Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. Svetlana Gueorgieva κ.α., Αρ. Αγωγής: 3464/14, 23/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A545 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3464/14 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία Ενάγοντες Και 1. Svetlana Gueorgieva, από τη Λεμεσό 2. Παυλίνα Παρτζίλη, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/12/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος. Σεβέρης, για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα. Ευσταθίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 08/09/2016 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 5/08/2014 και δι' αυτής οι Ενάγοντες αξιώνουν από τις εναγόμενες 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα ποσά ως αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή ως καθυστερημένα ενοίκια, ποσό ως αποζημιώσεις για ουσιαστική παράβαση του συμβολαίου ενοικιαγοράς και διατάγματα για παράδοση και πώληση μέσω πλειστηριασμού 2 οχημάτων. Επιπλέον διεκδικούν ποσά ως τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενες 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση στις 15/10/2016 και Υπεράσπιση στις 27/2/2015 ενώ απάντηση στην Υπεράσπιση των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 08/07/2016. Στις 14/07/2016 καταχωρήθηκαν από πλευράς Εναγόντων ειδοποιήσεις αποδοχής γεγονότων (Δ.24, κ.5) και αποδοχής εγγράφων (Δ.24,κ.3). Επιπλέον την ίδια ημερομηνία οι ενάγοντες αιτητές, καταχώρησαν στον φάκελο του Δικαστηρίου επιστολή ημερ.13/07/2016 απευθυνόμενη προς τους συνηγόρους των εναγομένων 1 και 2 δια της οποίας αιτούντο την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών επί παραγράφων της υπεράσπισης. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 08/09/2016 η οποία ορίστηκε στις 4/11/2016 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 9/12/2016. Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι η αγωγή κατόπιν ορισμού έχει οριστεί για οδηγίες στις 16/01/2017. Δια της παρούσας αίτησης οι Ενάγοντες εξαιτούνται τα κάτωθι: Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως δώσουν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της Υπεράσπισης τους όπως φαίνεται πιο κάτω, εντός 7 ημερών από την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και/ή εντός χρόνου που ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίσει. 1. Ως προς τις παραγράφους 1 και 5 της Υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α. Ποιος είναι ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2, ότι δεν έγινε καθόλου τερματισμός ή ότι ο τερματισμός δεν ήταν έγκυρος και/ή νόμιμος και/ή νομότυπος; β. Σε ποια γεγονότα, πράξεις ή παραλείψεις στηρίζετε τον ισχυρισμό ότι δεν έγινε τερματισμός και/ή έγκυρος και/ή νόμιμος και/ή νομότυπος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, από ποιο/α πρόσωπα έγιναν και σε ποιο χρονικό σημείο έλαβαν χώρα; γ. Σε ποιους ισχυρισμούς γεγονότων στηρίζεται ο ισχυρισμός των εναγομένων 1 και 2 ότι «δεν τηρήθηκαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις δια την δημιουργία δικαιώματος αγωγής»; 2. Ως προς την παράγραφο 2 της Υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α. Ποιες πρόνοιες του Περί Προστασίας των Καταναλωτών Νόμου και/ή του περί καταναλωτικής Πίστεως Νόμου και/ή του περί Συμβάσεως Νόμου κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 και 2 παραβιάστηκαν από τους Ενάγοντες; β. Σε ποια γεγονότα, πράξεις ή παραλείψεις στηρίζετε τον ισχυρισμό ότι υπήρξε παραβίαση των προνοιών του Περί Προστασίας των Καταναλωτών Νόμου και/ή του Περί Καταναλωτικής Πίστεως Νόμου και/ή του Περί Συμβάσεων Νόμου, από ποιο/α πρόσωπα έγιναν και σε ποιο χρονικό σημείο έλαβαν χώρα; 3. Ως προς την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 και 2 ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είναι παράνομη και/ή άκυρη εξ' υπαρχής, παρακαλούμε όπως μας διευκρινίσετε ποιες πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας και/ή των κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή του περί Συμβάσεων Νόμου και/ή του περί Τραπεζιτικών Εργασιών Νόμου παραβιάστηκαν από τους ενάγοντες κατά τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 και 2. β. Σε ποια γεγονότα, πράξεις ή παραλείψεις στηρίζετε τον ισχυρισμό ότι υπήρξε παράβαση των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας και/ή των κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και/ή του περί Συμβάσεων Νόμου και/ή του περί τραπεζιτικών εργασιών νόμου, από ποιο/α πρόσωπα έγιναν και σε ποιο χρονικό σημείο έλαβαν χώρα; γ. Σε ποια γεγονότα στηρίζετε τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 και 2 ότι δεν υφίσταται σε ισχύ έγκυρη και/ή νομικά δεσμευτική εγγύηση από την εναγομένη 2; 4. Ως προς τις παραγράφους 9, 10, 11 και 12 της Υπεράσπισης: Ζητούμενες διευκρινίσεις/λεπτομέρειες: α. Σχετικά με τις επιμέρους χρεώσεις οι οποίες οι εναγόμενοι 1 και 2 αμφισβητούν ως παράνομες και/ή αντισυμβατικές και/ή υπερβολικές, παρακαλούμε όπως μας δώσετε πλήρεις λεπτομέρειες όλων των ποσών που αμφισβητείτε καθώς και σε ποιο ποσό συμποσούνται οι χρεώσεις αυτές. β. Σχετικά με τον ισχυρισμό ότι το αξιούμενο ποσό δεν είναι το πραγματικά οφειλόμεν, παρακαλούμε όπως μας δώσετε περισσότερες λεπτομέρειες που στηρίζετε τον ισχυρισμό σας αυτό και ποιο είναι το ποσό, το οποίο θεωρούν οι εναγόμενοι 1 και 2 ότι είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αυτόματη διαγραφή (STRIKE OUT) της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 στην Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή του μέρους αυτής που σχετίζεται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν συμμορφωθούν με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης Διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος και/ή εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο για συμμόρφωση. Γ) Διαζευκτικά προς το Διάταγμα που ζητείται με το πιο πάνω αιτητικό Β της παρούσας αίτησης, Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα εμποδίζονται και/ή δεν θα έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν μαρτυρία και/ή να προωθήσουν και/ή να επικαλεστούν κατά την ακροαματική διαδικασία οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό γεγονότα και/ή οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Υπεράσπισή τους που σχετίζονται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες εάν οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν συμμορφωθούν με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης Διάταγμα, εντός 7 ημερών από την έκδοση του Διατάγματος και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο για συμμόρφωση. Δ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία και/ή οδηγία ήθελε κρίνει εύλογο και/ή σκόπιμο και/ή δίκαιο να δώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε) Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α.: 10267874F). Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη Διαταγή 19, θεσμοί 4, 5, 6, 7, 9, 13, 16 και 26, στη Διαταγή 27, θεσμός 3, στη Διαταγή 39, θεσμός 2, στη Διαταγή 48, θεσμοί 1, 2, 3, 4, 8 και 9(
- i)και στη Διαταγή 64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη διακριτική ευχέρεια, τη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση των εναγόντων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των Εναγόντων, Κωνσταντίνου Χωραίτη, εις την οποία αναλύονται οι λόγοι εις τους οποίους στηρίζεται το αίτημα. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών οι εναγόμενοι απέφυγαν να συγκεκριμενοποιήσουν τους ισχυρισμούς τους στις παραγράφους που αναφέρονται στην αίτηση υπό αιτητικό (Α) αφήνοντας αυτούς γενικούς, ασαφείς και αόριστους στην δε απάντηση στην υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 οι ενάγοντες επιφύλαξαν το δικαίωμα τους να ζητήσουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες επί των ασαφών και αόριστων ισχυρισμών τους. Παρά την αποστολή επιστολής προς τους συνηγόρους των εναγομένων 1 και 2 στις 13/7/2016 δυνάμει της Δ.19, θ. 7, οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν και δεν απάντησαν καθιστώντας την καταχώρηση της παρούσας αίτησης απαραίτητη. Η μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα πλήξει ανεπανόρθωτα και δυσμενώς την Ενάγουσα καθότι αυτή θα πρέπει να έχει ενώπιον της όλα τα απαραίτητα στοιχεία και λεπτομέρειες για να προετοιμάσει την υπόθεση της ώστε να μην καταληφθεί εξαπίνης και προ εκπλήξεων κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. Οι εναγόμενες - καθ'ών η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση με τους λόγους αυτής να καταγράφονται στην ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν ημερ.30/11/2016. Παραθέτω κάτωθι συνοπτικά και ομαδοποιημένους τους λόγους ένστασης των εναγομένων 1 και 2: 1) Η αίτηση των αιτητών είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, αδικαιολόγητη, ανεδαφική και ενοχλητική και δεν δεικνύει την ύπαρξη καλών λόγων που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή είναι καταχρηστική και/ή γίνεται με κακή πίστη. 2) Δεν ικανοποιούνται με την αίτηση οι προϋποθέσεις της Δ.19, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3) Κύριος σκοπός της αίτησης είναι η αποκάλυψη της μαρτυρίας των εναγομένων 1 και 2 και/ή είναι «ψάρεμα» της μαρτυρίας των. 4) Οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 και 2 είναι σαφείς και περιέχουν συνοπτικά τους νομικούς ισχυρισμούς και τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η υπεράσπιση και δεν χρειάζονται περαιτέρω λεπτομέρειες. Όλα τα απαραίτητα στοιχεία βρίσκονται δικογραφημένα στην υπεράσπιση των εναγομένων και όλα τα σχετικά έγγραφα και καταστάσεις λογαριασμών βρίσκονται στην κατοχή και έλεγχο των εναγόντων. Με βάση το ότι οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού είναι στην κατοχή των εναγόντων και δεν έχουν δοθεί στους εναγόμενους δεν μπορούν να δώσουν τις λεπτομέρειες που αφορούν οιεσδήποτε χρεώσεις. 5) Με την αίτηση ζητείται η ερμηνεία της νομοθεσίας και αποκάλυψη της νομικής επιχειρηματολογίας των εναγομένων επί των επιδίκων θεμάτων. 6) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την στήριξη της. 7) Οι ενάγοντες έχουν την δυνατότητα να ζητήσουν αποκάλυψη εγγράφων και επιθεώρηση ως εκ τούτου η αίτηση είναι περιττή και καταχρηστική. 8) Δεν είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η ένσταση βασίζεται επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, στην Δ.48 και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 καθώς και εις τις Συμφυείς εξουσίες, την πρακτική και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγομένου - καθ'ής η αίτηση αρ.2. Η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί τους λόγους ένστασης και ουσιαστικά επαναλαμβάνει αυτούς με περισσότερες λεπτομέρειες ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβω στην παρούσα απόφαση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης το οποίο έχω μελετήσει και λάβει υπόψη μου για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ Σε ότι αφορά το αίτημα για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω: Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Μαρνέρος κα Σία Λτδ,
(1997)1ΑΑΔ 718, στην σελίδα 721 αναφέρθηκαν τα κάτωθι ουσιώδη: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C.D.Hay and Sons Ltd
(1971)1C.L.R 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (C.LP. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R 669,680). Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.6., μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάσει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή τετελεσμένων γεγονότων. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.D. 649,652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan 40 Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για; Ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για την δίκη.» Επιπλέον και από την άλλη παραπέμπω στην απόφαση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης
(2000)1 Α. Α. Δ. σελ.157 όπου αποφασίστηκαν τα κάτωθι: « Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με την μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απήνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια την μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδεχθούν.» Στην ίδια απόφαση που ανωτέρω αναφέρω λέχθηκε ότι η Νομολογία δείχνει ότι η αποκάλυψη του ονόματος ενδεχόμενου μάρτυρα μπορεί να προκύψει όχι αφ' εαυτής αλλά μόνο ως επακόλουθο παροχής αναγκαίων λεπτομερειών ως προς ουσιώδες γεγονός, όπως στην περίπτωση της υπεράσπισης της αλήθειας της αναφοράς σε αγωγή για δυσφήμιση, ή της φύσης της ισχυριζόμενης σκληρότητας σε αγωγή διαζυγίου. Ο προσδιορισμός του φυσικού προσώπου που ενήργησε για την εταιρεία δεν συνιστά μέρος τους ουσιώδους γεγονότος που αναφέρεται στο δικόγραφο που είναι τα όσα αποδίδονται στην εφεσίβλητη και των οποίων δεν ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ακόλουθα των οποίων ενδεχόμενα να αποκαλύπτετο και το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε εκ μέρους της. Οι μάρτυρες που θα παρουσιασθούν στα πλαίσια αυτά δεν εμπίπτουν στα δικογραφικά αλλά στα αποδεικτικά πλαίσια της υπόθεσης. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικόγραφα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενεργείας ορισμένων γεγονότων, τότε αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα (βλ. Τζιακούρα ν. Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669.) Επιπλέον έχει θεμελιωθεί ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά την δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού. (Νικήτα ν. Κ.Ο.Α
(2003)1 ΑΑΔ 334.) Με βάση τα ανωτέρω που προκύπτουν από την σχετική νομολογία το κατά πόσο το Δικαστήριο θα διατάξει την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών είναι θέμα που εμπίπτει στην διακριτική του ευχέρεια. Αυτή του τώρα η ευχέρεια ασκείται μέσα στα πλαίσια του γενικού κανόνα και της νομολογίας κατά την οποία τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιονδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα για την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην Ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάσει την δική της υπόθεση και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεων. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση μιας αίτησης για λεπτομέρειες προσπαθεί να βρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ λεπτομερειών γεγονότων από την μια για τα οποία μπορεί και πρέπει να διατάξει να δοθούν λεπτομέρειες αν αυτές απουσιάζουν από το δικόγραφο και της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα από την άλλη για την οποία ο αιτητής δεν δικαιούται σε διάταγμα. Το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός δεν είναι μέσα στο πλαίσιο των λεπτομερειών (βλ. Takis Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666) Λαμβάνοντας υπόψη μου τώρα τις πιο πάνω αρχές και χωρίς να παραβλέπω τα δικόγραφα που έχουν ήδη καταχωρηθεί οφείλω να αναφέρω τα κάτωθι σε σχέση με την ουσία της αίτησης πάντοτε εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των πιο πάνω αναφερθέντων νομολογιακά αρχών: Το αίτημα των Εναγόντων άπτεται ουσιαστικά 4 ερωτημάτων και ζητημάτων τα οποία θα εξετάσω ξεχωριστά. Αναφορικά με το αίτημα υπό Α 1 της αίτησης: Το αίτημα αυτό αφορά τις παραγράφους 1 και 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων περί ανυπαρξίας και/ή ακυρότητας του ισχυριζόμενου από τους ενάγοντες τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Στις παραγράφους 1 και 5 της υπεράσπισης οι εναγόμενες εισηγούνται ανυπαρξία τερματισμού για τον λόγω του ότι δεν έχουν λάβει τις επιστολές που με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έγινε ο τερματισμός και διαζευκτικά θέτουν την εισήγηση ότι ακόμα και αν ο τερματισμός αυτός έλαβε χώρα δεν ήταν έγκυρος και/ή νομότυπος. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τα αξιούμενα ποσά δεν κατέστησαν απαιτητά νομότυπα. Στην απάντηση στην υπεράσπιση οι ενάγοντες απαντούν στις πιο πάνω θέσεις των εναγομένων 1 και 2 και επιμένουν ότι απέστειλαν τις εν λόγω επιστολές οι οποίες παραλήφθηκαν από τις εναγόμενες και συνιστούσαν έγκυρο και νομότυπο τερματισμό. Θεωρώ και κρίνω ότι οι θέσεις και οι ισχυρισμοί που τίθενται μέσα από τις παραγράφους 1 και 5 της υπεράσπισης των εναγομένων δεν χρήζουν οιασδήποτε περαιτέρω διευκρίνησης και/ή λεπτομέρειας. Η εισήγηση των εναγομένων και η θέση που προωθούν είναι ότι δεν έχουν λάβει αυτές τις επιστολές που οι ενάγοντες εισηγούνται ότι αποτελούν τη βάση του τερματισμού ενώ διαζευκτικά, ως έχουν δικαίωμα να πράξουν, θέτουν την θέση ότι ακόμα και αν αυτές στάλθηκαν δεν συνιστούν νόμιμο τερματισμό και/ή έγκυρο. Είναι η κατάληξη μου ότι οι θέσεις των εναγομένων, ασχέτως με το πώς θα αξιολογηθούν κατά το στάδιο της ακρόασης σε συνάρτηση με την προσφερθείσα μαρτυρία, είναι σαφείς και δεν χρήζουν περαιτέρω λεπτομερειών. Το κατά πόσο αυτές οι επιστολές στάλθηκαν και παραλήφθηκαν είναι στους ώμους των Εναγόντων να το αποδείξουν όπως επίσης και το νόμιμο και έγκυρο του τερματισμού. Επιπλέον το περιεχόμενο οιονδήποτε εγγράφων και στην προκειμένη των επιστολών αυτών σε συνάρτηση με την θέση ότι αποτελεί έγκυρο τερματισμό άπτεται της αξιολόγηση της μαρτυρίας και της ερμηνείας του περιεχομένου τους, έργο που επιτελείται από το Δικαστήριο. Επιπλέον η επιχειρηματολογία που ενδεχομένως άπτεται νομικών θεμάτων γιατί αυτές οι επιστολές δεν συνιστούν νόμιμο τερματισμό δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στα δικόγραφα. Ως εκ τούτου το αιτητικό υπό Α 1 απορρίπτεται καθότι δεν κρίνω ότι υπάρχει ανάγκη περαιτέρω λεπτομερειών. Αναφορικά με το αίτημα υπό Α 2 και Α3 της αίτησης Στα πιο πάνω αιτήματα ουσιαστικά οι Ενάγοντες ζητούν λεπτομέρειες αναφορικά με τις παραγράφους 2 και 4 της υπεράσπισης όπου οι εναγόμενες 1 και 2 επικαλούνται και ισχυρίζονται παράβαση των προνοιών των Νόμων Περί προστασίας του καταναλωτή, περί συμβάσεων και περί καταναλωτικής πίστεως ενώ περαιτέρω επικαλούνται ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ενόψει παραβιάσεων του Νόμου περί τραπεζιτικών εργασιών και των κανονισμών της Κεντρικής Τράπεζας. Επιπλέον με τα πιο πάνω στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης τίθενται ισχυρισμοί περί καταχρηστικών όρων στην επίδικη συμφωνία και παραβίαση δικαιωμάτων των εναγομένων. Τέλος υπάρχει ισχυρισμός για την ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης σε σχέση με την εναγομένη
- Οι Ενάγοντες αιτητές απαντούν στους εν λόγω ισχυρισμούς της υπεράσπισης με το δικόγραφο της απάντησης τους και επικαλούνται πλήρη τήρηση και συμμόρφωση με την σχετική νομοθεσία και συνεπακόλουθη εγκυρότητα και νομιμότητα των πράξεων και ενεργειών τους αλλά και των επίδικων έγγραφων συμφωνιών επιπλέον αρνούνται την ακυρότητα της εγγύησης της εναγομένης 2 και ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι καταχρηστικοί. Σημειώνω εξαρχής ότι κύριοι ισχυρισμοί στις εν λόγω παραγράφους 2 και 4 είναι θέσεις περί παραβίασης συγκεκριμένης νομοθεσίας. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι νομικά επιχειρήματα, η δε ερμηνεία των συμφωνιών είτε ενοικιαγοράς είτε εγγύησης θα γίνει από το Δικαστήριο στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και αφού ακούσει την σχετική επιχειρηματολογία επ' αυτών των ζητημάτων των συνηγόρων. Σε αυτό το στάδιο κρίνω ότι ένα δικόγραφο, εν προκειμένω αυτό της υπεράσπισης, δεν δύναται να περιλαμβάνει νομική επιχειρηματολογία νοουμένου ότι αυτή δεν φαίνεται να συνδέεται από αυτό το δικόγραφο με γεγονότα. Μέσα από την νομολογία επί του θέματος προκύπτει ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικόγραφα εκτός όπου το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενεργείας ορισμένων γεγονότων (βλ. Τζιακούρα ν. Οικονομίδη, ανωτέρω). Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι το ζήτημα εγκυρότητας μιας σύμβασης, οιασδήποτε μορφής, σε συνάρτηση με οιαδήποτε νομοθεσία, πρωτογενή ή δευτερογενή, είναι καθαρά νομικό ζήτημα το οποίο δεν χρήζει διευκρινήσεων στα δικόγραφα, ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων για παροχή περαιτέρω λεπτομερειών επί των παραγράφων αυτών. Το αιτητικό υπό Α 2 και 3 απορρίπτεται. Αναφορικά με το αίτημα υπό Α 4 της αίτησης Με αναφορά στις παραγράφους 9, 10, 11 και 12 της υπεράσπισης οι ενάγοντες αιτητές επιζητούν περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τις επιμέρους χρεώσεις τις οποίες αμφισβητούν οι εναγόμενες 1 και
- Επιπλέον ζητούν λεπτομέρειες για το συνολικό ποσό που αυτές οι ισχυριζόμενες χρεώσεις συμποσούνται. Περαιτέρω και με βάση τον ισχυρισμό ότι το αξιούμενο ποσό δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο, αξιώνουν να μάθουν ποιό είναι αυτό που αποδέχονται οι εναγόμενες. Καταρχήν να αναφέρω, με αναφορά όχι μόνο στο αιτητικό υπό Α4 στοιχείο αλλά και για τα προηγούμενα που εξέτασα, ότι στην υπεράσπιση των εναγομένων, γίνεται επίκληση ισχυρισμών διαζευκτικών μεταξύ τους. Η ύπαρξη διαζευκτικών ισχυρισμών από μόνη της δεν δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων για παροχή λεπτομερειών, δίχως άλλο. Ως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 448 ένας εναγόμενος μπορεί να εγείρει όσες διαφορετικές, ξεχωριστές και συναφώς μη συμβατές μεταξύ τους υπερασπίσεις, κρίνει σκόπιμο. Συνεπώς οι εναγόμενες μπορούν να επικαλεσθούν στο δικόγραφο τους είτε ότι δεν οφείλεται το αξιούμενο ποσό είτε ότι το οφειλόμενο δεν είναι το ίδιο με το αξιούμενο π.χ. είναι μικρότερο, ή ακόμα και να αμφισβητήσουν την επιβολή των αιτούμενων επιτοκίων ακόμα και να αμφισβητήσουν τον ισχυρισμό ότι οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσίαζαν καθυστερήσεις ή υπερβάσεις. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσο επ' αυτών των ισχυρισμών πρέπει να δοθούν λεπτομέρειες, καταλήγω ότι η απάντηση και κρίση μου θα είναι και πάλι αρνητική. Είναι η θέση μου ότι οι οιεσδήποτε θέσεις και ισχυρισμοί των εναγομένων για υπερχρεώσεις με επιβαρύνσεις και τόκους αλλά και το ποια είναι ακριβώς αυτά τα ποσά είναι ζητήματα μαρτυρίας και αντεξέτασης των μαρτύρων που θα παρουσιασθούν προς απόδειξη του ισχυριζόμενου χρεωστικού υπολοίπου και όχι θέμα περαιτέρω λεπτομερειών. Επιμονή στην έκδοση αυτού του διατάγματος και τυχόν έκδοση του θα συνιστούσε προσπάθεια «αλίευσης μαρτυρίας» αλλά και ενδεχομένως αναστροφή του βάρους απόδειξης του υπολοίπου που παραμένει στους ώμους των Εναγόντων, οι οποίοι σημειώνω έχουν στην κατοχή τους τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών και με βάση αυτές θα προωθήσουν απόδειξη του υπολοίπου που ισχυρίζονται ότι οφείλουν οι εναγόμενες. Ουσιαστικά οι Αιτητές αιτούνται, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες του επίδικου λογαριασμού του οποίου οι ίδιοι έχουν στην κατοχή τους την αναλυτική κατάσταση και με βάση τον οποίο, ως μαρτυρία πλέον θα πρέπει να αποδείξουν το ισχυριζόμενο από αυτούς υπόλοιπο. Όπως εξηγείται ανωτέρω δεν είναι δυνατό να διαταχθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν μαρτυρία και οι λεπτομέρειες τις οποίες ζητούν οι Αιτητές αποτελούν μαρτυρία και όχι ουσιώδη γεγονότα τα οποία έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι η παροχή λεπτομερειών και ως προς το αιτητικό Α 4 της αίτησης δεν θα πρέπει να επιτραπεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα επίδικα θέματα είναι πλήρως καταγραμμένα με σαφήνεια και σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης. Η Υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 περιέχει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι απαραίτητα για σαφή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με τρόπο που επιτρέπει στους Αιτητές να γνωρίζουν με βεβαιότητα τι θα επικαλεστούν οι εναγόμενοι κατά τη δίκη, να μην καταληφθούν εξ' απήνης. Να σημειώσω σε αυτό το σημείο βέβαια ότι οι Αιτητές μέχρι το στάδιο της δίκης, εάν εκδικαστεί η υπόθεση, έχουν στην διάθεση τους αρκετά δικονομικά μέσα για να εξασφαλίσουν την μαρτυρία των καθ'ών η αίτηση έτσι ώστε για σκοπούς και μόνο της δίκης να μην καταληφθούν εξ απήνης. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω και καταλήγω ότι για ουδέν εκ των αιτημάτων υπάρχει ανάγκη παροχής περαιτέρω λεπτομερειών ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα αυτής να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της, συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο