ΒΡΥΩΝΗ ΒΡΥΩΝΗ ν. ΚΩΣΤΑΚΗ ΧΑΡΑΚΗ, Αρ. Αγωγής: 317/16, 25/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A495 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 317/16 Μεταξύ: ΒΡΥΩΝΗ ΒΡΥΩΝΗ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΚΩΣΤΑΚΗ ΧΑΡΑΚΗ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου -------------- Αίτηση ημερ. 25.5.2016 Ημερομηνία: 25.11.2016 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κ. Ν. Πιριλλίδης με κα Αργυρού Για τον καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Μιχαήλ για κ. Φ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα στην παρούσα διαδικασία που αφορά 2 γραμμάτια συνήθους τύπου τα οποία ο εναγόμενος «έναντι καλού και νομικού ανταλλάγματος» υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα πληρωτέα στη διαταγή του, το μεν πρώτο στις 25.11.13 , το δε δεύτερο στις 20.2.14, έδωσε η καταχώρηση της παρούσας επίδικης αίτησης ημερ. 25.5.16 με την οποία επιδιώκεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των δύο γραμματίων και των εξόδων. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 12.10.16 και στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι 12 λόγοι ένστασης: Η Αίτηση είναι αντικανονική και/ή αδικαιολόγητη και/ή αντινομική. Η παρούσα αίτηση είναι ουσία αβάσιμη και/ή αστήριχτη και/ή αποτελεί προσπάθεια Νομικής και πραγματικής Πλάνης του Δικαστηρίου επί των γεγονότων του Δικαστηρίου και εν κατακλείδι αυτή εν τω σύνολο της νομικά και/ή πραγματικά είναι αβάσιμη και/ή αστήριχτη και/ή αδικαιολόγητη όπως και εκ της Νομολογίας ρητώς ορίζεται. Η παρούσα Αίτηση προωθείται καταχρηστικώς και/ή αντινομικώς δίχως να παρατίθεται εις ταύτην καλός λόγος αποδοχής της εκ του Σεβαστού Δικαστηρίου. Ο Αιτητής με την Ένορκη Δήλωση του επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό παραπλανητικό τόσο ως προς τα πραγματικά περιστατικά που διέπουν την εν λόγω υπόθεση όσο και προς το νομικό σκέλος αυτής επίσης η εν λόγω ένορκη δήλωση που στηρίζει την εν λόγω αίτηση είναι αντινομική και/ή στηρίζεται εις ψευδή γεγονότα. α. Ο Αιτητής επιδιώκει να παρουσιάσει μια εικόνα η οποία ουδεμία σχέση έχει με τα πραγματικά περιστατικά που διέπουν την παρούσα αγωγή και έχει ως σκοπό να οδηγήσει το Σεβαστό Δικαστήριο εις λάθος συμπεράσματα και/ή να αλλοιώσει την πραγματική εικόνα των γεγονότων αλλά και την ουσία της υπόθεσης καθ' αυτής. β. Με την ένορκη δήλωση που κατεχώρησε ο Αιτητής, επιδιώκει να συγκαλύψει τα πραγματικά περιστατικά που διέπουν την εν λόγω υπόθεση καθώς και να αποκρύψει εκ του Σεβαστού Δικαστηρίου την καλή υπεράσπιση του Εναγομένου αναφέροντας ψευδώς ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση. γ. Η παρούσα Αίτηση γίνεται αντικανονικά, καταχρηστικά, αδικαιολόγητα και/ή κακόπιστα και/ή αντινομικά αφού απαράδεκτα γίνεται προσπάθεια προώθησης ισχυρισμών για γεγονότα που δεν ισχύουν και/ή δεν ανταποκρίνονται εις τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας. δ. Δεν συντρέχουν και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τη Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας περί εκδόσεως συνοπτικής απόφασης και τη σχετική επί του θέματος Νομολογίας. ε. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση και/ή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτή είναι ελλιπές ανεπαρκές και στηρίζεται σε γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν δικαιολογεί επ' ουδενί την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ο Εναγόμενος/Καθ' ου η αίτηση έχει πολύ καλή υπεράσπιση επ' αφορώσι τόσο επί της τυπικής νομιμότητας των εν λόγω γραμματίων αλλά και σχετικώς με τα των νομικών ζητημάτων θέματα όσο και επί της ουσίας που διέπουν την παρούσα υπόθεση και είναι δίκαιο και εύλογο αλλά και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και του Δικαιώματος Δίκαιης Δίκης να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλλει τους ισχυρισμούς του αυτούς στα πλαίσια κανονικής Δίκης και να τους αποδείξει. (Α) Τα εν λόγω γραμμάτια ως αυτά εμφαίνονται εμπίπτουν εις τον νόμο περί τοκογλυφίας. (Β) Είναι θέση του εναγομένου ότι η άρξης τοκοφορίας του οιοδήποτε γραμματίου συνήθους τύπου και προκειμένου να χαρακτηρισθεί ως τέτοιο είναι η ημερομηνία πληρωμής αυτού και ουχί η λήξης αυτού βάσει και των προνοιών του άρθρου 78 Κεφ.
- Ο Εναγόμενος ουδέποτε έλαβε το οιοδήποτε ποσό εκ του Ενάγοντα και τα εν λόγω γραμμάτια ως αυτά εμφαίνονται εις την παρούσα αίτηση ως τεκμήρια 1 και/ή 2, εάν αυτά ποτέ υπεγράφησαν, είναι εικονικά και δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά περιστατικά που διέπουν την παρούσα υπόθεση. (α) Αποτελεί θέση του εναγομένου ότι ο ενάγοντας έχει δολίως αποκρύψει ζωτικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο. (β) Είναι θέση του εναγόμενου ότι τα εν λόγω γραμμάτια είναι προϊόν Δόλου και/ή Απάτης εκ του Ενάγοντος προς το πρόσωπο του Εναγομένου. (γ) Ο Ενάγοντας καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που του επέδειξε ο Εναγόμενος λογίζοντας ταύτον ως «φίλο» και γνωρίζοντας και/ή εκμεταλλευόμενος τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος και ασκώντας εις αυτόν ψυχική πίεση. (δ) Ο εναγόμενος έπεσε θύμα ψευδών παραστάσεων και δολοπλοκίας και/ή απάτης από τον ενάγοντα με σκοπό την παράνομη αποκόμιση κέρδους. (ε) Ουδέποτε ο εναγόμενος υπέγραψε ενώπιον των οιωνδήποτε μαρτύρων κανένα γραμμάτιο. (στ) Είναι θέση του εναγομένου ότι έχει πέσει θύμα εκβιασμού εκ του ενάγοντος με εμμέσους πλήν σαφείς απειλές είτε κατά του ιδίου είτε κατά συγγενικών ατόμων αυτού εκ του ενάγοντος. (ζ) Ο Ενάγοντας/Αιτήτης προσπαθεί να εκμεταλλευθεί τα προβλήματα υγείας και τη φθίνουσα οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζει ο εναγόμενος, προκειμένου ν' αποκομίσει παρανόμως κέρδος. (η) Τα γραμμάτια που παρουσιάζονται ως τεκμήρια 1 και 2 εκ του ενάγοντος δεν είναι νόμιμα καθώς αυτά δεν φέρουν τα ονόματα των φερομένων ως «μαρτύρων» και/ή ελλείπουν απ' αυτά αναγκαία εκ του νόμου στοιχεία που να τα καθιστούν έγκυρα ως τέτοια και/ή υπό οποιοδήποτε της έγκυρης και/ή νόμιμης αναγνώρισης χρέους. (θ) Αποτελεί πάγια θέση του εναγομένου ότι ουδέποτε αυτός έλαβε κανένα ποσό εκ του ενάγοντος, και ότι τα γραμμάτια ως αυτά εμφαίνονται και καταχωρήθηκαν ως τεκμήρια 1 και 2 εις την παρούσα αίτηση αποτελούν προϊόν Δόλου και/ή Απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. (ι) Η κλίμακα της αγωγής δια την οποία ζητείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει ο Ενάγοντας. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το σύνολο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης αλλά και το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο κλίνει προς τον εναγόμενο δια ταύτα δεν θα ήτο ορθό και δίκαιο να εγκριθεί η Αίτηση. Πάγια θέση του Εναγομένου είναι ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει εν τω σύνολο της ν' απορριφθεί καθότι ο Εναγόμενος έχει πολύ καλή υπεράσπιση την οποία και θα προβάλλει κατά την διαδικασία κανονικής Δίκης, ως εκ τούτου ήτο εύλογο να επιτραπεί εις αυτόν και προς απονομή πλήρους δικαιοσύνης να παρουσιάσει τις θέσεις του. Επιπλέον δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που εκ του νόμου προνοούνται δια την έκδοση του αιτηθέντος διατάγματος. Δεν πρόκειται περί «ξεκάθαρης» περίπτωσης ώστε το Δικαστήριο να δύναται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να στερήσει από τον Εναγόμενο το δικαίωμα του να προβάλει την υπεράσπιση του. Η έγκριση της παρούσας αίτησης θα οδηγήσει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης σε άρνηση δικαιοσύνης προς τον Εναγόμενο και/ή θα συνεπάγεται αδικαιολόγητα παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων και τις δίκαιης δικαιοσύνης. Τα επικαλούμενα και επίδικα γραμμάτια συνήθους τύπου ουδόλως πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και/ή ουδόλως δύναται να μεταχειριστούν ως τέτοια και/ή ως έγκυρες γραπτές υποσχέσεις του Εναγόμενου προς όφελος του Ενάγοντα. Ειδικότερα: (α) Ουδέποτε υπεγράφησαν τα εν λόγω γραμμάτια παρουσία δυο μαρτύρων ως δήθεν ψευδώς και παραπλανητικώς εκ του ενάγοντος δηλώνεται στην ένορκη δήλωση αυτού, εν αντιθέσει εμφαίνεται στα εν λόγω έγγραφα ότι δεν αναγράφονται ούτε τα ονόματα των μαρτύρων. (β) Καμιά νόμιμη αντιπαροχή υπάρχει και καμιά καταβολή δεν έλαβε χώρα ουδέποτε εκ του ενάγοντος προς το πρόσωπο του εναγομένου και ή προς όφελος αυτού, και γενικότερα ουδεμία ανάληψη και/ή υπόσχεση πληρωμής εδόθη εκ του εναγομένου προς το πρόσωπο του ενάγοντος. (γ) Ο Εναγόμενος εν αντιθέσει με το περιεχόμενο των εγγράφων εγείρει τις υπερασπίσεις που προβλέπονται από την επιφύλαξη του άρθρου 80 του Νόμου, ισχυριζόμενος εμφαντική ότι η φερόμενη ως υπογραφή του επί των εν λόγω εγγράφων έχει επιτευχθεί συνεπεία εξαναγκασμού απάτης, και αφόρητης ψυχικής πίεσης και ειδικότερα υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό και απάτη τις οποίες μετήλθε ο Ενάγοντας σε βάρος του Εναγομένου και συνδέοντας με καθ' όλα παράνομες πράξεις ανύπαρκτες, αντιπαροχές αυθαίρετες, χρεώσεις, εκβιασμούς και τοκογλυφία. (δ) Η οποιαδήποτε νύξη και ή ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος προέβη εις την υπογραφή των ως άνω αναφερομένων γραμματίων είναι προϊόν ψευδομαρτυρίας και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας. (ε) Ο εναγόμενος ουδέποτε τοποθέτησε την υπογραφή του ενώπιον τρίτων ως μαρτύρων. Στην ένορκη δήλωση τoυ εναγόμενου- καθ' ου η αίτηση που συνοδεύει την ένσταση του στην οποία εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης αρνείται το ισχυριζόμενο δάνειο, που αποτελεί το αντάλλαγμα, την υπογραφή των γραμματίων από τον ίδιο και τους μάρτυρες και ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε κατόπιν ψυχολογικής πίεσης με δόλο και/ή απάτη να τα υπογράψει. Στις παραγράφους 11 και 12 της ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την ένσταση ο εναγόμενος αναφέρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξαναγκάστηκε να υπογράψει τα επίδικα γραμμάτια: «
- Με τον ενάγοντα γνωριστήκαμε προ ετών και μου συστήθη εν μέσω του γονέα του με το οποίον διατηρούσα φιλικές σχέσεις, και εγνώριζε δια την μεγάλη ακίνητη περιουσία που διαθέτω.
- Ελέω της φιλίας μου με τον γονέα του, γνώριζε δια τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζα και πιο συγκεκριμένα δια τις διενέξεις που είχα με την αδελφή μου σχετικώς με τα κοινά περιουσιακά μας στοιχεία και την διαχείριση αυτών κάτι το οποίο επηρέαζε άμεσα την οικονομική μου κατάσταση, την ψυχική μου υγεία, αλλά και την βεβαρημένη σωματική μου υγεία. (α) Ο Ενάγοντας εμφανιζόμενος ως δήθεν διαμεσολαβητής μεταξύ εμένα και της αδελφής μου με την οποία ευρίσκομαι σε διαμάχη και δικαστική αντιπαράθεση δια την κοινή και μεγάλης αξίας οικογενειακή περιουσία, κινητής και ακίνητης, που έχουμε κληρονομήσει από τους γονείς μας και που εμφανιζόμαστε ως συνδικαιούχοι και συνιδιοκτήτες, με απατηλό τρόπο και με διάφορα τεχνάσματα τα οποία συνέτειναν στην παραπλάνηση μου, και ασκώντας εις το πρόσωπο μου έντονη ψυχική πίεση με οδήγησε δι' εξαναγκασμού και δι' απάτης και υπό το κράτος απειλών ότι αν δεν υπέγραφα τις σχετικές δηλώσεις γραμματίων και αναγνώρισης δήθεν χρεών θα έπειθε την αδελφή μου να συναινέσει στο να μου αποδώσει το νόμιμο μερίδιο που μου αναλογεί εκ των εισοδημάτων της κοινής περιουσίας μας και που διαχειρίζεται η ίδια και για λογαριασμό μου, υποχρεώθηκα όπως υπογράψω τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου όπως δήθεν μου υποσχέθηκε ο Ενάγοντας να χρησιμοποιήσει αυτά ώστε να πείσει την αδελφή μου να αποδεσμεύσει τα δικαιωματικώς δικά μου κεφάλαια που βρίσκονταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό και να μου αποδώσει το ισάξιο ποσό των εν λόγω γραμματίων, το οποίο αντιστοιχούσε σε αξία με τα ποσά που αξιώνω εγώ από την αδελφή μου από την διαχείριση κοινής ακίνητης περιουσίας μας στην Λεμεσό. (β) Ο Ενάγοντας ειδικότερα με εξαπάτησε και με εξανάγκασε στην υπογραφή των 2 εγγράφων, εκμεταλλευόμενος την προσωπική κατάσταση μου, την κλονισμένη μου ψυχολογική και σωματική υγεία αλλά και την καθ' ολοκληρίαν έλλειψη χρημάτων και πόρων ακόμα και για τα βασικά έξοδα διατροφής και συντήρησης μου και την εξουθένωση μου εκ της χρόνιας και παρατεταμένης αντιδικίας μου με την αδελφή μου και την έλλειψη δυνατότητας διαχείρισης της περιουσίας μου, και τούτο έπραξα χωρίς να λάβω οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, προς τούτο ο Ενάγοντας με διαβεβαίωσε ψευδώς και εξαπατώντας με ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εκτέλεση των εν λόγω γραμματίων ή οποιανδήποτε ένδικων διαβημάτων εναντίον μου παρά μόνο θα χρησιμοποιήσει αυτά προκειμένου να διαπραγματευτεί και να πείσει την αδελφή, μου και συνιδιοκτήτη της περιουσίας μου, να μου καταβάλει τα ποσά χρημάτων που μου αντιστοιχούσαν εκ των παρανόμως δεσμευθέντων ενοικίων εκ της συγγενούς μου χρησιμοποιώντας δηλαδή τα έγγραφα αυτά και πείθοντας την αδελφή μου να πληρώσει τα εν λόγω ποσά των γραμματίων. (γ) Η πραγματικότητα είναι ότι ο Ενάγοντας δε έπραξε έτσι, εξηνάγκασε με και ή με εξαπάτησε προκειμένου ν αποσπάσει την υπογραφή μου στα εν λόγω έγγραφα, δίχως όμως την παρουσία μαρτύρων και με Απάτη και με διάφορα τεχνάσματα παραθέτοντας εις εμού ψευδείς παραστάσεις και επροχώρησε δε εν συνεχεία στην έγερση εναντίον μου της ως άνω αγωγής παρά την διαβεβαίωση και συμφωνία να μου επιστρέψει τα εν λόγω γραμμάτια και παρά τ' ότι αυτά ήτο καθ' όλα εικονικά και δη σε σχέση με τους όρους αυτών και τα ποσά που αναγράφονται σ' αυτά ότι δήθεν εισέπραξα από αυτόν σε μετρητά εν είδος δανείου, εν συνεχεία δε ο Ενάγοντας εξαπατώντας με και πάλι και παραπλανώντας με ότι δεν πρόκειται και σε καμία περίπτωση να προωθήσει περαιτέρω νομικά μέτρα ήγειρε εναντίον μου την ως άνω αγωγή. (δ) Περαιτέρω αναφέρω και επιμένω εμφατικά ότι η υπογραφή μου επί των συγκεκριμένων εγγράφων εάν και εφόσον υφίσταται αυτή ετέθηκε με δόλιο τρόπο από τον Ενάγοντα και χωρίς να έχω λάβει οιονδήποτε ποσό και ή κανένα αντάλλαγμα ίσης ή οποιασδήποτε αξίας και ειδικότερα μετρητά και ουδέποτε εγένετο τούτο στην παρουσία των φερόμενων ως οιωνδήποτε μαρτύρων, ως δήθεν αναγράφεται στα εν λόγω έγγραφα, και δη ουδέποτε δια της υπογραφής μου έθεσα τέτοια γραπτή υπόσχεση προς τον Ενάγοντα να του καταβάλω οιαδήποτε ποσά σε οποιοδήποτε ή τον καθορισθέντα δήθεν σ' αυτό χρόνο, και για δήθεν δάνειο που έλαβα ή έναντι οιασδήποτε αντιπαροχής. (ε) Υποστηρίζω δε ότι εάν κι' εφόσον τα εν λόγω γραμμάτια φέρουν πράγματι την υπογραφή μου αυτή ετέθηκε κατά τρόπο, χρόνο και υπό συνθήκες εξαναγκασμού, απάτης, ψυχικής πίεσης, και ψευδών παραστάσεων εκ του ενάγοντος και εκμεταλλευόμενος αυτός εις το έπακρον την πρότερη εμπιστοσύνη που επέδειξα προς το πρόσωπό του, και καθ' ον τρόπο και έκταση που ουδόλως και σε καμία περίπτωση δεν θα υπέγραφα συνειδητά και ελεύθερα οιονδήποτε τέτοιο γραμμάτιο ή οποιαδήποτε αναγνώριση χρέους υπέρ του Ενάγοντα και δη με ελεύθερη βούληση προς το συμβάλλεσθαι και ελεύθερη συνειδητή υπόσχεση πληρωμής ή δήλωσης αναγνώρισης χρέους. (στ) Ο εξαναγκασμός μου δε προς υπογραφή των εν λόγω γραμματίων εγένετο πράγματι υπό έμμεσων απειλών διάπραξης πράξεων εναντίον μου από τον ίδιο τον Ενάγοντα καθ' ην έκταση και με τρόπο που συνιστούν ποινικά αδικήματα. Η ψυχική δε πίεση που ασκήθηκε εναντίον μου από τον Ενάγοντα ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εμφανιζόταν ως έμπιστο δήθεν πρόσωπο και εκ της χρόνιας πρότερης φιλίας μας, δίδοντας του την δυνατότητα επιρροής και εξαναγκασμού μου και πράγματι ασκήθηκε επί της βουλήσεως μου ψυχική πίεση και μου αποστέρησε την ελευθερία απόφασης της πράξης μου, υπήρξε πράγματι ο αποφασιστικός παράγοντας για την υπογραφή των εν λόγω γραμματίων που τα οποία ουδόλως και ουδέποτε θα υπογράφονταν ή συνομολογούνταν ως τέτοια αν δεν μεσολαβούσαν τα πιο πάνω γεγονότα και συνθήκες εξαναγκασμού, αθέμιτης επιρροής και ψυχικής πίεσης, εσκεμμένης παραπλάνησης και απάτης.» Η έκδοση συνοπτικής απόφασης διέπεται από τη Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει ότι: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα, εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, όπως είχε λεχθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Στην απόφαση Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, o κ. Αρτέμης Δ. είχε αναφέρει πως η βασική αρχή είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης καθώς και της σχετικής νομολογίας που την έχει εφαρμόσει, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προτού εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου ως προς την τυχόν καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: i. Η αγωγή πρέπει να έχει αρχίσει με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6. ii. O εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. iii. Καταχώριση ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα ή από κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά σε σχέση με τα γεγονότα. iv. Επιβεβαίωση με την ένορκη δήλωση της αιτίας αγωγής, ήτοι του αγώγιμου δικαιώματος, όπως αυτή έχει αναγραφεί στο Κλητήριο Ένταλμα και του ποσού, για το οποίο έχει αξίωση ο ενάγων. v. Nα προκύπτει ξεκάθαρα από την ένορκη δήλωση ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται από τον ενάγοντα, ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και στη συνέχεια το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει το ουσιαστικό ερώτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση. Στην προκείμενη περίπτωση είναι διαπίστωση μου ότι τηρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών. Τα δικαστήρια είναι συνήθως έτοιμα να δώσουν άδεια καταχώρησης υπεράσπισης, μετά ή άνευ όρων, αν ο εναγόμενος με τη δική του ένορκη δήλωση δημιουργήσει φυσιολογικά την εντύπωση ότι υπάρχει θέμα προς εκδίκαση. Στην υπόθεση CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, αποφασίστηκε: «Ιf the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried; that judgment for the plaintiffs may be given unless the defendant shall satisfy the court that he has a gοod defence to the action on the merits, or discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defendant;» Η διαδικασία της Διάταξης 18 εφαρμόζεται μόνο όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι καθαρή και αδιαμφισβήτητη. Σκοπός της είναι να παράσχει στον ενάγοντα δυνατότητα να λάβει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, σε περιπτώσεις, όπου μπορεί να αποδείξει την αξίωση του ξεκάθαρα και όπου ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει καλόπιστη ή νόμιμη υπεράσπιση ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο θα πρέπει να εκδικαστεί. (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ v. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 A.A.Δ.376). Επίσης, σκοπός της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι να μην επιτρέπεται σε διαδίκους, που μόνο σκοπό έχουν την ανάλωση χρόνου σε βάρος των συμφερόντων του ενάγοντος και της δικαιοσύνης, να καταναλίσκουν αυτό το χρόνο και να καρπούνται πολλές φορές τα ωφελήματα, που προέρχονται από τη δική τους παράβαση. Οι Υπερασπίσεις που μπορούν να τεθούν στο γραμμάτιο συνήθους τύπου αναφέρονται στο Άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 το οποίο αναφέρει: Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Συνακόλουθα, από το λεκτικό του ανωτέρω άρθρου, προκύπτει ότι οι υπερασπίσεις που δύναται κάποιος να προβάλει σε περίπτωση αξίωσης βάσει γραμματίου συνήθους τύπου είναι περιορισμένες και συγκεκριμένες. Η μη υπογραφή του γραμματίου και/ή η υπογραφή να επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης. Μεταξύ άλλων άσχετων υπερασπίσεων ο εναγόμενος καθ' ου η αίτηση προβάλλει αμφότερες τις υπερασπίσεις του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, ότι δηλαδή δεν υπέγραψε τα επίδικα γραμμάτια και ότι η υπογραφή του επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης, ψευδών παραστάσεων και ψυχικής πίεσης. Κατά συνέπεια οι υπερασπίσεις της μη νόμιμης αντιπαροχής, η μη υπογραφή των επιδίκων γραμματίων στην παρουσία μαρτύρων, ότι τα επίδικα γραμμάτια εμπίπτουν στο Νόμο περί τοκογλυφίας και ότι η αγωγή καταχωρήθηκε σε λανθασμένη κλίμακα δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο γιατί απλά δεν μπορούν να αποτελούν υπερασπίσεις σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Οι δύο ουσιαστικά υπερασπίσεις που μπορεί να προβάλει ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου είναι μεταξύ τους αντιφατικές και αντικρουόμενες. Η πρώτη ότι δεν υπέγραψε και η δεύτερη ότι υπέγραψε κατόπιν εξαναγκασμού και ψυχικής πίεσης. Ο εναγόμενος θα έπρεπε να επιλέξει την υπεράσπιση που θεωρεί ότι πρέπει να προβάλει και/ή να του δοθεί άδεια να καταχωρήσει και όχι να προβάλει διαζευκτικά και τις δυο όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Στην Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 A.A.Δ.1113, αποφασίστηκε: «Οι πιο πάνω εισηγήσεις δεν ενισχύουν τις θέσεις των εφεσειόντων σε βαθμό που θα δικαιολογούσαν την παροχή σε αυτούς του δικαιώματος να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Και τούτο γιατί η διαζευκτική παράθεση δύο εκδοχών (της μη υπογραφής αλλά και της υπογραφής κατόπιν δόλου ή ψευδών παραστάσεων) δεν προσθέτουν πειστικότητα σε οποιοδήποτε από τους δύο ισχυρισμούς. Επιπρόσθετα δεν έχουν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την ύπαρξη δόλιας συμπεριφοράς ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του α΄ εφεσείοντος. Πιο σημαντικό δε είναι ότι η υποβολή καταγγελίας για δόλο και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του β΄ εφεσείοντος κατευθύνεται εναντίον του α΄ εφεσίοντος και όχι εναντίον της εφεσίβλητης, που όπως πολύ ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι ένα θέμα που πρέπει να τεθεί μεταξύ του α΄ και του β΄ εφεσείοντος.» Σαν αποτέλεσμα των διαζευκτικών αλλά αντικρουόμενων ισχυρισμών του εναγόμενου για ύπαρξη υπεράσπισης, καταλήγω ότι δεν προβάλλεται εκ μέρους του καλόπιστα η ύπαρξη μιας συγκεκριμένης υπερασπιστικής γραμμής ούτε είναι κατανοητό από την ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ποια πίεση, από ποιον και γιατί εξασκήθηκε στον εναγόμενο να υπογράψει τα επίδικα γραμμάτια. Οι ισχυρισμοί του περί απειλών, εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, είναι γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι σε βαθμό που δεν μπορούν να θεωρηθούν καλόπιστοι. Η αίτηση κατά συνέπεια επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγόμενου ως οι παράγραφοι 7Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο