← Κύπρος

Επίσημου Παραλήπτη, ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της J & V THEOCHAROUS LIMITED ν. Νίκου Ευσταθίου, Αρ. Αγωγής: 4014/09, 30/12/2016

Επίσημου Παραλήπτη, ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της J & V THEOCHAROUS LIMITED ν. Νίκου Ευσταθίου, Αρ. Αγωγής: 4014/09, 30/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A554 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4014/09 ΜΕΤΑΞΥ: J & V THEOCHAROUS LIMITED, διεξάγοντες επιχείρηση υπό την επωνυμία J & V SALTO-WALKING AROUNT THE WORLD, από τη Λεμεσό, οδός Φιλίας αρ. 3, Αγία Φύλα, Τ.Τ. 3110 Εναγόντων και Νίκου Ευσταθίου, (Δ.Τ. 520421), από τη Λεμεσό, οδός Πέτρου Τσίρου αρ. 26, 1ος όροφος, ΔΙΑΜ. 103 Εναγόμενου ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 05/04/2016 ΜΕΤΑΞΥ: Επίσημου Παραλήπτη, ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της J & V THEOCHAROUS LIMITED, από την Λεμεσό, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 18/03/2011 στην αίτηση 307/2010 Εναγόντων Και Νίκου Ευσταθίου, (Δ.Τ. 520421), από τη Λεμεσό, οδός Πέτρου Τσίρου αρ. 26, 1ος όροφος, ΔΙΑΜ. 103 Εναγόμενου Αίτηση για Ασφάλεια Εξόδων ημερομηνίας 10.5.2016 Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου, 2016 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Χρ. Χριστοφόρου Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση: κα Κ. Αρκάδη (για να ακούσει απόφαση η κα Χ"Κυριάκου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Ο Εναγόμενος-Αιτητής με την αίτηση του ημερ. 10.5.2016 αιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Ενάγοντες όπως εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας τους διατάγματος τούτου καταθέσουν στο Δικαστήριο €15.500,00 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, ως εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδα του Εναγόμενου. Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με την παράγραφο Α πιο πάνω, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Επίσημο Παραλήπτη, ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας των Εναγόντων-J&V THEOCHAROUS LIMITED δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 18/03/2011 στην αίτηση 307/2010 ως "ονομαστικό Ενάγοντα (nominal plaintiff)" όπως εντός 30 ημερών από της ημερομηνίας του Διατάγματος τούτου καταθέσει στο Δικαστήριο €15,500.00 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, ως εγγύηση και/ή ασφάλεια για τα έξοδα του Εναγόμενου. Γ. Διάταγμα που να αναστέλλει κάθε διαδικασία στην αγωγή αυτή μέχρι της κατάθεσης της πιο πάνω εγγύησης για έξοδα και σε περίπτωση εκπνοής της πιο πάνω προθεσμίας χωρίς να κατατεθεί η πιο πάνω εγγύηση τότε η αγωγή αυτή να θεωρείται ως απορριφθείσα, με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ του εναγομένου. Δ. Έξοδα της αίτησης.» Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60, θ.(1-5) και

(6), Δ.48 θ
(2)και
(9)(t) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Νίκου Ευσταθίου, ο οποίος ουσιαστικά αναφέρει το ιστορικό της υπόθεσης και προβάλλει τη θέση του ότι η έκδοση του παρόντος διατάγματος πρέπει να κριθεί επιβεβλημένη αφού είναι ο μοναδικός τρόπος εξασφάλισης του ιδίου όσον αφορά την έκβαση της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες έφεραν ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και των εξουσιών του για απόδοση των αιτουμένων θεραπειών.
  2. Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα και/ή στοιχεία ικανοποιητικά και/ή αναγκαία ως προς τα απαιτούμενα υποστήριξης αίτησης για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων.
  3. Τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπό κρίση αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
  4. Η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης.
  5. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι κακόπιστη και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι γίνεται για αλλότριους σκοπούς από αυτούς που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία.
  6. Δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του νόμου και εκ της νομολογίας απαιτούνται ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης.
  7. Οι θέσεις των Αιτητών είναι γενικές και αόριστες και δεν παρατίθενται από πλευράς Αιτητών απολύτως κανένα στοιχείο ως επιχείρημα η οποία να στηρίζει και/ή δικαιολογεί το αίτημα τους και να αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση για στήριξη της αίτησης τους.
  8. Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν πολύ καλή υπόθεση έναντι του Αιτητή ο οποίος στερείται βάσιμης και/ή επαρκούς υπεράσπισης.
  9. Η υπό κρίση αίτηση έχει στόχο να στερήσει το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη και/ή της δίκαιης δίκης όπως αυτά κατοχυρώνονται δυνάμει του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
  10. Η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και επηρεάζονται και/ή πλήττονται άμεσα τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση.
  11. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες τελούν υπό εκκαθάριση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για εξασφάλιση των εξόδων του Εναγομένου.
  12. Το αιτούμενο ποσό ασφάλειας εξόδων είναι αδικαιολόγητο και/ή υπερβολικό.
  13. Περαιτέρω λόγους ένστασης οι Καθ' ων η Αίτηση επιφυλάσσονται να δώσουν κατά τη δικάσιμο.» Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.60, Θ.1 - 6, Δ.48, Θ.4, άρθρο 30 του Συντάγματος, άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ, άρθρο 382 του Περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113, Δ.64 και στη διακριτική ευχέρεια, συμφυή εξουσία, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. H ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αυγερινού Χαρτσιώτη ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης του και επαναλαμβάνει τη θέση του ότι η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους είναι καταχρηστική και ουσιαστικά αποσκοπεί στο να στερήσει το δικαίωμα των πελατών του να προσφύγει στην δικαιοσύνη. Επαναλαμβάνει επίσης, ότι το γεγονός ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση, από μόνο του δεν αποτελεί λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος για την ασφάλεια εξόδων του Εναγομένου. Οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσουν τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους. Η πλευρά των αιτητών αναφέρει ότι Ενάγουσα Εταιρεία η οποία τελεί υπό εκκαθάριση έχει εγείρει την ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή της για αποζημιώσεις, υπό μορφή ειδικών ζημιών οι οποίες ανέρχονται εις το ποσό των €41.389,84 ισχυριζόμενη ότι η εν λόγω ζημιά προκλήθηκε από αμέλεια και/ή παράβαση και/ή άλλων καθηκόντων του Εναγόμενου από την εισχώρηση και/ή η ροή και/ή διαρροή νερού και/ή πλημμύρα στο κατάστημα της υπό εκκαθάριση Εταιρείας. Είναι η θέση της περαιτέρω ότι ενώ η Ενάγουσα Εταιρεία βρισκόταν υπό εκκαθάριση από 18/3/2011 και εκδόθηκε σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου στην αίτηση 307/2010 σε καμιά ενέργεια δεν προέβηκε για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. Αυτό έγινε στις 5/4/2016 όταν προέβηκε σε σχετικό διάβημα και εκδόθηκε προς τούτο σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα να επωμισθεί όλα τα έξοδα που έχουν απωλεσθή από την εν λόγω τροποποίηση και της αίτησης. Σε περίπτωση δε που αποτύχει η αγωγή δεν θα είναι σε θέση και θα αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα του και γι΄αυτό αιτείται την κατάθεση του ποσού των €15.500 όπως αναφέρεται σε σχετικό Παράρτημα που επισυνάπτεται με την Αίτηση και το οποίο αποτελεί Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων. Από την άλλη πλευρά, η πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην ένσταση τους αναφέρουν ότι ουσιαστικά εδράζουν την ένσταση τους σε 13 λόγους και ειδικότερα ότι η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει την σύντομη εκδίκαση της και δεν συντρέχουν πραγματικοί και νομικοί λόγοι που απαιτούνται από την νομολογία, ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης. Είναι η θέση τους ότι έχουν καλή υπόθεση έναντι του αιτητή και θεωρούν ότι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες τελούν υπό εκκαθάριση δεν αποτελεί από μόνο του λόγο για εξασφάλιση των εξόδων του Εναγόμενου και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του παρόντος διατάγματος. Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές που έχω αναπτύξει πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το κριτήριο βασικά δεν είναι εάν οι Ενάγοντες μπορούν να αποδείξουν την υπόθεση τους και να εκδώσουν απόφαση υπέρ τους για οποιοδήποτε ποσό, αλλά κατά πόσο μπορεί να καταβάλουν τα έξοδα του Εναγόμενου που ως φαίνεται μέσα από την διαδικασία, ήδη έχουν επιδικασθεί υπέρ του και/ή δικαιούται μέχρι σήμερα περίπου το ποσό των €8.500, ενώ το ποσό των €15.500 που αξιώνει με την αίτηση του είναι σε περίπτωση ολοκληρώσεως της διαδικασίας και αποτύχει η αγωγή των Εναγόντων. Το ποσό αυτό των εξόδων και/ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα που τυχόν θα δικαιούται ο Εναγόμενος μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας δεν μπορούν αν συμψηφισθούν με την τυχόν επιτυχία σε οποιοδήποτε ποσό εις την αγωγή και ούτε παρέχεται τέτοια δυνατότητα ή διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου που να προκύπτει από οποιαδήποτε νομοθεσία και/ή κανονισμό και/ή νομολογία για έκδοση τέτοιας διαταγής. Από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση, όπως αυτό εξάγεται και από την αγόρευση που έχει κατατεθεί παραδέχονται ότι πράγματι η Ενάγουσα είναι υπό εκκαθάριση ούτως ή άλλως φαίνεται και εις το τροποποιημένο κλητήριο, ότι ήδη έχουν επιδικασθεί έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, πλην όμως επικαλείται ότι καμιά μαρτυρία παρουσιάσθηκε που να δεικνύει ότι οι Ενάγοντες δεν είναι σε θέση να καταβάλουν το εν λόγω ποσό εξόδων και θα ήταν άδικο και κατά παράβαση των συνταγματικών και ευρωπαϊκών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εναγόντων να αποκλειστεί η πρόσβαση των στο Δικαστήριο και από την άλλη εισηγείται εις τον συμψηφισμό των εξόδων σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Η ως άνω αντιφατική θέση των Εναγόντων και η προσδοκία των περί εκδόσεως αποφάσεων υπέρ των και συμψηφισμού των εξόδων του Εναγόμενου που δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα λαμβανομένου υπόψη ότι οι Ενάγοντες βρίσκονται υπό εκκαθάριση και την δεδηλωμένη θέση των ότι προσδοκούν σε απόφαση υπέρ των για συμψηφισμό δείχνει την πλήρη αδυναμία των να καταβάλουν όχι μόνο τα έξοδα του Εναγόμενου σε περίπτωση που η αγωγή των απορριφθεί αλλά και τα ήδη επιδικασθέντα υπέρ του. Οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση είχαν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται ότι είναι φερέγγυοι στο θέμα των εξόδων. Με την θέση των Εναγόντων ως διατυπώνεται εις την ένορκο δήλωση του κ. Χαρτσιώτη προς υποστήριξη της ενστάσεως διά συμψηφισμό φαίνεται ότι αυτό δεν το έχουν πράξει. Επομένως το Δικαστήριο λαμβανομένου υπόψη την μέχρι σήμερα πορεία της υποθέσεως τα ήδη επιδικασθέντα έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και την δικογραφημένη θέση του ότι αμφισβητεί τις ζημιές που επικαλούνται οι Ενάγοντες το δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων με περιορισμό εις την παροχή της ασφάλειας εξόδων εις το ποσό των €15.500 το οποίο είναι δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις. Νομική πτυχή Στη νομική βάση της αίτησης παρατίθενται τόσο η Δ.60 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών όσο και το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  14. Το ορθό όμως δικαιοδοτικό πλαίσιο στην παρούσα είναι το άρθρο 382 καθότι η Δ.60 Κ.1 εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εν πάση όμως περιπτώσει οι νομολογιακές αρχές ερμηνείας της Δ.60 Κ.1 είναι απόλυτα σχετικές με το υπό εξέταση θέμα της παροχής ασφάλειας εξόδων στην παρούσα. Το άρθρο 382 του Κεφ. 113 προβλέπει τα εξής: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση». Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου (όπως και της Δ.60 Κ.1) η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στη βάση του άρθρου 382 του Κεφ, 113 το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να απορρίψει το αίτημα ακόμη και σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του Εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co. Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 All E R 273 και Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37 παρα. 304). Στα πλαίσια λοιπόν εξέτασης αίτησης δυνάμει του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει να αποφασισθούν τα ακόλουθα: Κατά πόσο υπάρχει λόγος να πιστεύεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου εάν επιτύχει η υπεράσπιση του, γεγονός που πρέπει να προκύπτει από αξιόπιστη μαρτυρία, και σε περίπτωση που κριθεί η ύπαρξη τέτοιας ανικανότητας, κατά πόσο το Δικαστήριο με βάση τα δεδομένα της περίπτωσης, θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα αυτά. Συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον Εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία (βλ. Genemp Trading Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1Β Α.Α.Δ 1314). Η αφερεγγυότητα της εταιρείας πρέπει να καταφαίνεται και αποδεικνύεται ως θετικό γεγονός. Αυτό αποφασίσθηκε στην Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377 όπου εξετάσθηκαν οι προεκτάσεις της εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 382 του Κεφ. 113, σε σχέση με εταιρεία, η οποία είχε αναστείλει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Το γεγονός ότι μια εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα. Το «τεκμήριο» αυτό παραμένει ισχυρό εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία (βλ. Hallsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Volume 14, παρ. 1-692, Genemp Trading Ltd ανωτέρω και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Allways Travel Holidays Limited κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ 995). Η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδεικνύει αφεαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1Β Α.Α.Δ 1446). Ως δε έχει νομολογηθεί στην The Continental Insurance Company of Hampshire v. O'Regan
(1998)1Β Α.Α.Δ 1087, η οποία διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της σχετικής διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη (άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και η αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών), η διαταγή για ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί αυτό το δικαίωμα. Βέβαια, ως εξηγήθηκε, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση η έκδοση τέτοιας διαταγής δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. «Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ΄ όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων του εναγόμενου». Το ίδιο δεν πρέπει η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα εκτός δικαιοδοσίας, η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα, να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο. Με άλλα λόγια η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με τη δυνατότητα του Ενάγοντα, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δεν διαθέτει τα μέσα το αίτημα απορρίπτεται εφόσον ουσιαστικά έγκριση της αίτησης απολήγει σε στέρηση του εν λόγω δικαιώματος. Υπερισχύει δηλαδή το δικαίωμα αυτό (βλ. και Conway v. Ηλία
(2002)1Γ Α.Α.Δ 1653 και Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1698). Βέβαια στην περίπτωση εταιρειών που είναι Ενάγοντες αλλά με αξιόπιστη μαρτυρία φαίνεται ότι είναι ανίκανες να πληρώσουν τα έξοδα του Εναγόμενου σε περίπτωση επιτυχίας του τελευταίου στην υπεράσπιση του, η οικονομική αδυναμία αποτελεί το έρεισμα του αιτήματος για ασφάλεια εξόδων εφόσον αυτό προβλέπεται ρητά από το άρθρο 382 του Κεφ. 113. Όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ισορροπία και το θέμα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ανωτέρω). Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Το ποσό δε το οποίο καθορίζεται ως ασφάλεια για τα έξοδα είναι το ποσό το οποίο υπό κανονικές συνθήκες είναι πιθανό να υποστεί το μέρος το οποίο εξαιτείται την έκδοση της διαταγής (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R 316). Ως θέμα ορθής πρακτικής το ποσό το οποίο επιζητείται ως ασφάλεια πρέπει να υποστηρίζεται με λεπτομέρειες (προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων) που να τείνουν να καθορίζουν το ύψος του (βλ. Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 Α.Α.Δ 434). Ένας τέτοιος υπολογισμός είναι ορθό να επισυνάπτεται σε αιτήσεις του είδους αυτού. Παρά όμως το βοηθητικό τέτοιου καταλόγου, η επισύναψη του δεν προνοείται από οποιαδήποτε δικονομική πρόνοια, ώστε η αίτηση για ασφάλεια εξόδων να υπόκειται, δίχως άλλο, σε απόρριψη στην απουσία καταλόγου. Η απουσία καταλόγου στο τέλος της ημέρας απλώς δεν βοηθά τον αιτητή να υποστηρίξει με την αναγκαία λεπτομέρεια το ύψος του ποσού που ζητά να δοθεί ως ασφάλεια (βλ. Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Υπό την Δ.60 Κ.1 η ασφάλεια εξόδων μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το δε άρθρο 382 του Κεφ. 113 δεν καθορίζει οποιοδήποτε χρόνο. Ο χρόνος όμως υποβολής της αίτησης λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170) και Genemp Trading Ltd ανωτέρω). Εξετάζοντας την παρούσα όσον αφορά το θέμα της φερεγγυότητας ή μη των Καθ' ων η αίτηση, από τα στοιχεία που παραθέτει ο Αιτητής, οι Καθ' ων η αίτηση κατ' αρχήν δεν αμφισβητούν ότι τελούν υπό εκκαθάριση με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 18.3.11, βάσει του οποίου ο Επίσημος Παραλήπτης διορίσθηκε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι Προσωρινός Εκκαθαριστής τους. Το γεγονός αυτό, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία («τεκμήριο») ότι οι Καθ' ων η αίτηση αδυνατούν να καταβάλουν τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αναφέρουν ότι έχουν οποιανδήποτε ικανοποιητική κινητή ή ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τα δικηγορικά έξοδα του Αιτητή και υποστηρίζουν ότι υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τα γενικά και αόριστα στοιχεία που έχουν θέσει οι Καθ' ων η αίτηση, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει κατά πόσο αυτοί έχουν τη δυνατότητα κάλυψης των εξόδων της υπόθεσης σε περίπτωση που η αγωγή τους αποτύχει, έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα περί τούτου, ανατρέποντας την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία περί της ανικανότητας τους να το πράξουν. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό των Καθ΄ ων η αίτηση ότι διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων θα αποτελέσει εμπόδιο στο δικαίωμα τους για πρόσβαση στο Δικαστήριο, σίγουρα αυτό είναι ενδεικτικό της ανικανότητας τους να καταβάλουν τα έξοδα σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής τους. Πέραν τούτου ως έχει αναφερθεί ανωτέρω (βλ. Genemp Trading Ltd) οι δικονομικές πρόνοιες δεν μπορούν να εφαρμόζονται μόνο προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση με την απρόσκοπτη δυνατότητα καταχώρησης και προώθησης εκ μέρους τους της αγωγής αλλά όχι και προς όφελος των Αιτητών ώστε να μην είναι γι΄ αυτούς λογικό να αναζητήσουν ασφάλεια εξόδων. Ούτε η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα σε μια πρoσπάθεια να αποφύγει ο Αιτητής τις υποχρεώσεις του στοιχειοθετείται. Αντίθετα φαίνεται, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ότι ο Αιτητής δικαιωματικά προχώρησε στην παρούσα. Ως έχει δε προαναφερθεί συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Λαμβάνοντας όμως υπόψιν όλα τα περιστατικά της παρούσας, ως τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνεται ότι δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αντίθετα σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Αναφορικά με το ποσό της ασφάλειας, ως έχει επίσης προαναφερθεί, είναι θέμα ορθής πρακτικής το ποσό που επιζητείται να υποστηρίζεται με λεπτομέρεια σε προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που να τείνει να καθορίζει το ύψος του. Στην προκειμένη περίπτωση έχει γίνει αυτό εφόσον ο Αιτητής έχει επισυνάψει στην αίτηση «Προσχέδιο Καταλόγου Εξόδων». Έχοντας λοιπόν εξετάσει τον κατάλογο αυτό και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, περιλαμβανομένου του ιστορικού της υπόθεσης ως προκύπτει από το φάκελο, καταλήγω ότι ποσό €15.500 για ασφάλεια εξόδων είναι λογικό υπό τις περιστάσεις. Ως εκ των άνω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Ενάγοντες διατάσσονται όπως παράσχουν ασφάλεια εξόδων, για τα έξοδα του Εναγομένου σε περίπτωση αποτυχίας της απαίτησης των Εναγόντων, για το ποσό των €15.500, είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού σε μετρητά είτε με παροχή τραπεζικής εγγύησης για το εν λόγω ποσό, στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εντός 20 ημερών από σήμερα. Μέχρι την παροχή της πιο πάνω ασφάλειας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αναστέλλεται. Σε περίπτωση που η διαταχθείσα ασφάλεια εξόδων δεν κατατεθεί εντός του ορισθέντος χρόνου τότε η αγωγή θα θεωρείται ως αυτομάτως απορριφθείσα και ο Εναγόμενος θα δικαιούται τα έξοδα της αγωγής μέχρι σήμερα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: aitisi gia asfalia exοdon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.