← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Φίλιος Δημητριάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3945/14, 28/12/2016

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Φίλιος Δημητριάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3945/14, 28/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A546 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3945/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και

  1. Φίλιος Δημητριάδης
  2. HarbhajanSingh Κατηγορουμένων -------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28/12/2016 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Α. Αβραάμ Κατηγορούμενος 1 παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα απόφαση αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 1 (ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο κατηγορούμενος) καθότι η υπόθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ολοκληρώθηκε σε προηγούμενο στάδιο. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία μόνο κατηγορία για το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14Β του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, στις 11/2/2014 στη Λεμεσό, εργοδότησε αλλοδαπό, δηλαδή τον κατηγορούμενο 2 χωρίς την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια έγγραφα κατατέθηκαν από κοινού και το περιεχόμενο τους δηλώθηκε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του. Αυτά είναι οι καταθέσεις του αστυφ.91 Χ. Βρυωνίδου, του αστυφ. 3270 Θ. Κωνσταντίνου και έντυπο του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Τεκμήρια 2, 5, 7). Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Φίλιος Δημητριάδης στον οποίο γίνεται αναφορά στο Τεκμήριο 2 είναι ο κατηγορούμενος. Από κοινού επίσης κατατέθηκαν οι ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους δύο κατηγορούμενους στο κατηγορητήριο, καθώς και η γραπτή κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 3, 6 Α και 6 Β, 4) με παραδεκτά γεγονότα μόνο ότι οι δύο αυτές καταθέσεις έχουν ληφθεί και ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς. Όλα τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Μοναδικός μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή, κλήθηκε και μαρτύρησε στο Δικαστήριο ο αστυφ. 1786 Π. Παττίχης. Αυτός και σύμφωνα και με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 όπως τροποποιήθηκε, εισήγηση, ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καλέσει κατηγορούμενο σε απολογία. Και αυτό γιατί η προσκομισθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία είναι αποκλειστικά εξ' ακοής. Υποστήριξε ότι σε αντίθετη περίπτωση ο πελάτης του θα στερηθεί του δικαιώματος να αντεξετάσει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση κάτι που ουσιαστικά αποτελεί σύμφωνα με τη θέση του, αποστέρηση του δικαιώματος του να υπερασπιστεί. Αντίθετη υπήρξε η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος υποστήριξε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Η απαλλαγή κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαιολογείται μόνο όταν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτή. [ΒλέπεΔικαστικήΠρακτικήτου 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen´s Bench Division of the High Court of England issued in 1962 -
(1962)1 All E. R. 448]. H κλήση κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως η κλήση του σε υπεράσπιση. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Στο στάδιο που γίνεται η υποβολή το Δικαστήριο κατά κανόνα δεν προβαίνει στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Azinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό αφού το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου δηλαδή, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε βάθος θεώρηση της υπόθεσης, αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Αzinas and another v. Police, (πιο πάνω)). Ως προς το βαθμό απόδειξης που πρέπει να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9. Βοηθητική επίσης για το ζήτημα που εξετάζεται είναι η υπόθεση The Policev. Kallenos
(1980)1 JSC
  1. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η μοναδική μαρτυρία που τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα που του καταλογίζεται είναι εξ' ακοής μαρτυρία και προήλθε από τον Μ.Κ.
  2. Αυτός τόσο στο Τεκμήριο Α όσο και στην προφορική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ρητά ανάφερε ότι όταν συνέλαβε τον αλλοδαπό με το όνομα Singh Ηarbhajan και τον ρώτησε ποιος είναι ο εργοδότης του, αυτός κατονόμασε ως τέτοιο, κάποιο Ελληνοκύπριο με το όνομα Φίλιος. Όταν στη συνέχεια αφίχθηκε στο μέρος ο κατηγορούμενος, ο αλλοδαπός τον υπέδειξε ως τον εργοδότη του. Αυτή είναι και η μοναδική μαρτυρία που προήλθε από την κατηγορούσα αρχή και η οποία στοχεύει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος όντως εργοδότησε τον αλλοδαπό. Καλείται λοιπόν στο στάδιο τούτο το Δικαστήριο να αποφασίσει αν θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία βασιζόμενο μόνο στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία προς απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου,η οποία βέβαια στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί. Σύμφωνα με τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί, κάθε Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα και σε οποιοδήποτε στάδιο να μην κάμει αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία.Όπως το άρθρο 24 στην επιφύλαξη του διαλαμβάνει, «24.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, η εξ ακοής µαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε ∆ικαστηρίου, απλώς και µόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής: Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το ∆ικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να µην αποδεχθεί εξ ακοής µαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονοµής της δικαιοσύνης». Και στην παρούσα υπόθεση κρίνεται ότι η ορθή απονομή της δικαιοσύνης επιβάλλει στο στάδιο τούτο, την μη αποδοχή της μαρτυρίας αυτής. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο ακόμα και στην περίπτωση που αποφάσιζε την κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία, δεν θα μπορούσε να στηρίξει την καταδίκη του βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνο σε εξ' ακοής μαρτυρία. Σημαντικά είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, στην οποία βεβαίως τα γεγονότα δεν ήταν ακριβώς τα ίδια με την παρούσα αφού σε εκείνη, η κατηγορούσα αρχή προώθησε την ποινική δίωξη βασιζόμενη στις γραπτές καταθέσεις που οι παραπονούμενες είχαν δώσει στην αστυνομία και που είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια, στην ομολογία του κατηγορούμενου με τη δική του γραπτή κατάθεση και σε άλλες προφορικές ενοχοποιητικές του δηλώσεις. Στην υπόθεση αυτή το Κακουργιοδικείο που είχε εκδικάσει την υπόθεση κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Το Κακουργιοδικείο δεν απέδωσε στις καταθέσεις των παραπονούμενων οποιαδήποτε βαρύτητα με αποτέλεσμα να αθωώσει τον κατηγορούμενο, θέση την οποία επικύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έφεση της υπόθεσης τονίζοντας ότι όπως και το Κακουργιοδικείο είχε κρίνει θα ήταν «εξαιρετικά επικίνδυνο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσης να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε τέτοιου είδους εξ ακοής μαρτυρίας για ευνόητους λόγους». Στις υποθέσεις Delta v. France
(1993)16 EHRR 574 και Saidi v. France
(1994)17 EHRR 251, κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6
(1)της ΕΣΔΑ. Και αυτό γιατί το εθνικό δικαστήριο στηρίχθηκε ουσιαστικά σε γραπτές καταθέσεις μαρτύρων που δεν παρουσιάστηκαν για αντεξέταση και οι οποίες συνιστούσαν τη βασική μαρτυρία εναντίον του κατηγορούμενου, με τρόπο που επηρεαζόταν ο πυρήνας του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη (βλ. Τουμαζή v. Dixit, Πολιτ. Εφ. 274/10 ημερομ. 5.5.15). Και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος θα στερείτο το δικαίωμα του να αντεξετάσει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (Άρθρα 12
(5)(δ) και 30
(3)(γ)). Δεν είχε μάλιστα κάτω υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 να ζητήσει δηλαδή άδεια πριν το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής να αντεξετάσει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, δηλαδή τον αλλοδαπό. Και αυτό γιατί η κλήτευση του δεν θα ήταν εφικτή αφού και όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής προς τιμή του έχει δηλώσει, ο αλλοδαπός- κατηγορούμενος 2, δεν θα ήταν δυνατό να αντεξεταστεί, καθότι βρίσκεται εκτός Κύπρου. Η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις δεν θα εξυπηρετούσε καμία αρχή δικαίου, θα τον αποστερούσε από βασικά δικαιώματα του και θα έδιδε και την ευκαιρία στην κατηγορούσα αρχή να καλύψει τα κενά που υπάρχουν στην υπόθεση της. Με βάση όλα τα πιο πάνω η εξ' ακοής μαρτυρία που έχει προσαχθεί για το πιο πάνω θέμα, δεν γίνεται αποδεκτή. Συνεπώς και ενόψει της μη αποδοχής της δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος πράγματι εργοδότησε τον αλλοδαπό και να δικαιολογείται έτσι η κλήση του σε απολογία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.