← Κύπρος

SINCERITY ESTATES LIMITED ν. OLEG FYODOROVICH VDOVIN κ.α., Αρ. Αγωγής 1933/15, 23/11/2016

SINCERITY ESTATES LIMITED ν. OLEG FYODOROVICH VDOVIN κ.α., Αρ. Αγωγής 1933/15, 23/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A490 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1933/15 Μεταξύ: SINCERITY ESTATES LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόντων -και-

  1. OLEG FYODOROVICH VDOVIN, εκ Λεμεσού
  2. VLADIMIR YURIYEVICH SHUVALOV, εκ Λεμεσού
  3. PROPELLANT INTERMIDIARY & CONSULTING LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 19.4.2016 για διαγραφή της Υπεράσπισης και/ή μέρους της 23 Nοεμβρίου 2016 Για ενάγουσα-αιτήτρια: κα Α. Ιωάννου για Μιχάλης Β. Ιωάννου (κα Ε. Ιωάννου ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο 1-καθ' ου η αίτηση: κ. Χρ. Ιωάννου για Χριστόφορος Ιωάννου ΔΕΠΕ (κα Ν. Δημητρίου ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα εξαιτείται τα εξής: "Α. Την διαγραφή ολοκλήρου της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 η οποία κατεχωρήθη στο Δικαστήριο την 07.03.2016 ως ανυπόστατης σαν μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα επιπόλαιος και ενοχλητικής και σαν αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας και/ή εις περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά: Β. Την διαγραφή όλων των κάτωθι ως αχρήστων, σκανδαλωδών, ενοχλητικών, ασχέτων και προκαλούντων αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσει και αποτελούντων μαρτυρία και τεινόντων να καθυστερήσουν την δικαία διεξαγωγή της διαδικασίας και δημιουργίας προβλημάτων εις την απάντηση των Εναγόντων. 1) Παράγραφος 1 της έκθεσης υπεράσπισης Εναγομένου 1 δια τον λόγο ότι ο Εναγόμενος 1 παραλείπει να ασχοληθεί ενδελεχώς με πάντας του ισχυρισμούς των Εναγόντων και να αναφέρει καθαρό κατά πόσο αρνείται ή παραδέχεται ένα έκαστο τούτων αναφέροντας γενικά ότι ο Εναγόμενος 1 αρνείται ένα έκαστο τους ισχυρισμούς των παραγράφων 1-28 και όλα τα αιτητικά υπό παραγράφους Α - Ν της έκθεσης απαίτησης. 2) Παράγραφος 2 της έκθεσης υπεράσπισης και ειδικά την προδικαστική ένσταση αφού ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να υποβάλει αίτημα σύμφωνα με την Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 3) Παράγραφος 8 της έκθεσης υπεράσπισης εις την οποία υπάρχει αντιγραφή εις την υπεράσπιση του Εναγομένου 1 τους όρους συμφωνίας των διαδίκων. 4) Παράγραφος 10 της υπεράσπισης εις την οποία γίνεται αναφορά ότι οι λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την δικάσιμο και/ή όποτε ήθελε ζητηθεί. 5) Παράγραφος 12 της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 εις την οποία ο Εναγόμενος 1 αναφέρεται επιλεκτικά σε επικοινωνία που είχε με σημείωση στο τέλος της παραγράφου ότι επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε ολόκληρη την επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων κατά την δικάσιμο και/ή όποτε ήθελε ζητηθεί. 6) Παράγραφος 13 της υπεράσπισης του Εναγομένου εις την οποία ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα τον κοροϊδεύε συνεχώς. 7) Παράγραφος 18 της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 και ειδικότερα η αναφορά ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαινε στην λήψη νομικών μέτρων και την καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία. 8) Παράγραφος 24 της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 καθώς και των λεπτομερών ψευδών παραστάσεως και/ή απάτης υπό (α) (β) (γ) διαπιστώσεις τις οποίες πληροφορήθηκε ο Εναγόμενος 1 κατά την διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος. 9) Παράγραφος 25 της υπεράσπισης του Εναγομένου 1 υπό (α) (β) (γ) στις οποίες ο Εναγόμενος προβαίνει σε συμπεράσματα." Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 θ.θ.4, 5, 11, 13, 14, 15 και 26, Δ.20 θ.θ.1, 1Α, 3, 4 και 5, Δ.21 θ.θ.1

(1), 5, 6 και 7, Δ.26, θ.1, Δ.27 θ.θ.1, 2 και 3 και Δ.48 θ.9(j) των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και η διακριτική του ευχέρεια. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Ευγενίας Παρασκευαίδου, διευθύντριας της ενάγουσας εταιρείας, ημερομηνίας 19.4.
  1. Στην ένορκη της δήλωση η Παρασκευαίδου ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θεραπείες της αίτησης προσθέτοντας και άλλα στοιχεία. Τονίζει ότι ο εναγόμενος 1 πουθενά στην Υπεράσπιση του αναφέρει ποιά σημεία από την Έκθεση Απαίτησης παραδέχεται και ποιά όχι, ενώ η άρνηση του εναγόμενου 1 επί των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης δεν είναι σαφής, κατηγορηματική και εξειδικευμένη. Γι' αυτό είναι εισήγηση της ότι η Υπεράσπιση θα πρέπει να διαγραφεί όπως και η προδικαστική του ένσταση της παραγράφου 2, εφόσον δεν υποβλήθηκε αίτημα σύμφωνα με τη Δ.27 των Θεσμών. Επίσης στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης καταγράφονται οι όροι της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και περιέχεται μαρτυρία γι' αυτό και η παράγραφος θα πρέπει να διαγραφεί. Επίσης και η παράγραφος 10 θα πρέπει να διαγραφεί εφόσον γίνεται αναφορά σε λεπτομέρειες που θα δοθούν κατά την δικάσιμο, εφόσον η ενάγουσα θα πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τη θέση του εναγόμενου 1 για ν' απαντήσει. Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 12 που αναφέρεται σε επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων και ότι επιφυλάσσεται να αναφερθεί σ' αυτή κατά τη δικάσιμο, χωρίς να αναφέρονται λεπτομέρειες. Επίσης θα πρέπει να διαγραφεί και η παράγραφος 13 εφόσον δεν περιέχει λεπτομέρειες ως προς την «κοροϊδία» που τύγχανε από την ενάγουσα. Περαιτέρω η αναφορά στην παράγραφο 18 ότι ο εναγόμενος 1 θα προέβαινε σε καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία είναι της άποψης ότι γίνεται για δημιουργία εντυπώσεων και δεν έχει καμιά σημασία για την πολιτική υπόθεση. Θα πρέπει δε να διαγραφεί και η παράγραφος 24 μαζί με τις Λεπτομέρειες Ψευδών Παραστάσεων και/ή Απάτης εφόσον αφορούν στην υπόθεση 2295/15 Ε.Δ. Λεμεσού. Θα πρέπει δε να διαγραφεί, κατά την εισήγηση της, και η παράγραφος 25 της Υπεράσπισης του εναγόμενου 1 εφόσον περιέχει συμπεράσματα που είναι έργο του Δικαστηρίου. Καταλήγοντας η Παρασκευαίδου ισχυρίζεται ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του εναγόμενου 1-καθ' ου η αίτηση της οποίας η νομική βάση είναι περίπου η ίδια με εκείνη της αίτησης με την προσθήκη της Δ.25, Δ.39 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και των άρθρων 31 και 32 του περί Ερμηνείας Νόμου. Με την ένσταση του ο εναγόμενος 1 προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: "
  2. Το αιτητικό υπό "Α" είναι γενικό και αόριστο και δεν εξειδικεύει τους λόγους για τους οποίους η Υπεράσπιση του Εναγομένου 1 είναι "ανυπόστατη σαν μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια, ενοχλητική και σαν αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας" με αποτέλεσμα το αιτητικό να παραμένει μετέωρο και/ή να προκαλείται αμηχανία στον Εναγόμενο 1 και/ή ο Εναγόμενος 1 να μην δύναται να τοποθετηθεί με ακρίβεια εις απάντηση του ισχυρισμού.
  3. Άνευ επηρεασμού του 1ου λόγου ένστασης ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι η Υπεράσπιση του είναι "ανυπόστατη σαν μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια, ενοχλητική και σαν αποτέλεσμα κατάχρησης της διαδικασίας".
  4. Η οποιαδήποτε υπεράσπιση δεν δύναται να περιέχει αγώγιμο δικαίωμα, εφόσον δεν είναι Έκθεση Απαίτησης, αλλά υπεράσπιση στους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης.
  5. Ο Εναγόμενος 1 με την Υπεράσπιση του δεν εγείρει οιαδήποτε θέματα που να είναι αχρείαστα, σκανδαλώδη, ενοχλητικά, άσχετα ή που να προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις και που να αποτελούν μαρτυρία και που να τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας και που να δημιουργούν προβλήματα εις την απάντηση των Εναγόντων, αλλά απαντά και τοποθετείται και/ή υπερασπίζεται επί ουσιωδών επίδικων σχετικών θεμάτων.
  6. Υπό οιεσδήποτε περιστάσεις, τα αναφερόμενα στα αιτητικά υπό Β1 έως Β9 καμία σχέση έχουν με τα αναφερόμενα στην υπό παράγραφο Β του αιτητικού και σε καμία περίπτωση, ακόμα και εάν ευσταθούσαν, συνιστούν αχρείαστους, σκανδαλώδεις, ενοχλητικούς, άσχετους ισχυρισμούς ή ισχυρισμούς που προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις και/ή που αποτελούν μαρτυρία και/η που τείνουν να καθυστερήσουν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας και/ή που δημιουργούν προβλήματα εις την απάντηση των Εναγόντων.
  7. Ακόμα και αν τα αναφερόμενα υπό παραγράφους Β1 έως Β9 ευσταθούν, σε καμία περίπτωση συνιστούν περιπτώσεις που δικαιολογούν διαγραφή της Υπεράσπισης ή μέρος αυτής.
  8. Ο Εναγόμενος 1 έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και εν πάση περιπτώσει δεν έχει προβεί σε γενική άρνηση αλλά ασχολείται ενδελεχώς και θέτει τις θέσεις του πολύ συγκεκριμένα σε σχέση με όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων από την παράγραφο 3 και εντεύθεν της ΙΙσέλιδης Υπεράσπισης του, και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί του αντιθέτου ουδόλως ευσταθούν.
  9. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β1, το δικόγραφο του Εναγόμενου 1 θα πρέπει να ειδωθεί στο σύνολο του και όχι αποσπασματικά, όπως επιχειρούν οι Ενάγοντες.
  10. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β2: (α) Κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης των Εναγόντων, δεν είχε παρέλθει ο εύλογος χρόνος εντός του οποίου ο Εναγόμενος 1 θα μπορούσε να καταχωρήσει αίτηση δυνάμει της Δ.
  11. (β) η έγερση προδικαστικής ένστασης σε δικόγραφο, δεν αποκλείει τη μη καταχώριση αίτησης δυνάμει της Δ.27, και εκδίκασης του σημείου που εγείρεται στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής. (γ) Υπό οιεσδήποτε περιστάσεις, με το υπό κρίση αιτητικό στην ουσία οι Ενάγοντες ζητούν να αποφασίσει προδικαστικά το Δικαστήριο επί της προδικαστικής ένστασης του Εναγόμενου 1, χωρίς να διαφανεί, αφού καταχωρηθεί Απάντηση ή τοποθετηθούν οι Ενάγοντες κατά πόσο τα αναφερόμενα από τον Εναγόμενο 1 γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ούτως ώστε να δύναται, έστω θεωρητικά να εκδοθεί διάταγμα δυνάμει της Δ.
  12. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β3, οι αναφερόμενοι όροι της συμφωνίας των διαδίκων εις την παράγραφο 8 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1, είναι ουσιαστικοί και απόλυτα σχετικοί με τα επίδικα θέματα, και εφόσον η βάση της επίδικης διαφοράς είναι παράβαση συμφωνίας, η αναφορά σε κάποιους όρους της συμφωνίας είναι απαραίτητη για να στοιχειοθετηθεί η θέση του Εναγόμενου 1 καινά υπάρχει συνοχή στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου
  13. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β4, δίδονται ικανοποιητικές λεπτομέρειες και εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες έχουν κάθε δικαίωμα να ζητήσουν πρόσθετες και/ή καλύτερες λεπτομέρειες ως προνοούν οι Θεσμοί και η νομολογία, για οιαδήποτε θέματα τα οποία έχουν καταστεί μέσω των δικογράφων επίδικα και όχι να ζητούν διαγραφή της Υπεράσπισης.
  14. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β5, είναι θεμιτό για τον Εναγόμενο 1 να αναφερθεί στα ουσιαστικότερα σημεία της επικοινωνίας του που κατά τον ίδιο σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Εν πάση περιπτώσει το αρχείο της επικοινωνίας του Εναγόμενου 1 με τους Ενάγοντες είναι στην κατοχή των Εναγόντων, εφόσον επισυνάφθηκε ως τεκμήριο σε ένορκο δήλωση στα πλαίσια διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος εις την αγωγή 2295/2015 Ε.Δ. ΛΕΜΕΣΟΥ. Πρόσθετα, οι Ενάγοντες έχουν κάθε δικαίωμα να ζητήσουν πρόσθετες και/ή καλύτερες λεπτομέρειες ως προνοούν οι Θεσμοί και η νομολογία, για οιαδήποτε θέματα τα οποία έχουν καταστεί μέσω των δικογράφων επίδικα, καθώς και αποκάλυψη εγγράφων, και όχι να ζητούν διαγραφή της Υπεράσπισης.
  15. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β6: (α) Δεν χρειάζεται να παρατεθούν περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η διευθύντρια των Εναγόντων κορόιδευε τον Εναγόμενο 1, εφόσον προκύπτει μέσω της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 μετά από μια σειρά γεγονότων για ποιο λόγο θεωρεί ότι τον κορόιδευε. Υπάρχουν δηλαδή ήδη οι λεπτομέρειες. (β) Η αναφορά σε "κοροϊδία" σχετίζεται με την ουσία της Υπεράσπισης του Εναγόμενου .
  16. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β7, πέραν των ανωτέρω, κανέναν έρεισμα υπάρχει για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εφόσον γίνεται απλά αναπαραγωγή της αναφοράς του τι λέχθηκε στην αναφερόμενη επιστολή.
  17. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β8, πέραν των ανωτέρω, οι αναφορές στην παράγραφο 24 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα και αφορούν μέρος της Υπεράσπισης του Εναγομένου
  18. Σε σχέση με το αιτητικό υπό Β9, οι αναφορές του Εναγόμενου 1 στην παράγραφο 25 της Υπεράσπισης του δεν αποτελούν συμπεράσματα αλλά έκθεση ουσιωδών ισχυρισμών, τα οποία προκύπτουν από τα γεγονότα ως εκτίθενται στην Υπεράσπιση του και σε καμία περίπτωση θα πρέπει να επιτραπεί η διαγραφή τους.
  19. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν εξασφάλιση προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της. Εν πάση περιπτώσει, παρά την σχετική αναφορά στην παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δεν υπάρχει σχετικό αιτητικό που να στηρίζει τον ισχυρισμό.
  20. Η αίτηση και η ένορκος δήλωση που τη συνοδεύει είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες.
  21. Με την παρούσα αίτηση επηρεάζεται το συνταγματικό δικαίωμα του Εναγόμενου 1 για γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης.
  22. Η αίτηση των Εναγόντων ημερ. 19/4/16 προκαλεί σύγχυση και αμηχανία στον Εναγόμενο 1 και τείνει να περιπλέξει την διαδικασία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης.
  23. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 δεν είναι ανυπόστατη, αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση, δεν είναι επιπόλαια και ενοχλητική και σε καμία περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική της διαδικασίας.
  24. Οι Ενάγοντες έχουν απεμπολήσει το δικαίωμα τους για καταχώρηση της επίδικης αίτησης αφού αυτή καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο ή την συμπλήρωση των δικογράφων, ήτοι αφού παρήλθαν 7 ημέρες από την καταχώρηση της Υπεράσπισης.
  25. Η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή ενοχλητική και/ή σκανδαλώδης και/ή καταχρηστική και/ή άκυρη και/ή παράτυπη και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης.
  26. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 δεν αδικεί ούτε θέτει τους Ενάγοντες σε δυσμενή ή δύσκολη θέση αφού αυτή είχαν την δυνατότητα και/ή ευχέρεια να απαντήσουν στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου
  27. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 αποκαλύπτει καλή Υπεράσπιση.
  28. Η Υπεράσπιση είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και/ή την ισχύουσα πρακτική και/ή νομολογία.
  29. Δεν πληρούνται οι τεθείσες από τον νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης και/ή για επιτυχία της υπό κρίση αίτησης.
  30. Η επίδικη αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί στο συμφέρον της δικαιοσύνης και ούτε και εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης.
  31. Δεν είναι ορθό, ούτε εύλογο, ούτε δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  32. Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  33. Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου.
  34. Η αίτηση δεν στηρίζεται από την νομική της βάση και/ή η νομική βάση ουδεμία σχέση έχει με τα αιτητικά.
  35. Η αίτηση έχει ελλιπή νομική βάση ήτοι ελλείπουν οι Δ.39 και Δ.48 θ 1 - 3 και θ. 9 με αποτέλεσμα να παραμένει μετέωρη και να μην δύναται να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγόμενου 1, ημερομηνίας 19.9.2016 και την ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Μιχαηλίδου, ημερομηνίας 19.9.2016, που μετέφρασε την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 από τη Ρωσική στην Ελληνική γλώσσα. Στην ένορκη του δήλωση ο εναγόμενος 1-καθ' ου η αίτηση ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περισσότερα στοιχεία. Τονίζει ότι προχώρησε με την καταχώρηση της προδικαστικής του ένστασης στη βάση των προνοιών της Δ.27 και δεν ενέχει οτιδήποτε το επιλήψιμο. Είναι η θέση του ότι όλοι οι ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση του είναι ουσιαστικοί και σχετικοί με τα επίδικα θέματα που είναι παρόμοια με εκείνα της Αγωγής 2295/15 και η αναφορά σε ορισμένους εκ των όρων της συμφωνίας έκρινε ότι ήταν απαραίτητη για την Υπεράσπιση του. Είναι εισήγηση του ότι το δικόγραφο του περιέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες αλλά σε περίπτωση που επιθυμεί η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να ζητήσει πρόσθετες και καλύτερες λεπτομέρειες στη βάση των θεσμών. Όπως αναφέρει, στην Υπεράσπιση του απλά περιορίζεται στην αναφορά των βασικών γεγονότων της Υπεράσπισης, ενώ τα υπόλοιπα είναι γνωστά στην ενάγουσα από τη διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος στην Αγωγή 2295/15 Ε.Δ. Λεμεσού. Καταλήγοντας ο εναγόμενος 1 εισηγείται ότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα προκαλούσε σοβαρό πλήγμα στα συμφέροντα του καθότι θα του αποστερηθεί το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του μέσω της Υπεράσπισης του. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση υποστήριξαν τις θέσεις τους με γραπτές αγορεύσεις παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Από το σώμα της αίτησης και την γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της αιτήτριας διαφαίνεται ότι αυτή στηρίζεται ουσιαστικά στη Δ.19, θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που είναι η αντίστοιχη της Δ.19 θ.27 των παλιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Η Δ.19 θ.26 επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους θεσμούς των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις τους (βλ. Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D 263, 270). Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθησαν τα εξής σ' όσον αφορά τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.
  1. Κύριος σκοπός της Δ.19 Θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, Θ.
  2. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Butters Gas & Oil Co. V. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον αντίδικο. (βλ. Davy v. Garret,
(1878)7 Ch. D. 486). Γι ΄ αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Η αίτηση στηρίζεται επίσης στις πρόνοιες της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που αντιστοιχεί με την παλιά Αγγλική Δ.25 θ.4 που προνοεί τα εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just» Από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, διαγραφής δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 θ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Στην υπόθεση Webster v. Bakewell R.D.C. (No.2)
(1916)115 L.T. 678 όπου κρίθηκε ότι ο ενάγοντας δεν είχε ουσιαστικό συμφέρον στο αντικείμενο της δίκης και δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά που δεν θα μπορούσε εύκολα να επανορθωθεί και η Αγωγή ουσιαστικά ήταν άχρηστη, το Δικαστήριο προέβη σε απόρριψη της Αγωγής. Στην υπόθεση Fondsendezit, etc., v. Shell Transport Co
(1922)2 K.B. 166 όπου προστέθηκε συνεναγόμενος κατόπιν δικής του αίτησης για το λόγο ότι ένα παραδεκτό χρέος από μέρους του αρχικού εναγόμενου στους δυο ενάγοντες στην πραγματικότητα ήταν πληρωτέο στον ίδιο, αποφασίστηκε ότι η Υπεράσπιση του θα μπορούσε να παραμεριστεί αν δεν εγείρει τη θέση αυτή στην Υπεράσπιση που είναι ο σκοπός για τον οποίο προστέθηκε ως εναγόμενος. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της Υπεράσπισης με την υπό κρίση αίτηση είναι γιατί δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα. Η Δ.19 θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών πραγματεύεται περί της σύνταξης της Υπεράσπισης και έχει ως εξής: "The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable." Στην υπόθεση Γιαννάκης Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ., ECLI:CY:AD:2015:A121, Π.Ε. 180/10 ημερ. 20.2.2015 τονίστηκε ότι η γενικότητα αναφορών στην Υπεράσπιση όπως η άρνηση ύπαρξης συμφωνίας, που ήταν η περίπτωση, δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες της Δ.19 θ.13 και Δ.19 θ.16. Η έλλειψη αυτή του δικογραφικού υπόβαθρου δεν θεραπεύεται με τυχόν ερωτήσεις που πιθανόν να υποβληθούν κατά την ακρόαση, έστω και χωρίς ένσταση, για υποστήριξη ισχυρισμού για ύπαρξη παρανομίας. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings (16η έκδοση) στη σελίδα 27 παραγρ. 1-36, Τόμος 1 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τη σύνταξη της Υπεράσπισης: "A defence must provide a comprehensive response to the particulars of claim; a simple denial of an allegation will not suffice, and will be liable to be struck out. Rule 16.5
(2)provides that a denial by the defendant of an allegation made by the claimant in the particulars of claim must be supported by reasons. If he intends to put forward a different version of events from that given by the claimant, he must state his own version." Ερχόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης ασφαλώς δεν τίθεται θέμα μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος του εναγόμενου 1 που να δικαιολογεί την απόρριψη του δικογράφου του, ως η εισήγηση του δικηγόρου της αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση. Η υποχρέωση του εναγόμενου 1 περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων που να στοιχειοθετούν την απόρριψη της Αγωγής, όπως και έπραξε. Συνεπώς ο παραμερισμός της Υπεράσπισης γι' αυτό το λόγο δεν μπορεί να πετύχει. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο ενδείκνυται η διαγραφή της Υπεράσπισης και/ή μέρους της στη βάση των υπόλοιπων λόγων που εισηγείται η αιτήτρια. Έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή την Έκθεση Απαίτησης την οποία αντιπαράθεσα με την Υπεράσπιση του εναγόμενου
  1. Από τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή προκύπτει ότι η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 προέβησαν στον καταρτισμό συμφωνίας κοινοπραξίας για αξιοποίηση του τεμαχίου της ενάγουσας με αρ. 263 έναντι της καταβολής προς την ενάγουσα από πλευράς εναγόμενου 1 του ποσού των €1.371.
  2. Ο εναγόμενος 1 κατέβαλε προς την ενάγουσα μόνο το ποσό των €933.300,50 ενώ το υπόλοιπο εκ €437.699,50 κατεβλήθη στους εναγόμενους 2 και 3 παράνομα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 1 προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας κοινοπραξίας και καταχώρησε την Αγωγή 2295/15 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της ενάγουσας και του εναγόμενου 2 στην παρούσα Αγωγή με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων θεραπειών το ποσό των €1.371.000,00 ως ειδικές αποζημιώσεις. Είναι η θέση της ενάγουσας στο δικόγραφο της ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από μέρους του εναγόμενου 1-καθ' ου η αίτηση ήταν παράνομος και έγινε κατόπιν συνομωσίας και/ή συμπαιγνίας και/ή απάτης με τον εναγόμενο 2, εξ ου και οι αξιώσεις της για Δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας από πλευράς εναγόμενου 1 ήταν παράνομος και ότι ο εναγόμενος 1 παρέβη τους όρους της. Η ενάγουσα ενημέρωνε συνεχώς τον εναγόμενο 1 για την πορεία έκδοσης της άδειας οικοδομής του έργου και θεωρεί την όλη υπόθεση ως μια κατασκευασμένη ιστορία με μαφιόζικα σχέδια. Ενόψει της συμπεριφοράς αυτής του εναγόμενου 1 η ενάγουσα υπέστη ζημιά λόγω μη είσπραξης του ποσού των €437.699,50 το οποίο αξιώνει με την Αγωγή. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος 1 με την παράγραφο 1 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης που περιέχονται στις παραγράφους 1 - 28 και όλες τις θεραπείες που ζητούνται στην Αγωγή,` προβάλλοντας στη συνέχεια με τις παραγράφους 2 - 29 τις δικές του θέσεις μαζί με την προδικαστική ένσταση (παράγραφος 2 της Υπεράσπισης) ότι το ίδιο επίδικο θέμα της παρούσας Αγωγής έχει περιληφθεί από την ενάγουσα στην Ανταπαίτηση της στην Αγωγή 2295/15 Ε.Δ. Λεμεσού, που ήγειρε ο εδώ εναγόμενος 1-καθ' η αίτηση. Στην Υπεράσπιση του παραδέχεται τη συμφωνία συνεργασίας με την ενάγουσα σ' όσον αφορά την ανάπτυξη του τεμαχίου της, όπου ο εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε το ποσό των €1.371.000,00 δηλαδή ποσοστό 35% και η ενάγουσα €2.439.000,00 δηλαδή ποσοστό 65%. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι τα κέρδη από την ανάπτυξη θα μοιράζοντο ανάλογα με τη συνεισφορά τους. Ενώ ο εναγόμενος 1 συμμορφώθηκε πλήρως με τη συνεισφορά του και κατέβαλε το ποσό των €1.371.000,00 η ενάγουσα δεν έκαμε το ίδιο, εφόσον καθυστερούσε στην ολοκλήρωση των εργασιών προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Τότε αποτάθηκε σε δικηγόρο και προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας και καταχώρηση της Αγωγής 2295/15 Ε.Δ. Λεμεσού. Ο εναγόμενος 1 καταγράφει στην παράγρ.24 της Υπεράσπισης του τις Λεπτομέρειες Ψευδών Παραστάσεων και/ή Απάτης που αποδίδει στην ενάγουσα. Ενόψει των πιο πάνω δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων καθίσταται σαφές ότι στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος 1 παραθέτει την απάντηση του σε όλες τις θέσεις της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης. Μπορεί να μην αρνείται ειδικά τον κάθε ισχυρισμό της ενάγουσας που περιέχεται στην κάθε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης που αποτελείται συνολικά από 28 παραγράφους και να μην παραθέτει τη δική του εκδοχή στον κάθε ισχυρισμό της ξεχωριστά, αλλά από τη μελέτη των δικογράφων είναι εμφανές ότι εκτός από τον ισχυρισμό περί καταρτισμού της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1 δεν υπάρχει ταύτιση θέσεων σε κανένα άλλο θέμα που εγείρεται μεταξύ των διαδίκων στα δικόγραφα τους. Από προσεχτική μελέτη της Υπεράσπισης κρίνω ότι αυτή παρέχει εύλογη απάντηση σε όλες τις θέσεις της ενάγουσας και παραθέτει τις λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζει την Υπεράσπιση του για απόρριψη της Αγωγής. Το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών κατά πόσο ευσταθούν ή όχι, κάτι που θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας στο τέλος. Η εισαγωγή των θέσεων του εναγόμενου 1 στην Υπεράσπιση του στις παραγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή έχει κριθεί αναγκαία από τον ίδιο και δεν είναι άσχετες, σκανδαλιστικές ή ενοχλητικές ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία να τις διαγράψει. Οι παράγραφοι σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αγωγής και προβάλλονται προς Υπεράσπιση του εναγόμενου 1-καθ' ου η αίτηση στους ισχυρισμούς της ενάγουσας-αιτήτριας στην Έκθεση Απαίτησης της. Σημειώνεται ότι ακόμη και στην περίπτωση που οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή θεωρηθούν ότι περιέχουν αχρείαστα ζητήματα αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό στη διαγραφή τους, εφόσον δεν τέθηκε κανένα στοιχείο ότι προκαλείται ζημιά στην αιτήτρια ή δυσμενή επηρεασμό στο χειρισμό της υπόθεσης της. Σ' όσον αφορά στην αναφορά σε ορισμένες παραγράφους της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα στις παραγράφους 10 και 12 ότι πλήρεις λεπτομέρειες σε σχέση με την επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων η πληρωμή του ποσού των €1.371.000,00 θα δοθούν κατά την ακρόαση, η ενάγουσα έχει το δικαίωμα να ζητήσει την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών στη βάση των προνοιών των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, αν κρίνει απαραίτητο. Στις παραγράφους αυτές ο καθ' ου η αίτηση καταγράφει τα βασικά γεγονότα της Υπεράσπισης του. Σε σχέση δε με το αίτημα για διαγραφή της προδικαστικής ένστασης της παραγράφου 2 δεν δόθηκε κανένα στοιχείο από πλευράς αιτήτριας γιατί θα πρέπει να διαγραφεί, εφόσον δεν έχουν ακόμη συμπληρωθούν τα δικόγραφα μετά την τροποποίηση του δικογράφου της ενάγουσας-αιτήτριας. Ο χειρισμός της προδικαστικής ένστασης είναι θέμα εξάλλου που αφορά στη διαδικασία της ακρόασης της Αγωγής και όχι διαγραφής δικογράφου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης από τον εναγόμενο 1 που έγινε στις 15.4.2016, εκδόθηκε από το Δικαστήριο διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της Αγωγής. Σύμφωνα με τη διαταγή του Δικαστηρίου τροποποιημένο Κλητήριο και Έκθεση Απαίτησης θα πρέπει να καταχωρηθούν μέσα σε 10 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος που έγινε στις 26.4.
  3. Από αναδρομή στο φάκελο της υπόθεσης διαφαίνεται ότι η ενάγουσα ανκαι καταχώρησε τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα παραλείπει μέχρι σήμερα να προβεί στην καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω είναι κατάληξη μου ότι με βάση τα στοιχεία ενώπιον μου δεν δικαιολογείται η διαγραφή ολόκληρης της Υπεράσπισης του εναγόμενου 1-καθ' ου η αίτηση ή μέρους της, όπως ζητείται από την αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου 1-καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή της Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.