ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. αγωγής: 2395/16, 16/11/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A476 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2395/16 ΜΑΡΟΥΛΛΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσα εναντίον ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16/11/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Τάκης Παπαμιχαλόπουλος Για εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση : κος Αντώνης Μελάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση, η οποία κατέστη δια κλήσεως λόγω των οδηγιών του Δικαστηρίου όπως αυτή επιδοθεί, η ενάγουσα αιτείται Διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο να διατάσσεται η παράδοση της κατοχής της επίδικης κατοικίας στην ενάγουσα, μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της αγωγής, η οποία κατοικία, ως η έκφραση και ισχυρισμός της, παράνομα της έχει αφαιρεθεί από την ίδια ως νόμιμης κατόχου αυτής. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 άρθρα 4-9, η Δ.48 θ.θ. 1-4, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Αρχικό μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Χωρίς βεβαίως να καταγράφεται αυτολεξεί το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης της ίδιας και των υπολοίπων ενόρκως δηλούντων, διότι θα γίνεται ειδική αναφορά σε προβληθείσες θέσεις για σκοπούς εξέτασης της βασιμότητας της αίτησης και χωρίς βεβαίως να εξάγονται συμπεράσματα ουσίας της αγωγής, η ενάγουσα αναφέρει ότι κατά τον χρόνο της καταγραφής των εκτοπισμένων που διέμεναν σε τουρκοκυπριακά υποστατικά, ήτοι το έτος 1978 - 1979, δεν σημειώθηκε το όνομα της διότι απουσίαζε στην Ελλάδα για σπουδές, ήτοι δεν κατονομάστηκε στο διαμέρισμα που παραχωρήθηκε στον πατέρα της για να διαμένει ως πρόσφυγας από το χωριό Λεονάρισσο της κατεχόμενης Καρπασίας. Το ίδιο συνέβηκε και κατά τις 18/2/1985 όταν παραχωρήθηκε στον πατέρα της το επίδικο διαμέρισμα και πιο συγκεκριμένα δεν καταγράφηκε το όνομα της επειδή απουσίαζε στην Αγγλία για ιατρικούς λόγους. Προσδιορίζει το επίδικο διαμέρισμα ως την μόνιμη της διαμονή και απουσίαζε στην Ελλάδα για κάποια διαστήματα για να επισκεφθεί τα παιδιά της στην Ελλάδα όπου σπούδαζαν και αυτό ίσχυε, ήτοι η μόνιμη της διαμονή, όταν εξασφαλίστηκε η Δικαστική απόφαση και το Διάταγμα ανάκτησης κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, όπου η αδελφή της Θεοδώρα Παπαγεωργίου αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης και Διατάγματος και η οποία δεν κατείχε το επίδικο διαμέρισμα. Στο διαμέρισμα υπάρχουν όλα τα υπάρχοντα της ενάγουσας, σιτίζεται από φιλανθρωπίες και υπάρχει ο κίνδυνος να μείνει άστεγη, έχοντας υπ΄ όψη ότι ο Δικαστικός επιδότης κατέχει το κλειδί του διαμερίσματος, ενώ προηγουμένως άλλαξε την κλειδαριά. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αδελφής της ενάγουσας, ήτοι της κας Θεοδώρας Παπαγεωργίου, επιβεβαιώνει την θέση της ενάγουσας ότι την κατοχή του διαμερίσματος την είχε η αδελφή της, ήτοι η ενάγουσα και όχι η ίδια, δίνοντας λεπτομέρειες για συγκεκριμένες περιόδους όπου η ενάγουσα απουσίαζε στο εξωτερικό για οικογενειακούς λόγους. Αναφέρει επίσης ότι κακώς η ίδια αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης για να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος, λόγω του ότι χειριζόταν την υπόθεση μόνη της. Παρόλο που γνώριζε ότι δεν έχει την κατοχή του διαμερίσματος η ίδια αλλά η αδελφή της, της οποίας τα υπάρχοντα της είναι εντός του διαμερίσματος και η ίδια η ενάγουσα είναι άστεγη αυτήν την στιγμή και σιτίζεται από φιλανθρωπίες. Επίσης επικαλείται την μαρτυρία της κας Μαρίτσας Λοίζου, η οποία καταχώρησε επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με κοινό παρονομαστή την αναφορά της ότι έλεγε στους Δικαστικούς επιδότες ότι στο επίδικο διαμέρισμα διαμένει η ενάγουσα και όχι η αδελφή της Θεοδώρα και ενώ το τμήμα πολεοδομίας το γνώριζε αυτό, εν τούτοις εκπρόσωπος του εναγόμενου στην παρούσα αγωγή καταχώρησε αίτηση με βάση την οποία γινόταν αναφορά ότι το επίδικο διαμέρισμα κατεχόταν από την αδελφή της ενάγουσας, ήτοι την Θεοδώρα. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση, με νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 4 έως 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 30 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, η Δ.39, η Δ.48 θ.1-4,7-9, 12 και 13, στην πρακτική του Δικαστηρίου, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 5 λόγοι ένστασης, με βάση τους οποίους η ενάγουσα ουδέποτε είχε πραγματική νόμιμη κατοχή του επίδικου ακινήτου και η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα συνιστά ανατροπό του status quo ante, ότι η ενάγουσα δεν είναι με βάση τις πρόνοιες του νόμου δικαιούχος του επίδικου ακινήτου, ότι η κατοχή του επίδικου ακινήτου ασκείται νόμιμα από την Δημοκρατία, ότι δεν ικανοποιούνται οι προυποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και ότι το αιτούμενο Διάταγμα είναι ταυτόσημο με το αιτούμενο Διάταγμα της αγωγής. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Βασίλη Χαριτωνίδη. Ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι η ενάγουσα δεν είναι νόμιμη κάτοχος του επίδικου διαμερίσματος, διότι αιτήθηκε στην αρμόδια επιτροπή στεγαστικής βοήθειας για πρώτη φορά στις 29/8/2006 και στην συνέχεια άλλες 8 φορές, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο. Το επίδικο διαμέρισμα παραχωρήθηκε στον πατέρα της ενάγουσας και συμπεριλήφθηκαν η μητέρα και τα δύο αδέλφια της, όχι όμως η ίδια, διότι απουσίαζε στο εξωτερικό. Παρουσίασε σχετική επιστολή της ίδιας της ενάγουσας, με βάση την οποία η ίδια αναφέρει ότι ζει στην Ελλάδα. Αναφέρθηκε επίσης στην έκδοση απόφασης στις 27/10/2009 εναντίον της αδελφής της ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής 648/2008 και σε μεταγενέστερο Διάταγμα όπου καθορίστηκε ο χρόνος συμμόρφωσης και σε κατοπινό στάδιο η έκδοση Διατάγματος ανάκτησης κατοχής. Εν κατακλείδι αναφέρει ότι η ενάγουσα με βάση το άρθρο 18
(3)του Κεφ. 224 η ενάγουσα ουδέποτε υπήρξε δικαιούχος του επίδικου διαμερίσματος και επιπρόσθετα λόγω του ότι υπάρχει νόμιμα εκδοθέν Δικαστικό Διάταγμα που δίνει το δικαίωμα κατοχής του επίδικου διαμερίσματος στην Δημοκρατία, δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος. Μετά την καταχώρηση της ένστασης από την Δημοκρατία καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. Μάριο Μαρκίδη, Δικαστικό γραφολόγο, με βάση την οποία συμπεραίνει στην έκθεση του ότι η υπογραφή του πατέρα της ενάγουσας σε έγγραφο άδειας είναι πλαστογραφημένη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αρκεί να αναφέρω ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."* Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι εξαιρετικά απλά και δεν χρειάζονται να ειπωθούν πολλά. Αυτό που προκύπτει μέσα από όλο το πλέγμα των γεγονότων που τέθηκαν και από τις δύο πλευρές και ιδίως τα όσα έχουν προηγηθεί και λάβει χώρα στην αγωγή 648/2008. Συγκεκριμένα, αυτό που προκύπτει αβίαστα από τις Δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στην εν λόγω αγωγή, είναι ότι η αδελφή της ενάγουσας, ήτοι η κα Θεοδώρα Παπαγεωργίου εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και αποδέχθηκε απόφαση με βάση την οποία διατασσόταν να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος. Η αναφορά και η θέση που προβλήθηκε ότι κακώς έγινε αυτό εν΄ όψει του ότι δεν είχε δικηγόρο, δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική ή νομική βαρύτητα, διότι σε αντίθετη περίπτωση θα παραβιάζετο κατάφωρα η αρχή της τελεσιδικίας, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι δεν έχει προβληθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός για δόλο στην έκδοση της απόφασης. Επιπρόσθετα μάλιστα, 4 ½ χρόνια μεταγενέστερα της έκδοσης απόφασης ημερομηνίας 27/10/2009 όπου η κα Θεοδώρα Παπαγεωργίου αποδέχθηκε την απόφαση που αναφέρθηκε ανωτέρω, ήτοι στις 12/3/2014, εκδόθηκε Διάταγμα που να καθορίζει την προθεσμία συμμόρφωσης της κας Θεοδώρας Παπαγεωργίου. Ακολούθησε ένα επιπλέον χρονικό διάστημα σχεδόν 2 ½ χρόνων και προωθείται η υπό εξέταση αίτηση. Το εάν η κα Θεοδώρα Παπαγεωργίου θεωρεί ή κρίνει εκ των υστέρων ότι κακώς αποδέχθηκε την πιο πάνω απόφαση, δεν δύναται να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, διότι από την μια θα παραβιάζετο κατάφορα η αρχή της τελεσιδικίας, η οποία τελεσιδικία θα ήταν εκτεθειμένη και έρμαιο στην οποιαδήποτε αλλαγή διάθεσης, κρίσης ή ερμηνείας ή αξιολόγησης των δεδομένων από τον οποιονδήποτε διάδικο. Ακόμα και έτσι να είχαν τα πράγματα, ήτοι η ενάγουσα να μην είχε ενημερωθεί για τις διαδικασίες αυτές και ότι είχε την κατοχή του επίδικου διαμερίσματος, θέση η οποία απορρίπτεται για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω και χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να προκρίνει την ουσία της αγωγής, αλλά είναι αναγκαία σε ένα βαθμό η αξιολόγηση ισχυρισμών για σκοπούς εξέτασης και μόνο της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα, τότε προκύπτει αβίαστα ότι η κα Θεοδώρα Παπαγεωργίου απέκρυψε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 648/2008 ουσιώδη γεγονότα, ήτοι το θέμα της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος από την ενάγουσα, θέτωντας ενδεχομένως ζήτημα είτε παρέμβασης σε Δικαστική διαδικασία ή εξαπάτησης του Δικαστηρίου ή ακόμα εξαπάτησης και απόκρυψης της διαδικασίας από την ίδια της αδελφής της, ήτοι την ενάγουσα, η οποία ενάγουσα σε τέτοια περίπτωση υπό προυποθέσεις θα έχει δικαίωμα να στραφεί εναντίον της και να αξιώνει τις ανάλογες θεραπείες. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση για το Δικαστήριο, ότι η αιτήτρια γνώριζε, αλλά δεν αποκάλυψε και παραβίασε συνεπώς την υποχρέωση της να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα και πιο συγκεκριμένα την έκδοση του Διατάγματος ημερομηνίας 12/3/2014, διότι θα μπορούσε η ενάγουσα να το αποκαλύψει, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη ότι η αδελφή της καταχώρησε εκ μέρους της συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ναι μεν η μονομερής αίτηση κατέστη δια κλήσεως με τις οδηγίες που δόθηκαν όπως η αίτηση επιδοθεί, αλλά δεν εκλείπει η υποχρέωση του κάθε διαδίκου, πόσο μάλλον του διαδίκου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να ζητήσει μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσης θεραπείας, όπως προβεί σε πλήρη και καλόπιστη αποκάλυψη όλων των γεγονότων, με βάση και τις νομολογιακές αρχές που εκτίθενται κατωτέρω. Το ίδιο ισχύει και για την παράλειψη αναφοράς της ενάγουσας στην επιστολή της ημερομηνίας 29/1/2007, ήτοι Παράρτημα 3 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου, όπου με βάση το περιεχόμενο αυτής της επιστολής, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα διέμενε στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα αυτό προκύπτει από τις εξής αναφορές της στην εν λόγω επιστολή: Στην σελίδα 2 και 3 αναφέρει ΄΄Γι΄ αυτό ερχόμουν στην Κύπρο κάθε χρόνο με τα παιδιά μου και μέναμε στο σπίτι των γονιών μου και έτσι σκεφτόμασταν σιγά - σιγά να επιστρέψουμεν και να εγκατασταθούμεν μόνιμα στην Λεμεσό΄΄. Το ίδιο ισχύει και με την παράλειψη της ενάγουσας να αναφερθεί ότι έχει υποβάλει ξανά αίτηση από το 2006 και εκ νέου άλλες 8 φορές και απερρίφθη η αίτηση της και αυτή η αναφορά παρέμεινε αναντίλεκτη και αυτό που καταδεικνύεται είναι η μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης από πλευράς ενάγουσας, διότι απουσιάζει το υπόβαθρο νομιμοποίησης της ενάγουσας να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα, όχι μόνο σε πραγματικό υπόβαθρο, αλλά και σε νομικό υπόβαθρο. Συγκεκριμένα, εάν η ενάγουσα διαφωνούσε με την επιστολή ημερομηνίας 29/10/2012, ήτοι με το πρώτο παράρτημα της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση και το οποίο παρέμενινε αναντίλεκτο, είχε το δικαίωμα να προσβάλει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου που είχε τότε δικαιοδοσία ακυρωτική σε πρώτο βαθμό και να αμφισβητήσει την εν λόγω απόφαση. Εν πάση περιπτώση όμως, διαφαίνεται από το εν λόγω τεκμήριο το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο, ότι η ενάγουσα στερείται ενεργητικής νομιμοποίησης στο να εγείρει την παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει αβίαστα και από το περιεχόμενο της νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 18
(3)του Kεφ. 224, το οποίο μιλά από μόνο του και συνακόλουθα αποκλείει το έννομο συμφέρον (locus standi) της ενάγουσας, άρα επιβεβαιώνεται και η απουσία συζητήσιμης υπόθεσης: ΄΄Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), το Υπουργικό Συμβούλιο δεν παραχωρεί και ούτε προβαίνει σε αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας ή ακίνητης ιδιοκτησίας που έχει περιέλθει στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου για οικιστικούς σκοπούς, εκτός μόνο για περιπτώσεις στέγασης προσώπων που θεωρούνται δικαιούχοι με βάση τις διατάξεις του περί Παροχής Στεγαστικής Βοήθειας σε Εκτοπισθέντες, Παθόντες και άλλα Πρόσωπα Νόμου και των κληρονόμων, των δικαιούχων, που απεβίωσαν κατά ή μετά την 7η Απριλίου 2006 προκειμένου περί οικιστικής μονάδας σε Κυβερνητικό Οικισμό και μετά την 20η Ιουλίου 1974 προκειμένου περί οικιστικής μονάδας σε Συνοικισμό Αυτοστέγασης ή των άλλων συγγενικών προσώπων που διαβιούσαν ή συγκατοικούσαν στην ίδια οικιστική μονάδα με τους εν λόγω αποβιώσαντες και σύμφωνα με τέτοιους όρους, περιορισμούς, προϋποθέσεις και κριτήρια για το σκοπό αυτό, με κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου και οι οποίοι δύνανται να έχουν αναδρομική ισχύ΄΄. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Ως προς το ζήτημα που ήγειρε η ενάγουσα για το οποίο έγινε αρκετή συζήτηση και ζητήθηκαν κάποιες ολιγοήμερες αναβολές για να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς ενάγουσας για να προβληθεί η θέση ότι η άδεια χρήσης του επίδικου διαμερίσματος έχει πλαστογραφηθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμα και να έχει πλαστογραφηθεί η εν λόγω άδεια χρήσης του επίδικου διαμερίσματος, τότε διαπιστώνεται ότι ο πατέρας της ενάγουσας δεν νομιμοποιείτο στην κατοχή του επίδικου διαμερίσματος και κατ΄ επέκταση κανένα μέλος της οικογένειας του, συμπεριλαμβανομένης και της ενάγουσας, ήτοι το μείζον καλύπτει και το έλασσον επιβεβαιόνοντας εκ νέου την απουσία συζητήσιμης υπόθεσης. Όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, γίνονται αμιγώς στα πλαίσια εξέτασης της υπό εξέταση αίτησης και ένστασης αντίστοιχα για να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρούνται οι προυποθέσεις για έγκριση της αίτησης ή όχι και σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν προκρίνει ή προδικάζει την έκβαση της παρούσας αγωγής, όπου όλα τα ζητήματα παραμένουν ανοικτά και αυτό που έχει προβεί το Δικαστήριο, είναι η αξιολόγηση των δεδομένων στην όψη τους και χωρίς να προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτύρων και γενικά μαρτυρίας, διότι αξιολογήθηκαν κυρίως αδιαμφισβήτητα δεδομένα, όπως π.χ. η έκδοση της απόφασης και των Διαταγμάτων, η απόρριψη των αιτήσεων της ενάγουσας για παραχώρηση στέγης και η έκθεση του πραγματογνώμονα ακόμα και σε επίπεδο που αυτή γινόταν αποδεκτή ως αληθής, ζήτημα που επίσης παραμένει ανοικτό. Παρ΄ όλο που με την πιο πάνω αξιολόγηση και από την στιγμή που δεν στοιχειοθετήθηκε συζητήσιμο θέμα, εξέταση άλλων κριτηρίων και προυποθέσεων καθίσταται αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας και επειδή τέθηκε το ζήτημα της ταύτισης του αιτούμενου Διατάγματος με την βάση της αγωγής, θα αξιολογηθεί και το εν λόγω ζήτημα. Ειρήσθω εν παρόδω το Δικαστήριο παραπέμπει στην υπόθεση Σεβαστού - ν- 2002 1 Α.Α.Δ. σελ. 1980 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Θα προσθέταμε μόνο ότι, από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα. Υποστήριξη στη γνώμη μας παρέχει η άποψη του δικαστή Kerr στην Cayne v. Global Natural Resources plc. [1984] 1 All E.R. 225, 229 ως προς την πρώτη προϋπόθεση: "... ... ... ... ... ... ...the question whether to grant or refuse an interlocutory injunction has been placed into a state of balance to the extent that the court can see that the plaintiffs' case raises a serious issue to be tried. If the plaintiffs fail at that point, then clearly there is no case for an injunction, and obviously the Cyanamid guidelines cannot come into play." Ως προς το είδος, την φύση και την έκταση του αιτούμενου Διατάγματος, αυτό είναι ταυτόσημο με το Διάταγμα που ζητείται με την αγωγή. Σύμφωνα με την υπόθεση Αβερκίου - ν- ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α
(2013)1Α Α.Α.Δ 222 λεχθησαν τα ακόλουθα: <<Αποτελεί αναμφίβολο και αποδεκτό γεγονός και από τις δυο πλευρές, ότι υπάρχει ταυτότητα αιτημάτων, μεταξύ του τελικού με την αγωγή επιδιωχθέντος διατάγματος και του αιτούμενου στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, για έκδοση του συντηρητικού διατάγματος. Η έκδοση ή μη, ενός ενδιαμέσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Jonitexo (ανωτέρω). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος>>. Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνει υπό τις περιστάσεις ότι δεν θα δύνατο να εκδοθεί τέτοιο Διάταγμα, διότι ακόμα και να κρινόταν ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας, θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, διότι από την μια θα κρινόταν σε πρακτικό επίπεδο η έκβαση της αγωγής, θα παρακαμπτόταν η αρχή της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων και από μόνη της αυτή η παραβίαση της εν λόγω αρχής χαρακτηρίζει την υπό εκδίκαση υπόθεση, ήτοι ότι δεν είναι φανερή και ασυνήθιστη δυνατή, ως η πιο πάνω νομολογία επιτάσσει, που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και κυρίως λόγω της μη αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. Subject: Civil/other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο