← Κύπρος

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/08, 5/12/2016

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/08, 5/12/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A511 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4498/08 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητριάδη, από την Πάφο Ενάγοντα Και

  1. Ρίκκου Ερωτοκρίτου, από τη Λεμεσό
  2. Ρίκκου Ερωτοκρίτου & Σία, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09.08.2016 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ.01/08/2016 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 05.12.2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κα Ευριπίδου Για Καθ' ου η αίτηση: κα Ιωάννου Περσεφόνη για ν' ακούσει απόφαση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους / Αιτητές 1 και 2 με την οποία εξαιτούνται τα κάτωθι: Α. Όπως η εκτέλεση και/ή η λήψη οποιουδήποτε μέτρου εκτέλεσης ολόκληρης της απόφασης και/ή διατάγματος ημερομηνίας 01.08.2016 του Σεβαστού Δικαστηρίου Λεμεσού, συμπεριλαμβανομένης της επιδίκασης τόκων επί του ποσού της πιο κάτω αναφερόμενης επιδικασθείσας χρηματικής αποζημίωσης και των δικηγορικών εξόδων και/ή οποιουδήποτε από αυτά, εις την υπό των ως άνω αριθμόν και τίτλον αγωγή δυνάμει της οποίας και/ή του οποίου: Εξεδόθηκε απόφαση και/ή διάταγμα υπέρ του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτησις και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών 1-2, ως ακολούθως: αποζημιώσεις ύψους €35.880,63, πλέον νόμιμος τόκος, ο οποίος μέχρι την 1.8.2016 συμποσούται στις €19.387,00, από τις 13.3.2007 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα Ανασταλεί μέχρι νεοτέρων διαταγών του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας εκδικάσεως και αποπερατώσεως της Έφεσης που καταχωρίστηκε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 1.8.2016 εκ μέρους των Εναγομένων 1-2-Αιτητών. Β. Οιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή περαιτέρω θεραπεία που το Δικαστήριο θα ήθελεν κρίνει ως ορθήν, εύλογη και δικαίαν. Γ. Έξοδα της Αίτησης. Δ. Φ.Π.Α. Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9, Θ.Θ. 1-13, Δ.25, Κ.Κ. 1-6, Δ.35, Κ.Κ.18, 19, Δ.39 Κ.Κ. 1 έως 7, Δ.48 Κ.Κ.1, 2, 8, Δ.64, Κ.Κ. 1, 2, επί του Άρθρου 30.2, 3 του Συντάγματος, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 - αιτητή στην οποία αναφέρει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται η αίτηση και τους λόγους για τους οποίους η παρούσα αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Συνοπτικά αναφέρω ότι ο εναγόμενος 1 - αιτητής αναφέρει την καταχώρηση έφεσης εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερ.1/8/2016 την οποία και καταχωρεί ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του. Σύμφωνα με αυτόν για να διαπιστωθεί κατά πόσο η έφεση αυτή θα μπορούσε να επιτύχει ή όχι είναι αναγκαίο όπως επιτύχει η παρούσα αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης μέχρι τελικής αποπεράτωσης της έφεσης. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι επειδή με βάση την νομολογία η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης η οποία παραμένει σε ισχύ θα πρέπει να πετύχει η παρούσα αίτηση. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για αναστολή θα πρέπει να διασφαλίσει αφενός την απόδοση στον επιτυχόν διάδικο των καρπών της επιτυχίας του και αφετέρου την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η εξισορρόπηση των πιο πάνω μπορεί να διασφαλιστεί με την υποβολή κατά την αναστολή τέτοιων όρων για εξασφάλιση του λαβείν του Ενάγοντα και τους οποίους θα πρέπει να αποδεχθούν οι εναγόμενοι - αιτητές. Η παρούσα αίτηση περαιτέρω εισηγείται ότι υποβλήθηκε χωρίς καμία καθυστέρηση από πλευράς των Αιτητών. Τα πιο πάνω αναφερθέντα αποτελούν τις βασικές θέσεις και ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα. Σημειώνω ότι τα όσα αναφέρονται από τον εναγόμενο 1 - αιτητή αποτελούν κυρίως νομική επιχειρηματολογία και όχι μαρτυρία γεγονότων ή θέσεων και ισχυρισμών. Οι Ενάγων - καθ' ού η αίτηση καταχώρησε ένταση στην πιο πάνω αίτηση με ειδοποίηση περί της προθέσεως του αυτής και στην οποία αναφέρονται οι κάτωθι λόγοι ένστασης:
  3. Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 01.08.2016 προνοεί την επιστροφή των χρημάτων που κατέβαλε ο Καθ' ου η αίτηση στους Αιτητές, είναι χρήματα του Καθ' ου η αίτηση τα οποία κατακρατούν οι Αιτητές και είναι ορθό και δίκαιο να επιστραφούν άμεσα στον Καθ' ου η Αίτηση.
  4. Η καταχώρηση έφεσης εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου σύμφωνα με την νομολογία δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου.
  5. Οι Αιτητές δεν προβάλλουν λόγους αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης και/ή οι προβαλλόμενοι λόγοι αναστολής εκτέλεσης της απόφασης δεν αποτελούν λόγο αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης.
  6. Οι Αιτητές επιδιώκουν να αποστερήσουν τον Καθ' ου η αίτηση ως επιτυχών διάδικο να καρπωθεί την επιτυχία του και/ή την αποφυγή της πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους και έξοδα.
  7. Οι Αιτητές δεν προσφέρουν καμία εξασφάλιση και/ή κανένα αποτελεσματικό τρόπο εξασφάλισης προς τον Ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφανθεί ότι έχει εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρηθεί, ούτε και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος στοιχείου και/ή μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι τα συμφέροντα του Ενάγοντα εξασφαλίζονται ή μπορεί να εξασφαλισθούν, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να εξετασθεί το ενδεχόμενο να διαταχθεί οποιαδήποτε αναστολή.
  8. Οι Αιτητές δεν θέτουν ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή δεν δίνουν κανένα στοιχείο ως προς την οικονομική τους κατάσταση και/ή δυνατότητα να πληρώσουν στον Ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση τα ποσά που δικαιούται σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που η απόφαση του Δικαστηρίου ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης που έχουν καταχωρήσει οι εν λόγω Εναγόμενοι.
  9. Ο Αιτητής αντιμετωπίζει σοβαρές ποινικές διώξεις (Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, Ποινική Δίωξη υπ' αρ. 9208/15) και η περιουσία του ενδεχόμενα να κατασχεθεί προς όφελος της Κυπριακής Δημοκρατίας εάν βρεθεί ένοχος.
  10. Οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης είναι μηδαμινές και/ή ανύπαρκτες και/ή η έφεση των Εναγομένων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία καθ' ότι δεν αποκαλύπτει έγκυρο λόγο έφεσης και/ή δεν είναι βάσιμη και/ή καταχωρήθηκε με αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης.
  11. Η όποια απομακρυσμένη και μηδαμινή πιθανότητα για επιτυχία της έφεσης που έχουν καταχωρήσει οι Αιτητές, δεν είναι από μόνη της αρκετή και ούτε μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο για να αποστερήσει από τον Ενάγοντα το δικαίωμα του να εκτελέσει την απόφαση και/ή το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη την όποια απομακρυσμένη και μηδαμινή και/ή ανύπαρκτη πιθανότητα για επιτυχία της έφεσης που έχουν καταχωρήσει οι εν λόγω Εναγόμενοι, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι ως να αναθεωρεί και/ή να επανεξετάζει αυτεπάγγελτα την ορθότητα της απόφασης του, πράγμα δικονομικά ανεπίτρεπτο.
  12. Δεδομένου ότι η έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναμένεται ότι θα εκδικασθεί μετά από μερικά χρόνια, τυχόν αποδοχή της παρούσας αίτησης θα έχει σαν αποτέλεσμα να αποστερηθεί ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση το δικαίωμά του να εκτελέσει την απόφαση και/ή να στερηθεί χωρίς ουσιαστικό λόγο τον καρπό της επιτυχίας του, με αποτέλεσμα να υποστεί οικονομική ζημιά και/ή τον δυσμενή επηρεασμό του.
  13. Οι ζημιές και απώλειες που υφίσταται και/ή θα συνεχίσει να υφίσταται ο Ενάγοντας σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος αναστολής είναι ανυπολόγιστες και/ή δυσανάλογες και/ή καταστρεπτικές και/ή δεν θα είναι δυνατόν να υπολογισθούν σε χρήμα.
  14. Οι Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις που δικαιολογούν την χορήγηση της αναστολής της απόφασης και συγκεκριμένα ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης.
  15. Η αίτηση είναι κακόπιστη και αποσκοπεί στην πρόκληση ταλαιπωρίας και καθυστέρησης.
  16. Δεν έχει προβληθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η μη έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα καταστήσει την έφεση άνευ αντικειμένου.
  17. Με την αίτηση επιδιώκεται ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης που εφεσιβάλλεται και όχι η αναστολή της.
  18. Η δυσκολία και/ή άρνηση συμμόρφωσης με την απόφαση του Δικαστηρίου δεν είναι παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  19. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα σε τέτοιου είδους αιτήσεις και έχει κατά κανόνα, οριακή σημασία. Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο παράγοντας αυτός καθίσταται περιθωριακής σημασίας, καθ' ότι ο λόγος έφεσης άπτεται θέματος αξιολόγησης μαρτυρίας, στοιχεία τα οποία καθιστούν αδύνατη την πρόγνωση, με βεβαιότητα, ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  21. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας.
  22. Η αίτηση δεν στηρίζεται στον ορθό Νόμο και διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή είναι νομικά αβάσιμη και/ή νομικά αστήρικτη. Η ένσταση βασίζεται επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ.Θ.18 και 19, Δ.39 Θ.Θ.1-7, Δ.40 Θ.7(β) και Θ.11, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4, 7, Δ.64 Θ.1

(1)
(2)
(3), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29, 31 και 32, στις διατάξεις των άρθρων 30.1, 30.2 και 30.3 του Συντάγματος καθώς και των αντίστοιχων προνοιών της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επί των Αρχών Φυσικής Δικαιοσύνης, των κανόνων της επιείκειας, της πρακτικής και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση του καθ' ού η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα στην οποία κατ' ουσία αναφέρονται και επαναλαμβάνονται με περισσότερες λεπτομέρειες οι πιο πάνω καταγεγραμμένοι αυτούσιοι λόγοι ένστασης και ως εκ τούτου κρίνω ότι παρέλκει η ανάγκη εκ νέου καταγραφής της ένορκης δήλωσης και των όσων σε αυτήν αναφέρονται. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν. Έχω λάβει υπόψη μου τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρει με λεπτομέρεια στην εμπεριστατωμένη αγόρευση της και δεν κρίνω ως εκ τούτου σκόπιμο να τα επαναλάβω. Κρίνω σημαντικό όμως να αναφέρω από αυτά τα πιο κάτω: - Με την άρνηση της αναστολής εκτέλεσης υπάρχει δυνητικά ο κίνδυνος εξανέμισης της αξίας της έφεσης. - Ο καθ΄ού η αίτηση έχει παραλείψει να αναφέρει ότι οι αιτητές μέσω του συνηγόρου τους προσέφεραν εξασφάλιση του λαβείν του καθ'ού σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης μέσω του συνηγόρου τους στις 22/8/2016 και ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω δέσμευσης τοκοφόρου λογαριασμού εμπρόθεσμης κατάθεσης του γραφείου των αιτητών 1 και 2. Το εν λόγω δε πρακτικό επισυνάπτεται στην αγόρευση των αιτητών. Επιπλέον αναφέρω ότι έχω λάβει υπόψη μου την γραπτή αγόρευση του Ενάγοντα - καθ'ού η αίτηση και δεν κρίνω σκόπιμο ούτε το περιεχόμενο αυτής να επαναλάβω αυτούσιο. Ο καθ'ού η αίτηση εμμένει στις θέσεις του ως αυτές φαίνονται στους λόγους ένστασης και ιδιαίτερα στο ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει την εκτέλεση αποφάσεων ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάτι που δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ Η Διάταξη 35, θεσμός 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί του οποίου στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «Η έφεση δεν λειτουργεί ως αναστολή εκτέλεσης ή των διαδικασιών που γίνονται δυνάμει της απόφασης που εφεσιβάλλεται εκτός εάν διαταχθεί από το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται ή από το Εφετείο ή από Δικαστή είτε του ενός είτε του άλλου Δικαστηρίου. Και καμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία δεν θα ακυρώνεται εκτός στην έκταση που το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβάλλεται δύναται να διατάξει. Προτού εκδοθεί διάταγμα αναστολής εκτέλεσης το πρόσωπο που εξασφαλίζει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εξασφάλιση όπως αυτή δύναται να καθορισθεί (αν έχει καθορισθεί). Αν η εξασφάλιση πρόκειται να δοθεί υπό μορφή γραμματίου, το γραμμάτιο θα πρέπει να γίνει προς όφελος του διαδίκου υπέρ του οποίου εκδόθηκε η εφεσιβαλλόμενη απόφαση». Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου επί του θέματος παρατίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737, Iacovos Aristidou v. Niki Aristidou
(1985)1 CLR 649, Βερεγγάρια Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 513 και Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 101). Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978 οι πιο πάνω αρχές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής: "Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης». Επιπλέον παραπέμπω στην απόφαση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Χρυσάνθης Δημητρίου
(1989)1 ΑΑΔ 592 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 597-598: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί τον τελεσίδικό της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση, ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση την αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Την διασφάλιση, αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει τον καρπόν της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι αρχές αυτές καθώς και η νομολογία επεξηγούνται στην υπόθεση Ε.Υ.R.I.K. and others v. Kotsonis*. Ο συγκερασμός των δύο αρχών επιτυγχάνεται συνήθως με την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στον ενάγοντα (εξ αποφάσεως δανειστή), όταν το αντικείμενο της απόφασης αποτιμάται σε χρήμα και την παράλληλη παροχή εγγύησης από τον εξ αποφάσεως δανειστή ότι θα επιστρέψει το αντικείμενο της απόφασης ή μέρος του ανάλογα και σύμφωνα με οποιαδήποτε τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης ήθελε διατάξει το Εφετείο». Αναφορικά με τα έξοδα μιας απόφασης σε περίπτωση που υπάρχει αίτημα για αναστολή της εκτέλεσης της, διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, που πιο πάνω αναφέρθηκε και όπου τονίστηκε, ότι η πρακτική που ακολουθούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογη προς ό,τι εφαρμόζεται στην Αγγλία πάνω στο ίδιο θέμα (Βλ. Annual Practice 1956, Ord. 58, r.16). Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το Δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης (Βλ. Grant v. Banque Franco-Egyptienne
(1878)3 C.P.D. 202 και Hood-Barrs v. Crossman
(1897)A.C. 172). Στην υπόθεση Νίκος Σταύρου Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι πέτυχαν την αναστολή υπό όρους απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον τους και υπέρ του ενάγοντα / εφεσείοντα για ποσό Λ.Κ.368.042,65 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Το εν λόγω ποσό αντιπροσώπευε τις ζημιές που υπέστη ο εφεσείων σε εργατικό ατύχημα. Οι εφεσίβλητοι ήταν οι εργοδότες του. Εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε έφεση και αντέφεση. Οι όροι που τέθηκαν από το Δικαστήριο ήταν όπως οι εφεσίβλητοι πληρώσουν στον εφεσείοντα Λ.Κ.100.000,00 σεντ σε μετρητά και παράσχουν τραπεζική εγγύηση για το ποσό των Λ.Κ.100.000,00 σεντ. Ο εφεσείων καταχώρησε έφεση με την οποία αμφισβήτησε την ορθότητα της απόφασης για αναστολή. Υποστήριξε ότι (α) λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έθεσε όρο για παροχή τραπεζικής εγγύησης για ολόκληρο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους μετά την αφαίρεση των Λ.Κ.100.000,00 σεντ που το Δικαστήριο διέταξε να καταβληθούν και (β) λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιέλαβε στους όρους αναστολής εκτέλεσης την καταβολή των εξόδων που είχαν επιδικασθεί υπέρ του. Το Εφετείο δικαίωσε πλήρως τον εφεσείοντα. Διέταξε την παροχή τραπεζικής εγγύησης προς τον εφεσείοντα για ολόκληρο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους των εφεσιβλήτων μετά την αφαίρεση του ποσού των Λ.Κ.100.000,00 σεντ, η πληρωμή του οποίου είχε ήδη διαταχθεί, και διέταξε τους εφεσίβλητους όπως εντός 45 ημερών πληρώσουν στο δικηγόρο του εφεσείοντα τα έξοδα που είχαν επιδικαστεί πρωτοδίκως υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον των εφεσιβλήτων αφού δηλωνόταν προηγουμένως από το δικηγόρο του εφεσείοντα που θα εισέπραττε τα έξοδα είτε ενώπιον του Εφετείου είτε ενώπιον του Πρωτοκολλητή ότι θα συμμορφωνόταν με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή που το Εφετείο ήθελε εκδώσει στα πλαίσια της έφεσης αναφορικά με τα έξοδα. Σε σχέση με τις πιθανότητες επιτυχίας ή μη της ασκηθείσας έφεσης και πως αυτός ο παράγοντας λαμβάνεται υπόψη παραπέμπω στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147 όπου διασαφηνίσθηκε, ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτο, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και δεύτερο, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει την σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα (Βλ. Πραξιτέλης Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 591). Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1150-1151 της πιο πάνω απόφασης: «Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από την Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Σε σχέση τώρα με την παρούσα αίτηση και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι οι πιο πάνω νομολογιακά καθιερωμένες αρχές εξετάζονται με αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά και ξεχωριστά γεγονότα της κάθε υπόθεσης αναφέρω εξ' αρχή ότι η παρούσα αίτηση στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Παρατηρώ εξ' αρχής και με αναφορά στην ένορκη μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση σε συνδυασμό με τις πιο αρχές, ότι αυτή στερείται πραγματικού υποβάθρου και θέσεων ή έστω ισχυρισμών που να μπορούν εξεταζόμενες να αποτελέσουν τις εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτεί η νομολογία να υπάρχουν κατά το στάδιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στην αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης. Έχω μελετήσει με πάρα πολύ προσοχή την μαρτυρία του εναγομένου 1 και αδυνατώ να διακρίνω σε ποιο ακριβώς σημείο της αναφέρει έστω και έναν ισχυρισμό που σύμφωνα με την συνήγορο του δύναται να αποτελέσει εξαιρετική περίσταση. Σημειώνω ότι καμία αναφορά γίνεται στους λόγους που οι αιτητές πιστεύουν ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν η έστω ότι η ζημιά που ενδεχομένως θα υποστούν θα είναι ανεπανόρθωτη. Καμία δε αναφορά γίνεται στην οιαδήποτε ζημιά. Ειδικότερα καμία αναφορά γίνεται σε οιαδήποτε ισχυριζόμενη αφερεγγυότητα του Ενάγοντα - καθ'ού η αίτηση ή έστω και σε ισχυρισμό ότι εάν η πρωτόδικη απόφαση ανατραπεί δεν θα μπορέσει ο Ενάγων να επιστρέψει τα όσα θα λάβει σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης. Η θέση που εκφράζεται για την απώλεια της αποτελεσματικότητας της έφεσης δεν στηρίζεται σε κάποιο γεγονός ή έστω θέση ή ισχυρισμό γεγονός που αφήνει την αίτηση αστήρικτη. Επιπλέον αναφέρω η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και υποβάλλεται από τον εναγόμενο 1 ομοιάζει περισσότερο με κείμενο νομική αγόρευσης και όχι μαρτυρία θέσεων και ισχυρισμών που να στηρίζουν το αίτημα. Το αίτημα το οποίο έχει υποβληθεί για να μπορέσει να εξεταστεί θα πρέπει να βασίζεται σε τέτοια γεγονότα και/ή θέσεις και ισχυρισμούς που να το δικαιολογούν. Στην προκειμένη περίπτωση το πραγματικό αυτό υπόβαθρο ελλείπει παντελώς αφήνοντας την αίτηση έκθετη σε απόρριψη ως αστήρικτη. Σημειώνω επιπλέον και με αναφορά στα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών αναφέρει στην αγόρευση της ότι η οποιαδήποτε προσφορά από πλευράς αιτητών για εξασφάλιση του λαβείν του καθ'ού η αίτηση, εξετάζεται νοουμένου ότι πληρούνται πρώτιστα οι νομολογιακά καθιερωμένες αρχές για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και εν πάσει περιπτώσει σε συνδυασμό με αυτές. Στην παρούσα υπόθεση πέραν του ότι η πρόταση αυτή για εξασφάλιση τίθεται με την αγόρευση της συνηγόρου των αιτητών και όχι με μαρτυρία, ως εκ τούτου δεν δύναται και να ληφθεί υπόψη, δεν κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος καθότι τα γεγονότα και ισχυρισμοί είναι τέτοιοι που δεν αποτελούν τις απαραίτητες εξαιρετικές περιστάσεις. Ακόμα όμως και στην περίπτωση όπου θα μπορούσα από το περιεχόμενο του φακέλου και μόνο να λάβω υπόψη μου τα όσα διαμείφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν κρίνω ότι η αίτηση ακόμα και λαμβάνοντας αυτή την προσφορά υπόψη δύναται να επιτύχει. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται είναι ουσιαστικά όχι μόνο γενικοί και αόριστοι αλλά δεν τέθηκαν ενώπιον μου και παρέμειναν ανύπαρκτοι. Η μόνη γενική αναφορά που υπάρχει στην ένορκη δήλωση είναι στην παράγραφο 3 αυτής όπου αναφέρεται η ανάγκη προστασίας της αποτελεσματικότητας της έφεσης. Γιατί όμως στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει αυτή η ανάγκη και σε ποια γεγονότα και/η στοιχεία βασίζεται παρέμεινε άγνωστο. Σε σχέση με την σημασία του να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία για τον κίνδυνο, σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης κατ' έφεση να μην δύναται να εισπράξει ο αιτητής το λαβείν του, παραπέμπω στην απόφαση Elpida Charalambous v. C. Nicolaides and A. Neophytou Co
(1985)1 CLR 737 όπου η αιτήτρια διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας να πληρώσει στους ενάγοντες / καθ' ων η αίτηση το ποσό των Λ.Κ.857,36 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την καταχώρηση έφεσης η αιτήτρια καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και μονομερώς και διά κλήσεως. Το Δικαστήριο διέταξε αναστολή στην βάση της μονομερούς αίτησης πλην όμως κατά την εκδίκαση της διά κλήσεως αίτησης αρνήθηκε να παραχωρήσει αναστολή εκτέλεσης μέχρι εκδίκασης της έφεσης, μεταξύ άλλων, γιατί η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου αν το εξ' αποφάσεως χρέος ομού μετά των εξόδων πληρωνόταν. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τον πρωτόδικο Δικαστή δεν υπήρχε ο παραμικρός ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση, ούτε και η αποκάλυψη οποιουδήποτε λόγου από μέρους της αιτήτριας που να κατεδείκνυε έστω και στον ελάχιστο βαθμό ότι σε περίπτωση που το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από αυτήν στους καθ' ων η αίτηση η έφεσή της θα καθίστατο άνευ αντικειμένου. Στην απόφασή του ο πρωτόδικος Δικαστής έκανε, επίσης, αναφορά στην ένορκο δήλωση ενός εκ των συνεταίρων των καθ' ων η αίτηση που συνόδευε την ειδοποίηση ένστασης τους στην οποία προβάλλετο ο ισχυρισμός ότι τόσο και οι δύο συνέταιροι όσο και ο συνεταιρισμός είχαν περιουσία και ήταν φερέγγυοι και σε θέση να πληρώσουν πίσω στην αιτήτρια οποιοδήποτε ποσό αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. Επισημάνθηκε, επίσης, από τον πρωτόδικο Δικαστή ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν είχε αμφισβητηθεί από την αιτήτρια, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα. Το Εφετείο στο οποίο η αιτήτρια κατέφυγε με νέα αίτηση καθοδηγούμενο από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Gruno v. Ship «Algazera»
(1980)1 CLR 595 αρνήθηκε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της αιτήτριας πρωτίστως αφού δεν ικανοποιήθηκε ότι αν το εξ' αποφάσεως χρέος και τα έξοδα πληρώνονταν από την αιτήτρια δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα ότι αυτά θα μπορούσαν να πληρωθούν πίσω στην αιτήτρια αν αυτή πετύχαινε με την έφεσή της. (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σημειώνω ότι το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια στηριζόμενο σε δύο αρχές. Ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται χωρίς ουσιαστικό λόγο των καρπών της επιτυχίας του αλλά ταυτόχρονα και το ένδικο μέσο της έφεσης δεν μπορεί να στερείται της αποτελεσματικότητας του. Όπως φαίνεται από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, δεν έχει καταδεχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για τον οποίο στην περίπτωση που επιτύχει η έφεση θα στερηθούν των δικαιωμάτων τους οι εναγόμενοι - αιτητές. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν βάσιμο λόγο που να υποστηρίζει και τεκμηριώνει το αίτημα τους και απέτυχαν να αποδείξουν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η εξουσία των Δικαστηρίων να εκδίδει τέτοια διατάγματα, που άρουν την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων και αποστερούν από τον επιτυχών διάδικο να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του, θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και αφού υπάρχουν ενώπιον του τέτοια γεγονότα τα οποία να αποτελούν εξαιρετικές περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση ουδέν τέτοιο γεγονός τέθηκε και ως εκ τούτου καμία τέτοια εξαιρετική περίσταση αποδείχθηκε. Ως εκ τούτου, και με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.