DULOS LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 3062/13, 13/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A532 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3062/13 Μεταξύ: DULOS LTD, από BVI Ενάγουσα -και-
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από την Λευκωσία
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από την Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------------------- Αίτηση ημερ. 1.3.2016 για διαγραφή μέρους της Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 13 Δεκεμβρίου 2016 Για ενάγοντες-αιτητές: κος. Μιχαηλίδης για PHC Tsangarides LLC (για ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενη 1-καθ' ης η αίτηση: κα. Παφίτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/07/2013 και αφορά αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των 3 εναγομένων ενόψει της απομείωσης των καταθέσεων της σε λογαριασμό που διατηρούσε στην εναγομένη
- Η έκθεση απαίτησης που ακολούθησε της καταχώρησης της γενικής οπισθογράφησης, καταχωρήθηκε στις 18/02/
- Η εναγόμενη 3 καταχώρησε την υπεράσπιση της στις 6/3/2014, η εναγομένη 2 - καθ' ής η αίτηση στις 6/11/2014 και η εναγομένη 1 στις 16/09/
- Ακολούθησαν τα δικόγραφα των απαντήσεων της Ενάγουσας στις πιο πάνω υπερασπίσεις και η αγωγή ορίστηκε μετά από αίτηση ορισμού της στις 07/12/
- Ακολούθως την 01/03/2016 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση σε σχέση με την εναγομένη 1 ενώ αίτηση ίδιας φύσης και αιτήματος καταχωρήθηκε και σε σχέση με την εναγομένη
- Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα εξαιτείται τα εξής: «Α. Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει τις παραγράφους 9, 13 και 14 (η) της Έκθεσης Υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 16/09/2015 ως μη αναγκαίων και/ή σκανδαλιστικών και/ή ενοχλητικών και/ή άσχετων και/ή προκαλούν την αμηχανία και/ή περιέχουν νομικούς ισχυρισμούς και γεγονότα που δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αστικές υποθέσεις και/ή δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις και/ή αποτελούν μαρτυρία και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Β. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στην Δ.19 θ.26, Δ.25 θ.1, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θ.θ. 1- 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις εγγενείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ευτυχίας Κουζάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Στην ένορκη της η δηλούσα αναφέρει ότι στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη 1 προβάλλει μη αναγκαίους και/ή σκανδαλιστικούς και/ή ενοχλητικούς και/ή άσχετους ισχυρισμούς που τείνουν να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 9, της οποίας ζητείται η διαγραφή, υπάρχει αναφορά στο δίκαιο της ανάγκης και/ή στο δημόσιο συμφέρον, γεγονός ανεπίτρεπτο εφόσον η αγωγή δεν εμπίπτει στη σφαίρα του Δημόσιου και Διοικητικού Δικαίου. Η αναφορά τους έχει σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή να καθυστερήσει και να δυσχεράνει την εκδίκαση της υπόθεσης με την πολλαπλότητα των διαδικασιών που θα προκύψουν και να προκαλέσει περαιτέρω σπατάλη του δικαστικού χρόνου. Με αναφορά στην παράγραφο 13 και 14 (η) της υπεράσπισης της εναγομένης 1, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι περιέχονται και περιλαμβάνονται ισχυρισμοί και συγκεκριμένα γίνεται επίκληση του δικαίου της ανάγκης ενώ η παρούσα αγωγή δεν εμπίπτει στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου αλλά του ιδιωτικού. Οι αναφορές αυτές των εναγομένων 1, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα αποτελούν μια προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και θα οδηγήσουν σε πολυπλοκότητα της υπόθεση ενώ τέλος οι αναφορές αυτές συνιστούν προσπάθεια δημιουργίας υπεράσπισης. Συνεπακόλουθα των όσων η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ισχυρίζεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διαγραφής των πιο πάνω παραγράφων. Επιπλέον κρίνεται ότι αυτό είναι το ορθό και δίκαιο. Η εναγομένη 1 - καθ'ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση η οποία βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Δ.19 θ.θ.4, 13, 15 16 και 26, Δ.27 θ.θ. 1 - 3, Δ.48 θ.θ.1 - 4, 6 και 7 και στην Δ.
- Περαιτέρω στον Νόμο Περί Δικαστηρίων Ν.14/60και ειδικότερα στα άρθρα 2 και 29, στην νομολογία καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην γενική πρακτική. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας. Δέσποινας Κουρουσίδου, Δικηγόρου στην Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Με την ένσταση της η εναγόμενη 1 αναφέρει τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Οι παράγραφοι των οποίων η αίτητρια αιτείται τη διαγραφή είναι απολύτως αναγκαίες για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη η εικόνα της υπεράσπισης της καθ ης η αίτηση και για να μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί το πλαίσιο στο οποίο λήφθηκαν τα επίδικα μέτρα τα οποία καλείται να κρίνει. (β) Οι παράγραφοι των οποίων η αιτήτρια ζητά τη διαγραφή, δεν είναι σκανδαλιστικές και/ή ενοχλητικές και/ή άσχετες με τα επίδικα θέματα, αντίθετα είναι απολύτως απαραίτητες για να μπορέσει το Δικαστήριο να κρίνει τα ληφθέντα μέτρα για τα οποία παραπονείται η ενάγουσα. (γ) Τα όσα η εναγομένη 1 αναφέρει στην υπεράσπιση της σαφώς και μπορούν να εγερθούν σε αστική διαδικασία, η δε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πλούσια και καθοδηγητική επί του θέματος. (δ) Η υπεράσπιση της εναγομένης 1 ουδόλως προσπαθεί να περιπλέξει τα ζητήματα, αντίθετα θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα ως οφείλει, ούτως ώστε το Δικαστήριο, κρίνοντας την, να μπορεί να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα του περιβάλλοντος νομικού και πραγματικού πλαισίου που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. (ε) Η αιτήτρια με την υπό εκδίκαση αίτηση, προσπαθεί να στερήσει από την καθ ης η αίτηση το συνταγματικό της δικαίωμα για να υπερασπιστεί. (στ) Η νομική βάση της αίτησης πάσχει και/ή εν πάση περιπτώσει δεν δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να αποφασίσει υπέρ της διαγραφής. (ζ) Στην προκείμενη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή των λοιπών αναφερόμενων στην αίτηση διαδικαστικών κανονισμών. (η) Η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση, μετά που η αιτήτρια έλαβε νέα διαβήματα στη διαδικασία και μετά που έκλεισαν τα δικόγραφα. (θ) Η υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση συντάχθηκε σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους κανόνες και τις αρχές της ορθής δικογραφίας και ουδείς λόγος συντρέχει για διαγραφή οποιασδήποτε παραγράφου αυτής. (ι) Το κατά πόσο η υπεράσπιση είναι βάσιμη ή όχι άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να το κρίνει και η παρούσα περίπτωση δεν είναι τέτοια που στο προδικαστικό αυτό στάδιο θα πρέπει η εναγομένη 1 να στερηθεί του δικαιώματος να προβάλλει στην υπεράσπιση της τα όσα αναφέρει. (ια) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ουδόλως υποστηρίζει το αιτητικό της και/ή δεν προκύπτει από αυτήν ξεκάθαρα η νομική θέση που προβάλλει η αιτήτρια που να δικαιολογεί το βάσιμο της αίτησης. (ιβ) Οι παράγραφοι της υπεράσπισης των οποίων η αιτήτρια ζητά τη διαγραφή, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα, καθότι αποτελούν την απάντηση της καθ' ης η αίτηση σε ισχυρισμούς που προβάλλει η αιτήτρια στην έκθεση απαίτησης και είναι αναγκαίες για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εικόνα της υπεράσπισης της καθ' ης η αίτηση. (ιγ) Ουδεμία προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου προκύπτει, αντίθετα η καθ ης η αίτηση προβάλλει ξεκάθαρα και σαφέστατα τα γεγονότα και τη νομική της θέση προς πλήρη διαφώτιση του Δικαστηρίου επί των ορθών γεγονότων και πλαισίου λήψεως των επιδίκων αποφάσεων. (ιδ) Ουδεμία νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίζει τα επίδικα θέματα και/ή τα όσα εγείρονται με την υπεράσπιση ως τέτοια που να μπορούν να εγερθούν μόνο στο πλαίσιο του διοικητικού δικαίου. (ιε) Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης επηρεάζει δυσμενώς την καθ' ης η αίτηση, καθότι η καθ' ης η αίτηση θα στερηθεί το δικαίωμα να προβάλει στο Δικαστήριο τις θέσεις της, σε προδικαστικό μάλιστα στάδιο, κάτι που αλλάζει τις ισορροπίες εναντίον της υπόθεσης της εναγομένης
- (ιστ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να ακούσει τους ισχυρισμούς που στοιχειοθετούν το δημόσιο συμφέρον για να κρίνει αυτό, αφού αυτό αποτελεί την ουσία της υπεράσπισης της καθ ης η αίτηση, την οποία δεν είναι δυνατό να στερηθεί σε οιονδήποτε στάδιο. (ιζ) Η αιτήτρια παρέλειψε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας αίτησης, το οποίο να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή από το οποίο να προκύπτει ότι επηρεάζεται δυσμενώς από το περιεχόμενο των αιτούμενων για διαγραφή παραγράφων της υπεράσπισης της καθ' ης η αίτηση. (ιη) Για την εξέταση της παρούσας αίτησης απαιτείται η αξιολόγηση ισχυρισμών που προβάλλονται στην υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι θα εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. (ιθ) Η αίτηση είναι καταχρηστική κι επιδιώκει στο να στερήσει από την εναγομένη 1 τη δυνατότητα να υπερασπιστεί επί της ουσίας της υπόθεσης.» Στην ένορκη της δήλωση η Κουρουσίδου επαναλαμβάνει ουσιαστικά με περισσότερες λεπτομέρειες τους λόγους ένστασης. Τονίζει την μεγάλη καθυστέρηση που υπήρξε αλλά και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση όπου η ενάγουσα είχε ήδη λάβει νέα διαβήματα μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης. Σ' όσον αφορά την ουσία της αίτησης είναι ισχυρισμός της ότι οι παράγραφοι των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή αφορούν στη βάση και στην ουσία της Υπεράσπισης της καθ' ης η αίτηση. Το κατά πόσο οι ισχυρισμοί είναι αβάσιμοι θα κριθεί στο κατάλληλο στάδιο στο τέλος της διαδικασίας. Ο ενόρκως δηλών στην δήλωση του επαναλαμβάνει με περισσότερες λεπτομέρειες τα όσα αναφέρονται ως λόγοι ένστασης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η μεγάλη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος αυτού ουσιαστικά οδήγησε τους αιτητές στο να απολέσουν το δικαίωμα τους να προωθήσουν με επιτυχία την παρούσα αίτηση. Την αναφορά του αυτή την στηρίζει στο ότι οι αιτητές έλαβαν νέα διαβήματα και καταχώρησαν και απάντηση στην υπεράσπιση της οποίας μέρος αιτούνται την διαγραφή. Σε σχέση με τα λοιπά ζητήματα που εγείρονται αρνείται ότι οι αναφορές στις παραγράφους των οποίων η διαγραφή ζητείται είναι σκανδαλιστικές ή ενοχλητικές ενώ δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μη αναγκαίες. Σύμφωνα με την ίδια η αίτηση αποσκοπεί στην διαγραφή της ουσίας και βάσης της Υπεράσπιση της εναγομένης 1 με αόριστους ισχυρισμούς από τους αιτητές. Οι παράγραφοι των οποίων την διαγραφή αιτούνται οι αιτητές σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και είναι αναγκαίες για να παρουσιάσει η εναγόμενη 1 την υπεράσπιση της ενώ οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο στο στάδιο της ακρόασης και όχι σε αυτό, προδικαστικά. Επιπλέον αναφέρει και εισηγείται ότι τα όσα προβάλλει στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη 1 ως θέσεις και ισχυρισμοί δεν αφορούν μόνο σε διοικητικής φύσης υποθέσεις αλλά εφαρμόζονται και σε αστικές, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατά την ακρόαση της αίτησης, η οποία διεξήχθη επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναλύουν τις θέσεις και ισχυρισμούς τους σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση. Έχω λάβει υπόψη μου το σύνολο των αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων καθώς επίσης και την νομολογία εις την οποία με παρέπεμψαν και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν χρειάζεται η αυτούσια αναφορά και επανάληψη των θέσεων στους στην παρούσα απόφαση, εκτός όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.19 θ.26 επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Είναι καλά γνωστό ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και ότι αυτά θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την Απαίτηση ή Υπεράσπισή του. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν υποδεικνύει στο διάδικο πώς θα συντάξει το δικόγραφό του. Από την άλλη, ο διάδικος δεν μπορεί να συντάσσει το δικόγραφό του κατά τρόπο που να μην συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο βάσει των εν λόγω Θεσμών (Δ.19, θ.26) έχει εξουσία να επεμβαίνει στον τρόπο σύνταξης των δικογράφων. Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν, προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.
- Κύριος δε σκοπός της Δ.19 Θ.26, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιώδη (material) εκεί, συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής η βάση υπεράσπισης, ως η περίπτωση (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το συγκεκριμένο θέμα, στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι αρκετό να διαπιστωθεί παρατυπία στη σύνταξη ενός δικογράφου για να διαταχτεί η διαγραφή του, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Περαιτέρω για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 365 - 368. Σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η εξουσία δε διαγραφής, που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Όπως όμως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η διαγραφή ισχυρισμών δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο η μέρος του, κρίνεται στα πλαίσια των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, πώς επιβάλλεται η διαγραφή του. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (ναφορικά με το πως αυτή ασκείται, βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504). Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, αρκετά βοηθητικά είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων, όπου στη σελ. 439 αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Σε ελεύθερη δε ελληνική μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.
- Οι πιο πάνω αρχές επαναλαμβάνονται πρόσφατα στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
- Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Με βάση τώρα τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσωνα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Κύριος παράγοντας της ένστασης της εναγομένης 1 αποτέλεσε η ισχυριζόμενη καθυστέρηση με βάση την οποία προωθήθηκε αίτηση. Κρίνω δε απαραίτητο να εξετάσω πρώτιστα το ζήτημα αυτό ενόψει της σημασίας που ενδεχομένως να έχει στην ουσία της αίτησης. Η εναγόμενη 1 - καθ' ής η αίτηση ισχυρίζεται και επιμένει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και ενώ είχαν ήδη ληφθεί περαιτέρω δικονομικά διαβήματα, γεγονός που πλήττει καίρια και στον πυρήνα της, την παρούσα αίτηση. Σχετική με τον στάδιο κατά το οποίο θα πρέπει να υποβάλλεται αίτηση με βάση τη Δ.19 Θ.26 είναι η υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lybanon (SAL)
(1993)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338 όπου αναφέρθηκαν στη σελ.1343 από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία της διαταγής αυτής δεν παρουσιάζει δυσκολία. Είναι καθαρό από τη φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Εξάλλου η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Η ερμηνεία που δίδουμε συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19 θ.27 πριν από την τροποποίησή της. (Βλ Supreme Court Practice 1958).» Στο δε Annual Practice 1958 στη σελ. 477 αναφέρεται καθαρά ότι αν και η Διαταγή 19 θ.27 των Αγγλικών θεσμών προνοεί ότι διάταγμα για διαγραφή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις η σχετική αίτηση θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλεται έγκαιρα και ως κανόνας πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Ανατρέχοντας στον φάκελο της υπόθεσης και παρατηρώντας το ιστορικό της υπόθεσης, στο οποίο αναφορά έγινε και στην έναρξη της παρούσας απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.7.2013 επί Κλητηρίου Εντάλματος (O.2 R.1). Στις 31.7.2013 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 3, στις 9.8.2013 εκ μέρους της εναγόμενης 2 και τέλος στις 26.8.2013 εκ μέρους της εναγόμενης
- Ακολούθησε στις 18.2.2014 η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης από πλευράς ενάγουσας και στις 6.3.2014 η Υπεράσπιση της εναγόμενης
- Κατόπιν σχετικής αίτησης της ενάγουσας, ημερομηνίας 18.9.2014, καταχωρήθηκε στις 6.11.2014 η Υπεράσπιση της εναγόμενης 2 και κατόπιν άλλης αίτησης ημερ.22/5/2015 καταχωρήθηκε στις 16.9.2015 η Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 - καθ'ής η αίτηση. Ακολούθησε η καταχώριση από πλευράς ενάγουσας-αιτήτριας, στις 22.09.2015, της Απάντησης της στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 1, της Απάντησης της στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 2 και της Απάντησης της στην Υπεράσπιση της εναγόμενης
- Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 22/9/2015 οι δικηγόροι της ενάγουσας-αιτήτριας υπέβαλαν αίτηση ορισμού δικασίμου και το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για τις 07.12.2015 για οδηγίες. Στις 17.12.2015 οι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν εκ νέου ορισμό για οδηγίες, για λόγους που δεν δύναμαι να αντιληφθώ από το στενογραφημένο πρακτικό και ακολούθως ορίστηκε για οδηγίες στις 11/01/
- Το ίδιο επαναλήφθηκε και στην 11/1/2016 με αποτέλεσμα η αγωγή να οριστεί για οδηγίες στις 11/02/
- Στις 11/2/2016 οι συνήγοροι της Ενάγουσας ζήτησαν να οριστεί εκ νέου για οδηγίες η αγωγή γιατί όπως προανέφεραν θα καταχωρούσαν ενδιάμεσες αιτήσεις. Το Δικαστήριο ακολούθως όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 22/3/2016, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι της Ενάγουσας ζήτησαν όπως οριστεί εκ νέου στις 17/5/2016 καθότι και στο μεταξύ στις 1/3/2016 είχαν καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Με βάση τις πιο πάνω νομολογικά καθιερωμένες αρχές που ανέλυσα κρίνω ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτηση ήταν τέτοια που δεν δικαιολογείται. Τα δικόγραφα είχαν συμπληρωθεί στις 22/9/2015 ενώ η αγωγή ήταν ορισμένη για πρώτη φορά για οδηγίες στις 7/12/
- Από τον Σεπτέμβριο του 2015 και μέχρι την 1/3/2016 η παρούσα αίτηση δεν προωθήθηκε αντίθετα η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες με αιτιολογικό την ενδεχόμενη καταχώρηση ενδιάμεσων αιτήσεων, μια εκ των οποίων καταχωρήθηκε τελικώς σχεδόν 6 μήνες μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας. Καμία δε αιτιολόγηση της καθυστέρησης αυτής έχει δοθεί ή τεθεί ενώπιον μου. Η αίτηση προχώρησε σε ένα πολύ προχωρημένο στάδιο. Σημειώνω περαιτέρω ότι στην υπεράσπιση της εναγομένης η Ενάγουσα καταχώρησε απάντηση από τις 22/9/2016 και ταυτόχρονα αίτηση ορισμού χωρίς να κρίνει ότι επιβαλλόταν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στις δε παραγράφους των οποίων την διαγραφή αιτείται έχει απαντήσει εκτεταμένα. Είναι φανερό ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας και αφού η Ενάγουσα έλαβε ήδη νέα διαβήματα στην αγωγή και συγκεκριμένα την αίτηση ορισμού της για οδηγίες αλλά και μετά τον κατ' επανάληψη ορισμό της για οδηγίες στον χρόνο που διέρρευσε. Συνεπώς στη βάση της πιο πάνω νομολογίας ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης θα πρέπει να πετύχει και συμπαρασύρει άνευ άλλου και την παρούσα αίτηση σε αποτυχία. Περαιτέρω οφείλω να αναφέρω για σκοπούς πληρότητας και τα κάτωθι που αφορούν την ουσία της αίτησης. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τις παραγράφους 9, 13 και 14
(2)της Υπεράσπισης της εναγομένης 1, των οποίων την διαγραφή αιτείται η Ενάγουσα - Αιτήτρια. Διαπιστώνω ότι κύρια αναφορά σε αυτές είναι η επίκληση του δικαίου της ανάγκης ως καλύπτον τις πράξεις της εναγομένης 1, το δημόσιο συμφέρον και η διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας. Περαιτέρω γίνεται επίκληση της αρχής της ισότητας και αναφορά στον Νόμο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων 17
(1)/
- Με την απάντηση της η Ενάγουσα αρνείται αυτές τις θέσεις και ισχυρισμούς. Κρίνω ότι οι πιο πάνω εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμοί θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης κατά το στάδιο που αυτό γίνεται και όχι τώρα, οι δε οι ισχυρισμοί της εναγομένης 1 δεν είναι τέτοιοι που να δύναται με βάση και τις πιο πάνω νομολογιακά καθιερωμένες αρχές να θεωρηθούν άσχετες, σκανδαλιστικές ή ενοχλητικές ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να τις διαγράψει. Καταλήγω ότι οι θέσεις της εναγομένης 1 αποτελούν τους ισχυρισμούς της και την υπεράσπιση της, σχετίζονται δε με τα επίδικα θέματα της αγωγής και προβάλλονται προς υπεράσπιση της. Εν πάσει περιπτώσει όμως ακόμα και στην περίπτωση που αυτοί θεωρούνταν ως αχρείαστοι αυτό από μόνο τους δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή τους εφόσον καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου ή έστω στοιχείο περί του ότι η ύπαρξη τους προκαλεί οιαδήποτε ζημιά στην Ενάγουσα - αιτήτρια. Η διαγραφή δικογράφου ή έστω μέρος αυτού αποτελεί εξαιρετικό μέτρο. βασική δε προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Με βάση τα ως ανωτέρω ανέφερα καταλήγω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι δεκτική της πιο πάνω εφαρμογής. Συνεπακόλουθα κρίνω περιττή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Επιπλέον οφείλω να αναφέρω ότι με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση και μάλιστα εκτεταμένη και λεπτομερή η ίδια η αιτήτρια αποδεικνύει ότι έχει ισχυρισμούς και θέσεις αντικρουόμενες με αυτές της εναγομένης
- Το Δικαστήριο εξετάζοντας από αυτό το προδικαστικό στάδιο αυτούς τους ισχυρισμούς θα πρέπει να τους αξιολογήσει η ενέργεια δε αυτή δύναται να λάβει χώρα μόνο κατά το στάδιο της ακρόασης και αφού έχει ενώπιον του το σύνολο της μαρτυρίας και της επιχειρηματολογίας των διαδίκων. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο