← Κύπρος

Mιχάλη Ιωάννου ν. Αλίκης Κωνστνατίνου Γρίβα κ.α., Αγωγή αρ. 2853/16, 25/11/2016

Mιχάλη Ιωάννου ν. Αλίκης Κωνστνατίνου Γρίβα κ.α., Αγωγή αρ. 2853/16, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A494 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2853/16 Μεταξύ: Mιχάλη Ιωάννου Ενάγοντα και

  1. Αλίκης Κωνστνατίνου Γρίβα, από τη Λεμεσό
  2. Δημήτρη Φοίβου Γρίβα, από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 25.11.16 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κα Ε. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Ιωάννου) Για την εναγόμενη 1 - καθ'ης η αίτηση: κ. Νεάρχου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 5.10.16) Στις 5.10.16 ο ενάγοντας - αιτητής καταχώρησε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το συνολικό ποσό των €90.000 δυνάμει υπόσχεσης και ή συμφωνίας καταβολής δικηγορικής αμοιβής. Αξιώνει περαιτέρω διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 4.10.16 η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμό 50/2007 μέχρι την καταβολή εκ μέρους της εναγόμενής 1 του ως άνω ποσού. Με χωρίς ειδοποίηση αίτηση ημερομηνίας 5.10.16 που καταχώρησε ταυτόχρονα με την αγωγή ο ενάγοντας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην εναγόμενη 1 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή οποιοδήποτε από αυτούς από του να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν το ½ μερίδιο το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγόμενης 1 καθ'ης η αίτηση επί των κάτωθι αναφερομένων ακινήτων: α. Αρ. εγγραφής 2903 Φ/Σχ. XLVII/11.E.I.W Tεμάχιο 789 οικόπεδο στις Πάνω Πλάτρες (εγγεγραμμένο ½ μερίδιο επ' ονόματι της εναγομένης 1 και ½ μερίδιο επ' ονόματι του εναγομένου 2). β. Αρ. εγγραφής 28812 Φ.Σχ. LIII/32 Tεμάχιο 243 χωράφι με δένδρα στην Αγία Φύλαξη Λεμεσός (εγγεγραμμένο ½ μερίδιο επ' ονόματι της Εναγομένης 1 και ½ μερίδιο επ' ονόματι του Εναγομένου 2). Η αίτηση του με την οποία εξασφάλισε το διάταγμα στηρίζεται στο Νόμο Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6, άρθρα 4(1-3) άρθρο 5(1-5) και 9(1-4), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμων 14/60 στη Δ.48 θ.1, 2 και 3, στις γενικές αρχές, πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με την ίδια αίτηση αιτείτο υπό στοιχείο Β διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 4.10.16 το οποίο εγκαταλείφθηκε. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι δυνάμει γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 22.6.2009, τεκμ 6 και 7, η εναγόμενη 1- καθ΄ης η αίτηση του οφείλει τα ποσά των €85.000 και €5.000 αντίστοιχα προς διευθέτηση της δικηγορικής του αμοιβής στην αίτηση περιουσιακών διαφορών με αρ. 50/2007 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καθώς και άλλων υποθέσεων που εκκρεμούσαν μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της εναγόμενου 2 στην παρούσα υπόθεση . Ισχυρίζεται ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν πλήρωσε κανένα ποσό έναντι των ποσών που συμφώνησε να του καταβάλει για την δικηγορική του αμοιβή. Προς τούτο είχε εγείρει και στο παρελθόν δύο αγωγές στο Ε.Δ. Λεμεσού με τις οποίες αξίωνε εναντίον της τα συμφωνηθέντα ποσά για την αμοιβή του τις οποίες όμως στη συνέχεια επέσυρε άνευ βλάβης στηριζόμενος στην υπόσχεση της ότι θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της. Αναφέρει πως ενώ στις 4.10.16 η πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση περιουσιακών διαφορών ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, η καθ΄ης η αίτηση με επιστολή της ημερομ. 3.10.16 τον πληροφόρησε ότι τερματίζει τις υπηρεσίες του. Ο ίδιος στις 4.10.16 εμφανίσθηκε ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου όπου η εναγόμενη 1 καθ΄ης η αίτηση υπέβαλε το αίτημα της για το τερματισμό των υπηρεσιών του και παράλληλα τον πληροφόρησε πως είχε διευθετήσει την αίτηση περιουσιακών διαφορών που εκκρεμούσε μεταξύ της και του συζύγου της εναγόμενου 2 στη παρούσα. Αφού το Οικογενειακό Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα της ακολούθως την ίδια μέρα η εναγόμενη δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της και υπέρ του εναγόμενου 2 συζύγου της δυνάμει της οποίας ανέλαβε όπως, εντός πέντε ημερών, μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του το μερίδιο της επί των ακινήτων που ο σύζυγος της απαιτούσε με την πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση μεταξύ των οποίων και το μερίδιο της στα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα. Όπως υποστηρίζει στην ένορκη του δήλωση η καθ' ης η αίτηση προέβη στις πιο πάνω πράξεις κακόπιστα και προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή της συμφωνηθείσας οφειλόμενης αμοιβής του, αφού, εξ' όσων γνωρίζει και πληροφορείται τα πιο πάνω αναφερόμενα κτηματικά μερίδια που ανέλαβε να μεταβιβάσει, είναι η μοναδική περιουσία που έχει εγγεγραμμένη στο όνομα της και στη περίπτωση που αυτά αποξενωθούν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο για τον ίδιο να μπορέσει να εκτελέσει τη τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος του. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας συνένωσε τον εναγόμενο 2 στην αγωγή ως αναγκαίο διάδικο για το λόγο ότι είναι συνιδιοκτήτης των ως άνω αναφερόμενων ακινήτων. Μετά που η αίτηση και το διάταγμα επιδόθηκαν στην καθ΄ης η αίτηση, αυτή καταχώρησε ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος, προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: (α) Το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2016 θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι ο Ενάγων-Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του. (β) Το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2016 θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω του ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια παραπλανώντας το Δικαστήριο και/ή είναι προϊόν ψευδορκίας. (γ) Η πιο πάνω αίτηση του Αιτητή θα πρέπει εν κατακλείδι να απορριφθεί καθότι δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη Νομολογία. (δ) Το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2016 θα πρέπει να ακυρωθεί αφού η Εναγόμενη 1-Καθ'ης η Αίτηση, δεν είναι «κύριος» των ακινήτων εν τη εννοία του Νόμου. (ε) Το Εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2016 θα πρέπει να ακυρωθεί αφού ο Ενάγων δεν συμπεριέλαβε στην αγωγή την κα Μαρία Φοίβου Γρίβα, ως αναγκαίο διάδικο αφού είναι συνιδιοκτήτρια κατά ½ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής
  3. (στ) Το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 05/10/2016 θα πρέπει να ακυρωθεί αφού η ισχύς του εν λόγω διατάγματος αναιρεί και/ή εξουδετερώνει και/ή ακυρώνει υφιστάμενη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 4/10/2016 στην αίτηση περιουσιακών διαφορών αρ. 50/2007 και ως εκ τούτου είναι προϊόν υπέρβασης και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και για όσα η γνώση της δεν είναι προσωπική αναφέρει την πηγή γνώσης της. Η καθ΄ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς του αιτητή και ισχυρίζεται ότι αυτός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο με σκοπό να εξασφαλίσει μονομερώς το επίδικο Διάταγμα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι η ίδια ουδέν ποσό του κατέβαλε έναντι της δικηγορικής του αμοιβής επισυνάπτοντας σχετικά τεκμήρια (τεκμ. 1-6) αναφέρει ότι κατέβαλε σε αυτόν το συνολικό ποσό των €16.145,10 σεντ. Σε σχέση με τις συμφωνίες,( τεκμ. 6 και 7 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) επισυνάπτει αντίγραφο διοριστήριου δικηγόρου, τεκμ.7, που βρίσκεται όπως ισχυρίζεται κατατεθειμένο στο φάκελο της υπόθεσης του Οικογενειακού Δικαστηρίου με αριθ. 50/2007 στο οποίο αναφέρεται ότι η ίδια δεν έχει κάνει οποιανδήποτε ρητή συμφωνία με τον αιτητή σχετικά με την αμοιβή του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο αιτητής μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 29.10.16 καταχώρησε στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού και της επέδωσε κατάλογο εξόδων προς ψήφιση (τεκμ. 14). Είναι συνεπώς η θέση της ότι η αγωγή είναι πρόωρη αφού έχει ήδη πληρώσει κάποια ποσά στον αιτητή έναντι της αμοιβής του και δεν αρνήθηκε να του πληρώσει τα ποσά που θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι εφόσον έχει εκδοθεί η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου με βάση την οποία η ίδια υποχρεούται να μεταβιβάσει στο σύζυγο της τα ως άνω κτηματικά μερίδια που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της δεν θεωρείται πλέον εν τη εννοία του Νόμου ότι έχει την κυριότητα τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο αιτητής, ενώ την εκπροσωπούσε σε αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον της από την εταιρεία Top Kinisis Travel Public Ltd που στη συνέχεια διευθετήθηκε, προέβη στην καταχώρηση ΜΕΜΟ επί των αναφερόμενων ακινήτων και ως εκ τούτου η μεταβίβαση τους δεν μπορεί να γίνει άμεσα. Προς απόδειξη της εγγραφής των αναφερόμενων ΜΕΜΟ παραπέμπει στο περιεχόμενο του πιστοποιητικού έρευνας που εξασφάλισε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού σε σχέση με τα εγγεγραμμένα ακίνητα και επιβαρύνσεις στο όνομα της και το οποίο επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση ως τεκμ.
  4. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι ο εναγόμενος 2 είναι συνιδιοκτήτης του ½ μεριδίου των ακινήτων που αποτελούν το αντικείμενο του επίδικου Διατάγματος επισυνάπτει σχετικά τεκμήρια που καταδεικνύουν ότι το ½ μερίδιο επί των αναφερόμενων ακινήτων είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της αδελφής του συζύγου της και όχι στον ίδιο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο αιτητής δεν είπε την αλήθεια κατά την έκδοση του Διατάγματος λέγοντας ότι η ίδια δεν έχει άλλη περιουσία και ότι η μοναδική περιουσία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα της είναι τα ακίνητα που με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου αποδέχθηκε να μεταβιβάσει στον σύζυγο της. Παραπέμποντας στο τεκμ. 8 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας με εύλογη επιμέλεια μπορούσε να διαπιστώσει ότι έχει εγγεγραμμένη στο όνομα της και άλλη ακίνητη περιουσία και συγκεκριμένα στην οδό Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στη περιοχή Κάψαλος στη Λεμεσό εκτιμημένης από το Κτηματολόγιο αγοραίας αξίας κατά την 1.1.13 €471.
  5. Προσθέτει επίσης πως ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι πλην των δύο αγωγών που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση είχε καταχωρήσει εναντίον της και δύο αιτήσεις ειδοποίησης πτώχευσης (τεκμ. 10 και 11). Είναι τέλος η θέση της ότι το επίδικο διάταγμα είναι προϊόν υπέρβασης και /η έλλειψης δικαιοδοσίας αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναστείλει την ισχύ της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Καμία πλευρά δεν ζήτησε να αντεξετάσει τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους αναφερόμενοι στις αρχές που τάσσει η νομολογία μας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των πελατών τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή υποστήριξε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ'ης η αίτηση από την πλευρά του υποστήριξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την οριστικοποίηση του διατάγματος και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης, βεβαίως, της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω) Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International Bv. V. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)A.Α.Δ 1460). Στην περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα δοθεί μονομερώς η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας υφίσταται και διατηρείται στους ώμους του αιτητή (Ανδρέου v. Colossus Signs Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 1040). Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου έχει ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα με σκοπό την προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. BP Holdings Ltd κ.α v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 694 και Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Το άρθρο 4 δεν εξετάζεται ανεξάρτητα από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στη προκειμένη όμως περίπτωση τα ακίνητα που με βάση επίδικο Διάταγμα η καθ΄ ης η αίτηση εμποδίζεται να αποξενώσει δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση του ενάγοντα για την καταβολής του συνολικού ποσού των €90.000 για συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή όπως περιγράφεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και σκοπό του άρθρου αυτού. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση. Σχετική επί του ζητήματος είναι η απόφαση LARTICON CO.v.DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD.,
(2004)1Β Α.Α.Δ 1121 όπου έχει λεχθεί ότι εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω εάν το Διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τη τελική εκδίκαση της αγωγής και έχοντας βέβαια κατά νου ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις τασσόμενες από την νομολογία προϋποθέσεις παραμένει στον διάδικο που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Σημειώνοντας εκ των προτέρων ότι στην υπό εξέταση υπόθεση η ενόρκως δηλούσα εναγόμενη 1 δεν αμφισβητήθηκε σε όσα ορκίστηκε αφού δεν αντεξετάστηκε (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ πιο πάνω). ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ Μέσα από την ένσταση προβάλλεται η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων θέση που θα εξετάσω πρώτα ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597 στις σελίδες 601 - 602 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιό πάνω), στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ΄ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Στην υπό κρίση υπόθεση εξετάζοντας τις θέσεις που προβάλλονται με την ένσταση σε σχέση με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων θεωρώ ότι η παράλειψη του αιτητή να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι πλην των δύο αγωγών καταχώρησε εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση και δύο αιτήσεις πτώχευσης, δεν είναι τέτοιας καταλυτικής σημασίας για τα θέματα που αφορούν το προσωρινό διάταγμα ούτε και η παράλειψη αυτή δημιούργησε οποιοδήποτε θέμα που θα διαφοροποιούσε την απόφαση του Δικαστηρίου αν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τεθεί ενώπιον του. Η θέση της καθ΄ης αίτηση ότι ο αιτητής ενέγραψε ΜΕΜΟ επί των αναφερόμενων ακινήτων δεν συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμ. 8 από το οποίο προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα ΜΕΜΟ έχουν εγγραφεί προς όφελος της εταιρείας Top Kinisis Travel Public Ltd . Εν πάση περιπτώσει η ύπαρξη των δύο ΜΕΜΟ δεν αποτελεί γεγονός που θα διαφοροποιούσε την απόφαση του Δικαστηρίου αν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε τεθεί ενώπιον του. Περαιτέρω η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ότι κατέβαλε ήδη έναντι της αμοιβής του ενάγοντα το ποσό των €16.145,10 σεντ. Ισχυρισμός που παρέμεινε αναντίλεκτος αφού δεν αντεξετάσθηκε από τον αιτητή ο οποίος επέλεξε να υποβάλει τις θέσεις του για το ζήτημα αυτό μέσω της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Παρόλα αυτά η παράλειψη του αιτητή να αναφερθεί στις συγκεκριμένες πληρωμές που ισχυρίζεται η καθ΄ ης η αίτηση δεν κρίνεται ότι επηρεάζει το κύρος του διατάγματος αφού οι ισχυριζόμενες πληρωμές δεν εξαλείφουν την αξίωση του αιτητή που με βάση τα υπόλοιπα στοιχεία εξακολουθεί να υφίσταται αλλά τείνουν μόνο να την μειώσουν. Ένα άλλο θέμα όμως που πρόβαλε η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση και στηρίζει τη θέση της για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων είναι σε σχέση με το ότι είναι ιδιοκτήτρια και άλλης περιουσίας προς ικανοποίηση μιας πιθανής απόφασης. Συγκεκριμένα παραπέμποντας στη 1ην σελίδα του τεκμ. 8 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας με εύλογη επιμέλεια μπορούσε να διαπιστώσει ότι υπάρχει εγγεγραμμένη στο όνομα της και άλλη ακίνητη περιουσία εκτιμημένης αγοραίας αξίας €471.
  2. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αναντίλεκτος αφού δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά του αιτητή με την αντεξέταση της καθ΄ης η αίτηση. Το γεγονός της ύπαρξης και άλλης περιουσίας της καθ΄ης η αίτηση, εκτός από αυτή που ανέλαβε δυνάμει της αναφερόμενης δικαστικής απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου να μεταβιβάσει στο σύζυγο της, θεωρώ ότι είναι θέμα ιδιαίτερα σημαντικό που ο αιτητής μπορούσε με εύλογη προσπάθεια να αποκαλύψει. Ο ισχυρισμός του ότι η περιουσία την οποία η καθ΄ης η αίτηση ανέλαβε όπως πιο πάνω περιγράφεται να μεταβιβάσει άμεσα στο σύζυγος της, είναι η μοναδική περιουσία που βρίσκεται εγγεγραμμένη στο όνομα της, είχε ουσιαστική βαρύτητα και επέδρασε στη κρίση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας και την έκδοση του επίδικου Διατάγματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (πιο πάνω) το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι εάν στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή υπήρχε η αναφορά ότι η καθ΄ ης η αίτηση είναι ιδιοκτήτρια και άλλης ακίνητης περιουσίας, το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε μονομερώς το διάταγμα. Η απόκρυψη του γεγονότος αυτού επέδρασε στη κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με τον επείγοντα χαρακτήρα του αιτήματος του αιτητή. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι το διάταγμα που εκδόθηκε θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα εξετάσω και την ουσία του άρθρου 32 στην περίπτωση που κριθεί ότι η πιο πάνω κατάληξη δεν είναι ορθή. Εξέταση των τριών προϋποθέσεων Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Α. Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην παρούσα υπόθεση η βάση της αγωγής στηρίζεται σε δύο έγγραφα ανάληψης υποχρέωσης και/η συμφωνίας καταβολής δικηγορικών εξόδων τις οποίες επικαλείται ο ενάγοντας και απαιτεί την πληρωμή του συνολικού ποσού των €90.
  3. Με βάση τα όσα περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αλλά και στην έκθεση απαίτησης κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με την αξίωση καταβολής του αναφερόμενου ποσού και ως εκ τούτου ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση. Β. Πιθανότητα επιτυχίας. Εξετάζοντας την δεύτερη προϋπόθεση κατά πόσο δηλαδή υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1Α Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Thinking Steel International BV v. Garamondani Bros Public Co. Ltd, (πιο πάνω), έχει αναφερθεί πως στην περίπτωση αιτήσεων βασιζόμενων σε ένορκες δηλώσεις τα αμφισβητούμενα γεγονότα επιβάλλεται να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται, στο βαθμό και στην έκταση που το βάρος απόδειξης επιβάλλει. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου διαπιστώνεται πως στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό ικανοποιείται η πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης του ενάγοντα για την καταβολή του αξιούμενου χρηματικού ποσού και δεν αποδυναμώνεται από τις θέσεις που έθεσε η εναγόμενη 1 στο δικαστήριο η οποία αφενός δεν αρνείται ρητά την εκ μέρους της υπογραφή των εγγράφων τεκμ. 6 και 7 με βάση το περιεχόμενο των οποίων ανέλαβε να καταβάλει τα εκεί αναφερόμενα ποσά επιπλέον του ποσού της αμοιβής που δικαιούται ο αιτητής σύμφωνα με τις κλίμακες των δικαστικών θεσμών, αλλά αφετέρου, ισχυρίζεται πως οφείλει να πληρώσει στον αιτητή μόνο τα έξοδα που θα ψηφιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225 όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της. Ενώ στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Θα πρέπει παράλληλα όμως να υπογραμμίσω πως η κατάληξη μου για την ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης δεν είναι η ίδια σε σχέση με το Διάταγμα που ζητά με την αγωγή του ο ενάγοντας για την αναστολή της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου αφενός δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη οποιουδήποτε νόμιμου δικαιώματος του ενάγοντα να ζητά την αναστολή εκτέλεσης της αναφερόμενης απόφασης και αφετέρου η εξέταση ενός τέτοιου αιτήματος εμπίπτει αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναφερόμενη απόφαση. Επιπρόσθετα όπως άλλωστε αναφέρεται και πιο πάνω, τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση ακίνητα, δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής και δεν στοιχειοθετείται από τα γεγονότα οποιονδήποτε δικαίωμα του ενάγοντα σε σχέση με την κυριότητα τους. Γ. Δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα (ή η δυσκολία εκτέλεσης), από μόνη της δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο, ενόψει των δεδομένων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη (βλ. Pastella Marin Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd,
(1987)1 A.A.Δ. 583,) εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία (βλ. επίσης Barley Johnson v. Yuill,
(1980)1 A.E.E.R 190 και Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301). Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία ή εκεί που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση. Η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως και πιο πάνω αναφέρεται παρέμεινε αναντίλεκτος ο ισχυρισμός της καθ΄ ης η αίτηση, ότι εκτός των ακινήτων που με βάση την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου δεσμεύθηκε να μεταβιβάσει στο σύζυγο της είναι ιδιοκτήτρια και άλλης ακίνητης περιουσίας αξίας €471.
  1. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 όντως, καταδεικνύει ότι η καθ΄ ης η αίτηση είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια περιουσίας αγοραίας αξίας €471.
  2. Πρόκειται για το ½ μερίδιο επί του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 3/235 στη Λεμεσό που περιγράφεται ως ισόγειος κατοικία και βαρύνεται με μία υποθήκη για το ποσό των €206.
  3. Τα πιο πάνω στοιχεία που παρέμειναν αναντίλεκτα από την πλευρά του αιτητή αφού δεν έχουν αμφισβητηθεί με την αντεξέταση της καθ΄ης η αίτηση, καταδεικνύουν ότι ακόμα και εάν οφείλεται ολόκληρο το ποσό της υποθήκης, το παραμένον υπόλοιπο της αξίας της αναφερόμενης περιουσίας που αναντίλεκτα ανέρχεται στις €471.300 παρέχει τα εχέγγυα ικανοποίησης μιας πιθανής δικαστικής απόφασης υπέρ του αιτητή για το ποσό που απαιτεί με την αγωγή του. Η αντίθετη θέση του αιτητή παρέμεινε μετέωρη δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί του για το αναφερόμενο ζήτημα έχουν τεθεί μόνο μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου του και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού έχει πολλάκις νομολογηθεί ότι είναι ανεπίτρεπτο να δίδεται μαρτυρία μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου ενός διαδίκου. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω κρίνεται συνεπώς ότι δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 ότι δηλαδή εάν δεν παραμείνει σε ισχύ το επίδικο Διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και θεωρώ ότι και στη ουσία η αίτηση δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας. Περαιτέρω θεωρώ ότι ούτε στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογείται για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τα υπόλοιπα επί μέρους ζητήματα που εγείρονται με την ένστασης της καθ΄ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1- καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα -αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........... Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΤΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.