη σελίδα 1462, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας, χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στην παρούσα περίπτωση όπου οι αιτητές πέτυχαν την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων που ζητούντο και ένας από τους λόγους ένστασης αναφέρεται στο κατεπείγον, σημαντικό είναι το εξής απόσπασμα από την Πολιτική Έφεση Ε6/2014 Commerzbank Auslandsbanken Holding κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, ημερ. 27.2.15, που κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Ενόψει του πιο πάνω λόγου ένστασης το Δικαστήριο θα ασχοληθεί κατά πρώτο με την εξέταση του θέματος του κατεπείγοντος σε συνάρτηση με το λόγο ένστασης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που έπρεπε, σύμφωνα με την εισήγηση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια να αποκάλυπτε, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ορθά και δίκαια. Η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης ενέχει τη σημασία της στην περίπτωση που διάδικος ζητά μονομερώς κάποια θεραπεία. Υπάρχει πολλή νομολογία επί του θέματος. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953,
  1. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης στοιχείων υπήρξε αντικείμενο εξέτασης στην πρόσφατη υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Ltd, (ανωτέρω), ημερ. 27.2.
  2. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκε ότι σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το Δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Συγκεκριμένα είναι η θέση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την ύπαρξη δυνατότητας προσφυγής σε ισοδύναμη ενδιάμεση θεραπεία στην Ολλανδία στα πλαίσια της διαιτησίας, στη βάση του άρθρου 28 των Κανονισμών του ICC, αλλά και της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 29 των ιδίων Κανονισμών, που το τελευταίο προνοεί για το διορισμό με τη μορφή του κατεπείγοντος Διαιτητή. Για τη δυνατότητα εφαρμογής και το εύρος των προνοιών των άρθρων 28 και 29 η Ευριπίδου επισυνάπτει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της προς απάντηση ισχυρισμών της Αντωνίου, νομική γνωμάτευση, ημερομηνίας 21.3.2016, του Andrey Panov, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο ενός εκ των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση στη Διαιτητική Διαδικασία, στο γραφείο τους στη Μόσχα. Δεν εντοπίζεται στην νομική γνωμάτευση όμως αναφορά ως προς τις γνώσεις του σε σχέση με το Ολλανδικό Δίκαιο που ισχύει στην παρούσα περίπτωση στη βάση των συμφωνιών μεταξύ των μερών. Η Αντωνίου από την άλλη στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση προς αντίκρουση της πιο πάνω θέσης της Ευριπίδου στην αρχική ένορκη δήλωση της, επισυνάπτει ως τεκμήριο νομική γνωμάτευση του Ολλανδού δικηγόρου B van Zelst στην οποία αναφέρεται ότι δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί οποιοδήποτε αποτελεσματικό διάταγμα από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Το όποιο συντηρητικό διάταγμα εξασφαλιζόταν με τον τρόπο αυτό δεν θα μπορούσε να εγγραφεί στις πλείστες δικαιοδοσίες, ούτε και θα ενείχε οποιαδήποτε ποινική συνέπεια για την καθ' ης η αίτηση από την παραβίαση του, οπότε δεν θα ήταν καθόλου αποτελεσματικό. Επιπρόσθετα στη βάση της ίδιας γνωμάτευσης δεν φαίνεται να υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων μονομερώς από το Διαιτητικό Δικαστήριο, οπότε η διαδικασία έκδοσης τους είναι χρονοβόρα. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των δύο πλευρών, μέσω της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων τους, σε συνάρτηση με τις νομικές γνωματεύσεις που επισυνάπτουν στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση. Η παράλειψη αποκάλυψης της ύπαρξης δυνατότητας έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας αλλά ακόμη και η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων δεν κρίνεται ουσιαστική στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αναγκαστική προσφυγή στη διαδικασία που προβλέπουν τα άρθρα 28 και 29 των Κανονισμών του ICC θα σημαίνει ότι μόνο το Διαιτητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδώσει τέτοιας φύσης διατάγματα, ενώ το άρθρο 9 του Νόμου 101/87 είναι άνευ αξίας και ανεφάρμοστο. Η αιτήτρια επέλεξε για τους λόγους που αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο Σωτηρίου, να προσφύγει σε Κυπριακό Δικαστήριο, δικαίωμα που της παρέχει ο Νόμος 101/87 και η νομολογία για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Το θέμα θα πρέπει να ιδωθεί περαιτέρω και σε συνάρτηση με το κατεπείγον. Και εξηγώ. Με βάση τα στοιχεία ενώπιον μου διεξήγοντο διαπραγματεύσεις και ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των μερών μέχρι την τελευταία στιγμή. Στη βάση των συμφωνηθέντων θα έπρεπε να καταβληθεί το χρέος στην αιτήτρια στις 6.11.2015, εφόσον το δικαίωμα της αιτήτριας για πώληση των μετοχών της στην Terasol άσκησε στις 23.10.2015. Στις 7.12.2015 καταχωρήθηκε η αίτηση Διαιτησίας που ήταν η τελευταία μέρα της προθεσμίας που έδωσε το Ολλανδικό Δικαστήριο. Παρήλθαν δηλαδή μόλις 40 μέρες από τις 6.11.2015 μέχρι τις 16.12.2016 για να προχωρήσει η αιτήτρια στην καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Πρωτογενούς αίτησης και ταυτόχρονα της υπό κρίση αίτησης. Στο διάστημα αυτό, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Σωτηρίου, διεξήγοντο ακόμα διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για επίλυση της διαφοράς και μόλις στις 2.12.2015 η καθ' ης η αίτηση άφησε να νοηθεί ότι δεν θα πλήρωνε σύντομα τα συμφωνηθέντα ποσά. Το διάστημα αυτό που μεσολάβησε δεν κρίνεται μεγάλο ή αδικαιολόγητο έχοντας κατά νουν και τον όγκο των εγγράφων στη βάση των οποίων προχώρησε η αιτήτρια στην ετοιμασία της Πρωτογενούς Αίτησης και της υπό κρίση αίτησης για καταχώρηση τους. Αυτό αναφέρει ο Σωτηρίου στην ένορκη δήλωση του και φαίνεται και από το φάκελο της υπόθεσης. Συνεπώς σ' όσον αφορά το θέμα του κατεπείγοντος κρίνω ότι δικαιολογείται πλήρως γι' αυτό και ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η Ευριπίδου στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την ένσταση προβάλλει και πολλά άλλα γεγονότα που κατ' ισχυρισμόν απεκρύβησαν σκόπιμα από την αιτήτρια προς το σκοπό έκδοσης των διαταγμάτων μονομερώς, όπως τη σχέση της αιτήτριας με την Ρωσική εταιρεία RTGR, όπου η τελευταία είναι η πραγματική δικαιούχος της αιτήτριας. Στις παραγράφους 6, 9 και 11 της ένορκης δήλωσης του Σωτηρίου γίνεται όμως σαφής αναφορά στην εταιρεία αυτή και τη σχέση της με την αιτήτρια. Η ακριβής σχέση μεταξύ τους και ο τρόπος που η RTGR εμπλέκεται στη διαφορά μεταξύ των μερών είναι θέμα που αναμένεται να αποφασιστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος που οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση των διαταγμάτων. Σ' όσον αφορά την συμπεριφορά της αιτήτριας σε βάρος της καθ' ης η αίτηση, όπου με τη χρήση βίας και απειλών πέτυχε τον καταρτισμό των τροποποιητικών συμφωνιών, που φέρεται να απέκρυψε κατά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, σίγουρα το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για να αποφασιστεί κατά πόσο ευσταθεί ή όχι ο ισχυρισμός. Είναι η ουσία της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της καθ' ης η αίτηση στη διαδικασία της Διαιτησίας. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Ευριπίδου που αφορούν στην απόκρυψη γεγονότων. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε και ο λόγος ένστασης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων μπορεί να πετύχει γι' αυτό και απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Ο θεσμός της διαιτησίας έχει πλέον καθιερωθεί ως η κύρια μέθοδος επίλυσης μεγάλων διεθνών εμπορικών διαφορών. Όπως αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας v. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1 ΑΑΔ 585, σελ. 590: «Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος». Ο νομοθέτης, με σκοπό τη ρύθμιση και διευκόλυνση των διεθνών εμπορικών διαιτησιών, θέσπισε τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν. 101/1987). Μεταξύ των προνοιών του νόμου αυτού είναι και το άρθρο 9, το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «Τo Δικαστήριo έχει εξoυσία, κατ' αίτηση εvός τωv μερώv, vα διατάσσει τη λήψη συvτηρητικώv μέτρωv, oπoτεδήπoτε πριv από τηv έvαρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας». Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου, το άρθρο 9 είναι ένα εξ εκείνων που τυγχάνουν εφαρμογής έστω κι αν η διαιτησία λαμβάνει χώρα εκτός της επικράτειας της Δημοκρατίας. Στην υπόθεση Starport Nominees Ltd. κ.α.
(2010)1Β ΑΑΔ 1370, σελ. 1380 κρίθηκε ότι, σε τέτοιες υποθέσεις το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει όλα τα διατάγματα που θα μπορούσε να εκδώσει στα πλαίσια αγωγής με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960)και συνεπώς περιβάλλεται με «την ευρύτατη εξουσία» που περιγράφεται στην BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694. Ιδιαίτερα βοηθητική θεωρώ ότι είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited (ανωτέρω) στην οποία τα επίδικα διατάγματα ήσαν πολύ παρόμοια με αυτά της παρούσας υπόθεσης. Στο τέλος της απόφασης, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι τα διατάγματα θα έπρεπε να είχαν παραμείνει σε ισχύ, αναφέρονται τα εξής: «Σαν κατακλείδα, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι ο σκοπός της παρεμπίπτουσας διαδικασίας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία εδράζεται στον περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμο, δεν ήταν άλλος από την υποβοήθηση της διαιτητικής διαδικασίας, η οποία θα άρχιζε στη Γερμανία. Η υποβοήθηση θα επιτυγχάνετο με την προστασία των περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονταν με τη διαιτησία και με τη διατήρηση του status quo, ενώ εκκρεμούσε η διαιτητική διαδικασία. Επομένως, ο πρωταρχικός σκοπός του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 101/87, θα έπρεπε να ήταν η διευκόλυνση με κάθε τρόπο της διαιτητικής διαδικασίας την οποία επέλεξαν τα μέρη (βλ. Re Hellington Commodities Ltd and Others
(2009)1B ΑΑΔ 926 και Starport Nominees Limited and other (No. 1)
(2010)1B ΑΑΔ 1271)». Συνεπώς, το σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα υποβοηθούν τη διαιτητική διαδικασία, εντός των πλαισίων των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 έχουν καθοριστεί σε πληθώρα αποφάσεων και εκφράστηκαν με σαφήνεια και περιεκτικότητα στην υπόθεση Odysseos v. Α. Pieries Estates Ltd & Others
(1982)1 A.A.Δ 557 και είναι οι ακόλουθες τρεις:
  1. Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και
  3. να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Πέρα από αυτές τις προϋποθέσεις θα πρέπει το Δικαστήριο να σταθμίσει τελικά αν είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Άλλα σχετικά στοιχεία είναι να ληφθεί υπόψη η διατήρηση του status quo. (Βλ. P & MA Restaurant Ltd κ.α. v. Eric JohnWakeham,
(2013)1(Α) Α.Δ.Δ. 464). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 397, αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης στην Κυρίσαββας κ.α. ν. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1245 διευκρινίστηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 741 αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι γεγονός ότι η νομολογία μας όσον αφορά την έννοια της ανεπανόρθωτης βλάβης, προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, περιλαμβάνει όχι μόνο τη δυνατότητα πλήρους αποζημίωσης μετά τη δίκη. Όπως λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστα Ε. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Χάρη Γ. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.» (Βλέπε επίσης: Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231).» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τσιολάκκης & άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 στη σελίδα 785, που αφορούσε επίσης σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, εκείνο που απαιτείται με την τρίτη προϋπόθεση είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία θέλει εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Σχετική επίσης με την τρίτη προϋπόθεση είναι και η υπόθεση Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 665 στην οποία αποφασίστηκε ότι η αναφορά στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ότι χωρίς την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ήταν επαρκής μαρτυρία που ικανοποιούσε και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Η υπό κρίση αίτηση αφορά σε διατάγματα απαγόρευσης αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσίας τύπου Mareva και απαγόρευσης αλλαγής στην εταιρική δομή της καθ' ης η αίτηση μαζί με άλλα παρεμφερή διατάγματα και ως τέτοια μπορούν να εκδοθούν στη βάση του άρθρου
  2. Έχοντας κατά νουν την πιο πάνω νομολογία θα προχωρήσω στην εξέταση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των διαταγμάτων, αποφεύγοντας την εξέταση αμφισβητούμενων ζητημάτων, που θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την διαδικασία της διαιτησίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων που δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Θα προβώ μόνο σε εκείνες τις διαπιστώσεις που κρίνω αναγκαίες για σκοπούς απόφασης μου στην υπό κρίση αίτηση. Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται περί επικουρικής διαιτητικής διαδικασίας που διέπεται επί της ουσίας από το Ολλανδικό Δίκαιο στη βάση των μεταξύ των μερών συμφωνιών. Οπότε σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με το Ολλανδικό Δίκαιο. Στην ένορκη δήλωση του Σωτηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμ.30 νομική γνωμάτευση Ολλανδών δικηγόρων στην οποία αναφέρουν ότι για να δοθεί θεραπεία ειδικής εκτέλεσης σύμβασης κατά το Ολλανδικό δίκαιο, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η σύμβαση είναι υπαρκτή και εμπεριέχει τη συγκεκριμένη υποχρέωση. Οι μόνες υπερασπίσεις που θα μπορούσαν να εγερθούν είναι αυτές της ανωτέρας βίας και της δυσανάλογης δυσχέρειας που θα προκαλούσε η ειδική εκτέλεση. Αναφέρουν επίσης ότι η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης δίνεται και σε σχέση με συμβάσεις των οποίων το αντικείμενο είναι χρηματικό, οπότε σε τέτοια περίπτωση η ειδική εκτέλεση αφορά σε πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodmill Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 753 το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί πραγματικό θέμα και θα πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Στην απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι ο εμπειρογνώμονας πρέπει να είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα στη χώρα της οποίας το δίκαιο επεξηγεί στο Δικαστήριο. Συνεπώς η νομική γνωμάτευση των Ολλανδών δικηγόρων Jeroen van Hezewijk και Roelien van den Berg (Tεκμ.30 της ένορκης δήλωσης της Ευριπίδου) πληροί τα κριτήρια για να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως προς το Ολλανδικό δίκαιο για το συγκεκριμένο θέμα. Σημειώνεται ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει αντίθετη νομική γνωμάτευση ως προς το Ολλανδικό Δίκαιο που ισχύει για τα επίδικα θέματα. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός των συμφωνιών και ειδικά το Τεκμ.18, που είναι η τροποποιητική συμφωνία ημερ. 3.3.2015 για τη Terasol Holding B.V., ότι θα πρέπει να πληρωθούν στην αιτήτρια συγκεκριμένα ποσά στην περίπτωση που δεν ολοκληρωθεί η πώληση του έργου σε επενδυτή μέχρι την καθορισμένη προθεσμία. Δεν φαίνεται να αμφισβητείται από πλευράς της καθ' ης η αίτηση ο καταρτισμός της πιο πάνω τροποποιητικής συμφωνίας αλλά και των άλλων συμφωνιών, όπως και δεν αμφισβητείται ότι δεν ολοκληρώθηκε η πώληση σε επενδυτή μέχρι την καθορισμένη προθεσμία, παρά τις προσπάθειες και τα κατ' ισχυρισμό προκαταρκτικά στάδια στα οποία προέβη η καθ' ης η αίτηση. Δεν αμφισβητείται επίσης η παράλειψη πληρωμής από πλευράς της καθ' ης η αίτηση όλου του ποσού που καθορίστηκε στις συμφωνίες, εφόσον μόνο ποσό εκ €10.000.000,00 πληρώθηκε εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που αμφισβητείται και είναι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της καθ' ης η Αίτηση στη διαδικασία διαιτησίας είναι η εγκυρότητα της τροποποιητικής συμφωνίας και το χειρόγραφο σημείωμα (Τεκμ.16), για τους λόγους που εισηγείται η Ευριπίδου στην ένορκη δήλωση της. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού και εξαγωγή συμπερασμάτων. Από την άλλη δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι οι λόγοι που επικαλείται η Ευριπίδου ακύρωσης της συμφωνίας συνιστούν υπεράσπιση σύμφωνα με το Ολλανδικό Δίκαιο. Συζητήσιμη υπόθεση αποδεικνύεται ότι υπάρχει εκτός στη βάση του Ολλανδικού Δικαίου επιπρόσθετα και στη βάση του Κυπριακού Δικαίου όπου το αγώγιμο δικαίωμα είναι η διάρρηξη συμφωνίας από μέρους της καθ' ης η αίτηση. Σε περίπτωση που η αιτήτρια αποδείξει τους ισχυρισμούς της τότε έχει πιθανότητα να επιτύχει στις θεραπείες που ζητά, που είναι κυρίως η ανάκτηση του συμφωνηθέντος ποσού. Από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση είναι φανερό ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ως προς την ερμηνεία όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών οι οποίοι τους ερμηνεύουν, ανάλογα με το πώς θεωρούν ότι εξυπηρετούν την υπόθεση τους. Η ακριβής ερμηνεία των αμφισβητούμενων όρων είναι θέμα που θα κριθεί στη διαιτητική διαδικασία και όχι εδώ, όπου απλά το Δικαστήριο προβαίνει σε εκείνες μόνο τις διαπιστώσεις και ευρήματα που κρίνει αναγκαία για σκοπούς απόφασης του στην υπό κρίση αίτηση όπου η πρόνοια περί καταβολής συγκεκριμένου ποσού στην αιτήτρια είναι σαφής. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋπόθεσες του άρθρου
  1. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση εντοπίζεται η αναφορά στην παράγραφο 90 της ένορκης δήλωσης του Σωτηρίου, που συνοδεύει την αίτηση, ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η καθ' ης η αίτηση να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, οπότε οι συνέπειες θα είναι εντελώς καταστροφικές για την αιτήτρια και η όποια διαιτητική απόφαση υπέρ της να καταστεί άνευ αντικειμένου. Απ' ότι γίνεται αντιληπτό εκείνο που επιζητείται στην παρούσα περίπτωση με τα διατάγματα, είναι η διατήρηση του status quo μέχρι ολοκλήρωσης της διαιτητικής διαδικασίας. Συνεπώς κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Σ' όσον αφορά το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας βρίσκω ότι ευνοεί στην παρούσα περίπτωση την αιτήτρια. Σύμφωνα με το λεκτικό των διαταγμάτων επιτρέπεται στην καθ' ης η αίτηση να ασκεί τις συνήθεις εργασίες της και να προβαίνει σε οποιαδήποτε συναλλαγή μέχρι €30.000,
  2. Αν η συναλλαγή υπερβαίνει τα €30.000,00 έχει δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο για λήψη σχετικής άδειας. Από αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης δεν φαίνεται να χρειάστηκε τέτοια άδεια στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Η πορεία αυτή στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας στην περίπτωση που μελλοντικά η απόφαση μου για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων ήθελε κριθεί λανθασμένη. Από την άλλη η καθ' ης η αίτηση δεν παρουσίασε ικανοποιητικά στοιχεία ότι είναι φερέγγυα, ώστε να είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε τυχόν μελλοντική απόφαση εναντίον της. Σ' όσον αφορά το διάταγμα αποκάλυψης της παραγράφου Β είναι παρελκόμενο των διαταγμάτων παγοποίησης τύπου Mareva. Στο σύγγραμμα DISCLOSURE των Paul Matthews and Hodge M. Malek, (Sweet & Maxwell, 2007), σελ. 29-30 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με αυτού του είδους τα διατάγματα: «These are orders which are ancillary, not just to "ordinary" interim injunctions to restrain a continuing or threatened wrong, but also to . freezing (formerly called Mareva) injunctions in which the claimant's claim is unrelated to the property and the defendant is merely restrained from rendering himself "judgment-proof" before trial. In all these situations the court has jurisdiction at an interlocutory stage to order disclosure of facts or documents which are important in ensuring the effectiveness of the injunction. .................................... In tracing or "freezing" cases the most important facts are often those concerning the defendant's assets». H αναγκαιότητα έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων στις περιπτώσεις που εκδίδεται διάταγμα παγοποίησης έχει αναγνωρισθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην απόφαση Grupo Torras SA & Another v. Sheikh Fahad Mohammed Al-Sabah & Others
(2014)2 C.L.C. 636, σελ. 642 αναφέρθηκε ότι χωρίς τέτοια αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων ένα διάταγμα παγοποίησης θα ήταν ανενεργό: «If the discretion to make a disclosure order is as narrow as Mr Smith says the worldwide Mareva injunction will be relatively toothless procedure in the fight against rampant transnational fraud. In many such cases, despite a cogent case of fraud, the connections of transactions with different countries will enable a defendant to raise jurisdictional challenges which may take months to resolve at first instance, many months to determine in the Court of Appeal and even longer to decide in the House of Lords. And there may be a reference to the European Court. During such a lengthy delay it would be impossible to 'police' the Mareva injunction, and that is the purpose of the disclosure order». Στην ίδια απόφαση (σελ. 643) αναφέρθηκε επίσης ότι «Ιt is undoubtedly right that as a matter of legal principle a disclosure order is ancillary to the worldwide Mareva order». Στην απόφαση Μotorola Credit Corporation v. Uzan a.o.
(2002)EWCA Civ 989, παρ. 29 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα: «First although it is an invasion of privacy to force any party to disclose assets, a freezing order in normal circumstances simply cannot be effective without that disclosure. Once one has the situation which did exists in this case, which was that on 13 June it was accepted that the freezing order should continue, then prima facie David Steel J is right in saying that a disclosure provision would be the normal provision so that that freezing order can be properly policed and be effective». Στην ίδια απόφαση (παρ. 37), ο Lord Wolf CJ ανέφερε τα εξής: «Τhe disclosure order, where there is a freezing order, is intimately involved in the effectiveness of the freezing order. Normally when making worldwide freezing orders it will be appropriate to make a disclosure order as well. The disclosure order gives the teeth which are critical to the freezing order». Οι αρχές έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων υιοθετήθηκαν και από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων του. Ενδεικτικά, στην Commerzbank v. Adeona ( ανωτέρω) οι αιτητές, με τη μονομερή τους αίτηση ζητούσαν, διάταγμα παγοποίησης τύπου Mareva και διάταγμα αποκάλυψης της περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση για σκοπούς υποβοήθησης της διαιτητικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού έκρινε ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων που ζητούνται δυνάμει του άρθρου 9 του Νόμου 101/87, παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε και τα δύο διατάγματα. Εν όψει της πιο πάνω νομολογίας και των γεγονότων της αίτησης κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση του διατάγματος αποκάλυψης, διαφορετικά τα διατάγματα παγοποίησης θα είναι άνευ αντικειμένου. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η αιτήτρια με την παρούσα αίτηση προβαίνει σε παράλληλες διαδικασίες με εκείνες που προβαίνει στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας, γι' αυτό και η υπό κρίση αίτηση θεωρείται καταχρηστική. Ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί, εφόσον σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Σωτηρίου και των νομικών γνωματεύσεων που επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση η εμβέλεια των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην Ολλανδία είναι περιορισμένη και για σκοπούς καταχώρησης σημείων στα μητρώα των εταιρειών σύμφωνα με το Ολλανδικό Δίκαιο, ενώ εδώ ζητούνται διατάγματα τύπου Mareva. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση εισηγείται περαιτέρω ότι τα προσωρινά διατάγματα παραμένουν σε ισχύ για οκτώ μήνες, γεγονός που στοιχειοθετεί την παρελκυστική τακτική της αιτήτριας. Από τα πρακτικά του φακέλου φαίνεται ότι η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε ορισμένες φορές είτε κατόπιν αιτημάτων για καταχώρηση αιτήσεων για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις από πλευράς των διαδίκων είτε για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης της όλης διαφοράς. Σημειώνεται ότι οι αναβολές δεν ζητούντο μόνο από πλευράς αιτήτριας, οπότε η πλευρά της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να μέμφεται την αιτήτρια για την καθυστέρηση, όταν και αυτή συνέτεινε σε ένα βαθμό. Καταλήγοντας στη βάση όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο όπως τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα εναντίον της καθ' ης η αίτηση οριστικοποιηθούν, όπως έχουν τροποποιηθεί εκ συμφώνου στις 22.8.2016, όπως και οριστικοποιούνται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ της ατήτριας και σε βάρος της καθ' ης η αίτηση και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Προσωρινά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.